← Κύπρος

ABOYNE MAURITIOUS LIMITED ν. Αναφορικά με την Εταιρεία ALIBANTE DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 889/09, 29/3/2013

ABOYNE MAURITIOUS LIMITED ν. Αναφορικά με την Εταιρεία ALIBANTE DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 889/09, 29/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 889/09 Αναφορικά με την Εταιρεία ALIBANTE DEVELOPMENTS LIMITED,από τη Λευκωσία και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 15.3.10 ΥΠΟ ABOYNE MAURITIOUS LIMITED ΓΙΑ AΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ Ημερομηνία: 29.3.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Ανδρέου για Α.Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Α.Μ.Στυλιανού για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εταιρεία ABOYNE Mauritious Limited (εν τοις εφεξής «ABOYNE») κατέχει το 43,5% του εκδομένου και πληρωμένου κεφαλαίου της εταιρείας ALIBANTE DEVELOPMENTS LIMITED (εν τοις εφεξής «ΑLIBANTE»), ποσοστό το οποίο ισοδυναμεί με 435 μετοχές. Η ΑBOYNE είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον ΄Αγιο Μαυρίκιο και είναι εξ ολοκλήρου θυγατρική εταιρεία της εταιρείας EREDENE CAPITAL PLC η οποία είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η ALIBANTE είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στη Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο η οποία συστάθηκε στις 23.8.06 στη Λευκωσία και το ονομαστικό και εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της οποίας αποτελείται από 1000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 έκαστη. Η ΑΒOYNE καταχώρησε στις 23.12.2009 αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για διάλυση της ALIBANTE δυνάμει των προνοιών του άρθρου 211 (στ) και 211 (
  2. f)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως ο πλειοψηφικός μέτοχος της ALIBANTE διαταχθεί να αγοράσει τις μετοχές της ABOYNE σε δίκαιη και εύλογη τιμή η οποία να καθοριστεί από έγκριτους λογιστές και σε καμία περίπτωση να μην είναι χαμηλότερη από την τιμή που κατέβαλε ο πλειοψηφικός αυτός μέτοχος για να αποκτήσει το μερίδιο του στην ALIBANTE . Σύμφωνα με την αίτηση ο πλειοψηφικός αυτός μέτοχος είναι ο κ.Μax Fish Αυστραλός υπήκοος και ένας εκ των διευθυντών της ALIBANTE ο οποίος κατέχει μέσω της εξ ολοκλήρου θυγατρικής του εταιρείας WINTON PRIVATE LIMITED 56,5% του εκδομένου και πληρωμένου μετοχικού κεφαλαίου της ALIBANTΕ, το οποίο ισοδυναμεί με 565 μετοχές. Η αίτηση διάλυσης επιδόθηκε στην ΑLIBANTE η οποία και καταχώρησε ένσταση στις 24.2.12. Στην ένσταση της η ALIBANTE προβάλλει 11 λόγους ένστασης. Σε σχέση με την αίτηση διάλυσης, η οποία ακόμα δεν έχει εκδικαστεί, έχουν καταχωρηθεί διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις ως ακολούθως: - Αίτηση από την ABOYNE ημερ. 28.12.09 για την έκδοση τριών ενδιάμεσων διαταγμάτων. Στην εν λόγω αίτηση έχει καταχωρηθεί ένσταση από την ALIBANTE στις 24.2.10. Η εν λόγω αίτηση ακόμα εκκρεμεί. - Αίτηση ημερ. 24.2.12 από την ALIBANTE για ασφάλεια εξόδων. Στην εν λόγω αίτηση έχει καταχωρηθεί ένσταση στις 4.6.10 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. - Αίτηση ημερ. 2.3.10 από την ALIBANTE για ακύρωση ως εξ υπαρχής άκυρη της κυρίως αίτησης για την εκκαθάριση της ALIBANTE. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 4.6.10, έχει εκδικαστεί, ενδιάμεση απόφαση εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 12.1.11 και εναντίον της απόφασης αυτής έχει καταχωρηθεί η έφεση 48/11 η οποία ακόμα εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. - Αίτηση ημερ. 15.3.10 από ΑΒΟΥΝΕ για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί στην αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερ. 28.12.09. Στην εν λόγω αίτηση έχει καταχωρηθεί ένσταση στις 20.5.10. Η εν λόγω αίτηση ακόμα εκκρεμεί. Πέραν της αίτησης ημερ. 2.3.10 για ακύρωση της κυρίως αίτησης για την εκκαθάριση της ALIBANTE για την οποία, όπως έχω ήδη αναφέρει εκκρεμεί έφεση, έχει εν τω μεταξύ εκδικαστεί και η αίτηση ημερ. 24.2.12 που καταχωρήθηκε από την ALIBANTE για ασφάλεια εξόδων. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και εναντίον της απόφασης του επίσης έχει καταχωρηθεί έφεση η οποία εκκρεμεί. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η αίτηση της ABOYNE ημερ. 15.3.10 με την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης στην ένορκο δήλωση της Μαριάννας Γεωργίου ημερ. 24.2.10 η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της έντασης στην αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερ. 28.12.09. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θ.1-7 στη διακριτική ευχέρεια τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Έλενας Μιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Α.Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η ένορκη δήλωση της Μ.Γεωργίου που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων περιέχει αβάσιμους, ανακριβείς, παραπλανητικούς και εντελώς ψευδείς ισχυρισμούς και επίσης εμπεριέχει αποσπάσματα μεγάλα που είναι προφανώς αναληθή. Έτσι επιδιώκεται η άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρηθεί συμπληρωματική-απαντητική ένορκος δήλωση για να μπορούν να απαντηθούν αυτοί οι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί, να διασαφηνιστούν οι ασάφειες που εντοπίζονται στην ένορκο δήλωση της Μ.Γεωργίου που άφησε μια διαστρεβλωμένη και παραπλανητική εκδοχή και για να δείξει ότι τα ορθά γεγονότα είναι αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει εκτενώς όλα τα σημεία της ένορκης δήλωσης της Μ.Γεωργίου τα οποία επιθυμεί να αντικρούσει και αυτά που επιθυμεί να αναφέρει η ίδια εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής-απαντητικής ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση της ότι θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης γιατί αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Μόνο κατά αυτό τον τρόπο θα έχει το Δικαστήριο ενώπιον του τα πραγματικά, αληθή και πλήρη γεγονότα όταν θα εξετάζει την αίτηση για έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων και έχει την θέση ότι η έγκριση του αιτήματος της δεν θα επηρεάσει αρνητικά την άλλη πλευρά καθότι θα μπορούν, εάν το επιθυμούν, να αποταθούν και εκείνοι και να ζητήσουν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αναφέρει τέλος ότι η συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση μπορεί να καταχωρηθεί εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος από την ημέρα που θα διατάξει το Δικαστήριο και δεν θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 20.5.10. Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με της αίτησης και ως λόγοι ένστασης προβάλλονται διάφοροι, αρκετοί από τους οποίους δεν υφίστανται πλέον εκ των πραγμάτων και των γεγονότων που έχουν εν τω μεταξύ μεσολαβήσει αφού, έχουν παρέλθει 3 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της και εν τω μεταξύ έχουν διαφοροποιηθεί οι καταστάσεις. Θα επικεντρωθώ επομένως στους λόγους ένστασης οι οποίοι ακόμα ισχύουν. Αναφέρω ότι οι δύο πρώτοι λόγοι ένστασης έχουν εκλείψει αφού έχουν εκδικαστεί οι δύο ενδιάμεσες αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά εκεί. Οι λόγοι ένστασης που απομένουν είναι ότι η ένορκος δήλωση που προτείνεται και επιδιώκεται να καταχωρηθεί έχει γίνει εκ μίας εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση, υπάρχει μακρά καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων δεδομένου ότι αυτά βασίζονται στο δίκαιο της επιείκειας και η περαιτέρω καταχώρηση ένορκης δήλωσης θα καθυστερήσει και άλλο την αίτηση. Αναφέρουν ότι όλα τα γεγονότα που αναφέρει η Ε.Μιχαήλ δεν αφορούν την προσωπική της γνώση, αντίθετα είναι όλα εξ ακοής και σε καμία περίπτωση η Ε.Μιχαήλ δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο η ένορκη δήλωση της Μ.Γεωργίου είναι ψευδής και παραπλανητική όπως και δεν μπορεί να γνωρίζει γεγονότα που αφορούν εταιρείες στην αλλοδαπή ή την εταιρεία ALIBANTE. Έχουν επίσης την θέση ότι στο στάδιο έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών, οι λόγοι και τα γεγονότα που επιθυμεί να αναφέρει η Ε.Μιχαήλ στην προτεινόμενη συμπληρωματική -απαντητική ένορκο δήλωση της ουσιαστικά προτρέπουν το Δικαστήριο να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης, πράγμα που είναι ανεπίτρεπτο, τα θέματα που επιθυμεί να θίξει με την προτεινόμενη συμπληρωματική-απαντητική ένορκο δήλωση της η Ε.Μιχαήλ είναι νομικής φύσεως και είναι θέματα για τα οποία μπορούν οι δικηγόροι να επιχειρηματολογήσουν και δεν χρειάζεται συμπληρωματική ένορκος δήλωση και είναι τελικά η θέση τους ότι κανένας λόγος δεν έχει καταδειχθεί για να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής-απαντητικής ένορκης δήλωσης δεδομένων των αρχών της νομολογίας που καθορίζουν την εκδίκαση προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της Μ.Γεωργίου στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης, θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση η οποία εκτός από αβάσιμη, στόχο έχει να καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης επειδή εκκρεμούν στο Λονδίνο και στην Ινδία άλλες διαδικασίες τις οποίες οι αιτητές προφανώς επιδιώκουν να εκδικαστούν πριν από την διαδικασία στη Κύπρο και είναι τελικά η θέση της ότι εάν το Δικαστήριο εγκρίνει το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να δοθεί και στους ίδιους το δικαίωμα να απαντήσουν καταχωρώντας επιπρόσθετη ένορκη δήλωση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις αγορεύσεις τους οι οποίες είναι πλήρως εμπεριστατωμένες και στις οποίες γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία. Προτού προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης επιθυμώ να αναφέρω με ανησυχία τα όσα έχω αναφέρει και στους συνήγορους των δύο πλευρών και αφορούν το θέμα της υπερβολικής καθυστέρησης στην προώθηση των αιτήσεων τους. Η αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία δεν έχει ακόμα εκδικαστεί έχει ημερομηνία 28.12.09, δηλαδή 3 χρόνια και 3 μήνες προηγουμένως και όχι μόνο δεν έχει ακόμα εκδικαστεί αλλά το Δικαστήριο καλείται με την παρούσα αίτηση να εκδικάσει ουσιαστικά ενδιάμεση αίτηση πριν από την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και η οποία αφορά τις ένορκες δηλώσεις επί των οποίων έχει στηριχθεί η αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και η ένσταση. Να αναφέρω βέβαια ότι παραμένει αμφίβολο κατά πόσο σήμερα, 3 και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων η εν λόγω αίτηση έχει πραγματικό νομικό έρεισμα και σίγουρα κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση εξακολουθούν μέχρι σήμερα να ισχύουν. Οι αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής-απαντητικής ένορκης δήλωσης επεξηγούν την Δ.48 θ.4-2 που είναι ο Θεσμός της Πολιτικής Δικονομίας που επιτρέπει την υποβολή αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συγκεκριμένα η εν λόγω διαταγή προνοεί «Δ.48 θ.4

(2)το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39». Είναι φανερό από το λεχτικό της Δ.48 θ.4
(2)ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Υπενθυμίζω ότι η αναμόρφωση της εν λόγω διαταγής περί τα τέλη του 1990 απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευτεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο κανονισμό από την νομολογία ώστε να τα γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά κανονισμό και τούτο για ευνόητους λόγους, κατά την άποψη μου που σχετίζονται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Σχετική αναφορά έγινε στη υπόθεση Ελένη Μαυροκωνσταντή κ.α. v. Γεώργιου ΄Ιβρου κ.α. ημερ. 29.3.11 όπου αναφέρθηκε: «...Κρίνεται πως δεν θα είχε νόημα η τροποποίηση αυτή εάν δεν επιτρεπόταν η καταχώρηση ένορκης δήλωσης για αντίκρουση ισχυρισμών ώστε να μπορεί ο αιτητής να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται επί των ώμων του.. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Εφετείο επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση υπέδειξε: «Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ΄όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου» Σε πάρα πολλές πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων έχουν αναλυθεί οι πρόνοιες που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όλες εκ των οποίων υπογραμμίζουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αφενός και την ύπαρξη «καλού λόγου» προς έγκριση του αιτήματος από την πλευρά του αιτητή. Έχει επίσης τονιστεί ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης είτε της ένστασης ούτως ώστε το Δικαστήριο κατά το στάδιο της ακρόασης να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Επί των γεγονότων της υπό κρίση αίτησης προκύπτει ότι ο σκοπός καταχώρησης συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης, ως οι ίδιοι οι αιτητές τον προσδιορίζουν, είναι να απαντήσουν σε αριθμό ισχυρισμών που τίθενται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και οι οποίοι κατά την άποψη τους είναι αβάσιμοι, ανακριβείς, παραπλανητικοί ακόμα και εντελώς ψευδείς. Είναι η θέση τους ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα για να μπορέσουν να διασαφηνίσουν τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση τα οποία είναι η θέση τους ότι συνεπεία της στρεβλής εντύπωσης που αφέθηκε από την ένσταση και την ένορκη δήλωση έχουν αφήσει παραπλανητική εκδοχή. Αναφέρουν ότι δεν επιδιώκουν κατ΄αυτό τον τρόπο την εκδίκαση της ουσίας σ΄αυτό το στάδιο αλλά, θεωρούν ότι χρειάζεται να γίνουν απαραίτητες διευκρινήσεις (δική μου υπογράμμιση) που θα καταστήσουν την εικόνα της υπόθεσης προς το Δικαστήριο ολοκληρωμένη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Αμφισβητούν επίσης την θέση ότι η μαρτυρία της κας Μιχαήλ είναι εξ ακοής εξ ολοκλήρου αναφέροντας ότι προσδιορίζει η ενόρκως δηλούσα με ικανοποιητικό τρόπο την πηγή της γνώσης της και αναφέρουν ότι με βάση την Δ.39 θ.2 σε μια ένορκη δήλωση μπορεί να περιληφθεί εξ ακοής μαρτυρία φτάνει να αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται. Οι καθ΄ων η αίτηση στη παρούσα αίτηση προωθούν την θέση ότι δεδομένου ότι πρόκειται για αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας ούτε σε θέματα αξιοπιστίας ούτε και θα αποφανθεί για το ποια από τις δύο εκδοχές θα αποφασίσει να αποδεχθεί. Το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο θα περιοριστεί στα θέματα που άπτονται της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος γι΄αυτό και δεν είναι αναγκαία η καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση τους ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει ο «καλός λόγος» που η νομολογηθεί απαιτεί να καταδειχθεί για να εγκριθεί το αίτημα καθότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι τα όσα επιδιώκουν να συμπεριλάβουν στην σκοπούμενη συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση δεν ήταν στη σφαίρα της γνώσης τους όταν συνέτασσαν την αρχική ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση και κύρια και καθοριστικά όλα τα θέματα που επιδιώκουν να συμπεριλάβουν οι αιτητές με την επιδιωκόμενη συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση είναι θέματα νομικής φύσεως για τα οποία δεν χρειάζεται να καταχωρηθεί συμπληρωματική - απαντητική ένορκος δήλωση. Προχωρούν περαιτέρω και αναλύουν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι αιτητές προς υποστήριξη του αιτήματος τους θεωρώντας ότι όλοι είναι καθαρά επιχειρήματα νομικής φύσης και/ή γεγονότα και θέματα που δεν πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Εξετάζοντας τους λόγους που θέτουν οι αιτητές στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της Έλενας Μιχαήλ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει ότι όντως το μεγαλύτερο μέρος των ισχυρισμών που επιδιώκεται να εισαχθούν και/ή συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση, αν τους επιτραπεί αφορά νομικούς ισχυρισμούς και/ή διευκρινήσεις, όπως οι ίδιοι έθεσαν τον όρο αυτό, που όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατ΄αντίθεση με την υπόθεση A.Messios & Sons Ltd v. Ανδρέας Λεωνίδα, Πολ.Εφ. αριθ. 277/07, ημερ. 10.2.10 δεν πρόκειται για διευκρινήσεις ή ισχυρισμούς που θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων καθότι τα θέματα που θίγονται αποτελούν θέματα που μπορούν να εγερθούν στο Δικαστήριο υπό μορφή αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης και όχι θέματα που να πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως. Σχόλια κατά πόσο τέθηκαν με τον σωστό τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία του Max Fysh, η ιδιότητα των αιτητών και των καθ΄ων η αίτηση, επεξηγήσεις επί τεκμηρίων, όπως και θέματα που θεωρούν οι αιτητές ότι εγείρονται στην ένσταση και είναι άσχετα και/ή αδιάφορα με την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και τα οποία θα πρέπει να αγνοηθούν σίγουρα δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ένορκης δήλωσης όπως η Δ.39 καθορίζει. Περαιτέρω, ούτε και η επεξήγηση και/η ερμηνεία που δίδεται σε έγγραφα που είναι κατατεθειμένο στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ένορκης δήλωσης αλλά είναι νομικά επιχειρήματα που θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά το θέμα της καθυστέρησης της διαδικασίας που προβάλλεται στην ένσταση και πάλι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4 (v) της ένορκης δήλωσης της Ε.Μιχαήλ είναι καθαρά θέματα που μπορούν να αναφερθούν κατά την ακρόαση. Ούτε είναι ανάγκη να αναφερθούν μέσα από ένορκη δήλωση αναφορές σε καταστατικά και ερμηνείες των ορών τους. Παρατηρώντας καθολικά την παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την αίτηση υπό κρίση, τείνω να συμφωνήσω με τους καθ΄ων η αίτηση ότι όλα τα θέματα που επιθυμούν να εγείρουν είναι θέματα που μπορούν να εγερθούν κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης με αγορεύσεις και όχι με συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση. Είναι δε φανερό ότι αν εγκρινόταν η αίτηση και επιτρεπόταν η πολυσέλιδη καταχώρηση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης εκ πλευράς αιτητών τότε σίγουρα θα ακολουθούσε και αίτημα της άλλης πλευράς για απάντηση σε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς με συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση από πλευράς τους, κάτι το οποίο θα δημιουργούσε περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, πράγμα καθόλου επιθυμητό υπό τις περιστάσεις και με τα δεδομένα που πλαισιώνουν την αίτηση 889/09 εν γένει. Συμφωνώ επίσης ότι η αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία πρέπει να εκδικαστεί με βάση την πολύ σαφή νομολογία που διέπει το θέμα μπορεί να προχωρήσει σε εκδίκαση με την αίτηση και ένσταση ως έχουν. Βεβαίως, από την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης που είναι 28.12.09 μέχρι σήμερα πιθανότατα να έχουν προκύψει σωρεία νέων γεγονότων και/ή εξελίξεων που πιθανόν να θέτουν σε εντελώς διαφορετική βάση την εξέταση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Εάν όντως κάτι τέτοιο ευσταθεί τότε θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σχετική αίτηση βεβαίως και έκδοση διαταγμάτων τα νέα γεγονότα προτού εξεταστεί η αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ως εκ των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα κατ΄εφαρμογή του συνήθη κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της ΑLIBANTE και εναντίον της ABOYNE όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ................ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.