Natali Osetinskaya ν. Invest Port East Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2780/12, 11/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2780/12 Μεταξύ: Natali Osetinskaya Ενάγουσας και
- Invest Port East Limited κ.ά. Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 10 Ιουλίου 2012 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 11 Μαρτίου,
- Για τους Αιτητές-εναγόμενους 2, 3, 7, 9: κα Κ. Κακουλλή Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσα: κ. Α. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, εγείροντας την παρούσα αγωγή υπό την προσωπική της ιδιότητα και/ή ως μέτοχος μειοψηφίας και/ή για λογαριασμό της ιδίας και/ή εκπροσωπώντας τα συμφέροντα και/ή για λογαριασμό της εναγόμενης 1, εναντίον των εναγομένων, αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις, διατάγματα και αποζημιώσεις βασιζόμενη σε ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των εναγομένων και/ή συνωμοσία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η, κατά τη θέση της, παράνομη και δόλια αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1 και/ή όλων των μετοχών που η εναγόμενη 1 κατείχε στην εναγόμενη
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό αναφορά αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση, με βάση την οποία εξασφάλισε μονομερώς, την 26.4.2012, προσωρινά διατάγματα τα οποία, μεταξύ άλλων, απαγορεύουν στους εναγόμενους τη μεταβίβαση μετοχικού κεφαλαίου των εναγομένων 8 και
- Λίγους μήνες αργότερα, συγκεκριμένα στις 10.7.2012, καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Οι Αιτητές-εναγόμενοι εξαιτούνται διατάγματα με τα οποία να εμποδίζεται η Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσα από του να παρουσιάζεται ως διευθύντρια και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος της εναγόμενης 7 και από του να χρησιμοποιεί επιστολόχαρτα και σφραγίδες ή να υπογράφει για λογαριασμό της εν λόγω εναγόμενης. Εξαιτούνται επίσης διαταγμάτων με τα οποία η ενάγουσα να διατάσσεται όπως παραδώσει τις σφραγίδες και επιστολόχαρτα της εναγόμενης 7 και να παρεμποδίζεται η αλλαγή διεύθυνσης της εναγόμενης 8 και/ή να απαγορεύεται στην ενάγουσα να υποβάλλει παραστάσεις και/ή διαβήματα και/ή επιστολές σε διοικητικές αρχές αναφορικά με ζητήματα που αφορούν την εναγόμενη
- Είναι αχρείαστη η επέκταση στα περίπλοκα γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπό εξέταση υπόθεση και η αναπαραγωγή του δαιδαλώδους πλέγματος των αντικρουόμενων ισχυρισμών και των μετοχικών δομών των εμπλεκόμενων εταιρειών. Εντοπίζεται θεμελιακό πρόβλημα, τέτοιο που καθιστά θνησιγενή την υπό κρίση Αίτηση. Η παράθεση εκτεταμένου αποσπάσματος της απόφασης του Νικολάτου, Δ. στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Igor Zhigachov κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 115/2012, ημερ. 18.1.2013, θα καταστήσει ευκολότερα κατανοητή την κατάληξη του Δικαστηρίου: «Εξέτασα με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και θεωρώ ότι τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 29.6.12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αγωγή 2473/12, και των οποίων ζητείται η ακύρωση με την παρούσα διαδικασία, εκδόθηκαν καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας και είναι ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν. Κατέληξα σ΄ αυτό το συμπέρασμα για τους εξής δύο βασικούς λόγους: (α) Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν 14/60, όπως τροποποιήθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 17(Ι)/2004, κάθε δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, έχει εξουσία να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο. Η προαναφερόμενη ευρεία εξουσία των δικαστηρίων να εκδίδουν, μεταξύ άλλων, παρεμπίπτοντα διατάγματα τίθεται υπό την επιφύλαξη ότι, παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, δεν εκδίδονται εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν και ότι, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερο στάδιο. Έχω την άποψη, με όλον το σέβας, ότι ο όρος «απαγορευτικά διατάγματα» στο άρθρο 32
(1)είναι αδόκιμη μετάφραση του Αγγλικού όρου «injunctions». Κατά τη γνώμη μου το άρθρο 32
(1)θα έπρεπε καλύτερα να αναφέρεται σε «παρεμπίπτον διάταγμα (απαγορευτικόν, διηνεκές ή προστακτικόν)» και όχι σε «απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν). Ο όρος «απαγορευτικόν (προστακτικόν)» διάταγμα είναι αντιφατικός, κατά τη γνώμη μου. Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν 17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff΄s cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read
(1876)1 Ch.D. 600, Carter v. Frey
(1894)2 Ch. 541 και Collison v. Warren
(190)1 1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.5 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux
(2007)1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina
(1979)AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα. Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι-αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.6.12, στην Αγωγή 2473/12, δεν είχαν καταχωρήσει και παραδώσει, μέχρι τότε, οποιανδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και δεδομένου επίσης ότι τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα (απαγορευτικά και άλλα) διατάγματα που ζήτησαν δεν πηγάζουν, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σ΄ εκείνη την υπόθεση, ούτε και συνδέονται με αυτό, θεωρώ ότι δεν δικαιούντο, υπό τις περιστάσεις, και δεν νομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν και τους δόθηκαν, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στις 29.6.12. Δεν πληρούνταν δηλαδή οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32
(1)του Ν 14/60 θέτει, στην επιφύλαξη του, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποίο, το πρωτόδικο δικαστήριο, να μπορεί να ασκήσει την εξουσία του και να εκδώσει τα ζητηθέντα διατάγματα. Επομένως τα διατάγματα που δόθηκαν στις 29.6.12 εκδόθηκαν καθ΄ υπέρβαση εξουσίας.» Στην υπό κρίση περίπτωση οι θεραπείες που αξιώνονται από τους Αιτητές, ούτε πηγάζουν, ούτε και συνδέονται με το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται η ενάγουσα. Είναι δε αναντίλεκτο ότι δεν καταχωρήθηκε ανταγωγή, όπως συνιστά και κοινό έδαφος, η ανυπαρξία ανταπαίτησης εκ μέρους των εναγομένων. Συνεπώς, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος καλού αγώγιμου δικαιώματος και, ως αναπόφευκτο παρεπόμενο, δεν ικανοποιείται η αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος που να επιτρέπει στους εναγόμενους αναζήτηση ουσιαστικής θεραπείας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση, η απουσία της οποίας στην εξεταζόμενη περίπτωση οδηγεί σε απόρριψη της Αίτησης, αφού, ως αποτέλεσμα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60. Με βάση τα πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο