← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιου Νίκου Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 3864/2011, 29/3/2013

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιου Νίκου Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 3864/2011, 29/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3864/2011 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων Και

  1. Γεώργιου Νίκου Χριστοφή, από Λευκωσία
  2. Καλλιόπης Χριστοφή, από Λευκωσία Εναγομένων ___________________________________________ 29.03.2013 Αίτηση ημερομηνίας 22.06.12 για παραμερισμό της απόφασης Για τους ενάγοντες/ καθ΄ων η αίτηση: κα Γ. Μαλέκου. Για τους εναγόμενους/αιτητές: κα Χριστοδούλου. Ενδιάμεση Απόφαση Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι (στη συνέχεια οι αιτητές) επιδιώκουν παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία τους την 14.05.
  3. Αρχικά η αίτηση των αιτητών εδράζετο στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.16 κ.2, Δ.2 κκ.1, 3 & 6, Δ.5 κ.7, και Δ.48 κκ.1, 2 & 9, και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Εντούτοις, μετά από αίτηση των αιτητών την 20.12.12 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της νομικής βάσης της αίτησης και αντικαταστάθηκε η Δ.16 κ.2 με την Δ.17 κ.
  4. Δυνάμει οδηγιών του δικαστηρίου την 21.12.12 οι αιτητές καταχώρισαν τροποποιημένη και διορθωμένη αίτηση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου
  5. Οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι καθ΄ων η αίτηση) δεν συνέναισαν στο αίτημα και την 25.07.12 καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Μετά το διάταγμα του δικαστηρίου, ημερομηνίας 20.12.12, την 09.01.13 καταχωρίστηκε νέα ένσταση στην τροποποιημένη αίτηση. Η νέα ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.5, Δ.16, Δ.17 κ.10, Δ.26 κκ.2, 10 και 14, Δ.39, Δ.40 κ.11, και Δ.48 κκ.1-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σε αυτή την περίπτωση υπαλλήλου των καθ΄ων η αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σύνολο των λόγων ένστασης που καταγράφονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης. Είναι αρκετό να σημειωθεί εδώ ότι η αίτηση αμφισβητείται αναφορικά και με τις δύο παραμέτρους που εξετάζονται, δηλαδή ότι δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ούτε δικαιολογεί το λόγο που δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφανίσεως. Εν σχέσει με την υπεράσπιση που προβάλλεται οι καθ΄ων η αίτηση διατείνονται πως οι αιτιάσεις των αιτητών είναι αόριστες, ατεκμηρίωτες και αντικρουόμενες. Για δε την άλλη πτυχή του αιτήματος υποστηρίζουν ότι παρατηρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Είναι η θέση τους πως τούτη η καθυστέρηση αγγίζει τους 18 μήνες. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι λόγω των περιβάλλουσων περιστάσεων η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα ζημιώσει τους καθ΄ων η αίτηση και την απονομή της δικαιοσύνης ανεπανόρθωτα. Υπό μορφή προδικαστικής ενστάσεως υποστηρίζουν ότι η διορθωμένη αίτηση των αιτητών είναι παράτυπη και δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄όψιν από το δικαστήριο. Ο λόγος, σύμφωνα με τους καθ΄ων η αίτηση, είναι επειδή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την τροποποιημένη αίτηση φέρει ημερομηνία που προηγείται της καταχώρισης τούτης. Καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Η αγόρευση των αιτητών σημειώθηκε ως έγγραφο Α και των καθ΄ων η αίτηση ως έγγραφο Β. Αν δεν σχολιάζω τις αγορεύσεις των συνηγόρων δεν είναι γιατί αγνοώ το περιεχόμενο τους ή υποτιμώ το μόχθο των συνηγόρων. Κρίνω όμως ότι η διερεύνηση που ακολουθεί πραγματεύεται ό,τι σχετικό. Όπως έχει νομολογηθεί, αίτημα αυτής της φύσης άπτεται της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ

(1996)1 ΑΑΔ 1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, και αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2123). Στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Kατά πανομοιότυπο τρόπο στην υπόθεση Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1Β Α.Α.Δ. 893, 897, λέχθηκε ότι∙ «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101. Η εισήγηση ότι οι εφεσείοντες στερήθηκαν του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο κρίνεται ανεδαφική. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο λόγος που επικαλείται ο αιτητής ως την αιτία που τον κράτησε μακριά από το δικαστήριο, εξετάζεται υπό το πρίσμα του δικαιώματος να ακουστεί και τις αρχές τελεσιδικίας, αρχές οι οποίες ουδόλως υποτιμόνται εφόσον η τήρηση των προθεσμιών είναι ζήτημα μείζονος σημασίας και συναρτάται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945,
  1. «Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους.» Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω κρίνω αναγκαίο να παραθέσω εδώ ό,τι προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 01.06.
  2. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους δύο αιτητές την 07.03.
  3. Ακολούθως, την 03.05.12 οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν ex parte αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης των αιτητών να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Την 14.05.12 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ΄ων η αίτηση. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε στην 22.06.12, δηλαδή 3 και πλέον μήνες μετά την επίδοση της αγωγής στους αιτητές και 2, σχεδόν, μήνες μετά την έκδοση της απόφασης που ζητείται να παραμεριστεί. Προτού αποφανθώ για οτιδήποτε άλλο είναι αναγκαίο να επιληφθώ δύο προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν οι διάδικοι, μία για κάθε πλευρά. Η πρώτη προδικαστική ένσταση έρχεται από τους καθ΄ων η αίτηση και θέλει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την διορθωμένη και τροποποιημένη, αναφορικά με τη νομική βάση, αίτηση, να είναι παράτυπη, και αυτό γιατί η ημερομηνία που αναφέρει παραπέμπει στον χρόνο που αρχικά καταχωρίστηκε η αίτηση, δηλαδή 22.06.12, και όχι στην ημερομηνία που καταχωρίστηκε η τροποποιημένη και διορθωμένη αίτηση, δηλαδή 21.12.
  4. Σημειώνω εδώ ότι το δικαστήριο διαπιστώνει πως το πραγματικό πλαίσιο τούτης της προδικαστικής ένστασης είναι ορθό. Όντως η ένορκη δήλωση παραπέμπει στην 22.06.12 και όχι στο χρόνο καταχώρισης της διορθωμένης αίτησης. Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί πως τούτη η ένορκη δήλωση στο φάκελο του δικαστηρίου δεν είναι καν υπογεγραμμένη. Παρά τη διαπίστωση όλων των ανωτέρω έχω τη γνώμη ότι η θέση των καθ΄ων η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Δεν είναι πρόθεση μου να δημιουργήσω γενικό κανόνα, κρίνω όμως ότι οι περιστάσεις της παρούσας διαφοροποιούνται και δεν επιτρέπουν υιοθέτηση της προδικαστικής ένστασης. Και εξηγώ. Με την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 20.12.12 το δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώριση διορθωμένων δικογράφων, δηλαδή αίτηση και ένσταση. Ο λόγος δεν ήταν ουσιαστικός αλλά πρακτικός. Θα μπορούσε κάλλιστα να διαταχθεί απάλειψη της παρατυπίας από την αρχική αίτηση και όχι οτιδήποτε περαιτέρω. Με αυτή όμως τη διαταγή έκρινα ότι δίδετο η ευχέρεια στους διαδίκους να καταχωρίσουν δικόγραφο απαλλαγμένο παρατυπίας. Κατ΄επέκταση, με την καταχώριση της διορθωμένης αίτησης οι αιτητές δεν δικαιούντο να προσθέσουν νέα γεγονότα ή ισχυρισμούς εφόσον ο σκοπός καταχώρισης τούτης περιορίζετο σε συμμόρφωση με το διάταγμα του δικαστηρίου ώστε στο φάκελο της υπόθεσης να βρίσκεται ορθή αίτηση και ένσταση. Έχω τη γνώμη ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι άλλη από τη δήλωση ημερομηνίας 22.6.
  5. Η άλλη προδικαστική ένσταση εγείρεται από τους αιτητές και υποστηρίζει ότι η τροποποιημένη ένσταση που καταχωρίστηκε είναι εκπρόθεσμη. Στη δοσμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι οι αιτητές επέδωσαν στους καθ' ων η αίτηση την τροποποιημένη αίτηση την 21.12.
  6. Οι τελευταίοι καταχώρισαν την ένσταση τους την 9.1.
  7. Γεγονός είναι ότι οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να καταχωρίσουν την ένσταση τους εντός 7 ημερών από την επίδοση της αίτησης, και ως εκ τούτου ο χρόνος που εν τέλει καταχώρισαν τούτη είναι έξω από τις οδηγίες του δικαστηρίου. Ζητούμενο είναι κατά πόσο αυτή η διαπίστωση ακυρώνει την ένσταση και το δικαστήριο οφείλει να μην τη λάβει υπόψη του. Αφενός, όλα όσα αναφέρθηκαν στην προδικαστική ένσταση των καθ' ων η αίτηση ισχύουν και σε αυτή την περίπτωση. Η καταχώριση της ένστασης είναι για να βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου ορθό δικόγραφο και τίποτα περαιτέρω. Αφετέρου, δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι το μη εμπρόθεσμο καταχώρισης αίτησης ή ένστασης συνιστά παρατυπία θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ. 366 «Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα». Στην προκείμενη περίπτωση αν και οι διάδικοι εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου σε άλλες τέσσερις περιπτώσεις (25.1.13, 30.1.13, 11.2.13 και 8.3.13) σε καμία εξ αυτών έκαναν λόγο για τούτη την παρατυπία. Και για τους δύο λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει και έτσι απορρίπτεται. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης και της ένστασης. Είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι ο χρόνος που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αίτησης ανέρχεται σε 18 μήνες, είναι υπερβολικός και συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση και κατάχρηση διαδικασίας. Ομολογώ ότι δεν ασπάζομαι τις αιτιάσεις των καθ΄ων η αίτηση εφόσον κρίνω ότι απάδουν του περιεχομένου του φακέλου και συνακόλουθα των διαπιστώσεων του δικαστηρίου. Όπως έχει διαπιστωθεί η καθυστέρηση των αιτητών ανέρχεται σε κάτι πέραν των δύο μηνών. Αυτός ο χρόνος δεν μπορεί, δίχως άλλο, να κριθεί υπέρμετρα υπερβολικός και ούτε συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Αυτή και μόνο η διαπίστωση δεν ολοκληρώνει όμως τη διερεύνηση του δικαστηρίου. Οι προθεσμίες που τάσσονται από τους κανονισμούς πρέπει να τηρούνται με ευλάβεια και δεν επιτρέπεται η κατά το δοκούν επίκληση και εφαρμογή τους από τους διαδίκους. Μείζον εν προκειμένω είναι ο λόγος που δίδεται από τον αιτητή για αιτιολόγηση της παράλειψης του να εμφανισθεί. Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές ισχυρίζονται ότι εκ παραδρομής και ή λάθους δεν ενημέρωσαν εγκαίρως το συνήγορο τους (βλ. παράγραφο 3 ενόρκου δηλώσεως αιτητών). Αναφέρουν μάλιστα ότι την 23.05.12 έδωσαν σχετικές οδηγίες στο δικηγόρο τους και μετά από έρευνα του τελευταίου αντιλήφθηκαν ότι είχε ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Έχω τη γνώμη ότι η παραπομπή σε λάθος και ή παραδρομή δίχως οιεσδήποτε λεπτομέρειες που να εξηγούν για ποιο λόγο ξεχάστηκαν μετά από την επίδοση να εμφανισθούν στο δικαστήριο, προσωπικώς ή δια δικηγόρου, δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση. Θα ανέμενε κανείς πως σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής θα ανέφερνε γεγονότα, φέρειπειν ασθένεια του ιδίου ή άλλου προσώπου που τον έκανε να εστιάσει την προσοχή και σκέψη του σε εκείνο το γεγονός, ή τυχόν σημαντικό γεγονός που εκτάκτως παρενέβαλε στην καθημερινότητα του και συνεπεία τούτου ξεχάστηκε. Απλή και μόνο επίκληση λάθους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αιτιολόγηση της καθυστέρησης, όσο περιορισμένη και αν είναι τούτη. Γεγονός παραμένει ότι ο κανονισμός τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία, εύλογη μάλιστα, και όλοι όσοι τυγχάνουν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος αναμένεται να συμμορφώνονται με αυτή την προθεσμία. Διαφορετικά, η επίκληση λάθους, εν πολλοίς ανέλεγκτη, θα εξουδετέρωνε τις σχετικές προθεσμίες και θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Κατ΄επέκταση διαπιστώνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να δικαιολογήσουν επαρκώς το λόγο που παρέλειψαν να εμφανισθούν στο δικαστήριο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη αναγκαία κρίνεται η εξέταση και της άλλης παραμέτρου. Άλλωστε, βαρύνουσας σημασίας δεν είναι τόσο η αιτιολόγηση της καθυστέρησης όσο η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Siberia, πιο πάνω). Σύμφωνα με τη νομολογία, ο διάδικος που αιτείται παραμερισμό απόφασης οφείλει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Mine & Quarry Services Ltd, πιο πάνω, στη σελ. 29). Η αναφορά σε εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι τέτοια διαπίστωση πρέπει να προκύπτει από την όψη των ισχυρισμών και δίχως αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται. Ως προς την υποχρέωση που βαρύνει τον αιτητή σχετική είναι η υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 294, όπου λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». Σχετική είναι και η υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 793, 799. Στην υπό κρίση περίπτωση οι σχετικές με αυτό το θέμα αιτιάσεις των αιτητών εξαντλούνται στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως: «Είναι η θέση μας ότι έχουμε καλή υπεράσπιση στην πιο πάνω υπόθεση και θα πρέπει να μας δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούμε την θέση μας. Η Τράπεζα κατά παράβαση της μεταξύ μας συμφωνίας προχωρούσε σε επιβολή τόκων, και παράλογων και/ή αυθαίρετων και/ή παράνομων χρεώσεων και/ή υπερχρεώσεων με αποτέλεσμα το υπόλοιπο που παρουσιάζεται να οφείλουμε να είναι υπερβολικό και/ή εξογκωμένο και/ή να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» Είμαι της γνώμης πως όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται δεν εμπίπτουν στην έννοια του αποδεικτικού στοιχείου. Με γενικότητες και αοριστίες και δίχως επίκληση πραγματικών γεγονότων οι αιτητές επικαλούνται νομικές υπερασπίσεις. Αφέθηκαν όμως τούτες οι υπερασπίσεις κενές περιεχομένου εφόσον καμία μαρτυρία τις πλαισιώνει. Η απλή και μόνο αναφορά ότι η αξίωση των καθ' ων η αίτηση είναι προϊόν αυθαίρετων και παράνομων χρεώσεων και υπερχρεώσεων χωρίς όμως υποστήριξη, φερειπείν υπόδειξη συγκεκριμένης χρέωσης ή παρανομίας, δεν παρέχει έρεισμα υπεράσπισης και ούτε βεβαίως αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση των αιτητών απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος τους. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και να επανέλθουν για έγκριση από το δικαστήριο. Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.