← Κύπρος

RUAL TRADE LTD κ.α. ν. ANDREI RAIKOV (ANDREY RAYKOV) κ.α., Αρ. Αγωγής 3582/2011, 1/3/2013

RUAL TRADE LTD κ.α. ν. ANDREI RAIKOV (ANDREY RAYKOV) κ.α., Αρ. Αγωγής 3582/2011, 1/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3582/2011 Μεταξύ:

  1. RUAL TRADE LTD
  2. ALUMINA & BAUXITE COMPANY LTD
  3. CALIBRE PROPERTIES WORLDWIDE LTD
  4. MONT CERVIN - CONSULTADORIA E SERVICOS SOCIEDADE UNIPESSOAL, LDA Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση και
  5. ANDREI RAIKOV (ANDREY RAYKOV)
  6. ALDI MARINE LTD
  7. DMITRY OSIPOV (DMITRI EVGENIEVICH ΟSIPOV)
  8. NATICA SHIPPING LTD
  9. NATICA SHIPPING & TRADING LTD
  10. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενων/Αιτητών -------------------- Ημερομηνία: 1η Μαρτίου, 2013 Αίτηση ημερ. 8.6.12 για απαγόρευση χρήσης εγγράφων που αποκαλύφθηκαν άνευ διατάγματος κ.λ.π. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές /Εναγόμενους 1-5: κα Κ. Κακουλλή, Δρ. Π.Ν. Κούρτελος και Δ. Κρονίδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κ. Μ. Βορκάς και Μ. Κωνσταντίνου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6: κ. Χ. Βελάρης ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές αιτούνται τα ακόλουθα Διατάγματα: (Α) Αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κατατεθείσα στο φάκελο του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση του κ. Αβετή Τσουλτζιάν ημερ. 8.6.11 εκ μέρους της Εναγομένης 6 (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) καθώς και όλα τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα αποκαλύφθηκαν παράνομα και/ή παράτυπα και/ή χωρίς σχετικό δικαστικό Διάταγμα και/ή κατά παραβίαση της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ Τράπεζας - Εναγομένου 1 και/ή του τραπεζικού απορρήτου του Εναγομένου 1-Αιτητή. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διορθώνεται το λεχτικό του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.5.11 το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής δια της απαλοιφής εκ του σώματος του Διατάγματος του μέρους (Α) του Αιτητικού της Αίτησης των Εναγόντων της αυτής ημερομηνίας. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Ενάγοντες/Αιτητές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες και/ή συνδεόμενα μετ΄ αυτών νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα από του να χρησιμοποιήσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και/ή στο πλαίσιο οποιασδήποτε δικαστικής και/ή ανακριτικής διαδικασίας, ημεδαπής και/ή αλλοδαπής και/ή αποκαλύψουν και/ή κοινοποιήσουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε έγγραφα και/ή το περιεχόμενο τους και/ή πληροφορίες που παρέδωσε η Εναγομένη 6 μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλιζιάν ημερ. 8.6.
  11. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση να παραδώσουν προς καταστροφή στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όλα τα έγγραφα που τους παρέδωσε η Εναγομένη 6 μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλτζιάν, ημερ. 8.6.11 ως και οποιαδήποτε αντίγραφα και/ή αναπαραγωγή αυτών οποιασδήποτε μορφής. (Ε) Συμπληρωματικό και/ή παρεπόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή τους ημεδαπούς δικηγόρους αυτών όπως προβούν στην καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος διά της οποίας να βεβαιώνεται η παράδοση προς καταστροφή στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όλων των εγγράφων που τους παρέδωσε η Εναγομένη 6, εξ απορροίας του προσωρινού διατάγματος ημερ. 23.5.11 και/ή μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλιτζιάν ημερ. 8.6.11 ως και οποιωνδήποτε αντιγράφων και/ή αναπαραγωγής αυτών οποιασδήποτε μορφής. (ΣΤ) Διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιβάλλει τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει ώστε να εμποδίζονται οι Ενάγοντες να χρησιμοποιήσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και/ή στο πλαίσιο οποιασδήποτε δικαστικής και/ή ανακριτικής διαδικασίας ημεδαπής και/ή αλλοδαπής, οποιαδήποτε έγγραφα έχουν περιέλθει στην κατοχή τους και/ή οποιεσδήποτε πληροφορίες έχουν περιέλθει σε γνώση τους εξ απορροίας του προσωρινού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.5.11 και/ή μέσω της Ένορκης Δήλωσης Αβετή Τσουλτζιάν ημερ. 8.6.
  12. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης η θεραπεία υπό στοιχείο (Β) απεσύρθη από τους Αιτητές και, συνακόλουθα, απερρίφθη. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17,θ.10, Δ.48,θ.θ,1-5, 8

(4), 9, 11, Δ.25,θ.6, Δ.27,θ.4 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 4 και 9 του ΚΕΦ. 9, στα Άρθρα 29(γ), 31 και 32 του Ν.14/60, στο Άρθρο 22
(4)και
(5)του ΚΕΦ. 9, στο Άρθρο 29 των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων και στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, στις αρχές που διέπουν τα διατάγματα της φύσης Norwich Pharmacal, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στο κοινό Δίκαιο, στα Άρθρα 17 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από δύο Ένορκες Δηλώσεις, η μία της κ. Ιωάννας Δημητρίου και η άλλη της κ. Ρούλας Ιάσονος. Ένορκη Δήλωση Ιωάννας Δημητρίου Προχωρώ να συνοψίσω την Ένορκη Δήλωση της κα Ιωάννας Δημητρίου, Δικηγόρου και μέχρι πρότινος συνέταιρος στο γραφείο των Δικηγόρων που ενεργούσαν εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου 1/Αιτητή. Σ' αυτή αναφέρονται, βασικά, τα ακόλουθα: ü Στις 23.5.11 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η παρούσα αγωγή μεταξύ άλλων εναντίον του Αιτητή. Αυθημερόν οι Ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον των Εναγομένων 1-5 Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και στις 14.6.11 εξασφάλισαν προσωρινό Διάταγμα με το οποίο δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί των Εναγομένων 1 και 2 μέχρι του ποσού US$669.
  1. ü Η πιο πάνω Αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 13.9.11 και ο Εναγόμενος 1/Αιτητής προέβη σε καταχώρηση εμφάνισης και ένστασης στην Αίτηση στις 3.10.
  2. ü Στις 5.10.11 οπότε και ήταν ορισμένο το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 14.6.11 για οδηγίες, τυχαία και όλως αιφνιδιαστικά προέκυψε κατά την εμφάνιση των συνηγόρων των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στις 23.5.11 εκδόθηκαν μονομερώς διατάγματα δυνάμει Αίτησης της ίδιας ημερομηνίας που επιδόθηκε στην Ελληνική Τράπεζα περί της έκδοσης και του περιεχομένου του οποίου, όμως, μέχρι και τότε δεν είχε λάβει γνώση ο Αιτητής, ούτε οι Εναγόμενοι 2-
  3. ü Με την Αίτηση ημερ. 23.5.11 οι Ενάγοντες αξίωναν, μεταξύ άλλων, και την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης των λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή από την Τράπεζα (διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal) τα οποία κατά τις δηλώσεις αρχικά των δικηγόρων των Εναγόντων οι ίδιοι διατείνοντο ότι είχαν εκδοθεί μονομερώς και ήταν επιστρεπτέα στις 6.6.
  4. ü Η Τράπεζα, κατά τρόπο παράνομο και άνευ της πρότερης έκδοσης δικαστικού προς τούτο διατάγματος, προέβη μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλτζιάν ημερ. 8.6.11 στην «αποκάλυψη» στοιχείων και πληροφοριών τραπεζικών καταστάσεων του λογαριασμού του Αιτητή σε χρόνο μάλιστα προηγούμενο της ημερομηνίας οπότε και είχε ορισθεί ως επιστρεπτέο (ήτοι 14.6.11) το ενδιάμεσο προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.5.
  5. ü Στις 11.4.12 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση σε σχέση με το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 23.5.11 μετά από ακροαματική διαδικασία που έγινε στις 25.10.11, απόφαση εναντίον της οποίας ο Εναγόμενος 1/Αιτητής έχει καταχωρήσει εν τω μεταξύ έφεση. ü Το Πρωτοκολλητείο κατά τη σύνταξη του διατάγματος ημερ. 23.5.11 παράτυπα συμπεριέλαβε και το Αιτητικό «Α» στο σώμα του Διατάγματος (που αφορούσε Διάταγμα αποκάλυψης) και οι Καθ΄ ων η Αίτηση επέδωσαν το πιο πάνω Διάταγμα στην Εναγομένη 6/Τράπεζα αν και γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζον ότι αυτό είχε συνταχθεί παράτυπα και δεν αντανακλούσε τη βούληση και την απόφαση κατά τον κρίσιμο χρόνο του Δικαστηρίου. ü Το Δικαστήριο ποτέ δεν εξέδωσε διατάγματα αποκάλυψης των λογαριασμών, δοσοληψιών του Αιτητή ως ήταν οι αρχικές δηλώσεις των δικηγόρων των Εναγόντων και ως άφηναν να νοηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονός που επέτεινε τη σύγχυση τόσο της διαδικασίας αλλά και την αδυναμία του Αιτητή να αποκρυσταλλώσει τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που είχαν προηγηθεί και τον αφορούσαν. ü Η μονομερής Αίτηση ημερ. 23.5.11 ως και το Διάταγμα ημερ. 23.5.11 και το Διάταγμα ημερ. 14.6.11 δεν επιδόθηκαν ποτέ στον Αιτητή/Εναγόμενο
  6. ü Ακολούθως, οι δικηγόροι τω Εναγομένων 2-5 ζήτησαν από το δικηγόρο των Εναγόντων και εξασφάλισαν αντίγραφο του συνταχθέντος διατάγματος ημερ. 23.5.
  7. Κατόπιν σχετικής παράκλησης, αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος εστάλη και στους δικηγόρους του Αιτητή από τους δικηγόρους των Εναγομένων 2-5 στις 7.5.
  8. ü Οι δικηγόροι του Αιτητή ενημέρωσαν τον πελάτη τους ο οποίος εξεπλάγη και διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι το φερόμενο Διάταγμα αποκάλυψης εκδόθηκε στην πλήρη απουσία και άγνοια του και συνεπεία αυτού πληροφορίες που καλυπτόταν από τραπεζικό απόρρητο έχουν περιέλθει στη γνώση τρίτων, δηλαδή των Εναγόντων. ü Οι Δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν μέσω ταχυδρομείου στις 10.10.11 επιστολή στην Τράπεζα αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι είχε περιέλθει σε γνώση τους ότι κατόπιν συνεννόησης της Τράπεζας μεταξύ των Εναγόντων η Τράπεζα προέβη σε ικανοποίηση αιτήματος αποκάλυψης στοιχείων αναφορικά με τραπεζικούς λογαριασμούς κατά τρόπο νομικά μη συγγνωστό και καλούσαν την Τράπεζα όπως εντός 3 ημερών από της λήψης της επιστολής εφοδιάσουν τους δικηγόρους του Αιτητή με δήλωση που να αναφέρει λεπτομερώς όλα τα έγγραφα και πληροφορίες που είχε αποκαλύψει. ü Παρά την προσπάθεια των Δικηγόρων του Αιτητή να λάβουν τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 23.5.11 και 14.611 δεν κατέστη δυνατόν λόγω αδυναμίας του Πρωτοκολλητίου. Τα συνταχθέντα πρακτικά εξασφαλίστηκαν μόνο κατά το μήνα Νοέμβριο του
  9. ü Στις 7.10.11 οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν αίτηση αιτούμενοι την παραχώρηση άδειας χρήσης του ημεδαπού Δικαστηρίου των εγγράφων που είχαν περιέλθει στην γνώση και κατοχή τους μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλτζιάν ημερ. 8.6.11 στο πλαίσιο αλλοδαπής ποινικής διαδικασίας (Ρωσία). Στην εν λόγω αίτηση οι Ενάγοντες βασίζονταν στο γεγονός της έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal. ü Oυσιαστικά o Αιτητής έλαβε γνώση περί της καταχώρησης της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλατζιάν ημερ. 8.6.11 μόνο μετά την καταχώρηση και επίδοση σ' αυτόν της αίτησης των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση ημερ. 7.10.11 η οποία μεταγενέστερα στις 21.2.12 αποσύρθηκε. ü Μέχρι και την ακρόαση της Αίτησης (25.10.11) για το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 23.5.11 ο Εναγόμενος 1/Αιτητής δεν γνώριζε και δεν του επετράπη ουσιαστικά να γνωρίζει ή να θεωρεί την Ένορκη Δήλωση της Τράπεζας ούτε ως μέρος καν του αποδεικτικού υλικού αποστερώντας τους έτσι και στη συνέχεια την ευκαιρία να ακουστεί και να τοποθετηθεί κατάλληλα κατά την ακροαματική διαδικασία. ü Ενόψει του διαβήματος των Εναγόντων να αιτηθούν άδεια για χρήση των εγγράφων στο πλαίσιο αλλοδαπής ποινικής διαδικασίας καταχωρήθηκε στις 24.10.11 αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 23.5.11 ως και διατάγματα αναφορικά με τη χρήση των εγγράφων και στοιχείων που είχε παρανόμως κομίσει και παραδώσει η Τράπεζα στους Ενάγοντες μέσω της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλαντζιάν ημερ. 8.6.
  10. Η αίτηση αυτή ενόψει της αποκρυστάλλωσης των νομικών και πραγματικών περιστατικών στην πορεία αποσύρθηκε άνευ βλάβης. ü Οι Ενάγοντες δήλωναν αφενός ενώπιον του Δικαστηρίου και δικογραφούσαν επίσης ότι εξεδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων στη βάση των οποίων αξίωναν αρχικά την έκδοση διατάγματος για τη χρήση τους στην αλλοδαπή και αφετέρου μέμφονταν τους δικηγόρους τους Αιτητή για αδράνεια γιατί δεν διαπίστωσαν ότι τέτοιο Διάταγμα δεν εκδόθηκε ποτέ. ü Η παραπλάνηση του Δικαστηρίου καθίσταται εμφανής από τις αντιφατικές κατόπιν δηλώσεις του κ. Κωνσταντίνου Αγαθοκλέους στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 29.10.11 της ένστασης στην αίτηση ημερ. 24.10.11 όπου δηλώνετο ότι δεν είχε εκδοθεί κατ' ουδένα στάδιο Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 6 για αποκάλυψη εγγράφων. ü Η αίτηση ημερ. 7.10.11 αποτέλεσε την εκ νέου προσπάθεια εισαγωγής των εγγράφων που παράνομα και αντικανονικά εξασφάλισαν οι Ενάγοντες από την Εναγομένη 6, Τράπεζα και μάλιστα στο στάδιο προ και κατά την ακρόαση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 14.06.11 που έγινε στις 25.10.
  11. Στην εν λόγω ακρόαση είχαν εγερθεί έντονες ενστάσεις του Δικηγόρου του Αιτητή/Εναγόμενου 1 σχετικά με την εισαγωγή σε στάδιο εκείνο ισχυρισμών σχετικών με τα έγγραφα και τις πληροφορίες που είχαν αποσπάσει από την Εναγομένη
  12. ü Οι Ενάγοντες επιχείρησαν με το εν λόγω διάβημα να πετύχουν την εκ των υστέρων πρόσκτηση νομιμότητας μέσω της έκδοσης δικαστικού διατάγματος που να επιτρέπει τη χρήση των υπό αυτών παράνομης και αντικανονικής λήψης πληροφοριών. ü Καίτοι οι Ενάγοντες γνώριζαν από πρώτο χέρι τα περιστατικά, ήτοι ότι ποτέ δεν εκδόθηκε Διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών προφανέστατα στρέβλωναν την αλήθεια όπως φαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Κώστα Αγαθοκλέους ημερ. 7.10.11 προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους παραπλανώντας κραυγαλέα το Δικαστήριο, το οποίο, επίσης, αγνόησε κατά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του ημερ. 11.4.12 το πρακτικό ημερ. 14.6.11 όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι ήταν σε γνώση και της Εναγομένης 6 Τράπεζας ότι τέτοιο Διάταγμα αποκάλυψης ουδέποτε είχε εκδοθεί. ü Η Ένορκη Δήλωση της Τράπεζας αποτελεί παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου και των προσωπικών δεδομένων, έχουν δε παράτυπα αφεθεί να ευρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου πλήττοντας τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματά του Αιτητή/Εναγόμενου 1 εφόσον: (i) Στερήθηκε του Συνταγματικού του δικαιώματος να ακουστεί στα πλαίσια της αίτησης αποκάλυψης ημερ. 23.5.
  13. (ii) Η διαδικασία που ακολούθησε το Δικαστήριο δεν συνάδει με τους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης. (iii) Η οικειοθελής συμμόρφωση της Τράπεζας με ανύπαρκτο Διάταγμα αποκάλυψης συνεπάγεται άρση του τραπεζικού απορρήτου. (iv) Η βλάβη που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη και τετελεσμένη ακόμη και αν τα διατάγματα δυνάμει της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 11.4.12 ακυρωθούν ως εκ της ασκηθείσης έφεσης ή και αν η αγωγή απορριφθεί γιατί οι Ενάγοντες θα έχουν γίνει τελεσίδικα κοινωνοί γνώσεων αναφορικά με ευαίσθητα επαγγελματικά και προσωπικά δεδομένα του Αιτητή χωρίς δυνατότητα επανόρθωσης εκτός αν το Δικαστήριο παρέμβει δραστικά. ü Η άνευ δικαστικής διαταγής αποκάλυψη των εγγράφων βάσει της Ένορκης Δήλωσης της Τράπεζας και, συνεπώς, η απουσία δικαστικού ελέγχου ως προς τη χρήση τους επιτρέπει στους Ενάγοντες να επιστρατεύσουν τη χρήση των επίμαχων εγγράφων για τους σκοπούς που τους εξυπηρετεί. ü Η μη ανάσχεση της χρήσης των εγγράφων τα οποία "αποκάλυψε» η Τράπεζα οδηγεί σε νομιμοποίηση παρανομίας και παραβίασης του δικαίου σε βάρος του Αιτητή αφού δίδεται στους Ενάγοντες η δυνατότητα να χρησιμοποιούν κατά το δοκούν πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης για τον Αιτητή ουχί νομίμως αποκτηθέντων ώστε η παρούσα Αίτηση σκοπεί στην αποκατάσταση του δικαίου σε ό,τι αφορά την παραβίαση των δικαιωμάτων του Αιτητή. ü Πάντα τα πιο πάνω εκκινούν και από το εσφαλμένο λεκτικό του διατάγματος ημερ. 23.5.11 το οποίο ποσώς εξέφραζε τη βούληση του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο ώστε να χρήζει διόρθωσης. Ένορκη Δήλωση Ρούλας Ιάσονος Η Ρούλα Ιάσονος, η οποία είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 2-5/Αιτητών, στην Ένορκη Δήλωση της αναφέρει, συμπληρωματικά, τα εξής: · Οι Αιτητές καταχώρησαν την Ένσταση τους την 1.9.
  14. · Στις 5.10.11 οι Ενάγοντες καταχώρησαν Αίτηση για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση η οποία αποσύρθηκε την ίδια μέρα μετά από υπόδειξη του Δικαστηρίου. · Την ίδια μέρα (5.10.11) οι δικηγόροι των Αιτητών και του Εναγόμενου 1 αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά ότι η Ελληνική Τράπεζα (Εναγόμενη 6) είχε ενεργήσει σύμφωνα με το αιτητικό (Α), Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal της μονομερούς αίτησης ημερ. 23.5.11 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) Μεταγενέστερα έγινε αντιληπτό ότι δεν είχε ποτέ εκδοθεί Διάταγμα ως το αιτητικό (Α). ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 31 και 32 του Ν.14/60, στα Άρθρα 4 και 9 του ΚΕΦ. 6, στη Δ.17,θ.10, Δ.48,θθ1-9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 22
(4)του ΚΕΦ. 9, στο Άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας και στο Κοινοδίκαιο και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ανάμεσα στους λόγους Ένστασης που προβάλλονται εξειδικεύονται και οι εξής: Ø Η Αίτηση είναι πρωτοφανής και καθόλα αβάσιμη. Ø Η Αίτηση είναι πρόωρη καθότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επηρεάσει δυσμενώς και/ή θα προκαθορίσει την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή θα αποκλείσει ουσιώδη μαρτυρία. Ø Η Αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή στην καταστροφή ουσιώδους μαρτυρίας. Ø Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος των Εναγόντων ένεκα της μεγάλης αποδεικτικής αξίας των αποκαλυφθέντων εγγράφων. Ø Ο Αιτητής και/ή οι δικηγόροι του με τη συμπεριφορά και/ή αδράνεια τους δεν διαπίστωσαν ότι το υπό κρίση Διάταγμα ημερ. 23.5.11 δεν ήταν Διάταγμα αποκάλυψης και/ή Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal αλλά Διάταγμα φίμωσης (gagging order) εναντίον της Τράπεζας. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Αγαθοκλέους, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Þ Στις 23.5.11 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή η οποία βασίζεται σε απαιτήσεις που αφορούν απάτη και δόλο. Αυθημερόν καταχώρησαν και τη μονομερή αίτηση διά της οποίας αιτούντο Διάταγμα φίμωσης και Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εναντίον της Εναγομένης 6/Τράπεζας ως και Διάταγμα παγοποίησης λογαριασμών των Εναγομένων. Þ Στις 31.5.11 το εν λόγω Διάταγμα φίμωσης στο οποίο συμπεριλήφθηκε και το Αιτητικό (Α) για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης επιδόθηκε μαζί με την αίτηση ημερ. 23.5.11 στην Τράπεζα. Η Τράπεζα ουδέποτε παραπλανήθηκε αναφορικά με το αιτούμενο Διάταγμα αποκάλυψης αν και αυτό δεν είχε εκδοθεί στις 23.5.11, ούτε παρέδωσε ή αποκάλυψε παράνομα τα έγγραφα. Þ Η Τράπεζα η οποία διατηρούσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Αιτητή όπου διενεργήθηκε η παράνομη μεταφορά χρημάτων τα οποία ανήκαν στους Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες είχε στον έλεγχο και κατοχή της τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες τα οποία θα υποβοηθούσαν τους Ενάγοντες να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγούντες που βοήθησαν τον Αιτητή για τις δόλιες ενέργειες τους και να διαπιστώσουν την πραγματική έκταση της αδικοπραξίας που προκάλεσε ζημιές ύψους τουλάχιστον USD669.022.
  1. Η ανάμειξη της Τράπεζας αθώα ή μη στις αδικοπραξίες του Αιτητή στην παρούσα αγωγή, δημιουργεί το καθήκον να υποβοηθήσουν τους πληγέντες Ενάγοντες, δίδοντας τους πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με την τύχη των χρημάτων. Þ Η Τράπεζα δεν είναι πλέον διάδικος στην αγωγή καθότι οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της έχει αποσυρθεί από τις 14.6.
  2. Þ Ο Εναγόμενος 1/Αιτητής καταχώρησε την αγωγή 5238/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της Τράπεζας αξιώνοντας αποζημιώσεις ύψους εκατομμυρίων ευρώ για παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου. Δια της αξίωσης, μεταξύ άλλων, του αιτητικού (Α) στην παρούσα Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν να αποκομίσουν μέσω της έκδοσης δικαστικού διατάγματος στην παρούσα Αίτηση καταχρηστικά και παράτυπα πλεονέκτημα και ουσιαστικά να προκαθορίσουν την έκβαση της εν λόγω αγωγής. Þ Οι Αιτητές αποσκοπούν στην καταστροφή εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από την Τράπεζα όχι γιατί αυτά αποκαλύφθηκαν και λήφθηκαν δήθεν παράνομα, αλλά στον αποκλεισμό της πιο ουσιώδους μαρτυρίας στην πιο πάνω αγωγή. Þ Στις 8.6.11 η Τράπεζα στη βάση των οδηγιών του Δικαστηρίου προέβηκε σε αποκάλυψη εγγράφων, πληροφοριών και συναλλαγών σχετιζόμενα με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Αιτητή ως το αιτητικό (Α) της αίτησης ημερ. 23.5.11 καταχωρώντας στο φάκελο του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση δια μέσω του κ. Αβετή Τσουλτζιάν. Αυτό έγινε πάντα κατόπιν καταχώρησης Ειδοποίησης Ένστασης ημερ. 6.6.11 Þ Τα αποκαλυφθέντα έγγραφα κατέδειξαν ότι η Εναγομένη 2 είχε προβεί σε μεταφορές ποσών ύψους USD669.022.00 στο προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του Εναγομένου 1/Αιτητή στην Ελληνική Τράπεζα ως οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί εξαπάτησης και καταδολίευσης τους οι οποίοι αναμφισβήτητα επιβεβαιώθηκαν. Þ Η καταστροφή της μαρτυρίας αυτής ουσιαστικά θα αποκλείσει στους Ενάγοντες από του να προωθήσουν την παρούσα αγωγή και να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους. Þ Οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες δια μέσω των εγγράφων που επισυνάπτονται στην καταχωρημένη εντός του φακέλου του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση της Τράπεζας, ήτοι εξακρίβωσαν τις αξιώσεις και δη τους αδικοπραγήσαντες και ως εκ τούτου καταχώρησαν στις 9.11.11 την Έκθεση Απαίτησης τους. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 6/ΤΡΑΠΕΖΑΣ Στην Αίτηση καταχωρήθη Ένσταση από πλευράς Εναγομένης 6/Τράπεζας η οποία βασίζεται στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Δ.48, θ.θ.2
(1)και 4 και στη Δ.63, θ.θ.3 και 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου και Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι εξής: v Η Αίτηση βασίζεται σε ανύπαρκτο και λανθασμένο νομικό υπόβαθρο. v Η Αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα στοχεύοντας στον επηρεασμό της έκβασης της αγωγής 5238/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. v Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να δώσει τις αιτούμενες θεραπείες. v Οι αιτούμενες θεραπείες επηρεάζουν δικαιώματα διαδίκων στην 5238/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Νάτιας Χαρίτωνος, υποδιευθύντριας των νομικών Υπηρεσιών της Εναγομένης 6/Τράπεζας στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Στις 31.5.11 επεδόθη στους Εναγομένους 6 μονομερώς εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 23.5.
  1. Λόγω κάποιας ασάφειας στη σύνταξη του διατάγματος οι Εναγόμενοι 6 θεώρησαν ότι το Δικαστήριο τους είχε διατάξει να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη πληροφοριών και προχώρησαν συνεπώς στις 8.6.11 σε καταχώρηση σχετικής Ένορκης Δήλωσης δια του αντιπροσώπου τους Αβετή Τσουλτζιάν. Στην αποκάλυψη αυτή περιλαμβάνονταν πλήρη στοιχεία των λογαριασμών που διατηρούσε στην Τράπεζα ο Εναγόμενος
  2. Στις 15.7.11 η αγωγή απεσύρθη εναντίον των Εναγομένων
  3. Όπως προκύπτει από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 11.4.12 το Δικαστήριο είχε εκδώσει μόνο Διάταγμα φίμωσης και όχι διατάγματα αποκάλυψης όπως λανθασμένα φαινόταν στο κείμενο του διατάγματος. Λόγω του λάθους αυτού οι Εναγόμενοι 6 αποκόμισαν την εντύπωση ότι είχαν διαταχθεί να προβούν σε αποκάλυψη και συνακόλουθα παρέδωσαν διάφορα έγγραφα στους Ενάγοντες. Στις 25.7.11 ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε εναντίον των Εναγομένων 6 την αγωγή υπ΄ αρ. 5238/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δια της οποίας αξιοί, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις άνω των €20.000.
  4. Στην αγωγή αυτή ο Εναγόμενος 1 βασίζει την αξίωση του στον ισχυρισμό ότι η αποκάλυψη που έγινε από τους Εναγομένους 6 στην παρούσα υπόθεση ήταν παράνομη και αυθαίρετη, θέση την οποία αρνούνται οι Εναγόμενοι
  5. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα της αγωγής 5238/12 το λεκτικό του διατάγματος ημερ. 23.5.11 και οι περιστάσεις έκδοσης του αποτελούν τα κύρια επίδικα θέματα εκείνης της δικαστικής διαδικασίας. Δια των Αιτητικών (Α) και (Β) οι Αιτητές προσπάθησαν υστεροβούλως να αλλοιώσουν το λεχτικό του διατάγματος που ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ώστε να προσκομίσουν το αλλοιωθέν πρακτικό και να παραπλανήσουν έτσι το Δικαστήριο στην αγωγή 5238/
  6. Το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να προβεί σε οποιαδήποτε διαφοροποίηση των πρακτικών αφ' ης στιγμής για τα επίδικα θέματα εκκρεμεί έφεση από τους Αιτητές. Σε περίπτωση έκδοσης των θεραπειών (Α) και (Β) τα δικαιώματα των Εναγομένων 6 στην αγωγή 5238/12 θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα και θα καταστεί πάρα πολύ δύσκολη, ως αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σ΄ εκείνη την αγωγή. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Προτού εξετασθούν τα εγερθέντα στην υπό κρίση Αίτηση ζητήματα κρίνεται, πιστεύω, αναγκαίο να παρατεθεί το ιστορικό των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην παρούσα υπόθεση όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Þ Στις 23.5.2011 καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Μία εκ των Εναγομένων ήταν η Ελληνική Τράπεζα (Εναγόμενη 6). Þ Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 23.5.2011, οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή Αίτηση με την οποία ζητούσαν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγομένη Αρ. 6 όπως εντός τριών
(3)εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος:
  1. Να ετοιμάσει, καταχωρίσει και επιδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο της Εναγομένης Αρ. 6 η οποία: α) Να αναφέρει όλους του Τραπεζικούς Λογαριασμούς του Εναγόμενου 1, είτε στο όνομα του είτε σαν πραγματικού κατόχου ή ιδιοκτήτη ή δικαιούχου (BENEFICIAL OWNER) που διατηρούσε ή διατηρεί με την Εναγομένη Αρ.
  2. β) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή χρέωση και/ή πίστωση και/ή κατάθεση και/ή είσπραξη που έγινε στους ανωτέρω λογαριασμούς και/ή αναφορικά με τους ανωτέρω λογαριασμούς του Εναγομένου Αρ. 1 και/ή οιονδήποτε εξ αυτών που θα αποκαλυφθούν σύμφωνα με την υποπαράγραφο Α1(α) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών λογαριασμών του Εναγομένου Αρ. 1 υπ' αριθμόν 140-07-509594-01 και 140-08-509594-07 που τηρούνται από τους Εναγόμενους Αρ.
  3. γ) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν στους Εναγόμενους Αρ. 6 από τους Εναγομένους 1-5 για το άνοιγμα των Τραπεζικών λογαριασμών που καλύπτονται από την παράγραφο Α1 (α) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό, εγγράφων που έχουν σχέση με το άνοιγμα και/ή λειτουργία εν λόγω λογαριασμών στους οποίους εμφαίνονται και/ή δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται οι τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και/ή η πραγματική ταυτότητα και οι πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) των χρημάτων ως και τα ονόματα και τις πλήρεις διευθύνσεις των προσώπων που είναι διαχειριστές (SIGNATORIES) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών.
  4. Να παρουσιάσουν και παραδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη και/ή έλεγχο τους και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α1(α), Α1(β) και Α1(γ) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό, αντίγραφα των Τραπεζικών Καταστάσεων, οδηγιών και άλλων εγγράφων που έχουν στην κατοχή και/ή έλεγχο τους αναφορικά με τους εν λόγω Τραπεζικούς Λογαριασμούς που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Α1(α) ανωτέρω ως και τις μεταφορές και/ή εμβάσματα και/ή πληρωμές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Α1 (β) ανωτέρω. Β. Ενδιάμεσο συντηρητικό Διάταγμα του Δικαστηρίου (GAGGING ORDER) που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγομένη Αρ. 6 και τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες αυτής από του να πληροφορήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους Αρ. 1-5 και/ή οιονδήποτε εξ' αυτών για την έγερση και/ή προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο διαδικασίας από τους Ενάγοντες μέχρι την αποκάλυψη και/ή την παράδοση των ανωτέρω εγγράφων που καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω της παρούσας από την Εναγόμενη Αρ.6 στους Ενάγοντες και/ή στους αντιπροσώπους αυτών και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της παρούσας αγωγής. Γ. Ενδιάμεσο συντηρητικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αποκλείει και/ή να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1-5 και/ή στους αντιπροσώπους αυτών από του να εμβάσουν, πληρώσουν, αποξενώσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και μεταφέρουν οποιονδήποτε χρηματικό ποσό από τα ποσά που ευρίσκονται κατατιθέμενα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν οι Εναγόμενοι Αρ. 1-5 και/ή οιοσδήποτε εξ αυτών στους Εναγομένους Αρ. 6, συμπεριλαμβανομένου του Τραπεζικού Λογαριασμού του Εναγομένου Αρ. 1 υπ' αριθμόν 140-07-509594-01 που τηρείται στην Εναγομένη Αρ. 6, ως και του λογαριασμού της Εναγομένης 2 υπ' αρ. 244-07-179448-01, που επίσης τηρείται στην Εναγομένη 6, ούτως ώστε το πιστωτικό υπόλοιπο του συνόλου των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών να μην είναι μικρότερο των Δολ. Αμερικής 669,022.00 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελικής ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  5. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή με θεραπεία ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο από τις περιστάσεις.
  6. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Þ Το Δικαστήριο εξέδωσε στις 23.5.2011 Διάταγμα μόνο ως το υπό αιτητικό Β πιο πάνω (Gagging Order). Αντίγραφο του σχετικού πρακτικού επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην Ένορκη Δήλωση της Ιωάννας Δημητρίου ημερ. 8.6.
  7. Þ Στις 8.6.2011 η Ελληνική Τράπεζα (Εναγόμενη 6) κατά της οποίας στρέφονταν τα Αιτητικά Α και Β, καταχώρισε Ένορκη Δήλωση ως αν να είχε εκδοθεί Διάταγμα ως το Αιτητικό υπό (Α). Þ Στις 6.6.11 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Δικηγόρος της Τράπεζας/Εναγόμενης 6 και δήλωσε ότι δεχόταν όπως γίνει απόλυτο το Διάταγμα εχεμύθειας (gagging order). Δήλωνε δε ότι σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά ότι είχε ήδη δώσει γραπτώς κάποιες πληροφορίες στον κ. Βορκά που εμφανίζετο για τους Αιτητές και ότι, αν ικανοποιείτο ο κ. Βορκάς, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να εκκρεμεί η Αίτηση σε σχέση με την Τράπεζα. Ο κ. Βορκάς είχε δηλώσει ότι θα έβλεπε τις πληροφορίες και, ανάλογα, θα τοποθετείτο, αν δηλ. θα επέμενε σε έκδοση περαιτέρω διαταγμάτων για την Τράπεζα και ότι, αν του δίδονταν επίσημα, τότε η Αίτηση σε σχέση με την Τράπεζα δεν θα είχε αντικείμενο. Το Δικαστήριο, κατόπιν των πιο πάνω δηλώσεων των συνηγόρων, κατέστησε εκ συμφώνου απόλυτο το Διάταγμα που είχε εκδοθεί μονομερώς. Για τα υπόλοιπα αιτητικά η Αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 14.6.
  8. Þ Επισημαίνεται ότι η Εναγόμενη 6/Τράπεζα είχε καταχωρήσει στις 6.6.11 Ένσταση στην Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 23.5.11 βασιζόμενη στο Άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και την εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγος Ένστασης προβάλλετο η θέση ότι η Τράπεζα δεσμεύετο από τις πρόνοιες του Άρθρου 29 των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και ότι δεν μπορούσε νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με λογαριασμό ή λογαριασμούς οιουδήποτε πελάτου της εκτός, μεταξύ άλλων, κατόπιν δικαστικού διατάγματος και βάση των όρων τέτοιου διατάγματος. Þ Στις 14.6.2011 ο δικηγόρος των Εναγόντων απέσυρε το αιτητικό υπό (Α) ως ικανοποιηθέν και το Δικαστήριο εξέδωσε κατά των Εναγομένων 1 - 5 το Αιτητικό υπό Γ (Mareva Injuction). Το σχετικό πρακτικό επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην Ένορκη Δήλωση της Ιωάννας Δημητρίου, ημερ. 8.6.
  9. Þ Στις 6.7.2011 η αγωγή, η μονομερής αίτηση για προσωρινό Διάταγμα με την υποστηρικτική αυτής Ένορκη Δήλωση και Τεκμήρια, καθώς και το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 14.6.2011 περιέχον Διάταγμα ως το Αιτητικό (Γ), επιδόθηκαν στους Αιτητές. Ούτε το συνταχθέν Διάταγμα ημερομηνίας 23.5.2011, αλλά ούτε και η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.6.2011 επιδόθηκαν οποτεδήποτε στους Αιτητές. Ούτε βέβαια οποιοδήποτε πρακτικό του Δικαστηρίου. Þ Οι Αιτητές καταχώρισαν Ένσταση με υποστηρικτική ένορκη δήλωση και Τεκμήρια την 1.9.
  10. Þ Στις 3.10.2011 καταχώρισε και ο Εναγόμενος 1 Ένσταση με υποστηρικτική ένορκη δήλωση και Τεκμήρια. Þ Στις 5.10.2011 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία αποσύρθηκε την ίδια μέρα (5.10.2011) μετά από υπόδειξη του Δικαστηρίου. Þ Την ίδια μέρα (5.10.2011) οι δικηγόροι των Αιτητών και του Εναγόμενου 1 αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά ότι η Ελληνική Τράπεζα είχε ενεργήσει σύμφωνα με το Αιτητικό (Α) της μονομερούς Αίτησης ημερ. 23.5.
  11. Αντίγραφο του σχετικού πρακτικού επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση της Ρούλας Ιάσονος ημερ. 8.6.
  12. Þ Στις 7.10.2011 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν άδεια με την οποία να επιτρέπεται στους Ενάγοντες να χρησιμοποιήσουν σε ποινική διαδικασία στη Ρωσία «αποκτηθέντα έγγραφα κατόπιν αποκάλυψης δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 23.5.2011 από την Εναγόμενη 6» (Ελληνική Τράπεζα)[1]. Διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης και, τελικά, αποσύρθηκε στις 21.2.2012 μετά από παραδοχή της δικηγόρου των Εναγόντων ότι τέτοιο Διάταγμα αποκάλυψης ουδέποτε εκδόθηκε όπως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 21.2.12 που έγινε σε σχέση με την Αίτηση ημερ. 24.10.11 στην οποία Αίτηση θα αναφερθούμε πιο κάτω. Þ Επισημαίνεται εδώ ότι στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του δικηγόρου κ. Κωνσταντίνου Αγαθοκλέους που έγινε προς υποστήριξη της πιο πάνω Αίτησης ημερ. 7.10.11 δηλώνετο ότι είχε εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα και επισυνάπτετο η ένορκη δήλωση του κ. Αβετή Τσουλτζιάν εκ μέρους της Εναγόμενης 6/Τράπεζας ημερ. 8.6.11 στην Αίτηση[2]. Þ Στις 24.10.2011 οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1 έχοντας υπόψη την πιο πάνω αίτηση ημερομηνίας 7.10.2011, καταχώρισαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση του «διατάγματος» ημερομηνίας 23.5.
  13. Η Αίτηση αυτή απεσύρθη στις 14.6.12 άνευ βλάβης. Επισημαίνεται ότι στην Ένσταση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στην Αίτηση ημερ. 24.10.11 δήλωναν στην Ένορκη Δήλωση που την υποστήριζε ότι κανένα Διάταγμα δεν είχε εκδοθεί εναντίον της Τράπεζας δυνάμει του οποίου η Τράπεζα είχε διαταχθεί να αποκαλύψει τα όσα δια της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αβετή Τσουλτζιάν ημερ. 8.6.11 είχαν καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου[3]. Μάλιστα, στο λόγο Ένστασης αρ. 1 κατεγράφετο ότι «.. η παρούσα Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο καθότι δεν εκδόθηκε κατ΄ ουδέν στάδιο Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 6-Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η 'Τράπεζα') και υπέρ των Εναγόντων δυνάμει του οποίου η Τράπεζα διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα, πληροφορίες και συναλλαγές συσχετιζόμενα με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Εναγόμενου 1-Αιτητή (στο εξής ο 'Αιτητής') και/ή Διάταγμα αποκάλυψης στις 23.5.2011 και/ή Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal.» Þ Στις 25.10.2011 έγινε η ακρόαση της Αίτησης ημερ. 23.5.11 για προσωρινό Διάταγμα. Þ Στις 11.4.2012 εκδόθηκε η απόφαση με την οποία έγινε απόλυτο το προσωρινό Διάταγμα κατά των Αιτητών και του Εναγόμενου 1, με τη διαφορά ότι ήταν για μειωμένο ποσό για τον Εναγόμενο
  14. Το Δικαστήριο αναγνώρισε από τη σελ. 2 της απόφασης ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 8.6.2011 καταχωρίστηκε χωρίς Διάταγμα που να το επιτρέπει («Για άγνωστο λόγο το Διάταγμα περιλάμβανε και το μέρος Α της αίτησης, ωσάν να είχε εκδοθεί και αυτό. Η Τράπεζα μη γνωρίζοντας, προφανώς, την πραγματική κατάσταση, συμμορφώθηκε με το Διάταγμα και την αίτηση που της είχαν επιδοθεί, καταχωρώντας στις 8.6.2011 στο δικαστήριο σχετική ένορκη δήλωση.») ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους επί των εγερθέντων ζητημάτων. Λόγοι Ένστασης - Σχολιασμός Προτού εξετάσω τις αιτούμενες θεραπείες θεωρώ σκόπιμο όπως σχολιάσω ορισμένους από τους λόγους Ένστασης που έχουν προβάλει οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση. Λόγοι Ένστασης 4 και 6 Επισημαίνεται ότι οι λόγοι Ένστασης 4, 6 που αφορούν στη μη επίδοση και λήψη γνώσης της υπό κρίση Αίτησης από την Τράπεζα έχουν πλέον εκλείψει λόγω της γενομένης επίδοσης και, συνεπακόλουθα, της παρέμβασης της στη διαδικασία όπου έχει πλέον ακουσθεί. Λόγος Ένστασης 5 Στο λόγο Ένστασης 5 προβάλλεται η θέση ότι «η πρώην Εναγομένη 6/Τράπεζα δύναται να κληθεί να παρουσιάσει οποιοδήποτε τραπεζικό βιβλίο το περιεχόμενο του οποίου δύναται να αποδειχθεί και/ή να εμφανισθεί ως μάρτυρας για να αποδείξει τα θέματα, τις συναλλαγές και τους λογαριασμούς που είναι καταχωρημένοι σε αυτό το στάδιο της εκδίκασης της αγωγής γεγονός που καθιστά τα αιτούμενα διατάγματα περί καταστροφής των αποκαλυφθέντων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή των Εναγόντων άνευ αντικειμένου». Η σωστή προσέγγιση επί του πιο πάνω ζητήματος είναι όπως τη έθεσε ο κ. Κούρτελος στην αγόρευση του, ότι, δηλαδή, μπορεί μεν να κλητευθεί ως μάρτυρας η Τράπεζα αλλά δεν μπορεί να υποχρεωθεί να παρουσιάσει έγγραφα ή να αποκαλύψει οτιδήποτε το οποίο, ενδεχομένως, αρνείται ότι έχει στην κατοχή ή φύλαξη της και αυτό μπορεί να αποτελέσει και βάση άρνησης παροχής οποιασδήποτε πληροφορίας. Αντίθετα, το Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επιτρέπει τη λήψη των πληροφοριών στη βάση δικαστικής απόφασης εφαρμοστέας και εκτελεστής στη χώρα όπου εκδίδεται επί ποινή περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Avila Management Services Limited κ.τ.λ v. Stepanek κ.α. Π.Ε. 54/12 ημερ. 27.6.12 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ σχολιάζοντας τη Δ.32 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[4] την οποία είχαν επικαλεστεί στην εν λόγω υπόθεση οι Εφεσείοντες ως δίδουσα δικονομική διέξοδο στην παρουσίαση μάρτυρα και την προσκόμιση μαρτυρίας, τόνισε ότι δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Με αναφορά δε στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τόνισε ότι σκοπός της κλήτευσης μάρτυρα κάτω από τη Δ.32 είναι η παρουσίαση αποδεκτής μαρτυρίας και όχι η εκμαίευση της στα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος, όπου δεν παρέχεται η δυνατότητα κλήσης μάρτυρα εκ μέρους του ενός των διαδίκων για να καταθέσει εναντίον του άλλου. Αναφέρθηκε, δε, ότι μεταξύ διαδίκων ισχύει διαφορετικός κανόνας περί αποκάλυψης εγγράφων με βάση τις ορθόδοξες διαδικασίες κάτω από τη Δ.28. των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τονίσθηκε δε ότι, όπως λέχθηκε και στη Re Barlows Clowes Gilt Managers Ltd
(1991)4 All E.R. 385, ένα τρίτο πρόσωπο δεν υπέχει υποχρέωση να βοηθήσει τους διαδίκους και δεν υπόκειται σε διαδικασία αποκάλυψης, υπογραμμίζοντας ότι αυτόν ακριβώς το σκοπό επιτελεί το Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με το μηχανισμό της Δ.32 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εξετάζοντας περαιτέρω κάποιους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην Ένορκη Δήλωση του κ. Αγαθοκλέους που υποστηρίζει την Ένσταση των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση θάταν χρήσιμο να σταθούμε για λίγο στις παραγρ. 8, 14, 15 και 16 της Ένορκης Δήλωσης του για να αποσαφηνίσουμε κάποια, βασικά, ζητήματα που προκύπτουν. Στις πιο πάνω παραγράφους ο Ενόρκως Δηλών, βασικά, δηλώνει τα εξής: (
  1. i)Η ανάμειξη της Τράπεζας αθώα ή μη στις αδικοπραξίες των Αιτητών στην παρούσα αγωγή δημιουργεί το καθήκον να υποβοηθήσουν τους πληγέντες Ενάγοντες δίδοντας τους πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με την τύχη των χρημάτων τους. (
  2. ii)Η Τράπεζα στη βάση των οδηγιών του Δικαστηρίου προέβηκε σε αποκάλυψη εγγράφων, πληροφοριών και συναλλαγών συσχετιζόμενα με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Εναγόμενου 1 ως το αιτητικό (Α) της Αίτησης ημερ. 23.5.11 μετά την καταχώρηση Ένστασης ημερ. 6.6.11. (iii) Το τραπεζικό απόρρητο σύμφωνα με το Άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του πελάτη και η εκάστοτε Τράπεζα δύναται να αποκαλύψει πληροφορίες που αφορούν τον πελάτη της αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας της Τράπεζας. (
  3. iv)Η πρόθεση του νομοθέτη δεν ήταν η καθιέρωση ενός απολύτου προνομίου (Άρθρο 22
(4)του ΚΕΦ. 9). Λέω, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά ανέπτυξε στην αγόρευση του ο κ. Κούρτελος, ότι οι πιο πάνω αναφορές και νομική ανάλυση δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σημασία στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αλλά ότι θα μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια αγόρευσης προς το σκοπό εξασφάλισης διατάγματος αποκάλυψης. Δεν μπορούμε, με άλλα λόγια, να μιλούμε στο παρόν στάδιο περί της αναγκαιότητας της αποκάλυψης αυτής δεδομένου ότι τα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες έχουν ήδη εξασφαλιστεί χωρίς, επαναλαμβάνω, να μεσολαβήσει η έκδοση Δικαστικού Διατάγματος. Εκείνο, όμως, που πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμιστεί είναι ότι η διαδικασία εξασφάλισης Διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι μία αυτόματη διαδικασία αλλά εξετάζεται και ελέγχεται από το Δικαστήριο το οποίο είναι αυτό που, τελικώς, θα κρίνει αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου Διατάγματος και αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει στην προκειμένη περίπτωση προτού παραδοθούν τα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες από την Τράπεζα στους Ενάγοντες. Όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλε ο κ. Αγαθοκλέους στην Ένορκη Δήλωση του και, συγκεκριμένα, στην παράγρ. 4 ότι, δηλαδή, η Τράπεζα βάσει οδηγιών του Δικαστηρίου προέβη σε αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών, επισημαίνεται ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα και το ιστορικό, όπως το παραθέσαμε πιο πάνω. Επισημαίνεται δε εδώ και η εκδοχή της ίδιας της Τράπεζας όπως καταγράφεται στην παράγρ. 6 της Ένορκης Δήλωσης της Νάτιας Χαρίτωνος, που υποστηρίζει την Ένσταση της Τράπεζας σύμφωνα με την οποία αναφέρεται ότι η Τράπεζα «λόγω κάποιας ασάφειας του διατάγματος» είχε θεωρήσει ότι το Δικαστήριο τους είχε διατάξει να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη πληροφοριών και ότι, συνεπώς, προχώρησαν στις 8.6.11 στην καταχώρηση της σχετικής Ένορκης Δήλωσης. Βεβαίως, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στις 6.6.11 είχε μεσολαβήσει η καταχώρηση Ειδοποίησης Ένστασης από μέρους της Τράπεζας στη σχετική Αίτηση. Λόγος Ένστασης αρ. 12 και 13 Στο λόγο Ένστασης αρ. 12 των Εναγόντων αναφέρεται ότι: «Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι η πραγματική πρόθεση του Αιτητή έγκειται στη χρήση μέσων δικαίου που αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή στην καταστροφή ουσιώδους μαρτυρίας και/ή ως μέτρο άσκησης πίεσης εναντίον των Εναγόντων.» (δική μου υπογράμμιση) Ακολούθως στο λόγο Ένστασης 13 γίνεται αναφορά στη «μεγάλη αποδεικτική αξία των αποκαλυφθέντων εγγράφων.» Στις παραγρ. 18, 19, 24, και 28 της Ένορκης Δήλωσης Αγαθοκλέους γίνεται συνεχής αναφορά σε «ουσιώδη μαρτυρία». «....τυχόν έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων που ουσιαστικά επιφέρει την καταστροφή μαρτυρίας ..» «....δεν αποκλείει την αποδοχή μιας τέτοιας μαρτυρίας..» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση θεωρούν τα έγγραφα και τα στοιχεία που τους παρέδωσε η Τράπεζα «μαρτυρία» και μάλιστα ουσιώδη. Λόγω των πιο πάνω λόγων Ένστασης κρίνεται σκόπιμο, πολύ συνοπτικά, να θέσουμε το νομικό πλαίσιο που διέπει την έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Η λογική της αρχής της Norwich Pharmacal είναι ότι χωρίς τις πληροφορίες δεν θα μπορέσει να ξεκινήσει η σκοπούμενη αγωγή. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Αrab Monetary Fund v. Hashim (Nο.5) [1992] 2 All E.R. 911 στη σελ. 915: "The principle upon which Lord Reid distinguished the identity the 'mere witness' rule was that unless the plaintiff discovered the identity of a wrongdoer, he could not commence proceedings. The reasoning of the other members of the House is the same. The Norwich Pharmacal case is no authority for imposing upon 'mixed up' third parties a general obligation to give discovery or information when the identity of the defendant is already known." Η εν λόγω αρχή επεκτάθηκε και σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντα ήταν γνωστή αλλά έλειπαν βασικές πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούσε να ξεκινήσει η αγωγή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Nikitin and Others v. Richards Butler LLP and others
(2007)All E.R. (D) 129(Feb) είναι αναγκαίο για τον Αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται με το Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal είναι ζωτικής σημασίας στην έγερση της αγωγής ή για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του Αιτητή και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R.511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- «[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  1. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  2. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  3. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Στην υπόθεση Axa Equity & Law Life v. National Westminster Bank [1998] CLC 117 οι Ενάγοντες ήθελαν πληροφορίες για να αποφασίσουν κατά πόσο θα κινούνταν νομικά εναντίον ενός ελεγκτικού οίκου. Η αίτηση για Norwich Pharmacal απερρίφθη εναντίον της Εναγομένης Τράπεζας διότι οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να ξεκινήσουν υπόθεση εναντίον του συγκεκριμένου ελεγκτικού οίκου καθώς είχαν ήδη αρκετές πληροφορίες και στοιχεία και, συνεπώς, εφόσον μπορούσαν να δικογραφήσουν την υπόθεση τους, δεν τύγχανε εφαρμογής η αρχή της Norwich Pharmacal. Στο Σύγγραμμα Commercial Litigation Pre-Emptive Remedies στη παρα. Α3-064 στην υποσημείωση 3 που αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση διαβάζουμε τα εξής σχετικά: "....in this case the Court refused disclosure on the basis that the claimant had already made out a primα facie case against the accountancy firm they were suing and did not require Norwich Pharmacal disclosure to determine whether a case could be brought against them. The application therefore infringed the mere witness rule as the banks were compellable witnesses...." Σκοπός Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι η ανίχνευση, γενικά μαρτυρίας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Arab Satellite Communications Organisations v. Saad Fagih & Anr
(2008)EWHC 2568(QΒ): "Norwich Pharmacal does not give claimants general right to fish for information that will do no more than potentially assist them to identify a claim or a defendant." Όπως τονίστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στ. Ναθαναήλ στην πρόσφατη υπόθεση Αvila Management Services Limited κ.τ.λ. ν. Stepanek κ.α. Π.Ε. 54/12 ημερ. 27.6.12: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. ........ Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το Διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας» (δικές μου οι υπογραμμίσεις) Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση[5] και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία[6]. Στην υπόθεση Nikitin v. Richards Butler [2007] EWHC 173 (Q.B) τονίστηκε ότι η διαταγή Norwich Pharmacal δεν μπορεί να εκδοθεί για να επιτραπεί στον Αιτητή να τελειοποιήσει την υπόθεση του. Όπως τονίστηκε: "...Ι do not think this relief is intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identity every person of whatever standing who may have committed an unlawful act. I do think, on analysis and even expressly, that is in reality what the Applicants are seeking." (δική μου υπογράμμιση) Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch) αναφέρονται τα εξής σχετικά: "So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out the name of a wrongdoer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position." (δική μου υπογράμμιση) Επαναλαμβάνω. Η υπόμνηση των πιο πάνω νομικών αρχών στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης μοναδικό σκοπό έχει να υπογραμμίσει και να τονίσει την αναγκαιότητα που πάντοτε υπάρχει, σε περίπτωση όπου επιζητείται η εξασφάλιση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, της εξασφάλισης, προηγουμένως, σχετικού Δικαστικού διατάγματος κάτι που εμπίπτει καθαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μέσα στα πλαίσια εφαρμογής των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιας φύσεως Διαταγμάτων. Η εξασφάλιση και παράδοση εγγράφων και πληροφοριών από την Εναγομένη 6/Τράπεζα στους Ενάγοντες χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί Δικαστικό Διάταγμα που να εξουσιοδοτεί μια τέτοια ενέργεια εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους εφόσον εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα των Αιτητών δόθηκαν στους Ενάγοντες χωρίς να προηγηθεί από το Δικαστήριο έλεγχος και εξέταση αν πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Νόμο για την αποκάλυψη και παράδοση τέτοιων πληροφοριών. Και, περαιτέρω, η εν λόγω αποκάλυψη έγινε χωρίς, προηγουμένως, να ακουστούν οι Αιτητές και να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν τις δικές τους ενστάσεις και αντιρρήσεις. Λόγος Ένστασης 10 Όσον αφορά το λόγο Ένστασης 10 ότι ο Αιτητής και/ή οι δικηγόροι του με τη συμπεριφορά και/ή αδράνεια του δεν διαπίστωσαν ότι το υπό κρίση Διάταγμα ημερ. 23.5.11 δεν ήταν Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal αλλά Διάταγμα φίμωσης (gagging order) εναντίον της Τράπεζας, νομίζω ότι είναι σκόπιμο να γίνει στο σημείο αυτό παραπομπή στην ίδια την Αίτηση ως Εναγόντων ημερ. 7.10.11 με την οποία ζητούσαν άδεια για να τους επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν σε ποινική διαδικασία στη Ρωσσία «αποκτηθέντα έγγραφα κατόπιν αποκάλυψης δυνάμει του διατάγματος ημερ. 23.5.11 από την Εναγομένη 6». Δηλαδή, στην εν λόγω Αίτηση οι ίδιοι οι Ενάγοντες βασίζονταν στο γεγονός της έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal. Διερωτούμαι, πραγματικά, αν μπορούν με σοβαρότητα να εγείρουν οι ίδιοι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση θέμα αδράνειας και/ή συμπεριφοράς από πλευράς Αιτητών στο να διαπιστώσουν ότι το Διάταγμα ημερ. 23.5.11 δεν ήταν Διάταγμα αποκάλυψης καθ΄ ην στιγμή οι ίδιοι με την πιο πάνω Αίτηση τους έδιδαν παραπλανητικά την εντύπωση ότι είχε εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα. Ήδη έχουμε αναφερθεί στο ιστορικό των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από το οποίο διαπιστώνεται πότε έλαβε γνώση ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 για το γεγονός ότι υπήρξε Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης από την Τράπεζα. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΟΥΜΕΝΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ (Ι) Έκδοση Αναγνωριστικού Διατάγματος Το ζήτημα που εγείρεται σε σχέση με τη θεραπεία υπό στοιχείο (Α) είναι, ασφαλώς, το κατά πόσο υφίσταται δικαιοδοτική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση στο πλαίσιο ενδιάμεσης θεραπείας ή, καλύτερα, στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας. Από πλευράς Αιτητή/Εναγομένου 1 έγινε επίκληση του Άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο, όπως πολύ ορθά δεν παράλειψε να επισημάνει ο κ. Κούρτελος, δεν αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της παρούσας Αίτησης και, συνακόλουθα, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Θεωρώ δε ότι στο σημείο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να αντιμετωπιστεί μια τέτοια παράλειψη. Πέραν από αυτό και ανεξάρτητα δεν θεωρώ ότι το Άρθρο 41 του Ν.14/60 μπορεί να ερμηνευθεί ότι δίδει την ευχέρεια για έκδοση από το Δικαστήριο αναγνωριστικής απόφασης στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας. Άκρως βοηθητική δε κρίνω και την παραπομπή στο Σύγγραμμα Commercial Litigation Pre-Empire Remedies, Ian Goldrein στις παραγρ. Α1-300, Α301 στις οποίες με έχει παραπέμψει ο κ. Κούρτελος υπό τον τίτλο "The jurisdiction to make interim declaration" όπου αναφέρεται ότι: "The Court has long had power to make final binding declarations of right as between the parties to litigation. However, that power did not carry with it a power to make a declaration on an interim basis in civil proceedings." Από την πιο πάνω παραπομπή προκύπτει ότι δεν υφίσταται εξουσία για έκδοση αναγνωριστικής απόφασης στα πλαίσια ενδιάμεσης πολιτικής διαδικασίας. Έπειτα δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει την αγωγή 5238/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκ μέρους του Εναγομένου 1/Αιτητή εναντίον της Εναγομένης 6 Τράπεζας όπου, μεταξύ άλλων, επιδιώκουν την εξασφάλιση των πιο κάτω Δηλωτικών Αποφάσεων όπως αυτές καταγράφονται στις παραγρ. (Α) και (Β) της αξίωσης: «(Α) Δηλωτική απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αυθαίρετα και/ή αδικαιολόγητα προέβηκε σε αποκάλυψη δια της Ενόρκου Δηλώσεως ημερ. 8.6.11 όλων των τραπεζικών λογαριασμών του Ενάγοντα και/ή παράνομα προς τούτο παρέδωσε σχετικά αντίγραφα αυτών στις Ενάγουσες στην υπ΄ αρ. αγωγή 3582/11 όπως λεπτομερώς αναφέρεται πιο πάνω. (Β) Δηλωτική απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη κατά παράβαση της Νομοθετικής υποχρέωσης της για τήρηση του τραπεζικού απορρήτου προέβηκε στην ανωτέρω αποκάλυψη παράνομα και/ή εις βάρος των συμφερόντων και/ή δικαιωμάτων όπως λεπτομερώς αναφέρεται πιο πάνω.» Τούτου λεχθέντος, η αιτούμενη με το αιτητικό (Α) θεραπεία είναι ταυτόσημη με τις πιο πάνω θεραπείες που επιζητούνται στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 5238/.12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο, αφού ακούσει τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας που θα διεξαχθεί, θα αποφασίσει ανάλογα κατά πόσο θα εκδώσει τέτοιες Δηλωτικές Αποφάσεις ως τελική θεραπεία κάτι το οποίο εμπίπτει στη δικαιοδοσία του και έχει την εξουσία να το πράξει στα πλαίσια, επαναλαμβάνω, εκείνης της διαδικασίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη και τις δικονομικές διατάξεις που επικαλούνται οι Αιτητές, διαπιστώνω ότι δεν θεμελιώνεται δικαιοδοσία έκδοσης της Αιτούμενης Αναγνωριστικής Δήλωσης ως το Αιτητικό (Α) της παρούσας Αίτησης. (ΙΙ) Έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αναφορικά με τη χρήση των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή των Εναγόντων. Όπως προέκυψε με βάση το ιστορικό των γεγονότων που παραθέσαμε ανωτέρω ενώ το Δικαστήριο ουδέποτε εξέδωσε Διάταγμα Αποκάλυψης των λογαριασμών και δοσοληψιών του Αιτητή τύπου Norwich Pharmacal στη βάση του Αιτητικού «Α» της μονομερούς Αίτησης για προσωρινό Διάταγμα ημερ. 23.5.11, η Τράπεζα/Εναγόμενη 6 θεωρώντας, λανθασμένα, ότι το Διάταγμα του Δικαστηρίου την είχε διατάξει να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη πληροφοριών προχώρησε στις 8.6.11 σε καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης δια του αντιπροσώπου της Αβετή Τσουλτζιάν αποκαλύπτοντας πλήρη στοιχεία των λογαριασμών που διατηρούσε στην Τράπεζα ο Εναγόμενος 1/Αιτητής. Αποτέλεσμα τούτου τα εν λόγω στοιχεία να περιέλθουν στην κατοχή των Εναγόντων. Επαναλαμβάνω. Τα πιο πάνω κρίσιμα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι κατά πόσο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το ζητούμενο Διάταγμα για απαγόρευση της χρήσης από τους Ενάγοντες των αποκαλυφθέντων εγγράφων σε οποιαδήποτε ημεδαπή και αλλοδαπή διαδικασία και, επίσης, να εκδώσει Διάταγμα καταστροφής των εν λόγω εγγράφων. Ως θέμα λογικής συνέπειας και προτού γίνει επίκληση οποιασδήποτε νομολογίας δεν μπορεί να είναι επιτρεπτό ένας διάδικος να εξασφαλίζει και να κατέχει εμπιστευτικής φύσεως έγγραφα που ανήκουν σε άλλο διάδικο χωρίς να υφίσταται προς τούτο προηγούμενη νόμιμη εξουσιοδότηση, δηλαδή, χωρίς να προηγήθηκε η εξασφάλιση σχετικού δικαστικού Διατάγματος το οποίο να εξουσιοδοτεί τέτοιου είδους αποκάλυψη. Στην Αυστραλιανή υπόθεση Director of Public Prosecutions v. Kane
(1997)140 FLR 468 εκδόθηκε Διάταγμα εμποδίζον τους Εναγόμενους να κάνουν χρήση προνομιούχου εγγράφου το οποίο περιήλθε στην κατοχή τους από την Εισαγγελία από αβλεψία. Στην αγγλική νομολογία υπάρχουν αποφάσεις που αφορούσαν περιπτώσεις όπου έγγραφα τα οποία από σφάλμα ή όπου δεν υπήρχε αποποίηση δικαιώματος αποφασίστηκε ότι δίδεται προστασία από το Δικαστήριο ώστε να εμποδίζεται η χρήση τέτοιων εγγράφων και για να διασωθεί ο εμπιστευτικός τους χαρακτήρες. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ashburton v. Pape [1913] 2 Ch. 469 στη σελ. 475:- "....The principle upon which the Court of Chancery has acted for many years has been to restrain the publication of confidential information improperly or surreptitiously obtained or of information imparted in confidence which ought not to be divulged. Injunctions have been granted to give effectual relief, that is not only to restrain the disclosure of confidential information, but to prevent copies being made of any record of that information, and, if copies have already been made to restrain them from being further copied and to restrain persons into whose possession that confidential information has come from themselves in turn divulging or propagating it....." Στην υπόθεση Sullivan v. Sclanders & Goldwell International Pty Ltd
(2000)77 ASR 419 εκδόθηκε Διάταγμα που να εμποδίζει τους Ενάγοντες οι οποίοι είχαν καταχωρήσει διαδικασία χρησιμοποιώντας εμπιστευτικό υλικό του Εναγόμενου το οποίο εξασφάλισαν με τέχνασμα από του να κάνουν χρήση του περιεχομένου των εμπιστευτικών εγγράφων και/ή να κοινοποιούν το περιεχόμενο τους. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετικά αποσπάσματα από τις παραγρ. 54, 58 και 71 της πιο πάνω απόφασης: "54 An injunction can be granted to restrain the publication of confidential information, not only by the person who is a party to the confidence, or who has obtained it by reprehensible means, but by other persons into whose possession that information has been received improperly. .................................... 58 In this matter, the original documents taken and copied were returned to the suitcase. Copies and then further copies were taken. Equitable relief can be given in regard to the further copies as the dissemination of each copy involves a breach of confidence. Additionally, insofar as copies have been read and their contents orally disseminated, equity can restrain the use of that information and its dissemination. ......................................... 71 It has been suggested that, as the documents are likely to be discoverable in any event, nothing is achieved by granting relief. I do not agree. The plaintiffs should not be advantaged by what has occurred. The plaintiffs offered, in lieu of a stay, to amend the statement of claim if the appeal were to succeed. However this would lead to considerable debate as to what part of the statement of claim reflected the documents or their contents. A more effective approach to minimise any unfair advantage is to strike out the entire Statement of Claim. The plaintiffs should be at liberty to deliver a fresh Statement of Claim without either directly or indirectly making use of the confidential documents or their contents. In my view, if these steps are not taken equity will not be done." (δικές μου υπογραμμίσεις) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από τα αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, έγινε αποκάλυψη τραπεζικών λογαριασμών του Εναγόμενου 1/Αιτητή χωρίς να έχει εξασφαλιστεί δικαστικό Διάταγμα και χωρίς να ακουστεί, προηγουμένως, ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 εφόσον σ' αυτόν επιδόθηκε μόνο το Διάταγμα ημερ. 14.6.11 (mareva injunction) και η μονομερής Αίτηση ημερ. 23.5.11 με την υποστηρικτική Ένορκη Δήλωση και δεν γνώριζε ότι η Ελληνική Τράπεζα/Εναγομένη 6 είχε στις 8.6.11 προβεί, χωρίς να υφίσταται προς τούτο δικαστικό Διάταγμα, σε Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης των καταστάσεων λογαριασμού του Εναγομένου 1. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Victor Korovel κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ 1221 εξεδόθη Διάταγμα certiorari, επειδή το Διάταγμα αποκάλυψης τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων καταστάσεων και συναφούς αλληλογραφίας εκδόθηκε μετά από επίδοση της σχετικής αίτησης διά κλήσεως σε Τράπεζα που δεν εμφανίσθηκε αλλά, χωρίς να επιδοθεί στους ίδιους τους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσαν διατάγματα διατάσσοντα μη διάδικο, την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, όπως προβεί σε εκτεταμένη αποκάλυψη πληροφοριών και στοιχείων αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων. Η Αίτηση, μετά που επιδόθηκε στην Τράπεζα, η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο το οποίο ενέκρινε την αίτηση με τη διαφοροποίηση ότι καθόρισε περίοδο 21 ημερών από την επίδοση του διατάγματος για την ετοιμασία, καταχώρηση και επίδοση των ενόρκων δηλώσεων. Το Διάταγμα δεν ορίστηκε επιστρεπτέο, ούτε και δόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες για την επίδοση, σε οποιοδήποτε στάδιο, στους Εναγόμενους. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην προκειμένη υπόθεση τόνισε εν πρώτοις τα εξής: «Το καίριο ζήτημα που εγείρεται με την υπό εξέταση αίτηση είναι εκείνο της παραβίασης του προαναφερόμενου βασικού κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ενόψει του γεγονότος ότι με τη διαδικασία που ακολούθησε το πρωτόδικο δικαστήριο δεν δόθηκε ποτέ αλλά ούτε και πρόκειται να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους, οι οποίοι καταφανώς επηρεάζονται από το Διάταγμα της 11.9.07, να ακουστούν και να προβάλουν τις θέσεις και τις απόψεις τους. Προφανώς το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στο ότι η προαναφερόμενη αίτηση των εναγουσών χαρακτηριζόταν μεν ως αίτηση «διά κλήσεως», αλλά απευθυνόταν μόνο στην «επηρεαζόμενη» τράπεζα χωρίς όμως να απευθύνεται στους εναγόμενους, που ήταν και οι πραγματικοί επηρεαζόμενοι από τη δικαστική διαδικασία.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Αποφάνθηκε δε ότι: «Η διαδικασία που ακολούθησε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην προκειμένη περίπτωση δεν συνάδει με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ούτε και με το άρθρο 30 του Συντάγματος αλλά ούτε και με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες όπως το άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, σύμφωνα με το οποίο, προσωρινό Διάταγμα που εκδίδεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον εναγόμενο, εκπνέει και χάνει την ισχύ του εκτός αν επικυρωθεί, αφού προηγουμένως ακουστεί και ο αντίδικος.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Κρίθηκε, λοιπόν, ότι η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί από το Δικαστήριο δεν συνήδε με τους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, αλλά ούτε και με το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Αφού έγινε αναφορά σε αγγλική νομολογία επισημάνθηκαν και τα εξής:- «Εν πάση όμως περιπτώσει η σχετική αγγλική νομολογία δεν επηρεάζει, κατά τη γνώμη μου, τον άκαμπτο κανόνα ότι κανένα προσωρινό Διάταγμα, που εκδίδεται χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, δεν παραμένει σε ισχύ για περισσότερο χρόνο από όσος είναι απαραίτητος για να γίνει επίδοση και να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Και βέβαια το δικαίωμα να ακουστεί και η άλλη πλευρά, όπως ήδη αναφέρθηκε, πηγάζει και από τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης αλλά και από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας που επιβάλλει την υποχρέωση διεξαγωγής δίκαιης δίκης και από τους δικονομικούς μας κανόνες και δεν μπορεί να περιοριστεί από Αγγλική Νομολογία.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Στην πρωτόδικη υπόθεση Frantisek Stepanek κ.α v. Elizwood Trading Ltd κ.α Αρ. αγ. 2103/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 7.2.12 εξετάστηκε περίπτωση όπου οι Ενάγοντες είχαν κάνει χρήση εγγράφων που κατασχέθηκαν μέσα στα πλαίσια εκτέλεσης διαταγμάτων Anton Piller σε άλλη αγωγή και τα οποία δεν είχαν εξουσιοδότηση να παραλάβουν. Συγκεκριμένα τα κατασχεθέντα έγραφα ήταν εκτός του πλαισίου του διατάγματος Anton Piller, δηλαδή, ενώ το Δικαστήριο εξουσιοδότησε έρευνα και εντοπισμό συγκεκριμένων εγγράφων, τα έγγραφα που, τελικά, κατασχέθηκαν ήταν άλλα. Αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν ισχυριστεί ότι τα έγγραφα δεν κατασχέθηκαν για λογαριασμό τους ή ότι δεν είχαν στην κατοχή τους τα αντίγραφα ή ότι δεν προτίθεντο να τους κάνουν χρήση αλλά το αντίθετο, έκρινε ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα που να απαγορεύει στους Ενάγοντες τη χρήση, κυκλοφορία κ.λ.π οποιουδήποτε αντιγράφου που παραλήφθηκε από αυτούς στα πλαίσια εκτέλεσης των διαταγμάτων Anton Piller και που να διατάσσει τους Ενάγοντες να καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας οποιοδήποτε αντίγραφο των κατασχεθέντων εγγράφων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στη δραστικότητα της θεραπείας των Διαταγμάτων τύπου Anton Piller, που είναι τόσο ευνοϊκό για τον Αιτητή και τόσο αν δυνάμει επαχθές για τον Εναγόμενο, επεσήμανε ότι ο διάδικος ο οποίος εξασφαλίζει μονομερώς μια τόσο δραστική θεραπεία, ασφαλώς έχει εξυπακουόμενη υποχρέωση να μην χρησιμοποιεί τα έγγραφα παρά μόνον για τους περιορισμένους σκοπούς του Διατάγματος που είναι η διασφάλιση μαρτυρικού υλικού το οποίο υπάρχει κίνδυνος να καταστραφεί. Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι οι ενάγοντες παραδέχονταν ότι είχαν κάνει χρήση των εγγράφων σε άλλη αγωγή χωρίς άδεια, πρόσθεσε ότι, ακόμη κι αν ήταν τα έγγραφα τα οποία είχαν εξουσιοδότηση να παραλάβουν, η χρήση τους θα έπρεπε να ήταν περιορισμένη για σκοπούς η διαφύλαξης της μαρτυρίας και μόνο για τις ανάγκες της συγκεκριμένης αγωγής στα πλαίσια της οποίας είχαν εξασφαλιστεί. Κατέληξε δε λέγοντας ότι η συμπεριφορά των Εναγόντων ενεργοποιούσε εν πάση περιπτώσει τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τα Διατάγματα που είχαν εκδοθεί μονομερώς για προστασία της διαδικασίας του. Τονίστηκε δε ότι το δικαίωμα των Εναγόντων για θεραπεία εδράζετο στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου παρά σε νομοθετικές πρόνοιες. Χαρακτηρίστηκε δε το επίδικο Διάταγμα ως εργαλείο από το εφεδρικό οπλοστάσιο που διαθέτει το Δικαστήριο για να διασφαλίσει τη διαδικασία. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε το προνομιακό ένταλμα certiorari. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε ότι τα υπό εξέταση θέματα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, στην προστασία της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ζήτημα αναγόμενο στη σύμφυτη εξουσία του, τόνισε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να προστατεύει τη διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του κατ' επίκληση των συμφυών εξουσιών του, εξυπακούετο ότι, ταυτόχρονα, είχε δικαιοδοσία πρακτικής εφαρμογής των εν λόγω διαδικασιών. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε όπως καταστούν απόλυτα τα προσωρινά διατάγματα ενεργώντας καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας. Εισηγήθηκε ότι η επίκληση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ήταν υπό τις περιστάσεις αυθαίρετη καθότι ούτε οι αιτητές ούτε οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλέσθηκαν στην αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου. Έχω την άποψη ότι προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης ότι τα υπό εξέταση θέματα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, στην προστασία της διαδικασίας του δικαστηρίου, ζήτημα αναγόμενο στη σύμφυτη εξουσία του. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τη διαπίστωση ότι η συμπεριφορά από πλευράς εναγόντων συνιστούσε ενδεχομένως καταφρόνηση του δικαστηρίου. Στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργ. Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)3 Α.Α.Δ 151, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι΄ αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1977)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει, στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.» Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να προστατεύει τη διαδικασία η οποία διεξάγεται ενώπιόν του κατ΄ επίκληση των συμφυών εξουσιών του, εξυπακούεται ότι ταυτόχρονα έχει δικαιοδοσία πρακτικής εφαρμογής των εν λόγω εξουσιών.Αν όμως υπάρχει οποιαδήποτε υπόνοια ότι το δικαστήριο ενήργησε λανθασμένα κατ΄ επίκληση των συμφυών εξουσιών του, η ορθότητα της απόφασης ελέγχεται με το ένδικο μέσο της έφεσης και όχι με ένταλμα certiorari." (δικές μου οι υπογραμμίσεις) Σε σχέση με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου είναι αρκετό να αναφερθεί ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκληση της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου[7]. Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της Δικαιοσύνης - χάριν της λειτουργίας του ιδίου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην παρούσα υπόθεση και καταγράφηκαν ανωτέρω προκύπτουν τα ακόλουθα: Þ Ο Αιτητής στερήθηκε του συνταγματικού δικαιώματος του να ακουστεί στα πλαίσια της Αίτησης αποκάλυψης ημερ. 23.5.11 κατά παράβαση των αρχών της προηγούμενης ακρόασης και δίκαιης δίκης αλλά και των Κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης που υπαγορεύει ότι σε κάθε δικαστική διαδικασία θα πρέπει να δίδεται η ευκαιρία να ακούεται καθένας του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από τη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Αιτητής στο χρόνο που καταχωρήθηκε άνευ δικαστικού Διατάγματος η Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης της Τράπεζας ήταν διάδικο μέρος ευθέως επηρεαζόμενο και, συνεπώς, είχε το δικαίωμα να λάβει γνώση της διαδικασίας και να ακουστεί, κάτι το οποίο, πασιφανώς, δεν έλαβε χώρα. Þ Η αποκάλυψη εμπιστευτικής φύσεως εγγράφων και πληροφοριών του Αιτητή/Εναγόμενου 1 από την Τράπεζα έγινε χωρίς να εξασφαλιστεί, προηγουμένως, το αναγκαίο Δικαστικό Διάταγμα και χωρίς, επομένως, το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Νόμο για την αποκάλυψη και παράδοση τέτοιων εγγράφων και πληροφοριών και χωρίς, επομένως, να ασκηθεί η κρίση του Δικαστηρίου και η διακριτική ευχέρεια του με την οποία να εξουσιοδοτείται μια τέτοια ενέργεια. Έχοντας, λοιπόν, προβεί στις πιο πάνω διαπιστώσεις θεωρώ ότι ότι μέσα στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και δοθέντων των ιδιαζουσών περιστάσεων που υφίστανται στην παρούσα υπόθεση που είχαν ως κατάληξη την παραβίαση και αποστέρηση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Εναγομένου 1 κρίνω ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοτική εξουσία να παρέμβει για να προστατεύσει τη διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του αλλά και για να αποτρέψει την πρόκληση περαιτέρω και/ή μεγαλύτερης αδικίας σε βάρος του Εναγομένου
  1. Το δικαίωμα των Αιτητών για θεραπεία εδράζεται στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου που κέκτηται και που μπορούν να τύχουν επίκλησης ως εργαλείο από το εφεδρικό οπλοστάσιο που το Δικαστήριο διαθέτει ούτως ώστε να διασφαλίζει, όπως ήδη επισημάναμε ανωτέρω, αυτή ταύτη τη λειτουργία του ιδίου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και των διαδικασιών ενώπιον του μέσω πρακτικής εφαρμογής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξεηγήσω, η κατάληξη μου είναι ότι η υπό κρίση Αίτηση δικαιολογείται όπως επιτύχει μερικώς. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση επιτυγχάνει ως προς τα αιτητικά της (Γ), (Δ) και (Ε), ενώ αποτυγχάνει ως προς τα αιτητικά της (Α) και (Β). Σε σχέση με το αιτητικό (ΣΤ), ενόψει της έγκρισης των αιτητικών (Γ), (Δ) και (Ε) δεν κρίνεται αναγκαίο και δεν θα εγκριθεί. Ως εκ τούτου, εκδίδονται Διατάγματα ως το (Γ), (Δ) και (Ε) της Αίτησης με τη μόνο διαφοροποίηση σε σχέση με το (Ε) ότι ο χρόνος κααχώρησης της Ένορκης Δήλωσης καθορίζεται σε 21 ημέρες από της έκδοσης του Διατάγματος. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι 1-5/Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος της Εναγομένης 6/Καθ΄ης η Αίτηση και υπέρ των Εναγομένων 1-5/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Δέστε ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην Ένορκη Δήλωση της Ιωάννας Δημητρίου, ημερ. 8.6.
  2. [2] «
  3. Στις 23.5.2011 εκδόθηκε Διάταγμα τύπου NORWICH PHARMACAL το οποίο επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο 2 κατόπιν μονομερούς αιτήσεως των Εναγόμενων ημερομηνίας 23.5.2011 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3) με το οποίο η Εναγομένη 6 διατάχθηκε όπως ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο της Εναγομένης 6 η οποία να αναφέρει όλους τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς του Εναγομένου 1 είτε στο όνομα του είτε σαν πραγματικού κατόχου ή ιδιοκτήτη ή δικαιούχου (BENEFICIAL OWNER) που διατηρούσε ή διατηρεί με την Εναγομένη 6 και όλες τις μεταφορές και/ή εμβάσματα και/ή πληρωμές και/ή χρεώσεις και/ή πιστώσεις και/ή καταθέσεις και/ή εισπράξεις που έγιναν.» (δική μου υπογράμμιση) [3] Δέστε παρα. 10 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Κ. Αγαθοκλέους ημερ. 29.11.11 όπου αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, ότι: «... Το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθότι δεν εκδόθηκε κατ΄ ουδέν στάδιο Διάταγμα εναντίον της Τράπεζας και υπέρ των Εναγόντων δυνάμει του οποίου η Τράπεζα διατάχθηκε να αποκαλύψει τα όσα δια της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Αβετή Τσουλτζιάν ημερομηνίας 8.6.2011, έχουν καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου.» (δική μου η υπογράμμιση) [4] "
  4. Any party in a cause or matter who desires the issue of a summons requiring any witness or person to attend for examination, or to produce any document, shall deposit a written application for the issue thereof with the Registrar giving the full name and address of such witness or person, and if the application for the issue thereof is made δεκαπέντε days before the day on which such person is required to attend, such summons shall, subject to Rule 2 of this Order, be issued without further proceedings, but if the application be deposited at any later time, such summons shall not be issued without the leave of the Court or a Judge." [5] Δέστε ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042. [6] Δέστε CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). [7] Δέστε Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ 736, Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd
(1984)1 C.L.R 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ 109. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.