Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Μάριου Ανδρέα Πολυδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1927/12, 26/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1927/12 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγόντων και 1. Μάριου Ανδρέα Πολυδώρου 2. Σάββα Πολυδώρου 3. Ξένιας Μάριου Πολυδώρου 4. ΑΜΑΧΕΜΑ MOTORS LIMITED 5. Ανδρονίκης Ανδρέου Πολυδώρου Εναγομένων Ημερομηνία: 26.3.2013 Αίτηση ημερ. 8.6.2010 για παραμερισμό απόφασης Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές-Εναγομένους: κ. Γ. Τρίγγας για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Γ. Χαραλάμπους για Χρ. Π. Μιτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή οι ενάγοντες αξίωναν από τους εναγομένους το ποσό των €378.091,21 πλέον τόκους δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 18.10.2010. Το δάνειο είχε συναφθεί μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 και το εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη 2 τη 3.4.2012 και στους υπολοίπους την 7.4.2012. Επισημαίνω ότι προσωπική επίδοση έγινε μόνο στον εναγόμενο 1. Στους εναγόμενους 3 και 5 η επίδοση έγινε μέσω του εναγομένου 1, η εναγομένη 3 είναι η σύζυγος του και ο εναγόμενος 5 είναι γιος του. Στον εναγόμενο 1 επιδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα σε σχέση με την εναγομένη 4, καθότι αυτός είναι διευθυντής της εταιρείας. Το κλητήριο ένταλμα που αφορούσε τον εναγόμενο 2 επιδόθηκε στη σύζυγο του. Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 είναι, με βάση τα στοιχεία του κλητηρίου εντάλματος κάτοικοι ορεινών χωριών της επαρχίας Λευκωσίας. Σε ορεινό χωριό έχει την έδρα της και η εναγομένη 4 εταιρεία. Ο εναγόμενος 2 διαμένει στη πόλη της Λευκωσίας. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον τους ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα την 8.5.2012. Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 8.6.2012 οι εναγόμενοι ζητούν τον παραμερισμό και ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία τους την 8.5.2012 και άδεια όπως καταχωρήσουν υπεράσπιση. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Πολυδώρου, εναγομένου 1, ο οποίος είναι και ο πρωτοφειλέτης. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι η επίδικη δανειοδότηση αφορούσε την παροχή οικονομικών διευκολύνσεων στην εναγομένη 4. Η εναγομένη 4 ασχολείται με την αγοραπωλησία οχημάτων. Βασικό εφόδιο της επιχείρησης ήταν η αγορά αυτοκινήτων και η μεταπώληση τους και ή ενοικιαγορά τους προς τους αγοραστές. Η επίδικη δανειοδότηση του επιβλήθηκε τηλεφωνικώς, συγκεκριμένα η τράπεζα απαίτησε τον άμεσο τερματισμό λογαριασμού Stock Finance, τον οποίον διατηρούσε και ότι αν δεν προχωρούσε στην άμεση εξόφληση των υφισταμένων υποχρεώσεων τότε «θα εκινούντο» εναντίον του αλλά και των στενών του συγγενικών προσώπων που εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του. Ο εναγόμενος 1 συμφώνησε κάτω από τις πιο πάνω πιέσεις την υπογραφή του δανείου με τους πιο κάτω καταχρηστικούς και ή άδικους όρους: «(α) Ως προς το επιτόκιο το οποίο συμποσούμενο ανήρχετο στο ποσοστό του 14%. (β) Ως προς τον υπολογισμό και καταβολή του τόκου ο οποίος μου είχεν επιβληθεί να καταβάλλεται κάθε τριμηνία. (γ) Επιβολή τόκων υπερημερίας, καθυστερήσεων, έξοδα διαχειρίσεως και/ή παρακολουθήσεως λογαριασμών, χωρίς να δυνάμεθα να τους διαπραγματευθούμε και/ή να τους εξετάσουμε και/ή να τους συζητήσουμε. (δ) Δικαίωμα άμεσης καταγγελίας της συμφωνίας εκ μέρους της Τράπεζας για οποιονδήποτε λόγο και/ή σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των δόσεων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της καταστροφής την οποία θα υφίστατο η εταιρεία σε περίπτωση καταγγελίας. (ε) Επιβολή συμβάσεων υποθήκης οι οποίες περιγράφονται στις παραγράφους 12, 13 και 14 της αγωγής». Πρόκειται, ως αναφέρει χαρακτηριστικά στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του για συμπεριφορά «.εξόχως καταπιεστική έναντι των εναγομένων, συμπεριφορά κακόπιστη και εναντίον των συναλλακτικών ηθών, επιβολή όρων παράνομων και/ή άδικων κατά παράβαση της Νομοθεσίας, επιβολή τόκων κατά παράβαση της απαίτησης περί καλής πίστης αλλά και της ίδιας της Νομοθεσίας περί Τόκου, υφίσταται σαφής παραβίαση του περί Συμβάσεως Νόμου αλλά και παραβίαση της Νομοθεσίας περί καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά των εναγόντων έναντι των εναγομένων». Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω «δρακόντιων» μέτρων, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, οι ενάγοντες κατήγγειλαν «με την πρώτη ευκαιρία» την επίδικη συμφωνία δανείου. Ο ομνύοντας πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης την ημέρα που επισκέφθηκε το δικηγόρο του για να του ζητήσει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ως αναφέρει χαρακτηριστικά «.την ημέρα ακριβώς που επισκέφθηκα το δικηγόρο μου για να καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφανίσεως πληροφορήθηκε η κα Στυλιανού, γραμματέας του δικηγόρου μου, ότι είχε εκδοθεί την ίδια ημέρα η απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον αλλά και του συνόλου των εγγυητών». Η καθυστέρηση οφειλόταν σε πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετώπιζε ο ίδιος για μια εβδομάδα σε συνδυασμό με τις γιορτές του Πάσχα. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Είναι η θέση τους ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η αίτηση γίνεται για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και είναι «επιπόλαια και ενοχλητική». Πέραν τούτου οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία «προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων». Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Τούλας Ασσαριώτη, υπαλλήλου των εναγόντων. Η ομνύουσα απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η επίδικη συμφωνία δανείου έχει συνομολογηθεί κάτω από απειλές και παραθέτει διάφορα επιχειρήματα προς υποστήριξη της θέσης αυτής, σχετικές είναι οι παράγραφοι 11.1 μέχρι 11.4 της. Απορρίπτει επίσης τον ισχυρισμό ότι το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν οι επίδικος λογαριασμός με βάση τη συμφωνία δανείου ήταν 14%. Το 14% ήταν «το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας». Ανυπόστατοι είναι σύμφωνα με την ίδια και οι ισχυρισμοί του εναγομένου 1 ότι δεν τους δόθηκε το δικαίωμα να εξετάσουν τους όρους του δανείου και προβάλλει ως επιχείρημα ότι τους λέχθηκε ότι είχαν δικαίωμα να συμβουλευτούν δικηγόρο. Στην παράγραφο 11.15 αναφέρουν τα πιο κάτω τα οποία κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Εν πάση περιπτώσει, αρνούμαι κατηγορηματικά ότι εξασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση, αλλά ακόμη και εάν εξασκήθηκε, αυτή δεν ήταν αθέμιτη πίεση αλλά η συνήθης πίεση που εξασκείται σε εμπορικές και/ή επιχειρηματικές συναλλαγές και/ή διαπραγματεύσεις και η οποία εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων δεν παραβιάζει το Δίκαιο. Ούτε και εξασκήθηκε πίεση οιασδήποτε μορφής σε βαθμό που να αποτελούσε εκβιασμό και/ή απειλή». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17, Θ.10, Δ.26, Θ.14, Δ.48, ΘΘ1 έως 4 και Θ9 (
- h)και (η) και Δ.5, θ.2 Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τη Δ.26 Θ.14 αυτούσια, σε μετάφραση στα Ελληνικά: «Οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται κατόπιν παραλείψεως είτε σύμφωνα με αυτή τη Διάταξη ή κάτω από οποιαδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως θα κρίνει το Δικαστήριο». Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, με βάση την πιο πάνω διάταξη, να παραμερίσει και ή ακυρώσει μία απόφαση. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, πρέπει να λάβει υπόψη δύο παράγοντες, πρώτον ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του, εάν έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δεύτερο την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίξει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης[1]. Κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας το Δικαστήριο πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δικαιολογούσε την παράλειψη του αιτητή που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης. Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Στην απόφαση Siberia Air v Πούλλικα[2] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό». Στην υπό κρίση υπόθεση ο χρόνος που διέρρευσε ήταν μικρός. Υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος 1 επισκέφθηκε δικηγόρο, για να του αναθέσει το χειρισμό της υπόθεσης ένα περίπου μήνα μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ένα μήνα αργότερα. Δικαιολόγησε δε την καθυστέρηση αυτή και οι δικαιολογίες που προέβαλε δεν έχουν αμφισβητηθεί. Σε σχέση με τους εναγομένους 2, 3 και 5 είναι γεγονός ότι δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία που να αφορά ειδικά αυτούς, διαβάζοντας όμως την ένορκη δήλωση στο σύνολο της προκύπτει ότι τον χειρισμό της υπόθεσης τον είχε αναλάβει ο πρωτοφειλέτης, ο εναγόμενος 1. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν πολύ στενοί συγγενείς του οι οποίοι εγγυήθηκαν τον εναγόμενο 1 λόγω της συγγένειας τους. Επισημαίνω δε ότι όλα τα κλητήρια εντάλματα, πλην ενός, επιδόθηκαν στον εναγόμενο 1. Αυτός, ήτοι ο εναγόμενος 1, ήταν εκείνος που επισκέφθηκε το δικηγόρο στη Λευκωσία, υπενθυμίζω ότι όλοι οι εναγόμενοι διαμένουν σε ορεινά χωριά, για να του αναθέσει την υπόθεση. Όλοι δε οι εναγόμενοι εκπροσωπούνται στη διαδικασία από τον ίδιο δικηγόρο. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό που προέβαλαν οι καθ΄ ων η αίτηση ότι η συμπεριφορά των εναγομένων ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το θέμα της υπεράσπισης το Δικαστήριο πρέπει, σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, να εξετάσει κατά πόσο ο εναγόμενος έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή υπόθεση προς συζήτηση. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι η υπεράσπιση του δεν είναι επιπόλαιη αλλά έχει κάποια βάση (merits). Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, δεν αξιολογεί σε βάθος τον κάθε ισχυρισμό, ως θα είχε καθήκον να πράξει στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην απόφαση του εφετείου ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ και KS SOCRATOUS LTD[3], που είναι καθοδηγητική επί του θέματος όπου διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Η αίτηση για παραμερισμό απορρίφθηκε και για το λόγο, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως, ότι η εφεσείουσα δεν είχε «επιδείξει καλή υπεράσπιση». Το δικαστήριο εξέφρασε κατ' αρχάς την άποψη ότι, με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, η εφεσείουσα δεν παρέσχε λεπτομέρειες της υπεράσπισης της. Έπειτα το Δικαστήριο, αφού προέβη σε διάφορες παρατηρήσεις σε σχέση με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των διαδίκων, θεώρησε πως η εφεσείουσα δεν αντέδρασε επαρκώς για να αμφισβητήσει, είτε με την αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, «στοιχεία, τεκμήρια και καταστάσεις» που είχαν τεθεί με την ένσταση. Έχουμε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε η αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, καθιστούσε παρακινδυνευμένο τον αποκλεισμό της υπεράσπισης. Όπου υπάρχει τέτοιου είδους διάσταση, πρέπει να βαραίνει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο για εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών στο προβλεπόμενο πλαίσιο δίκης και όχι να αποκλείεται ο διάδικος ως αποτέλεσμα συγκρίσεων και συσχετισμών έξω από αυτό το πλαίσιο». Στην υπό κρίση υπόθεση οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου συνομολογήθηκε μετά από πιέσεις που άσκησε η τράπεζα εναντίον του εναγομένου 1, με όρους που δεν ήταν σε θέση λόγω της θέσης του να διαπραγματευθεί. Περιγράφει δε με συντομία τις συνθήκες αυτές. Οι καθ΄ ων η αίτηση απορρίπτουν τα πιο πάνω και προβάλλουν κάποια επιχειρήματα. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι, ως αναφέρω και ανωτέρω, να εξετάσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και όχι να προβεί σε βάθος θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων. Η αξιολόγηση μαρτυρίας και επιχειρημάτων γίνεται στα πλαίσια ακρόασης της αγωγής και όχι στο στάδιο αυτό. Καταλήγω ότι οι εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν έχουν κάποια βάση και ικανοποιούν την προϋπόθεση αυτή. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνω ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως η απόφαση που εκδόθηκε την 8.5.2012 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή παραμερισθεί. Τα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 20.4.2012, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που έχει παραμερισθεί, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων-αιτηών και υπέρ των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-αιτητών και εναντίον των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλ. Φυλακτού κ.ά,. v. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204 και Ντίνος Μουγής v. Χαράλαμπος Σπανούδης Πολ. Έφ. 8942, δόθηκε 25.9.96. [2]
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, 897. [3] Πολ. Έφ. 240/06, ημερ. 21.12.07 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο