CHRISTOS M CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD ν. Άντρη Καμπάνα κ.α., Αρ. Αγωγής: 7322/12, 22/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7322/12 Μεταξύ: CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD Εναγόντων και
- Άντρη Καμπάνα
- Alpha Bank (Cyprus) Limited
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 24.10.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Μαρτίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Μαππουρίδης Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 2: κα Ναθαναήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων στις 24.10.2012 παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου με το οποίο, αφενός απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους υπαλλήλους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους αξιωματούχους τους και/ή σε οποιοδήποτε εντεταλμένο από αυτούς πρόσωπο, η κατάσχεση και/ή εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής ύψους €211.000 πλέον τόκων της εναγομένης 3 εταιρείας με ημερομηνία λήξης 2.10.2012, νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα τηρούν σε ισχύ την εγγυητική αυτή μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και αφετέρου διατάσσονται οι εναγόμενοι 3 και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι αξιωματούχοι τους και/ή οποιοδήποτε εντεταλμένο από αυτούς πρόσωπο, όπως διατηρήσουν σε ισχύ και/ή ανανεώνουν την εν λόγω εγγυητική. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) την 1.11.2012, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 2 αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 22.11.
- Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Όσον αφορά τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση 1 και 3 το υπό αναφορά προσωρινό διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο. Σύμφωνα με τη γενική οπισθογράφηση της αγωγής οι ενάγοντες ζητούν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απόφαση του Δικαστηρίου ότι δεν δικαιούνται σε αποζημιώσεις και/ή κατάσχεση της επίδικης εγγυητικής που εκδόθηκε προς όφελος των εναγομένων 2 από τους εναγόμενους 3, για τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης της κατοικίας στην εναγόμενη 1 σε αντάλλαγμα συμφωνίας των εναγομένων 2 να παρέχουν δάνειο προς την εναγόμενη 1, λόγω κωλύματος βάσει του δικαίου της επιείκειας, εφόσον η εναγόμενη 1 με τη συμπεριφορά της και/ή δολίως παρεμποδίζει την εν λόγω μεταβίβαση συνεπεία οφειλών της προς τους ενάγοντες δυνάμει της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 23.6.
- Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 οι ενάγοντες ζητούν απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απαίτηση ρευστοποίησης της υπό αναφορά εγγυητικής προς όφελος των εναγομένων 2 αποτελεί δόλο και/ή απάτη εφόσον οι εναγόμενοι 2 αντισυμβατικά και χωρίς να λάβουν υπόψη την ανυπαίτια αδυναμία μεταβίβασης της κατοικίας από τους ενάγοντες εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ζήτησαν την κατάσχεση της εγγυητικής σε αντίθεση με την μέχρι τώρα πρακτική παράτασης της. Περαιτέρω, εναντίον της εναγομένης 1 οι ενάγοντες ζητούν γενικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν λόγω της παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της συνεπεία της δόλιας απαίτησης ρευστοποίησης της υπό αναφορά εγγυητικής και το ποσό των €23.000 που οφείλεται από την εναγόμενη 1 προς τους ενάγοντες δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23.6.2008 και αφορά τα έξοδα έκδοσης της εγγυητικής πλέον νόμιμο τόκο. Εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απαιτούνται επίσης ειδικές αποζημιώσεις ποσού ίσου με το ποσό της εγγυητικής καθώς και τα έξοδα έκδοσης και παράτασης της εγγυητικής από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι πλήρους εκδίκασης της ή μέχρι μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, η Δ.48 θ.θ. 2, 5, 6 και 8
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και το Κοινοδίκαιο. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο Χρίστος Χαραλάμπους, διευθυντής και μέτοχος των εναγόντων, που ασχολούνται με την ανάπτυξη γης και την ανέγερση και πώληση κατοικιών, πολυκατοικιών και διαμερισμάτων, αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης. Στις 23.6.2008 υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο Α), που κατετέθη στο Κτηματολόγιο, για την πώληση διαμερίσματος, το οποίο θα παρεδίδετο περί τις 18.12.2008, με καθορισμό του τρόπου πληρωμής και εξόφλησης του τιμήματος. Για να εξασφαλίσει η εναγόμενη 1 δάνειο, οι ενάγοντες υπέγραψαν εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 8.10.2008 για το ποσό των €211.000 πλέον τόκους, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β. Αποτελούσε ρητό όρο της εν λόγω εγγυητικής ότι θα κατέπιπτε σε περίπτωση που οι εναγόμενοι 2 υπέβαλαν απαίτηση προς τους εναγόμενους 3 με συστημένη ή δια χειρός παραδοθείσα επιστολή, στην οποία θα δηλώνετο ότι ο πωλητής δεν έχει εγγράψει το αγορασθέν ακίνητο στο όνομα της εναγομένης 1 μέχρι τις 2.9.2009 ή ότι ο πωλητής μεταβίβασε τον τίτλο ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου στον αγοραστή χωρίς να δώσει γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον 30 ημερών προς τους εναγόμενους 2 μέσω των εναγομένων 3 για τη μεταβίβαση αυτή. Η εν λόγω εγγυητική επιστολή παρετείνετο αδιαλείπτως μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αντίγραφο δε της τελευταίας ανανέωσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ. Η ανέγερση της πολυκατοικίας ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα και το εν λόγω διαμέρισμα παραδόθηκε κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία στην εναγόμενη 1, η οποία έκτοτε διαμένει σ' αυτό έχοντας την κατοχή του. Οι ενάγοντες προσφέρθηκαν να μεταβιβάσουν στην εναγόμενη 1 το μερίδιο γης που αναλογεί στο διαμέρισμα της, δηλαδή ποσοστό 15,46% (βλ. Τεκμήριο Δ ημερομηνίας 10.10.2011) μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά η εναγόμενη 1 αρνήθηκε αδικαιολόγητα να αποδεχθεί αυτή την πρόταση. Στις 10.6.2009 είχε υποβληθεί αίτηση για διαίρεση της οικοδομής που εγκρίθηκε από τον Δήμο Έγκωμης στις 26.1.2012 (Τεκμήριο Ε). Στις 17.4.2012 εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης (Τεκμήριο ΣΤ), με αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του Δήμου Έγκωμης παρά το ότι η ανέγερση της πολυκατοικίας είχε ολοκληρωθεί από τον Δεκέμβριο του 2008 και η αίτηση για την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης είχε καταχωρηθεί εμπρόθεσμα χωρίς να υπάρχουν σοβαρές παρατηρήσεις ώστε να καθυστερήσει η διαδικασία. Αμέσως μετά την έκδοση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης υπεβλήθη αίτηση στο Κτηματολόγιο για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων. Αποτελούσε ρητό όρο της προαναφερθείσας συμφωνίας πώλησης ότι αν εζητείτο από τους ενάγοντες να παράσχουν εγγυητική επιστολή στην εναγόμενη 1, τα έξοδα της έκδοσης της θα βάρυναν την εναγόμενη 1, η οποία ουδέποτε κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό τόσο της έκδοσης όσο και της ανανέωσης της υπό αναφορά εγγυητικής επιστολής, με αποτέλεσμα να οφείλεται από την εναγόμενη 1 στους ενάγοντες το ποσό των €23.
- Επίσης, με βάση τον όρο 11 της εν λόγω συμφωνίας πώλησης τα μεταβιβαστικά δικαιώματα και οποιαδήποτε έξοδα που σχετίζονται με την μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης 1 βαρύνουν αποκλειστικά την τελευταία. Ακόμα δε και αν η διαδικασία έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο διαμέρισμα ολοκληρώνετο, η μεταβίβαση δεν θα γινόταν εξ υπαιτιότητας της εναγομένης 1, η οποία εξακολουθεί να οφείλει το προαναφερθέν ποσό των €23.
- Παρόλο που η ανανέωση της εγγυητικής επιστολής γινόταν κανονικά, οι εναγόμενοι 2 απρόβλεπτα ζήτησαν από τον ενόρκως δηλούντα να υποβάλει αίτημα ανανέωσης εκθέτοντας τις ειδικές περιστάσεις που το αιτιολογούν. Με επιστολή του ημερομηνίας 4.10.12 προς τους εναγόμενους 2 (Τεκμήριο Ζ), ο ενόρκως δηλών ζήτησε όπως μη ρευστοποιηθεί η εγγυητική επιστολή και όπως ανανεωθεί μέχρι την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας. Στις 22.10.2012 οι εναγόμενοι 2 μέσω αρμοδίας λειτουργού πληροφόρησαν τον ενόρκως δηλούντα ότι το πιο πάνω αίτημα του απορρίφθηκε καθώς και ότι με διατραπεζικό μήνυμα ζήτησαν από τους εναγόμενους 3 την εκτέλεση της εγγυητικής, οι οποίοι δεν τον είχαν ενημερώσει για την υποβολή του αιτήματος ούτε τον εφοδίασαν με την σχετική επιστολή των εναγομένων
- Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η απαίτηση ρευστοποίησης της επίδικης εγγυητικής επιστολής είναι παράνομη και/ή μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα εφόσον δεν παραβιάστηκαν οποιοιδήποτε όροι της συμφωνίας εξ' υπαιτιότητας των εναγόντων όπως προνοείται στην εγγυητική, αλλά και ούτε υφίστανται οποιαδήποτε ζημιά η εναγόμενη 1 και οι εναγόμενοι
- Αντίθετα οι λόγοι ρευστοποίησης της εγγυητικής είναι άσχετοι με την συμφωνία δεδομένου ότι με την εν λόγω εγγυητική επιστολή οι εναγόμενοι 3 εγγυώνται τους ενάγοντες, σε αντάλλαγμα της συμφωνίας των εναγομένων 2 με την εναγόμενη 1 να παρέχουν σ' αυτή δάνειο ώστε να εκπληρώσει η τελευταία μερικώς τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τη συμφωνία πώλησης. Η απαίτηση των εναγομένων 2 για ρευστοποίηση της εγγυητικής είναι αδικαιολόγητη εφόσον η εναγόμενη 1 εκπληρώνει τους όρους αποπληρωμής του δανείου που έλαβε από τους εναγόμενους 2 και αυτή η απαίτηση των εναγομένων 2 γίνεται δολίως ώστε να εξαναγκαστούν οι ενάγοντες να ακυρώσουν τη συμφωνία πώλησης καταβάλλοντας το ποσό της εγγυητικής, με αποτέλεσμα να μετατραπεί η απαίτηση τους σε διαφορά μεταξύ εναγόντων και εναγομένης
- Είναι πρόδηλο ότι για την καθυστέρηση στην μεταβίβαση του ακινήτου ευθύνεται ο Δήμος Έγκωμης ενόσω οι ενάγοντες ενήργησαν καλόπιστα, εμπρόθεσμα και εντός των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Τυχόν κατάσχεση της εγγυητικής επιστολής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες δημιουργώντας τους πρόβλημα ρευστότητας και επιβίωσης, θα τους οδηγήσει δε σε οικονομική καταστροφή εφόσον δεν θα τους παρέχονται πλέον χρηματοδοτήσεις από την τράπεζα τους και θα τους αναγκάσει να τερματίσουν κάθε δραστηριότητα. Δεδομένου ότι οι ενάγοντες έχουν υποβάλει αίτηση για έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας για κάθε διαμέρισμα αλλά και η εναγόμενη 1 δεν καθυστερεί τις δόσεις της για την εξόφληση του δανείου που έλαβε από τους εναγόμενους 2, το αίτημα των εναγομένων 2 είναι παντελώς αδικαιολόγητο και αντίκειται στην λογική. Η απόκρυψη, επίσης, της απαίτησης ρευστοποίησης της εγγυητικής επιστολής μέχρι τις 22.10.2012 αποδεικνύει δόλο και/ή απάτη εκ μέρους της εναγομένης 1 και/ή των εναγομένων
- Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην παρούσα υπόθεση για τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν θα έχουν σε περίπτωση κατάσχεσης της εγγυητικής τη δυνατότητα να προβάλουν νομικά τις απαιτήσεις τους. Το κατεπείγον έκδοσης του διατάγματος προβάλλει από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 2 θα μπορούν να κατάσχουν την εγγυητική επιστολή χωρίς να δικαιούνται είτε συμβατικά είτε δια νόμου να το πράξουν και οι εναγόμενοι 3 δεν θα προχωρήσουν σε ανανέωση της εγγυητικής έχοντας αίτημα των εναγομένων 2 για ρευστοποίηση της. Περαιτέρω αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και δεν διατηρηθεί η παρούσα κατάσταση πραγμάτων οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά όπως ήδη αναφέρθηκε, ενόσω το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των εναγόντων λόγω της παράνομης και δόλιας συμπεριφοράς των εναγομένων 2, με δεδομένο ότι η εναγόμενη 1 χρησιμοποιεί το επίδικο διαμέρισμα και δεν έχει καθυστερήσει οποιαδήποτε δόση της, οι δε ενάγοντες τιμωρούνται αδικαιολόγητα χωρίς να έχουν προβεί σε οποιαδήποτε παράλειψη. Με τη θέση ότι οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον των εναγομένων, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2, που καταχωρήθηκε στις 22.11.2012, ως νομικό υπόβαθρο έχει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.θ. 1, 2, 8 και 9, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 καθώς και τη νομολογία, τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου, ως λόγοι δε ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: · η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου · η καταχώρηση της αίτησης αποτελεί περιφρόνηση των δικαιωμάτων των εναγομένων 2 και κατάχρηση της διαδικασίας · εάν το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο θα πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο αυτό να οριστικοποιηθεί υπό τις περιστάσεις · οποιεσδήποτε διαφορές των εναγόντων με την εναγόμενη 1 δεν έχουν σχέση με την ανέκκλητη υποχρέωση των εναγομένων 3 για την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής κατόπιν απαίτησης των εναγομένων 2, δηλαδή σε πρώτη ζήτηση όπως και έγινε · η ιδιαίτερη σχέση και βεβαιότητα που δημιουργείται με μία τραπεζική εγγύηση είναι ανεξάρτητη από την συναλλαγή με την οποία σχετίζεται · το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον τέτοια διατάγματα δεν πρέπει να εκδίδονται επειδή επεμβαίνουν σε τραπεζικές εγγυητικές επιστολές χωρίς να τίθεται θέμα απάτης ή δόλου · οι ενάγοντες παραπληροφορούν και/ή διαστρεβλώνουν τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν προσέρχονται σ' αυτό με καλή πίστη και με καθαρά χέρια · το προσωρινό διάταγμα δεν θα πρέπει να καταστεί απόλυτο επειδή οι εναγόμενοι 2 είναι το αθώο μέρος στη μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 διαφορά, η οποία δεν αφορά τους εναγόμενους 2, δεν έλαβαν γνώση αυτής και δεν τοποθετήθηκαν · το προσωρινό διάταγμα δεν θα πρέπει να καταστεί απόλυτο επειδή η σχέση μεταξύ εναγομένων 2 και εναγομένων 3 ρυθμίζεται από την μεταξύ τους συμβατική σχέση με την οποία δεν επηρεάζονται ή σχετίζονται οι ενάγοντες · οι αιτητές δεν παρουσιάζουν και/ή δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους · οι εναγόμενοι 2 είναι το αθώο και καλόπιστο μέρος στη διαδικασία οι δε λόγοι καθυστέρησης των αρμοδίων υπηρεσιών για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 με βάση τη συμφωνία πώλησης δεν αφορούν τους εναγόμενους 2 και τα δικαιώματα τους, τα οποία εδράζονται σε άλλη συμβατική σχέση που έχουν οι εναγόμενοι 2 με τους εναγόμενους 3 · η υπό κρίση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και · οι αιτητές κωλύονται να ζητούν την μη εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής από τους εναγόμενους 2 λόγω του ότι περί τον Απρίλιο του 2012 και κατόπιν οδηγιών των αιτητών, οι εναγόμενοι 3 με επιστολή τους ημερομηνίας 9.4.2012 παρέτειναν την ισχύ της εγγυητικής μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 που φανερώνει ότι γνώριζαν ότι δεν είχε γίνει εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της εναγομένης 1 και δέχθηκαν να συνεχίσουν να τους εγγυούνται. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, η Στέλλα Σολωμού, υπάλληλος των εναγομένων 2 κατέχοντας τη θέση της διευθύντριας του υποκαταστήματος, όπου η εναγόμενη 1 διατηρεί τους λογαριασμούς της, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης έχοντας στην κατοχή της έγγραφα που έχουν σχέση με αυτή και λαμβάνοντας νομική συμβουλή από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους των εναγομένων 2, διαφωνεί δε με τη αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 2 ορθά και δικαιωματικά, βάσει της συμβατικής τους σχέσης με τους εναγόμενους 3, προχώρησαν σε απαίτηση της πληρωμής των ποσών που τους οφείλονται βάσει της επίδικης εγγυητικής επιστολής, καθότι υπήρχε ρητή παραβίαση των όρων της, με αποτέλεσμα και την παραβίαση της συμβατικής σχέσης των μερών. Οι οποιεσδήποτε διαφορές των εναγόντων με την εναγόμενη 1 δεν έχουν σχέση με την ανέκκλητη υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι 3 προς τους εναγόμενους 2, δυνάμει αιτήματος των εναγόντων, να πληρώσουν το ποσό της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση, σύμφωνα με ρητό όρο αυτής, τον οποίο παραθέτει αυτούσιο. Με επιστολή τους ημερομηνίας 9.4.2012 (Τεκμήριο 1), οι εναγόμενοι 3 πληροφόρησαν τους εναγόμενους 2 ότι η ισχύς της υπό αναφορά εγγυητικής παρατείνεται μέχρι τις 2.10.2012, αναφέροντας, επίσης, ότι η ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου τροποποιείται σε 2.9.2012, ενώ όλοι οι λοιποί όροι της εγγυητικής παραμένουν σε ισχύ. Με επιστολή τους ημερομηνίας 21.9.2012 (Τεκμήριο 2), οι εναγόμενοι 2 ανέφεραν στους εναγόμενους 3 ότι οι ενάγοντες δεν είχαν εγγράψει μέχρι τις 2.9.2012 το ακίνητο ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή άλλη επιβάρυνση στο όνομα της εναγομένης 1 και απαίτησαν πληρωμή βάσει της εν λόγω εγγυητικής για το ποσό των €195.635, που είχε κατατεθεί από τους εναγόμενους 2 στο λογαριασμό των εναγόντων που διατηρούσαν στους εναγόμενους 3, πλέον τόκους όπως προβλέπεται στην εγγυητική. Δεδομένου ότι η βεβαιότητα που δημιουργείται με μια τραπεζική εγγύηση είναι ανεξάρτητη από τη συναλλαγή με την οποία σχετίζεται, η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 δεν μεταβάλλει την υποχρέωση των εναγομένων 3 να πληρώσουν το ποσό της εγγυητικής, τιμώντας τους όρους της. Με την απαίτηση τους οι εναγόμενοι 2 δεν δημιουργούν διαφορά μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 και θα ήταν άδικο να αποστερηθούν από την είσπραξη του ποσού της εγγυητικής λόγω οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των μερών της συμφωνίας πώλησης. Εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν είχε μεταβιβαστεί μέχρι την καθορισμένη ημερομηνία, οι εναγόμενοι 2 είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν άμεσα την πληρωμή της εγγυητικής, ανεξάρτητα της οποιασδήποτε καθυστέρησης του Δήμου Έγκωμης για την έκδοση των πιστοποιητικών τελικής έγκρισης και της επακόλουθης καθυστέρησης στη διαδικασία έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, το προσωρινό διάταγμα δεν θα πρέπει να καταστεί απόλυτο εφόσον οι ενάγοντες λανθασμένα και παραπλανητικά αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι 2 ενήργησαν ως αντιπρόσωποι της εναγομένης 1, ενόσω η επιστολή - Τεκμήριο Ζ αποστάληκε μετά την αποστολή της απαίτησης των εναγομένων 2 στους εναγόμενους 3, στην εγγυητική επιστολή δεν προβλέπεται ότι θα ρευστοποιείτο αν παραβιάζοντο όροι του συμβολαίου εξ υπαιτιότητας των εναγόντων και οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι ατεκμηρίωτοι και ανακριβείς. Απορρίπτοντας όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών και ειδικότερα την ύπαρξη δόλου της εναγομένης 1 και των εναγομένων 2 και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, η ενόρκως δηλούσα εισηγείται την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι τους των οποίων οι εισηγήσεις θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ενόσω το άρθρο 5 που, επίσης, περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης δεν είναι σχετικό με το αιτητικό της, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 A.A.Δ. 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 A.A.Δ. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 A.A.Δ. 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. ...» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπει Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. ΄Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Οπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2) και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947). Στην παρούσα υπόθεση προέχει η εξέταση του ισχυρισμού των καθ' ων η αίτηση 2 περί μη αποκάλυψης εκ μέρους των αιτητών ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, έχοντας ήδη επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος (βλ. και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις Ιερά Μητρόπολις Πάφου ν. Aristo Developments Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 211/2010, ημερομηνίας 14.7.2011 και CTO Public Company Limited κ.α. ν. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφ. 263/2009, ημερομηνίας 16.2.2012). Η εισήγηση της κας Ναθαναήλ είναι ότι οι αιτητές στην υπό κρίση αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των εναγομένων
- Αντίθετα, ο κ. Μαππουρίδης εισηγήθηκε ότι οι αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα χωρίς να αποκρύψουν οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και τη προσαχθείσα μαρτυρία βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών και των Τεκμηρίων που τις συνοδεύουν, έχω σχηματίσει την αντίληψη ότι οι αιτητές κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, δεν απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εξ αντικειμένου είχαν βαρύνουσα σημασία και μπορούσαν να επηρεάσουν καταφανώς την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Όσα οι καθ' ων η αίτηση 2 ισχυρίζονται ότι αναφέρθηκαν από τους αιτητές για παραπλάνηση του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να έχουν τέτοιο αποτέλεσμα. Οι αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε αφορά τις μεταξύ των διαδίκων συμβατικές σχέσεις. Ειδικότερα, από την επίδικη εγγυητική επιστολή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην αίτηση, προβάλλει ότι, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που εκτίθενται σ' αυτήν, οι ενάγοντες αιτήθηκαν από τους εναγόμενους 3 να εκδώσουν την εγγυητική με δικαιούχους τους εναγόμενους 2, σε αντάλλαγμα της συμφωνίας των τελευταίων όπως παρέχουν δάνειο στην εναγόμενη 1, ώστε να μπορέσει αυτή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες βάσει της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος ημερομηνίας 23.6.
- Οι αιτητές δεν απέκρυψαν από το Δικαστήριο το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής. Από την δε αναφορά τους ότι οι εναγόμενοι 2 ενεργούν για λογαριασμό της εναγομένης 1 δεν συνάγεται ότι οι εναγόμενοι 2 θεωρούνται αντιπρόσωποι της εναγομένης 1 αλλά ότι οι εναγόμενοι 2 ενεργούν προς όφελος της εναγομένης 1 με δόλιο τρόπο ως είναι ο βασικός ισχυρισμός των αιτητών. Άλλωστε ακόμη και αν δεν κρίνεται ορθή η ερμηνεία που έδωσε ο ενόρκως δηλών των αιτητών σε όρους της εγγυητικής επιστολής, συσχετίζοντας την με την συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, η καταχώρηση ως Τεκμηρίου Β αντίγραφου της ίδιας της εγγυητικής επιστολής κατέστησε το περιεχόμενο της μέρος της προσαχθείσας εκ μέρους των αιτητών μαρτυρίας και το Δικαστήριο δεν θα ήταν δυνατό να παραπλανηθεί από οποιεσδήποτε θέσεις των αιτητών. Ούτε και το γεγονός ότι το Τεκμήριο Ζ έχει ημερομηνία μεταγενέστερη της απαίτησης των εναγομένων 2 προς τους εναγόμενους 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής (Τεκμήριο 2 της ένστασης) μπορεί να θεωρηθεί ως απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος δεδομένου ότι, ως παρέμεινε αναμφισβήτητο, οι αιτητές πληροφορήθηκαν για την εν λόγω απαίτηση των εναγομένων 2 στις 22.10.
- Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2 δεν μπορεί να επιτύχει. Ως προς τις τρεις προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και οι οποίες σύμφωνα με τον κ. Μαππουρίδη συντρέχουν εν προκειμένω, μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν την ύπαρξη των προβλημάτων που οδήγησαν στην μη έγκαιρη μεταβίβαση του διαμερίσματος σύμφωνα με το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο Α της αίτησης) και την ανυπαίτια μη συμμόρφωση των εναγόντων στους όρους αυτού και γι' αυτό είχαν παραχωρήσει παρατάσεις της ισχύος της εγγυητικής επιστολής μέχρι τις 2.10.2012 (Τεκμήριο Γ της αίτησης). Από τα Τεκμήρια Ε, ΣΤ και Ζ φαίνεται ότι οι αιτητές είχαν πράξει ότι ήταν δυνατό ώστε να εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας και να γίνει η μεταβίβαση του διαμερίσματος. Οι αιτητές αποδίδουν την απαίτηση των εναγομένων 2 προς τους εναγόμενους 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής σε δόλο ενόψει των πιο πάνω στοιχείων και κυρίως επειδή αυτοί γνώριζαν ότι η τιτλοποίηση προχωρούσε στο Κτηματολόγιο και επίκειτο η μεταβίβαση του διαμερίσματος, την κατοχή του οποίου έχει η εναγόμενη 1, καθώς και σε εξαπάτηση εφόσον τους απέκρυψαν ότι υποβλήθηκε γραπτή απαίτηση των εναγομένων 2 προς τους εναγόμενους 3 για την εν λόγω ρευστοποίηση, προσθέτοντας, επίσης, ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να εμποδίζετο η μεταβίβαση λόγω των οφειλομένων στους ενάγοντες ποσών από την εναγόμενη
- Η νομολογία υποδεικνύει ότι σκοπός των εγγυητικών επιστολών είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης, η δε υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής (βλ. Σ.Π.Ε. Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 837). Αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα ότι υπάρχει υποχρέωση συμμόρφωσης πληρωμής εγγυητικών σε πρώτη ζήτηση (demand guarantees), οι περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται δόλος ή εξαπάτηση (βλ. Veno (Overseas) Inc
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 625, Bolivinter Oil S.A. v. Chase Manhattan Bank N.A. and others [1984] 1 W.L.R. 392, U.C.M. v. Royal Bank of Canada (H.L. (E)) [1983] A.C. 168, Themehelp Ltd v. West [1995] 4 All ER 215). Ίδια είναι η νομική διάσταση του θέματος και στις υποθέσεις R D Harbottle v. National Westminster Bank [1977] 2 All ER 862 και Deutsche Ruckversicherung v. Walbrook Insurance [1994] 4 All ER 181, τις οποίες επικαλέστηκε η κα Ναθαναήλ. Στην παρούσα υπόθεση η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων βασίζεται στην εξαίρεση του κανόνα. Δεν θα ήταν ορθό ή σκόπιμο να προβώ σε ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι πιο πάνω παρατεθείσες θέσεις των αιτητών και χωρίς να παραγνωρίζεται το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής (Τεκμήριο Β), δεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση, επίσης, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση ενόψει των ισχυρισμών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές και δεδομένου ότι όσα υποστήριξαν οι καθ' ων η αίτηση 2, όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, δεν μπορούν να αποκλείσουν τέτοια πιθανότητα. Όσον αφορά δε την τρίτη προϋπόθεση η εισήγηση του κ. Μαππουρίδη είναι ότι αν δεν διατηρηθεί η μέχρι τώρα κατάσταση πραγμάτων, η οποία επιδιώχθηκε να ανατραπεί λόγω της απαίτησης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2, οι αιτητές-ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον με την κατάσχεση της εγγυητικής επιστολής θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα ρευστότητας και επιβίωσης και θα οδηγηθούν σε οικονομική καταστροφή εφόσον δεν θα τους παρέχονται πλέον χρηματοδοτήσεις από την τράπεζα τους με αποτέλεσμα να αναγκασθούν να τερματίσουν κάθε δραστηριότητα. Στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, λέχθηκε ότι υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Όπως επαναλήφθηκε δε στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Στην προκειμένη περίπτωση επιζητείται η διατήρηση, σύμφωνα με τους αιτητές-ενάγοντες, της κατάστασης πραγμάτων που υπήρχε από το 2008 με την παραχώρηση της εγγυητικής επιστολής, η οποία ανανεώνετο αδιαλείπτως μέχρι τις 2.10.2012, ενόψει των προβλημάτων που αφορούν την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, για τα οποία οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι. Η διατάραξη της κατάστασης αυτής ενδέχεται να οδηγήσει σε αδυναμία επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση και σε αδυναμία να αποζημιωθούν οι αιτητές-ενάγοντες πλήρως με χρήματα εφόσον, όπως επικαλούνται και έμεινε ουσιαστικά αναμφισβήτητο, η ρευστοποίηση της εγγυητικής θα τους δημιουργήσει πρόβλημα ρευστότητας και επιβίωσης και θα τους οδηγήσει ουσιαστικά σε οικονομική καταστροφή. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στην κρίση ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση καθότι εάν οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο. Δεδομένου ότι έχει κριθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται ότι αυτό κλίνει υπέρ των αιτητών-εναγόντων εφόσον επιζητούν τη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων που έχει διαταραχθεί με την απαίτηση των εναγομένων 2 να ρευστοποιηθεί η εγγυητική επιστολή, με κίνδυνο να μην είναι θεραπεύσιμη η ζημιά τους με την καταβολή αποζημιώσεων όπως ήδη επισημάνθηκε, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας και μεταβίβασης του διαμερίσματος. Αντίθετα, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 2 δεν θα υποστούν δυσχέρεια ή ζημιά εφόσον αποτελεί ήδη όρο του διατάγματος ότι η εγγυητική επιστολή θα τηρείται από τους ενάγοντες υπέρ των εναγομένων 2 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής αλλά και επειδή, ως παρέμεινε αναμφισβήτητο, η εναγόμενη 1 αποπληρώνει το δάνειο που έλαβε από τους εναγόμενους 2 για να συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας πώλησης με τους ενάγοντες. Δεν θα πρέπει να παραγνωρισθεί επίσης ότι ούτε η εναγόμενη 1 που κατέχει το διαμέρισμα αλλά ούτε και οι εναγόμενοι 3 που συνεχίζουν να εισπράττουν από τους ενάγοντες τα δικαιώματα παράτασης της εγγυητικής επιστολής επηρεάζονται δυσμενώς, έχοντας ήδη αποδεχθεί την οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, ενώ οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 2 δεν αντέταξαν οτιδήποτε το ουσιαστικό έναντι των ισχυρισμών των αιτητών προς ακύρωση του διατάγματος. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 24.10.2012 οριστικοποιείται και έναντι των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2, με έξοδα υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο