← Κύπρος

Κώστα Δημητρίου ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2029/10, 22/3/2013

Κώστα Δημητρίου ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2029/10, 22/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2029/10 Μεταξύ: Κώστα Δημητρίου εκ Λατσιών ως Διαχειριστής της περιουσίας Του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου τέως εκ Μαλούντας Εναγόντα/Καθ΄ ου η Αίτηση Και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, εκ Λευκωσίας Εναγόμενη/Αιτήτρια Ημερομηνία: 22 Μαρτίου,

  1. Αίτηση ημερ. 6.6.12 για Προδικαστική Εκδίκαση Νομικού Σημείου ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια/Εναγομένη : κα Ζερβού για Λεωνίδα Γ. Γεωργίου Για τον Καθ' ου η Αίτηση/Ενάγοντα: ο ίδιος προσωπικά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με τη παρούσα Αίτηση η Εναγόμενη/Αιτήτρια επιδιώκει την εκδίκαση της προδικαστικής Ένστασης που εγείρεται στην παράγρ. 1 της Υπεράσπισης πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής. ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27,θ.θ.1-2, Δ.48,θ.θ.1-3, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Παραγραφής Νόμο ΚΕΦ. 15, στο Νόμο Mejelle Άρθρα 1660-1675 και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος. Υποστηρίζεται η Αίτηση από Ένορκη Δήλωση της Χλόης Τοφαρίδου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης/Αιτήτριας. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση βασικά αναφέρεται ότι η Εναγόμενη εγείρει μέσω της Υπεράσπισης της θέμα παραγραφής των αξιώσεων του Ενάγοντα οι οποίες αξιώσεις, όπως η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει, όπως φαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης και τις λεπτομέρειες που καταχωρήθηκαν στις 3.11.10, στηρίζονται σε ομολογίες ημερ. 1ης Μαρτίου και 1ης Οκτωβρίου
  2. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση, με βάση τη Νομοθεσία που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής δηλ. το Νόμο Mejelle, οποιεσδήποτε αξιώσεις στηρίζονται στις ομολογίες δεν ακούονται 15 χρόνια μετά τη γραπτή σύνταξη της ομολογίας η οποία φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του Εναγομένου. Η Ενόρκως Δηλούσα περαιτέρω δηλώνει ότι δεν έχει αποκαλυφθεί οποιοδήποτε έγγραφο εκ μέρους του Ενάγοντα που να φαίνεται ως το πρωτότυπο ομολογίας εκ μέρους της Εναγομένης και ότι οποιεσδήποτε αξιώσεις εμφαίνονται στα δικόγραφα και, άρα το υπόβαθρο για την εξέταση της προδικαστικής Ένστασης, περιορίζεται μόνο σε αυτά. Επίσης, αναφέρεται ότι, αν το θέμα λυθεί προδικαστικά, η όλη αγωγή θα τεθεί εκτός συζήτησης εφόσον, εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η αξίωση έχει παραγραφεί με βάση το δίκαιο Mejelle, τότε η αγωγή θα απορριφθεί από αυτό το στάδιο χωρίς να σπαταληθεί χρόνος του Δικαστηρίου, ενώ τα έξοδα θα είναι μειωμένα. Περαιτέρω, η Ενόρκως Δηλούσα, υποστηρίζει ότι το θέμα της παραγραφής είναι νομικό και μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.27,θ.
  3. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από τον Ενάγοντα η οποία βασίζεται στη Δ.27,θ.θ.1-4, Δ.48,θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγος Ένστασης προβάλλεται η θέση ότι δεν μπορεί να εξεταστεί η προδικαστική Ένσταση της Υπεράσπισης διότι υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και έλλειψη παραδεκτών γεγονότων που να αποτελεί το υπόβαθρο της αναφερόμενης προδικαστικής Ένστασης. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα στην οποία, βασικά, επαναλαμβάνονται οι λόγοι Ένστασης. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Τόσο η Αίτηση, όσο και η Ένσταση, στηρίζονται στην Διαταγή 27,θθ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες των Θεσμών 1 και 2 της Δ.27 έχουν ως ακολούθως: "
  4. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient".
  5. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Οι νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα, έχουν ξεκαθαριστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Malachtos v. Armefti

(1984)1 C.L.R 548, που πραγματεύεται τη Δ.27,θθ.1 και 2 επί της οποίας βασίζεται η αίτηση, σημειώνεται ότι μόνο καθαρά νομικά σημεία εκδικάζονται κάτω από τη Δ.27,θ.1, ενώ υποθέσεις μικτού νομικού και πραγματικού θέματος ή μόνο πραγματικού εκδικάζονται κάτω από τη Δ.33[1]. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33[2]. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27, Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων.[3] Το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών είναι η δίκη. Κατ΄επέκταση, η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Όπως αναφέρθηκε και στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 στην σελ 229: «...Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Η νομολογία, επίσης, υποδεικνύει ότι η έκδοση διαταγής για προεκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να γίνεται μόνο σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και να ασκείται με φειδώ. Το Δικαστήριο θα εξετάσει αν το εγειρόμενο ζήτημα είναι αμιγώς νομικό θέμα με αναφορά στα γεγονότα που καταγράφονται στην αγωγή. Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο, αν αποφασισθεί υπέρ του Αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής[4]. Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι, επίσης, παράγοντας που λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτική του ευχέρειας. Σκοπός της δικονομικής πρόνοιας της Διαταγής 27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση, ή ουσιαστικού μέρους αυτής, αχρείαστη. Κατ΄επέκταση, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο ενδεικνυόμενος χρόνος για υποβολή τέτοιου αιτήματος για ορισμό του νομικού ζητήματος για ακρόαση, είναι κατά τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή, εν πάση περιπτώσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά. Οι συνήγοροι δεν είναι ορθό να περιμένουν μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό αναβολή της ακρόασης και προκαλώντας έξοδα, αφού, τέτοια τακτική, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε κατάχρηση. Τούτου δεδομένου, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, θα εγκρίνει τέτοια αίτηση και θα ορίσει το νομικό σημείο για ακρόαση, προ της ακροάσεως στην αγωγή.[5] Αναφέρονται σχετικά τα εξής στην υπόθεση The heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and he should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Παρόμοια σχόλια υπάρχουν, επίσης, και στην υπόθεση Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392 και, επίσης, στην υπόθεση Panikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.50. Η απόφαση όμως η οποία κατά τρόπο σαφή θέτει το χρόνο υποβολής της αίτησης σαν παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη είναι η υπόθεση Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370 όπου στη σελ. 374 της απόφασης αναφέρονται τα εξής από το Δικαστή Σαββίδη: «Counsel should not wait till the case is fixed for trial and shortly before the date of hearing avail themselves of the procedure under Order 27 and thus secure an adjournment of the hearing of the case which otherwise might not have been granted. If this right is left to be exercised without any judicial control then there may be an abuse of it and parties who wish to have the proceedings protracted, may wait till the eve of the hearing to file an application and thus secure an adjournment of the case. It is for this reason that the matter is left within the discretion of the Judge to decide whether in the circumstances of a particular case it is in the interest of justice to grant such application and have the points of law set down for hearing prior to the hearing of the action.» ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά το στάδιο της εκδίκασης της παρούσης Αίτησης και οι δύο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η κα Ζερβού εκ μέρους της Αιτήτριας/Εναγομένης, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν την προδικαστική εξέταση νομικών ζητημάτων που εγείρονται στα δικόγραφα, υποστήριξε ότι το Δικαστήριο με βάση μόνο τα δικόγραφα των δύο πλευρών σε συνδυασμό με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μπορεί να αποφασίσει το θέμα της παραγραφής προδικαστικά. Επεσήμανε δε ότι από τα δικόγραφα εμφαίνεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα στηρίζεται σε «δάνεια» των προγόνων του στην Εναγομένη και/ή σε ομολογίες χρέους που φέρουν ημερομηνίες διακοσίων και πλέον χρόνων προηγουμένως υπογραμμίζοντας ότι, με βάση το ισχύον δίκαιο κατά τον ουσιώδη χρόνο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι δόθηκαν αυτά τα δάνεια, αυτές οι αξιώσεις παραγράφηκαν. Αναφερόμενη δε στο τότε ισχύον δίκαιο επικαλέστηκε τον Οθωμανικό Κώδικα «Mejelle» ο οποίος ίσχυε μέχρι τις 29.9.45 που τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Παραγραφής Νόμος που τον κατήργησε. Έκανε, μάλιστα, αναφορά σε συγκεκριμένα Άρθρα του Mejelle που αφορούν την παραγραφή. Από την άλλη ο Ενάγων/Καθ΄ ου η Αίτηση, αφού υπογράμμισε ότι μόνο καθαρά νομικά σημεία που προκύπτουν από μη αμφισβητούμενα γεγονότα που αποφασίζουν και την πορεία της δίκης μπορούν να δικαστούν προδικαστικά, υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα αμφισβητούνται και δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο. Τόνισε ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στα πραγματικά γεγονότα όπως και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ενάγων και/ή οι πρόγονοι του παρεμποδίστηκαν να αξιώσουν με την έγερση αγωγής τα επίδικα δάνεια. Υποστήριξε δε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί αόριστα και χωρίς απτή και παραδεκτή μαρτυρία που να διαφωτίζει και να καθορίζει τις δεδικαιολογημένες αιτίες που είχαν ως αποτέλεσμα να παρέλθει ο χρόνος. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι σε σχέση με τη θέση του Ενάγοντα ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στα πραγματικά γεγονότα όπως και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ενάγοντας και/ή οι πρόγονοι του παρεμποδίστηκαν να αξιώσουν με την έγερση αγωγής τα εν λόγω δάνεια και ότι, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί αόριστα και χωρίς απτή μαρτυρία που να διαφωτίζει και να καθορίζει τις δικαιολογημένες αιτίες που είχαν ως αποτέλεσμα να παρέλθει ο χρόνος, τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς Ενάγοντα δεν έχει προβληθεί και δεν δικογραφείται στα πλαίσια της Έκθεσης Απαίτησης. Ούτε έχει συμπεριληφθεί στις λεπτομέρειες που ο Ενάγοντας έδωσε κατόπιν έκδοσης Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.10.10. Ακόμη να επισημάνω ότι, παρά το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι είχαν εγείρει στην παράγρ. 1 προδικαστική ένσταση ότι η αξίωση του Ενάγοντα και/ή το δικαίωμα αγωγής του είχε παραγραφεί προ πολλού δυνάμει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας, ο Ενάγοντας δεν καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση για να προβάλει τον ισχυρισμό που προβάλλει σήμερα στην αγόρευση του ότι, δηλαδή, ο ίδιος και/ή οι προγόνοι του παρεμποδίστηκαν να αξιώσουν με την έγερση αγωγής τα επίδικα δάνεια, με αποτέλεσμα ένας τέτοιος ισχυρισμός, εφόσον δεν έχει δικογραφηθεί, να μην αποτελεί επίδικο ζήτημα και, συνακόλουθα, να μην τίθεται θέμα αμφισβητουμένων γεγονότων. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Αλέκου Χ'Στυλλή ν. Maude C. Papademas κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ 551 το ζήτημα της παραγραφής, εφόσον τίθεται στη δικογραφία, είναι καταλυτικό διότι άπτεται της ίδιας της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει επί τούτου. Παραπέμπω, στο σημείο αυτό, στα όσα σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα αναφέρθηκαν στις σελ. 560-561 της πιο πάνω απόφασης: «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. Για να δανεισθούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v. Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Υπαγορεύουν ακόμη ότι το ζήτημα της προθεσμίας μπορεί να εγερθεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Megalemou v. Republic
(1968)3 C.L.R. 581, 585). Παρόμοιες πρόνοιες σε σχέση με την προθεσμία συναντούμε και στον Ελληνικό Αστικό Κώδικα (βλ. αρ. 1470). Στο βιβλίο του "Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο" ο Εφέτης Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, σελ. 428, υποδεικνύει ότι το ζήτημα της προθεσμίας "μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Τονίζουμε ότι η αναφορά μας στις νομολογιακές αρχές που έχουν διατυπωθεί στις υποθέσεις Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας δεν πρέπει να εκληφθεί ότι οι αρχές αυτές εφαρμόζονται και στην πολιτική δικαιοδοσία. Η αναφορά έγινε για να καταδειχθεί η σπουδαιότητα του ζητήματος της παραγραφής. Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας. Παρόλο που στην πολιτική διαδικασία η πρόνοια για παραγραφή δεν έχει εξ αρχής την ίδια καταλυτική ενέργεια όπως συμβαίνει στο θέμα της προθεσμίας στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία, εν τούτοις από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται ο,τιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας. Επομένως, με την έγερση θέματος παραγραφής προκύπτει κατάσταση όμοια με εκείνη της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας σε ό,τι αφορά την εξέταση άλλων ζητημάτων. Εδώ, αφού ηγέρθη το θέμα της παραγραφής ήταν το πρώτο που θα έπρεπε να είχε εξεταστεί γιατί απολήγει σε δικαιοδοτικό. Ήταν επομένως άτοπη η εξέταση άλλου θέματος από το πρωτόδικο δικαστήριο.» Εφαρμόζοντας, λοιπόν, τις αρχές που αφορούν την προδικαστική εξέταση νομικού ζητήματος, κρίνω ότι το ζήτημα της παραγραφής το οποίο εγείρεται στην Υπεράσπιση των Εναγομένων θα πρέπει να εξετασθεί προ της ακροάσεως της αγωγής αφού: ü Το θέμα αυτό είναι καθαρά νομικό ü Οι ημερομηνίες που έγιναν και/ή παραχωρήθηκαν τα επίδικα δάνεια καθορίζονται στην Έκθεση Απαίτησης και στις λεπτομέρειες που παρείχε ο Ενάγων. ü Η επίλυση του νομικού αυτού ζητήματος θα προδιαγράψει την τύχη της αγωγής[6]. Προτού ολοκληρώσω θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τα όσα έχει αναπτύξει η κα Ζερβού με σκοπό να υποστηριχθεί ότι οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες αξιώσεις του Ενάγοντα έχουν παραγραφεί με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να είναι εκπρόθεσμη δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στον παρών στάδιο που αφορά το στάδιο κατά το οποίο το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Δ.27,θ.1[7], αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια εκδίκασης του εγειρόμενου νομικού ζητήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι το νομικό σημείο που εγείρεται στην παράγρ. 1 της Υπεράσπισης είναι κατάλληλο για να προδικαστεί. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης στην παρούσα Αίτηση, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος του Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση και υπέρ της Εναγομένης/Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου- Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /(αντιγόνη) /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Δέστε The heirs of the late Theodora Panagi v. The Administrator of the Estates of the late Stylianos Mandiatis
(1963)2 C.L.R 167, Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R 392 και Papamichael v. Chacholiades
(1970)C.L.R 305. [2] Δέστε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461. [3] Δέστε Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548. [4] Δέστε Ιωάννης Νικόλα Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ 949. [5] Δέστε Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370. [6] Δέστε Ξένια Νικολάου ως Διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Φιλίτσας Νικολάου ν. Α.Τ. Κωνσταντινίδη κ.α
(2002)1 Α.Α.Δ 777. [7] Δέστε Χρίστος Χ'Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμος Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ 2046. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.