Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντώνη Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής : 5481/06, 14/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 5481/06 Μεταξύ : Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Αντώνη Δημητρίου Βίκυ Δημητρίου Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 7.11.12 για τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων Ημερομηνία: 14 Μαρτίου, 2013. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Θ. Καουτζιάνη. Για Εναγόμενους 1 και 2-Αιτητές: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης. --------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ημερ. 7.11.12, οι εναγόμενοι-αιτητές (στο εξής «οι αιτητές» αιτούνται από το δικαστήριο την τροποποίηση της υπεράσπισης δια της προσθήκης νέας παραγράφου 4, ως ακολούθως: (Ι) «Άνευ βλάβης των άνωθεν αναφερομένων και/ή ανεξάρτητα αυτών οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Αγωγή των Εναγόντων οφείλει να απορριφθεί και/ή οι Ενάγοντες εμποδίζονται (are estopped) από του να εγείρουν τις απαιτήσεις τας οποίας εγείρουν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων καθ΄ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο εις τη συμφωνία μεταξύ αυτών και των Εναγομένων επί της οποίας οι Ενάγοντες βασίζουν τις απαιτήσεις των ότι δια να νομιμοποιούνται οι Ενάγοντες να εγείρουν τις αξιώσεις τας οποίας εγείρουν δια της Αγωγής των ήτο προϋπόθεση ότι οι Εναγόμενοι θα τύγχαναν της ίδιας μεταχείρισης και/ή χειρισμού υπό των Εναγόντων όπως και οι υπόλοιποι χρεώστες και/ή συμβαλλόμενοι των Εναγόντων όπως και οι υπόλοιποι χρεώστες και/ή συμβαλλόμενοι των Εναγόντων και/ή ότι δε θα ακολουθήτο διαφορετική πρακτική και/ή προσέγγιση και/ή χειρισμού από τους Ενάγοντες η σύμβαση των Εναγομένων μετά των Εναγόντων από άλλες συμβάσεις των Εναγόντων μετά των πελατών και/ή χρεωστών των αι οποίαι ήσαν και/ή είναι οι ίδιες και/ή παρόμοιες ως αυτές μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και/ή ότι οι Ενάγοντες θα μεταχειρίζοντο τους Εναγομένους με τον ίδιο τρόπο ως και όλους τους υπόλοιπους χρεώστες και/ή πελάτες τους. (ΙΙ) Την αναρίθμηση της νυν παραγράφου 4 σε παράγραφο 5.» Η αίτηση βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.19, Δ.21, Δ.25 θ.θ.1,2,3,4 και 5, Δ.48 θ.θ.1,2,3,8 και 9, άρθρα 26,28 και 30
(3)του Συντάγματος και επί της Πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Μαρίας Κυριάκου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του κ. Χρίστου Τριανταφυλλίδη, η οποία ως ισχυρίζεται, έλαβε οδηγίες από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στα πλαίσια της εν λόγω ένορκης δήλωσης της, αναφέρει με γενικό τρόπο το ιστορικό της παρούσας αγωγής με ειδική αναφορά στις ημερομηνίες που καταχωρήθηκαν τα δικόγραφα. Ως ισχυρίζεται, σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της υπεράσπισης αλλά και της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, κατέστη αντιληπτό στους αιτητές, δυνάμει δημοσιευμάτων στον ημερήσιο τύπο, ότι οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση (στο εξής «οι καθ΄ ων η αίτηση» χειρίστηκαν με ειδικό ευνοϊκό τρόπο άλλους πελάτες τους. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι, βάση των εν λόγω δημοσιευμάτων οι καθ΄ ων η αίτηση επιλεκτικά και αδικαιολόγητα προέβησαν σε διαγραφές οφειλών άλλων πελατών τους και όταν οι αιτητές ζήτησαν να τύχουν της ίδιας αντιμετώπισης και/ή χειρισμού, οι καθ΄ ων η αίτηση αρνήθησαν να τους αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο. Αποτελεί περαιτέρω θέση της κας Κυριάκου ότι με τον τρόπο που ενήργησαν οι καθ΄ ων η αίτηση, παραβίασαν ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο τις μεταξύ των αιτητών και καθ΄ ων η αίτηση συμφωνίας, δυνάμει του οποίου οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να αντιμετωπίζουν αξιοκρατικά και ισότιμα τους αιτητές, με όλους τους άλλους πελάτες και/ή χρεώστες τους. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι είναι αναγκαίο να επιτραπεί η τροποποίηση ώστε να δυνηθούν οι αιτητές να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού και/ή την μεταχείριση, της οποίας έτυχαν οι άλλοι πελάτες και/ή χρεώστες τους, καθώς επίσης και για να μπορούν να παρουσιάσουν την δική τους σχετική μαρτυρία. Είναι εισήγηση της ομνύουσας ότι συνεπεία του τρόπου που ενήργησαν οι καθ΄ ων η αίτηση, πάντοτε σε σχέση με τον ειδικό χειρισμό των άλλων πελατών τους, εμποδίζονται από το να προωθούν την παρούσα αγωγή. Τέλος, αποτελεί θέση της κας Κυριάκου ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, και ανάλογα να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης. Στις 21.11.12 οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης επί της οποίας ως λόγους ένστασης αναφέρουν τους ακόλουθους: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η αίτηση των εναγομένων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μαρίας Κυριάκου, μίας εκ των δικηγόρων του δικηγορικού οίκου που εκπροσωπεί τους εναγομένους, γεγονός που καθιστά την αίτηση παράτυπη και ως τέτοια δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (γ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (δ) Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται για δεύτερη φορά η τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης των εναγομένων, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους αιτητές/εναγόμενους από τον Δεκέμβριο του 2007, ήτοι σχεδόν πέραν των 5 χρονών τώρα από την καταχώρηση της πρώτης καταχωρηθείσας Υπεράσπισης των εναγομένων και/ή από το Μάιο του 2008, ήτοι μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων των εναγόντων και/ή από τις 6.2.2012 ημερομηνία κατά την οποία είχε καταχωρηθεί η πρώτη αίτηση για τροποποίηση της αρχικής Υπεράσπισης των εναγομένων και/ή περαιτέρω από τον Ιανουάριο του 2009, Οκτώβριο του 2009, Φεβρουάριο του 2010, Μάιο του 2010, Δεκέμβριο του 2010, Μάρτιο του 2011, Σεπτέμβριο του 2011, Ιανουάριο του 2012, Φεβρουάριο του 2012, Μάρτιο του 2012, Μάρτιο του 2012 και/ή από τον Ιούνιο του 2012, ημερομηνίες κατά τις οποίες είχε τελευταία οριστεί για ακρόαση η παρούσα υπόθεση και/ή πριν από τον Σεπτέμβριο του 2012, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση. Επίσης, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. (ε) Οι ισχυρισμοί που οι εναγόμενοι αιτούνται να εισαγάγουν με την παρούσα αίτηση είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αγωγής και την αξίωση των εναγόντων και καμία εξειδίκευση και/ή ρητή αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση που να δεικνύει με ποιον τρόπο συνδέονται και/ή είναι συνυφασμένοι με τα επίδικα θέματα καιή με την ουσία της παρούσας αγωγής. (στ) Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης των εναγομένων με την προσθήκη της νέας αιτούμενης παραγράφου δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψουν τα δικαιώματά τους οι εναγόμενοι και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην συνέχιση εκδίκασης της παρούσας αγωγής και προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που ήταν εις γνώση της πλευράς των εναγομένων εδώ και καιρό. (ζ) Οι αιτητές/εναγόμενοι δεν εξειδικεύουν κανένα νέο στοιχείο στην αίτηση τους που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης. (η) Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι/αιτητές εισαγάγουν νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή αναληθείς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μεταβάλουν την υφιστάμενη Υπεράσπιση, κάτι το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρισθέντων δικογράφων σε μια αγωγή παλαιά και στην οποία έχει ήδη ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. (θ) Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγομένων είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των εναγομένων. (ι) Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης. (κ) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας. (λ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. (μ) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους ενάγοντες/καθ΄ ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα. (ν) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.» Η ένσταση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25, θ.1-6, Δ.48, θ.1,2,3,4,8 και 9, επί του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 ως και επί των Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ανδρέα Βανέζη, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή και φύλαξη του και από πληροφορίες που συγκέντρωσε και σχετίζονται με τον επίδικο λογαριασμό των αιτητών. Είναι υπάλληλος των καθ΄ ων η αίτηση στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών και μεταξύ άλλων εποπτεύει και την κίνηση του επίδικου λογαριασμού των αιτητών. Αποτελεί θέση του ομνύοντα των καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση συνηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των αιτητών και ότι το εν λόγω γεγονός αποτελεί μία ανεπιθύμητη πρακτική ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και συνεπεία του γεγονότος ότι καταχωρήθηκε με υπέρμετρη, πρωτοφανή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παραπέμποντας δε προς τούτο σε συγκεκριμένα γεγονότα, (όπως ημερομηνία καταχώρισης αρχικής υπεράσπισης, ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, τροποποίησης υπεράσπισης και ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση), για να υποδείξει ότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να αιτηθούν την υπό εξέταση τροποποίηση της υπεράσπισης τους, σε προγενέστερο χρόνο. Αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντα των καθ΄ ων η αίτηση, ότι οι αιτητές δεν έχουν δώσει οποιαδήποτε σοβαρή εξήγηση αναφορικά με την καθυστέρηση που παρατηρείται, ως εισηγείται, στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Επί του ιδίου θέματος αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι ο σκοπός της προώθησης της υπό εξέταση αίτησης από τους αιτητές είναι η προσπάθεια αποφυγής της συνέχισης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα, ο κ. Βανέζης αναφέρεται σε ισχυρισμούς και/ή θέσεις οι οποίες στην ουσία αποτελούν επανάληψη των λόγων ένστασης ως αυτοί παρατίθενται ανωτέρω. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται αναφορικά με την ουσία της αιτούμενης τροποποίησης και δη ως προς το κατά πόσο τα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές ως γεγονότα και/ή ως λόγους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης, αποτελούν ή όχι ειλικρινή και/ή αποδεκτή υπεράσπιση. Είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση, ότι τα όσα οι αιτητές επικαλούνται για σκοπούς τροποποίησης της υπεράσπισης τους, αποτελούν γεγονότα που διέπουν την σχέση των καθ΄ ων η αίτηση με άλλους τρίτους πελάτες τους και ουδεμία σχέση έχουν, και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επηρεάζουν, την σχέση τους με τους αιτητές. Για τους αιτητές, ενώπιον του δικαστηρίου αγόρευσε ο κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης ο οποίος και ανέπτυξε τις θέσεις των πελατών του. Εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, καταχωρήθηκε γραπτή αγόρευση και επιπρόσθετα η κα Καουτζάνη αγόρευσε επί διαφόρων θεμάτων που ήθελε είτε να υπερτονίσει ή τα οποία προέκυψαν κατόπιν της προφορικής αγόρευσης του κ. Τριανταφυλλίδη. Διεξήλθα τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφων έχουν κατ' επανάλειψη απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφου, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για τον εναγόμενο όπως απώλεια υπεράσπισης για παραγραφή (βλεπε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) AAΔ 33, Δ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Γρ. Τρίνζι Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, και Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β ΑΑΔ 1005). Πρέπει από την αρχή να παρατηρηθεί, ότι ανεξάρτητα του γεγονότος ότι οι καθ΄ ων η αίτηση προωθούν δεκατέσσερις λόγους ένστασης, εντούτοις αρκετοί από αυτούς προωθούν την θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς. Επιπρόσθετα, κάποιοι από τους λόγους ένστασης προωθούν στην ουσία την θέση των καθ΄ ων η αίτηση, ότι οι ισχυρισμοί που οι αιτητές επιθυμούν να εντάξουν, ως πρόσθετη παράγραφο, στην υπεράσπιση τους, βασίζονται σε γεγονότα τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα για οποιαδήποτε νομικά αποδεκτή και/ή αναγνωρισμένη υπεράσπιση. Ακόμα ότι τα εν λόγω γεγονότα αφορούν σε θέμα, το οποίο αν καταστεί επίδικο, θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης καθώς επίσης και θα περιπλέξει τα πράγματα. Οι λοιποί λόγοι ένστασης καταπιάνονται με το θέμα της καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης, και στο γεγονός ότι ομνύουσα για τους αιτητές, είναι δικηγόρος η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών. Είμαι της γνώμης ότι το δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης δεν θα ήταν ορθό, και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ασχοληθεί εξαντλητικά με το κατά πόσο η σκοπούμενη τροποποίηση αποτελεί ή όχι καλή υπεράσπιση. Κάτι τέτοιο αποτελεί καθήκον του δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει εκτελεστεί κατά την έκδοση της απόφασης του επί της ουσίας της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει είναι αδύνατο για το δικαστήριο στο παρόν στάδιο (προτού αντεξεταστούν οι μάρτυρες των καθ΄ ων η αίτηση αλλά και ακουστεί η μαρτυρία που θα προσκομιστεί από τους αιτητές), να εξετάσει και να διακριβώσει ποιοι είναι οι ρητοί και/ή οι εξυπακουόμενοι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Σημειώνεται ότι αυτό που οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν, δια της αιτούμενης τροποποίησης, στην υπεράσπιση τους, είναι συγκεκριμένος ισχυρισμός περί παράβασης της μεταξύ τους και των καθ΄ ων η αίτηση συμφωνίας και συγκεκριμένα, εξυπακουόμενου όρου τούτης. Προς τούτο επικαλούνται συγκεκριμένα γεγονότα, που κατ΄ ισχυρισμό τους είδαν το φως της δημοσιότητας, αναφορικά με τον τρόπο που ενήργησαν οι καθ΄ ων η αίτηση σε σχέση με άλλους πελάτες και/ή χρεώστες τους. Τα εν λόγω επικαλούμενα από τους αιτητές γεγονότα, δεν φαίνεται στην ουσία να αμφισβητούνται από τους καθ΄ ων η αίτηση. Δεν παραγνωρίζω τις γενικές αναφορές του ομνύοντα των καθ΄ ων η αίτηση περί «αορίστων» και/ή «ανυπόστατων» ισχυρισμών των αιτητών, αλλά παρατηρώ επίσης τις πλείστες άλλες αναφορές του ομνύοντα περί του ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα, (χωρίς να αμφισβητεί ότι τούτα όντως αποτελούν γεγονότα) είναι άσχετα με την παρούσα αγωγή και ότι αν επιτραπεί στους αιτητές να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους, κατ΄ ακολουθία θα επιτραπεί και η προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με τα εν λόγω γεγονότα, τα οποία κατ΄ ισχυρισμό των καθ΄ ων η αίτηση, διέπουν την σχέση τους με άλλα τρίτα πρόσωπα και αποτελούν άσχετη με τα επίδικα θέματα μαρτυρία. Επομένως, καθίσταται έκδηλο από τα μόλις πιο πάνω, ότι χωρίς να γνωρίζει το δικαστήριο το πλήρες περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας (των εξυπακουόμενων όρων συμπεριλαμβανομένων), καθώς επίσης και το περιεχόμενο των συμφωνιών των καθ΄ ων η αίτηση με τους άλλους πελάτες τους, θα ήταν σφάλμα, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να καταπιαστεί εξαντλητικά με το κατά πόσο η σκοπούμενη τροποποίηση αποτελεί βάσιμη υπεράσπιση. Ως προς δε το κατά πόσο, αν επιτραπεί η τροποποίηση, θα περιπλεχθούν τα θέματα και θα εκτροχιαστεί η υπόθεση, παρατηρώ ότι με την εν λόγω τροποποίηση επιδιώκεται η προσθήκη υπεράσπισης η οποία βασίζεται πολύ περισσότερο σε νομικά επιχειρήματα, παρά σε ανάγκη για παρουσίαση μεγάλου όγκου επιπρόσθετης μαρτυρίας περί περίπλοκων και/ή άλλως πως γεγονότων ή θεμάτων εντελώς άσχετων με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης, η οποία όντως αποτελεί ένα από τους βασικούς παράγοντες που συνυπολογίζεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας αναφορικά με αιτήσεις ως η υπό εξέταση, σημειώνω τα εξής. Το ουσιαστικό στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα, είναι αυτό που διέρρευσε από την ημέρα που οι αιτητές ήρθαν σε γνώση των γεγονότων επί των οποίων επιχειρούν να προωθήσουν την πρόσθετη υπεράσπιση τους μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.6.2006 και ότι, όχι μόνο έχουν παρέλθει περίπου 7 χρόνια από τότε, αλλά επίσης έχει αρχίσει και η ακροαματική διαδικασία. Εντούτοις, θα ήταν αδύνατο για τους αιτητές να μπορούσαν να επικαλεστούν την εν λόγω πρόσθετη υπεράσπιση τους, πριν λάβουν γνώση περί των γεγονότων επί των οποίων την βασίζουν. Η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και η οποία δεν αντεξετάστηκε επί των όσων αναφέρει σε αυτή, ισχυρίζεται στην παράγραφο 6 ότι οι αιτητές αντιλήφθηκαν την ύπαρξη των εν λόγω γεγονότων από δημοσιεύματα του ημερήσιου τύπου σε χρόνο μεταγενέστερο της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας του δικαστηρίου, η οποία να σημειωθεί ότι άρχισε στις 14.9.2012. Η απλή αναφορά του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ότι τα εν λόγω γεγονότα ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους αιτητές από πολύ πριν καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση, χωρίς να επεξηγεί ή έστω να παραθέτει κάποιας μορφής μαρτυρία που να ενισχύει την εν λόγω θέση του, δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας, αφού στην πραγματικότητα παρέμεινε ως μια μετέωρη θέση η οποία δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Επομένως, ο ουσιαστικός χρόνος που πρέπει να συνυπολογιστεί για να διαφανεί κατά πόσο οι αιτητές επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος τους, είναι το χρονικό διάστημα των δύο περίπου μηνών και δη από 14.9.2012 μέχρι και 7.11.2012, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Είμαι της γνώμης, ενόψει και των όσων λέχθησαν στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) ότι ο χρόνος των δύο μηνών περίπου, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ανεπίτρεπτη καθυστέρηση ώστε άνευ άλλου να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης. Επιπρόσθετος ουσιαστικός παράγοντας είναι και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου. Επί τούτου παρατηρώ ότι εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση έχει καταθέσει ένας μάρτυρας και έχει περατωθεί η κυρίως εξέταση του και η αντεξέταση του δεν έχει ακόμη αρχίσει. Επομένως, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την έγκριση του αιτήματος, μιας και οι καθ΄ων η αίτηση έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν σε οποιαδήποτε, σχετική με την τροποποίηση θέση, τυχόν τεθεί από τους αιτητές. Ένα άλλο επιχείρημα των καθ΄ ων η αίτηση, επί του οποίου βασίζουν και την θέση τους ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, είναι το γεγονός ότι ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείου του κ. Τριανταφυλλίδη και δη του δικηγόρου των αιτητών. Το επιχείρημα των αιτητών βασίζεται στις διάφορες κατά καιρούς αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου περί του ανεπιθύμητου οι δικηγόροι των διαδίκων να ορκίζονται στα πλαίσια υποστήριξης αίτησης των πελατών τους. Επί του προκειμένου στα πλαίσια της αγόρευσής τους, οι καθ΄ων η αίτηση προβαίνουν σε ειδική αναφορά στα όσα σχετικά αναφέρθησαν στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1ΑΑΔ 1036 και στην Επί την Αφορώσι των
- Frantisek Stepanek κ.α., Αίτηση αρ.90/10 ημερ.25.8.
- Αποτελεί θέση των αιτητών ότι είναι ανεπιθύμητο, αιτήσεις διαδίκων να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων τους, πόσο μάλλον όταν στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις δεν δίνεται καμία απολύτως εξήγηση και/ή δικαιολογία αναφορικά με τον λόγο που δεν ορκίστηκαν οι ίδιοι οι διάδικοι. Εισηγούνται ακόμα ότι, με τον τρόπο που είναι συνταγμένη η ένορκη δήλωση και συνεπεία και της ιδιότητας της ομνύουσας, δεν πληρούνται οι πρόνοιες των Δ.25, Δ.39 και Δ.48 των θεσμών πολιτικής δικονομίας, βάση των οποίων θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται, αν δεν είναι διάδικος, να κατονομάζει το πρόσωπο που τον εξουσιοδότησε να προβεί στην ένορκη δήλωση και να αποκαλύπτει και την πηγή από την οποία αντλεί γνώση. Αναφορικά με τον πιο πάνω αναφερόμενο λόγο ένστασης, χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρθησαν στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 AAΔ 82, τα οποία παραθέτω αυτούσια κατωτέρω: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.» Έχοντας κατά νου τα μόλις πιο πάνω, είμαι της άποψης ότι το γεγονός ότι η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των αιτητών, ουδώλως αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν παραγνωρίζω ότι στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση ελλείπει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τον λόγο που οι αιτητές ή έστω ένας εξ αυτών δεν προέβησαν σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Εντούτοις όμως, προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι ο ισχυρισμός που επιχειρείται να εισαχθεί ως επιπρόσθετη υπεράσπιση είναι αμιγώς νομικός ισχυρισμός. Είναι γεγονός ότι γίνεται αναφορά σε δημοσίευση συγκεκριμένων γεγονότων, πλην όμως ως προς το πώς ερμηνεύονται τούτα και/ή κατά πόσο συνεπεία τούτων προκύπτει υπεράσπιση για τους αιτητές, είναι θέμα καθαρά νομικό, για το οποίο, η ετοιμασία της ένορκης δήλωση από ένα εκ των δύο ή και τους δύο αιτητές, δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Το να έχει το δικαστήριο ενώπιον του φράσεις όπως «εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω» στα πλαίσια ενόρκου δηλώσεως που ετοίμασε ένας διάδικος με την οποία προωθεί νομικούς ισχυρισμούς, δεν προσδίδει κάτι περισσότερο από το να τεθούν οι εν λόγω νομικοί ισχυρισμοί στα πλαίσια μιας ένορκης δήλωσης που ετοιμάζει κάποιος δικηγόρος. Επομένως, είμαι της άποψης και ως εκ τούτου κρίνω, ότι υπό τις περιστάσεις προκύπτει εμφανής καλός λόγος για τον οποίο ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι δικηγόρος, η οποία να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της ενόρκου δηλώσεως της, δηλώνει ρητά ότι πράττει τούτο κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τους αιτητές (πελάτες) και ότι γνωρίζει τα γεγονότα κατόπιν μελέτης όλων των εγγράφων του φακέλλου, όλων των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση, καθώς επίσης και την μέχρι τώρα ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία. Η μόλις πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου, δεικνύει και το αβάσιμο της θέσης των καθ΄ ων η αίτηση, περί παράβασης των προνοιών των Δ.25, Δ.39 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το όλο επιχείρημα των λόγων ένστασης που σχετίζονται με την θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά, βασίζεται, ως επί το πλείστον στους ισχυρισμούς τους, ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αιτούμενη τροποποίηση είναι άσχετα με την παρούσα αγωγή, ότι παρατηρείται υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης και ότι είναι η δεύτερη φορά που επιχειρείται η τροποποίηση της υπεράσπισης. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω κρίσεις μου και ιδιαίτερα αναφορικά με το γεγονός ότι η ουσιαστική καθυστέρηση για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης περιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα των δύο περίπου μηνών, αλλά και το ότι δεν θα ήταν ορθό και/ή δυνατό το δικαστήριο να ασχοληθεί εξαντλητικά στο παρών στάδιο με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να ενταχθούν στην υπεράσπιση των αιτητών αποτελούν βάσιμη υπεράσπιση, καθίσταται έκδηλο ότι, ούτε οι εν λόγω λόγοι ένστασης ευσταθούν. Εν πάση περιπτώσει, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας ή έστω εισήγησης που να βασίζεται στο περιεχόμενο του φακέλλου της υπόθεσης, που να υποστηρίζει και/ή να ενισχύει την θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά. Δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον μου που να υποστηρίζει ότι οι αιτητές προωθούν την αίτηση τους για οποιοδήποτε άλλο λόγο πέραν του επιτρεπομένου και δη για να εντάξουν ως μέρος της υπεράσπισης τους, την θέση ότι συνεπεία της συμπεριφοράς και/ή πράξεων και/ή ενεργειών των καθ΄ων η αίτηση, παραβιάστηκε η μεταξύ των διαδίκων της παρούσας αγωγής, συμφωνία. Ούτε το γεγονός ότι η υπεράσπιση των εναγομένων έχει ήδη στο παρελθόν τροποποιηθεί, ειδομένο το εν λόγω γεγονός ανεξάρτητα και/ή σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, αποτελεί καθοιονδήποτε τρόπο εμπόδιο στο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τούτο, γιατί ήταν αδύνατο στα πλαίσια της εν λόγω τροποποίησης, να επιχειρηθεί και η υπό κρίση τροποποίηση, μιας και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η υπό εξέταση αίτηση έγιναν γνωστά στους αιτητές σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Προκύπτει επομένως ότι κανένας εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί ενώ από την άλλη οι αιτητές απέδειξαν στο βαθμό που είναι αναγκαίο, ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αφού η οποιαδήποτε ζημιά και/ή βλάβη τυχόν προκαλείται στους καθ΄ ων η αίτηση, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα, ενώ ο σκοπούμενος να εισαχθεί ισχυρισμός, αφορά σε θέμα που θα ήταν ορθό και πρέπον να ακουστεί και εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως η παράγραφος Α (ι) και (ιι) της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Διάβημα για σκοπούς σύνταξης του διατάγματος να λάβει χώρα εντός 3 εργάσιμων ημερών από σήμερα. Τυχόν απάντηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση και/ή παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω κατάληξης του δικαστηρίου, επισύρω την προσοχή των μερών της παρούσας διαδικασίας στις πρόνοιες της Δ.23, οι οποίες ενδεχομένως, υπό τις περιστάσεις, να αποτελούσαν ευνοϊκότερο πλαίσιο για σκοπούς προώθησης πρόσθετης υπεράσπισης. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου και εν απουσία λόγου για να διαφοροποιηθώ από την συνήθη πρακτική αναφορικά με τα έξοδα σε αιτήσεις όπως η παρούσα, τόσο τα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και αυτά που θα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης της υπεράσπισης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Αυτά δε, να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο