Ανδρέα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4726/04, 15/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4726/04 Μεταξύ: Ανδρέα Δημητρίου Ενάγοντα -και- Τράπεζας Κύπρου Λτδ Εναγομένων Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19.10.2005 Μεταξύ: Ανδρέα Δημητρίου Ενάγοντα -και- Τράπεζας Κύπρου Λτδ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Αικατερίνης Δημητρίου Ενάγουσα/Εξ΄ ανταπαιτήσεως -και- Τράπεζας Κύπρου Ανδρέα Δημητρίου Εναγομένων/Εξ΄ανταπαιτήσεως Ημερομηνία: 15.3.3013 Αίτηση ημερομηνίας 6.8.2012 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους 1- Αιτητές: κα Θ. Καουτζάνη για να ακούσει απόφαση κα Μ. Χούρη Για τον Ενάγοντα-καθ΄ου η αίτηση: κα Ν. Χ¨Ιωάννου για να ακούσει απόφαση κα Λ. Χ¨Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 14.1.2011, που εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων 1, στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή μέχρι εκδικάσεως της Έφεσης 76/11, η οποία σχετίζεται με την Έφεση 41/
- Ζητά επίσης διάταγμα ακύρωσης και ή αναστολής εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας που εκδόθηκε εναντίον της την 20.2.2012 και με αριθμό 3454/
- Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Γιώργου Ρωσταντή αξιωματούχου της τράπεζας. Ο ομνύοντας κάνει εκτενή αναφορά στην απόφαση ημερομηνίας 14.1.2011 και στο διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 17.9.
- Είναι η θέση τους ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης 76/11 δεν θα είναι δυνατή η ανάκτηση του επιδικασθέντος ποσού από τους εναγομένους 1 και η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Ενώ αντίθετα, εάν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης τα χρήματα θα παραμείνουν κατατεθειμένα στο λογαριασμό, δεν θα υπάρξει κίνδυνος αποξένωσης τους και θα διαφυλαχθούν τόσο τα δικαιώματα της εναγομένης 2 όσο και του ενάγοντα. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα. Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων τα οποία αφορούν δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια επίλυσης των οικονομικών διαφορών του ενάγοντα και της εναγομένης
- Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ενάγοντας και η εναγομένη 2 ήταν σύζυγοι, ο γάμος τους όμως διαλύθηκε το
- Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγοντας ζητούσε από την εναγομένη 1 όπως του καταβληθεί το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό 0120-06-002453, το οποίο η τράπεζα, ήτοι οι εναγόμενοι 1, αρνήθηκε να του το καταβάλει καθότι το είχε μεταφέρει σε άλλο λογαριασμό που ήταν στο κοινό όνομα του ιδίου και της πρώην συζύγου του. Τη 3.6.2004 η πρώην σύζυγος του ενάγοντα εξασφάλισε εναντίον του ενάγοντα προσωρινό διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας στα πλαίσια της αίτησης 15/04 με το οποίο αυτός εμποδιζόταν να αποσύρει οποιοδήποτε από το λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, ΛΚ253.779, πλέον τόκο. Το πιο πάνω ποσό πρόκειται για το ίδιο ποσό που αποτελούσε αντικείμενο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Τη 17.9.2004 το πιο πάνω διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης τροποποιήθηκε εκ συμφώνου, ως ακολούθως: «Το ποσό στην Τράπεζα Κύπρου που δεσμεύθηκε και ανέρχεται στις ΛΚ253.770 πλέον τόκους (αρ. λογαριασμού 0120-06-002968) περιορίζεται εις το ποσό των ΛΚ125.000 το οποίο θα παραμείνει κατατεθειμένο στην Τράπεζα Κύπρου μέχρι πλήρους εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης και αναφορικά με το ποσό αυτό το προσωρινό διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Ο καθ΄ ου η αίτηση Ανδρέας Δημητρίου δικαιούται να αποσύρει από την Τράπεζα το υπόλοιπο ποσό που είναι κατατεθειμένο στην Τράπεζα Κύπρου (αρ. Λογαριασμού 0120-06-002968), για το οποίο η Αικατερίνη Δημητρίου συγκατατίθεται με την παρούσα διευθέτηση». Με βάση την πιο πάνω διευθέτηση ο ενάγοντας απέσυρε από τον επίδικο λογαριασμό το ποσό των ΛΚ136.267,15 και η αξίωση του περιορίσθηκε στο ποσό των ΛΚ125.000 πλέον τόκους, που παρέμεινε στον επίδικο λογαριασμό μετά από την πιο πάνω διευθέτηση. Στην πρώην σύζυγο του ενάγοντα δόθηκε η άδεια όπως παρέμβει στη διαδικασία και αυτή προστέθηκε ως εναγομένη
- Η τελευταία καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση διεκδικώντας μερίδιο επί του ποσού της επίδικης κατάθεσης. Η αίτηση 15/2004 που καταχωρήθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας αρχικά απορρίφθηκε ως παραγραφείσα στην συνέχεια όμως επαναφέρθηκε μετά από έφεση που καταχωρήθηκε από την αιτήτρια, εναγομένη 2 στην παρούσα διαδικασία. Ο αδελφός δικαστής στην απόφαση που εξέδωσε τη 14.1.2011 και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, έκρινε ότι η θεραπεία που διεκδικούσε η εναγομένη 2 με την ανταπαίτηση της στην παρούσα αγωγή «περικλείεται στις αξιώσεις που προωθεί με την αίτηση περιουσιακών διαφορών που καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας» και έκρινε ορθό όπως απορρίψει την ανταπαίτηση της. Ό,τι απόμεινε να αποφασιστεί ήταν «.κατά πόσο δικαιολογημένα ή όχι αρνείτο η τράπεζα να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο της επίδικης κατάθεσης και, κατ΄ επέκταση, εάν ορθά και δικαιολογημένα έκλεισε τον επίδικο λογαριασμό και άνοιξε νέο κοινό, με δικαιούχο και την εναγομένη 2». Το Δικαστήριο κατέληξε στα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια[1]: «Καταλήγω, συνεπώς, πως η τράπεζα οφείλει να αποδώσει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο που αδικαιολόγητα μετέφερε σε άλλο λογαριασμό από τον επίδικο και το οποίο σήμερα, είναι το αντίστοιχο σε ευρώ, των Λ.Κ.125.000, μετά την απόσυρση από τον Ενάγοντα του υπολοίπου. Είναι όμως χρήσιμο να τονιστεί πως το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται ότι η Ενάγουσα δεν διατηρεί το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι έχει συνεισφέρει στην απόκτηση του ποσού. Αυτό, επαναλαμβάνω, θα αποφασιστεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο που είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί για τα περιουσιακά δικαιώματα του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
- Ενόψει, μάλιστα, του γεγονότος ότι υπάρχει σε ισχύ διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης που εκκρεμεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο, με το οποίο απαγορεύεται στον Ενάγοντα να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από το υπόλοιπο της επίδικης κατάθεσης, τα όποια δικαιώματα της Εναγόμενης 2 επί του ποσού που θα επιδικαστεί στον Ενάγοντα, δεν επηρεάζονται. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €213.575,18 (αντίστοιχο των Λ.Κ.125.000) πλέον τους τόκους που έχουν συσσωρευθεί μέχρι σήμερα, με νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι, λόγω της συνεκδίκασης της αγωγής με την ανταπαίτηση, όπου τα έξοδα συμπίπτουν θα υπολογίζεται ένα κονδύλι». Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης και συγκεκριμένα την 8.5.2012 εκδόθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, η οποία αφορά το θέμα παραγραφής της αίτησης που καταχωρήθηκε για επίλυση των οικογενειακών διαφορών μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης
- Η έφεση καταχωρήθηκε εναντίον της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η καταχώρηση στις 2.6.2004 της εναρκτήριας αίτησης ήταν εμπρόθεσμη». Το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση της εναγομένης 2 ήταν παραγεγραμμένη, παρέπεμψε όμως την υπόθεση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου για να τύχει χειρισμού το θέμα συνταγματικότητας του άρθρου 15 του Ν.232/
- Παρενθετικά αναφέρω ότι ως διαφαίνεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το θέμα της αντισυνταγματικότητας του Νόμου είχε προβληθεί από την εναγομένη
- Ήταν η θέση της ότι ο Νόμος θέτει περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης της στο Δικαστή. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την κατάληξη του Δικαστηρίου: «Η έφεση γίνεται αποδεκτή και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Η αξίωση κρίνεται παραγεγραμμένη, με βάση το άρθρο 15 του Ν.232/01 όπως ίσχυε την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Εφόσον όμως μόνο αυτό το θέμα εξετάσθηκε η υπόθεση θα παραπεμφθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο έτσι ώστε, να τύχει περαιτέρω χειρισμού του θέματος της συνταγματικότητας του εν λόγω άρθρου». Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Δ.35 θθ.18 και 19 και Δ.40 θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.35 θ.18 προβλέπει τα πιο κάτω: «
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered the person obtaining the order shall furnish such security (of any) as may have been directed .». Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τη νομολογία που διέπει το θέμα σε πρόσφατη απόφαση μου. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Στην απόφαση Μιχάλης Δημητρούδης v Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη[2], το Εφετείο τόνισε ότι το αντικείμενο της αναστολής, δυνάμει της Δ.35 θ.18 και της μέχρι τότε νομολογίας, συναρτάται «.προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλομένη απόφαση». Όπου όμως δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση από τη διαταγή του Δικαστηρίου, όπως στην περίπτωση καταδικαστικής απόφασης για αστική παρακοή διατάγματος, τότε δεν παρέχεται εξουσία αναστολής της διαδικασίας. Σχετικό είναι και το απόσπασμα από την απόφαση Marfin Popular Bank Public Cο Ltd v Telec Logistic Company Ltd[3]. «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης, η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708∙ In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35 θ. 18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Στην πιο πάνω υπόθεση είχε υποβληθεί αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, εκκρεμούσης της ακρόασης έφεσης με την οποία αμφισβητήθηκε η ορθότητα της ακύρωσης διατάγματος έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη απόφαση δεν επέβαλλε οποιαδήποτε υποχρέωση, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35, θ.18. Αντίθετα επιδιώκετο ο παραμερισμός της ακυρωτικής απόφασης και η απαγόρευση της συνέχισης της διαδικασίας που μπορούσε να γίνει μόνο με την έκδοση προνομιακού εντάλματος Prohibition. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίφθηκε». Στην υπό κρίση υπόθεση, ο αδελφός δικαστής με την απόφαση του δεν διέταξε την αιτήτρια-εναγομένη 1 να προβεί σε οποιαδήποτε θετική πράξη. Κατέληξε ότι αυτή όφειλε να «.αποδώσει στον ενάγοντα το υπόλοιπο που αδικαιολόγητα μετέφερε σε άλλο λογαριασμό από τον επίδικο». Παράλληλα όμως στην απόφαση τονίζεται ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ενόψει του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το οποίο είναι «αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί για τα περιουσιακά δικαιώματα του Ενάγοντα και της Εναγομένης 2». Με βάση δε τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν έχει ολοκληρωθεί, παραπέμφθηκε προς εξέταση το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου, ως αναφέρω ανωτέρω. Προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση δεν επέβαλλε στην εναγομένη 1 οποιαδήποτε θετική υποχρέωση η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής σύμφωνα με τη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως αντιλαμβάνομαι την απόφαση του αδελφού δικαστή το επίδικο ποσό, ο ενάγοντας θα δικαιούται να το εισπράξει μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου μεταξύ της εναγομένης 2 και του ιδίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση συμπεριλαμβανομένης και της θεραπείας παράγραφος Β, η οποία στηρίζεται στην ίδια βάση γεγονότων, δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Σελ. 14 και 15 της απόφασης. [2] Π.Ε 294/2010, ημερ. 31.3.2011 [3]
(2008)1 Β Α.Α.Δ. 764, 768. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο