← Κύπρος

Natali Osetinskaya ν. Invest Port East Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2780/12, 11/3/2013

Natali Osetinskaya ν. Invest Port East Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2780/12, 11/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2780/12 Μεταξύ: Natali Osetinskaya Ενάγουσας και

  1. Invest Port East Limited κ.ά. Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 26 Απριλίου 2012 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 11 Μαρτίου,
  2. Για την Αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Α. Ερωτοκρίτου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κα Κ. Κακουλλή μαζί με κκ Α. Χαραλάμπους και Μ. Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, εγείροντας την παρούσα αγωγή υπό την προσωπική της ιδιότητα και/ή ως μέτοχος μειοψηφίας και/ή για λογαριασμό της ιδίας και/ή εκπροσωπώντας τα συμφέροντα και/ή για λογαριασμό της εναγόμενης 1, εναντίον των εναγομένων, αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις, διατάγματα και αποζημιώσεις βασιζόμενη σε ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των εναγομένων και/ή συνωμοσία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η, κατά τη θέση της, παράνομη και δόλια αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1 και/ή όλων των μετοχών που η εναγόμενη 1 κατείχε στην εναγόμενη
  3. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό αναφορά αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με βάση την οποία εξασφάλισε μονομερώς, την 26.4.2012, προσωρινά διατάγματα τα οποία, συνοπτικά, απαγορεύουν στους εναγόμενους τη μεταβίβαση και/ή αποξένωση του μετοχικού κεφαλαίου 1% που κατέχει η εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 8 και του 99% που κατέχει η εναγόμενη 7 στην εναγόμενη
  4. Απαγορεύθηκε επίσης στους εναγόμενους 2 και 3 η αποξένωση των μετοχών που κατέχουν στην εναγόμενη
  5. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Αίτηση εκτέθηκαν αρχικά μέσα από ένορκο δήλωση της ενάγουσας και ολοκληρώθηκαν με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση της κας Αργυρώς Δημητρίου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων της Αιτήτριας. Η ένσταση υποστηρίζεται επίσης από δύο ένορκες δηλώσεις, του εναγόμενου 2 και του δικηγόρου Ιωάννη Χαπάρη, συνεργάτη στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Είναι, συνοπτικά, η θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 2 και 3, δικαιούχοι της εναγόμενης 9, συνωμότησαν με τους υπόλοιπους εναγόμενους και με πάσα μυστικότητα, ακολουθώντας συνοπτικές διαδικασίες, με πλαστή και/ή εικονική συμφωνία πώλησης, μεταβίβασαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 7 προς την εναγόμενη 9, καταδολιεύοντας έτσι τόσο την εναγόμενη 1 όσο και την ενάγουσα, η οποία, όπως είναι παραδεκτό, είναι κάτοχος του 46.496% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης
  6. Το υπόλοιπο ποσοστό του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 κατέχεται από τους εναγόμενους 2 και 3, συζύγους. Ο μεν εναγόμενος 2 κατέχει 7.008%, η δε εναγόμενη 3 46.496%. Η εναγόμενη 1 ήταν κάτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 7, η οποία, με τη σειρά της, κατείχε το 99% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης
  7. Όπως δε προαναφέρθηκε, το υπόλοιπο 1% είναι ιδιοκτησίας της εναγόμενης
  8. Η εναγόμενη 8, εταιρεία δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με τους νόμους του Βιετνάμ, είναι κάτοχος μακρόχρονης μίσθωσης ξενοδοχείου στην εν λόγω χώρα, το οποίο, πάντα σύμφωνα με την ενάγουσα, είναι αξίας USD20.000.
  9. Είναι η θέση της ενάγουσας, ότι η εναγόμενη 1, ως αποτέλεσμα απατηλού σχεδίου, έχει αποστερηθεί της περιουσίας της, δηλαδή το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 7, η αξία του οποίου εκτιμάται στα USD20.000.
  10. Προσδιόρισε, συνοπτικά, ως απατηλό σχέδιο σωρεία ψεύτικων ισχυρισμών και εικονικών πράξεων, συνελεύσεων και συνεδριάσεων, οι οποίες οδήγησαν σε αποξενώσεις και μεταβιβάσεις των μετοχικών κεφαλαίων των εμπλεκόμενων εταιρειών και σε παύση της ενάγουσας από τη θέση του διοικητικού συμβούλου της εναγόμενης
  11. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προβάλλουν ότι όλες οι ενέργειες και πράξεις των εναγομένων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών συνεδριάσεων των εμπλεκόμενων εταιρειών, που οδήγησαν στην αποξένωση των μετοχών της εναγόμενης 7, έγιναν νομότυπα και έναντι ευλόγου τιμήματος. Θέτουν συγκεκριμένα ότι οι μετοχές της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη 7 πωλήθηκαν στην εναγόμενη 9 έναντι USD3.000.000, τίμημα εύλογο δεδομένης της αγοραίας αξίας της μακρόχρονης μίσθωσης του προαναφερθέντος ξενοδοχείου, η οποία, κατά τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση, ανερχόταν στα USD2.780.
  12. Προβάλλουν ακόμη ότι ενήργησαν, προκειμένου να διαφυλάξουν τα συμφέροντα της εναγόμενης 1 από την ενάγουσα και το σύζυγό της, αφού δημιουργήθηκαν υποψίες κακοδιαχείρισης εκ μέρους τους οι οποίες οδήγησαν στην έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Οι λόγοι ένστασης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θέσεων: Aπουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος, απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, και, βεβαίως, μη συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγμάτων. Η εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Η κατάδειξη του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας παρέχει τη θεμελίωση της άσκησης δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Τότε και μόνο είναι επιτρεπτή η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει δηλαδή το Δικαστήριο και τα δύο μέρη προτού εκφέρει κρίση. Συνεπώς το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο [Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρη Χρίστου
(1998)1(B) AAΔ, 598, 604]. To υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σε τελική ανάλυση η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά, ούτως ή άλλως, εξαιρετικό μέτρο. Ακριβώς επειδή παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί [Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ., κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462]. Η καθυστέρηση στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι μοιραία. Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά [Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) AAΔ, 203]. Ο νομικός ορισμός του όρου «κατεπείγον» τίθεται στην πιο πάνω απόφαση, στη σελ. 207. Έχει ως εξής: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουσθεί». Είναι επίσης νομολογημένο πως κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας, καθιστά την προστασία των δικαιωμάτων αιτητή επείγον ζήτημα. Τέτοιας δηλαδή μορφής που να επιτρέπει την χορήγηση μονομερούς διατάγματος (Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2029). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, γίνεται σύνοψη της σχετικής νομολογίας σχετικά με το ζήτημα του επείγοντος στην αναζήτηση διατάγματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: "... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά". Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186).» Η υπό κρίση μονομερής Αίτηση εισήχθηκε στις 26.4.2012, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής. Τα γεγονότα παραπέμπουν σε, κατ΄ ισχυρισμό, παράνομες πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα δύο περίπου μήνες προηγουμένως και αποτέλεσμα των οποίων ήταν η διαφοροποίηση της μετοχικής δομής των εναγομένων 1 και 7 εταιρειών. Εισηγούνται οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η καθυστέρηση προσφυγής στο Δικαστήριο ήταν αδικαιολόγητη και ως τέτοια έχει καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματα της Αιτήτριας, αφού θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Η εν λόγω εισήγηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Ο χρόνος που μεσολάβησε δικαιολογήθηκε επαρκώς από την Αιτήτρια μέσα από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Επεξηγείται κάτω από ποιες συνθήκες έλαβε γνώση των γεγονότων και παρατίθενται με λεπτομέρεια οι ενέργειες στις οποίες προέβη προκειμένου να διαπιστώσει το όλο φάσμα των ουσιαστικών γεγονότων και να ετοιμάσει την προσφυγή της στο Δικαστήριο. Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και η ανάγκη εντοπισμού λεπτομερειών και στοιχείων με έρευνες σε τρεις διαφορετικές χώρες παρέχουν βάση στα όσα η Αιτήτρια επικαλείται ως προς τη χωρίς καθυστέρηση αναζήτηση δικαστικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα του κατεπείγοντος εξετάζεται με βάση τη φύση των αξιούμενων διαταγμάτων και των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Στην υπό κρίση περίπτωση, προέκυπτε κατεπείγον ζήτημα αναζήτησης δικαστικής θεραπείας, η δε Αιτήτρια υπό τις συνθήκες, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, δεν βαρύνεται με καμία αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προσπάθειά της για διαφύλαξη των όποιων δικαιωμάτων της. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το κατεπείγον της Αίτησης οδηγεί στην εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης, της θέσης δηλαδή περί μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων. Είναι πλέον αξίωμα ότι εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο, χωρίς να υφίσταται η ανάγκη εξέτασης από το Δικαστήριο της ουσίας της υπόθεσης, εάν ο Αιτητής, κατά το στάδιο παρουσίας του στο Δικαστήριο στην απουσία του αντιδίκου, απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα, παραλείποντας έτσι να παρουσιαστεί, ως ήταν βασική του υποχρέωση, με καθαρά χέρια. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, δεδομένης της αναζήτησης και παροχής δικαστικής συνδρομής στην απουσία της αντίδικης πλευράς και κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: Του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Υπό τις συνθήκες αυτές γεννάται καθήκον ύψιστης πίστης, το οποίο καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση και επιβάλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση 211/2010, ημερ. 14.7.2011, και στην πολύ πρόσφατη CTO Public Company Limited κ.ά. και BAT (Cyprus) Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, ότι στην υπό κρίση περίπτωση παρατηρείται ουσιώδης απόκρυψη σημαντικών στοιχείων από πλευράς της Αιτήτριας και ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, τέτοια που επιμαρτυρεί πως η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, ως όφειλε, με καθαρά χέρια. Συνοπτικά, ως τέτοια στοιχεία έθεσαν τη μη αποκάλυψη της λήψης ειδοποιήσεων για τις επίδικες συνελεύσεις, της προηγούμενης σκέψης για πώληση των επίδικων μετοχών, του γεγονότος ότι οι ίδιες μετοχές αγοράστηκαν το 2011 για ποσό USD2.217.600 και της ύπαρξης εκτίμησης της τράπεζας της Σαΐγκόν για περιορισμένη αξία των μετοχών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται ότι όλα τα ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική ευχέρεια του Δικαστηρίου έχουν αποκαλυφθεί, προσθέτοντας περαιτέρω πως η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αποκαλύψει ειδοποιήσεις για σύγκληση συνελεύσεων τις οποίες ουδέποτε έλαβε. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν τη βασική οριοθέτηση του καθήκοντος του κάθε αιτητή για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Είναι, λοιπόν, επιβεβλημένη η υπόμνηση των βασικών παραμέτρων της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Αιτήτρια κάλυψε το υπό αναφορά καθήκον. Η όλη υπόθεση της ενάγουσας-Αιτήτριας, όπως αποτυπώνεται στην ένορκό της δήλωση, περιστρέφεται γύρω από την αναζήτηση θεραπειών στη βάση των ισχυρισμών της ότι οι εναγόμενοι 2 και 3, ελέγχοντας πλήρως το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης 1, και ως πλειοψηφούντες μέτοχοί της, δόλια και με συνοπτικές διαδικασίες αποξένωσαν, χωρίς ή με συμβολικό αντάλλαγμα, το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της εν λόγω εταιρείας, δηλαδή το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 7. Η παρούσα αγωγή, όπως ρητά αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, αλλά και στην καταχωρηθείσα μεταγενέστερα έκθεση απαίτησης, εγέρθηκε με τη μορφή παράγωγης αγωγής. Mε βάση τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 αποτελούν την πλειοψηφία και την, συνακόλουθα, συνεπαγόμενη αδυναμία να εγερθεί η αγωγή στο όνομα της εναγόμενης 1 εταιρείας. Η παράγωγη αγωγή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και εγείρεται από μέτοχο εταιρείας και προς όφελός της. Η συνύπαρξη δύο καίριων στοιχείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εισαχθεί παράγωγη αγωγή: Του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγούντες κατά τρόπο που να αποτρέπει την ίδια την εταιρεία να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα. Ας σημειωθεί ότι το νοηματικό εύρος του δόλου στην περίπτωση αυτή δεν έχει τη στενή έννοια που καλύπτει το κοινοδίκαιο, αλλά την ευρύτητα που προσδίδει το δίκαιο της επιείκειας (Palmer's Company Law, Second Edition, p.81-86, para. 8.814). Το στοιχείο βέβαια του ελέγχου ικανοποιείται όταν οι λοιποί διευθυντές, είτε με τον έλεγχο που διατηρούν στις μετοχές, είτε με την πλειοψηφία που έχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο, είναι σε θέση να εμποδίσουν την έγερση αγωγής. Έτσι, εάν η εταιρεία, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να είναι ενάγοντας, θα πρέπει να είναι εναγόμενος. Όπως τέθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολύ πρόσφατη απόφαση Yiannis Georgios Mammous a.o. v. Mike Willstrop a.o., Πολιτική Έφεση 363/2008, ημερ. 24.1.2012: «Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 Ε.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.ά. v. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.ά. v. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Με τα πιο πάνω λοιπόν ως δεδομένα, καθίσταται στα πλαίσια της όλης διαδικασίας ως κυρίαρχο στοιχείο το παράνομο και δόλιο της μεταβίβασης του προαναφερθέντος μετοχικού κεφαλαίου. Συνεπώς, τα οποιαδήποτε γεγονότα που περιβάλλουν το κατ΄ ισχυρισμό απατηλό σχέδιο και τα οποία περιστρέφονται γύρω από τα στοιχεία του δόλου, δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα ουσιαστικά και σχετικά. Και παράλειψη παράθεσης, ως ήταν καθήκον της Αιτήτριας (Α. Εργατίδης ν. G. Georgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 995), με την απαραίτητη διαύγεια, όλων των σχετικών αυτών γεγονότων, οδηγούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που προβάλλουν μέσα από την ένορκο δήλωση της ενάγουσας που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και τα οποία στόχευαν στην τεκμηρίωση δόλιας συμπεριφοράς εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση: Η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 1.3.2012 με αντικείμενο την έγκριση ψηφίσματος πώλησης ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 7 προς την εναγόμενη 9, χωρίς την αποστολή σχετικών ειδοποιήσεων προς την ενάγουσα- μέτοχο και η μεταβίβαση των επίδικων μετοχών έναντι ευτελούς τιμήματος με βάση την πραγματική τους αξία, όπως τη θέτει η πλευρά της Αιτήτριας. Με αυτά ως δεδομένα, ήταν βασική υποχρέωση της πλευράς της Αιτήτριας κατά την προσέλευσή της μονομερώς στο Δικαστήριο, να θέσει ενώπιόν του με κάθε λεπτομέρεια και να επεξηγήσει οτιδήποτε ήταν σε γνώση της και το οποίο αφορούσε εκτίμηση της αξίας των μετοχών. Ιδιαίτερα μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετική προσέγγιση των μερών ως προς τη σωστή εκτίμηση της εν λόγω αξίας. Παρέμεινε χωρίς αντίκρουση τελικά και επιβεβαιώνεται από τις συμφωνίες πώλησης, Τεκμ. 19 και 19(Β) της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση, ότι οι μετοχές της εναγόμενης 8 πωλήθηκαν από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 7 για το συνολικό ποσό των USD2.217.600 το
  1. Στις συμφωνίες αυτές ουσιαστική εμπλοκή είχε και η Αιτήτρια, η οποία και τις υπέγραψε. Δικαιολογώντας η πλευρά της Αιτήτριας προέβαλε, μέσα από τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση η οποία καταχωρήθηκε μετά την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων, ότι η υπό αναφορά συναλλαγή ήταν καθαρά εσωτερικής φύσης και συνεπώς δεν αποτελεί μέτρο κρίσης της αξίας του επίδικου μετοχικού κεφαλαίου. Προσθέτει ακόμη ότι το εν λόγω στοιχείο, ότι δηλαδή οι μετοχές αγοράστηκαν το 2011, εν πάση περιπτώσει αποκαλύφθηκε στην αρχική ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμ.
  2. Οι προσεγγίσεις αυτές της Αιτήτριας είναι έκθετες σε απόρριψη. Καθότι είχε υποχρέωση να θέσει το εν λόγω στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου όταν μονομερώς εξεταζόταν η Αίτηση, προκειμένου να αξιολογηθεί, παραπέμποντας το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη αναφορά του Τεκμ.
  3. Είναι σημαντικό δε να προστεθεί, για σκοπούς ολοκλήρωσης, ότι το εν λόγω τεκμήριο είναι μέρος του όγκου της μαρτυρίας που τέθηκε στο αρχικό στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου και στο οποίο μάλιστα δεν γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην αγορά του μετοχικού κεφαλαίου. Τέτοια αναφορά γίνεται στα Τεκμ. 19 και 19(Β) που αναφέρονται πιο πάνω, τα οποία είναι και οι συμφωνίες πώλησης των μετοχών, τις οποίες υπέγραψε, όπως ήδη καταγράφηκε, η ίδια η Αιτήτρια. Εκ του περισσού προσθέτω ότι δεν αναμένεται από το Δικαστήριο κάτω από τις πιεστικές χρονικές περιστάσεις εξέτασης μονομερώς μίας Αίτησης, να αναζητά μέσα από τον τεράστιο όγκο των τεκμηρίων που παρουσιάζονται τα σημαντικά στοιχεία διαμόρφωσης της κρίσης του. Εναπόκειτο στην Αιτήτρια να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου σε ό,τι σημαντικό περιλαμβάνετο στα συνοδευτικά της Αίτησης τεκμήρια. Όπως ήδη λέχθηκε, με βάση τη φύση της υπόθεσης και των αξιούμενων θεραπειών, η οποιαδήποτε εκτίμηση ήταν ιδιαίτερα σημαντική, αφού τυχόν εξαγορά των μετοχών σε εξευτελιστική τιμή συνιστούσε στοιχείο θεμελίωσης της επικαλούμενης δόλιας συμπεριφοράς. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, τόσο η προαναφερθείσα πώληση που έλαβε χώρα το 2011, όσο και η εκτίμηση της τράπεζας της Σαϊγκόν, η οποία έγινε για σκοπούς δανειοδότησης, ήταν ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας γεγονότα. Η αξιολόγηση του βάρους των οποίων ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και όχι στην όποια βαρύτητα θα προσέδιδε η πλευρά της Αιτήτριας Όπως προαναφέρθηκε, παρουσιάστηκε από την πλευρά της Αιτήτριας ως μέρος της δόλιας συμπεριφοράς η σύγκληση των συνεδριάσεων της εναγόμενης 1, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε πληροφόρηση ή ειδοποίηση η ίδια ως μέτοχος. Διαφάνηκε όμως μέσα από αδιαμφισβήτητα δεδομένα ότι σχετικές ειδοποιήσεις απεστάλησαν στην Αιτήτρια, τόσο με υπηρεσία αποστολής DHL, όσο και ταχυδρομικώς, Τεκμ. 3, 3(Α), 4, 4(Α), 8, 8(Α), 9 και 9(Α). Απεστάλησαν στη διεύθυνσή της, όπως αυτή φαίνεται στα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμ. 1 και 2 της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως των Καθ΄ ων η Αίτηση. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια ότι οι επιστολές αυτές δεν λήφθηκαν. Πάγια θέση της νομολογίας είναι πως υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή που ταχυδρομήθηκε και δεν δίδεται μαρτυρία περί επιστροφής της, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έφθασε στον προορισμό της και παραδόθηκε στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (Δήμος Αγ. Αθανασίου v. James Peter (PAZARAKI)
(2004)2 AAΔ 524, 532). Πρόσθεσε ο κ. Ερωτοκρίτου ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν τηρήθηκαν οι από το νόμο προβλεπόμενες προθεσμίες ειδοποίησης. Ό,τι όμως έχει σημασία στο παρόν στάδιο δεν είναι το αν τηρήθηκαν ή όχι οι οποιεσδήποτε προθεσμίες, αλλά το αδιαμφισβήτητο γεγονός της αποστολής των σχετικών ειδοποιήσεων. Καθότι σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα της δόλιας συμπεριφοράς και του απατηλού σχεδίου, όπως το είχε προωθήσει η πλευρά της Αιτήτριας κατά την προσέλευσή της μονομερώς στο Δικαστήριο. Με τα όσα έχουν ήδη καταγραφεί δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο, ούτε και εξετάζει βεβαίως σε αυτό το στάδιο την ουσία της υπόθεσης. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα της υφής και των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά της Αιτήτριας να θέσει το όλο φάσμα των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής της μονομερώς, κατά τρόπο δίκαιο, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία ήταν στη σφαίρα της απόλυτης γνώσης της. Κατ' ελάχιστο θα μπορούσε να τα είχε διαπιστώσει με απλή εύλογη έρευνα. Εν τέλει, η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Επιπρόσθετα, η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Η εκτροπή αυτή ιχνηλατεί και το αποτέλεσμα της υπό κρίσης Αίτησης: Την απόρριψή της και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Προσθέτω μόνο, προς ολοκλήρωση, ότι το μέρος της Αίτησης το οποίο ορίστηκε για επίδοση, ήτοι οι παράγραφοι (Στ) και (Ζ), δεν προωθήθηκε τελικά, αφού καμία σχετική εισήγηση έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για την Αιτήτρια. Καταληκτικά, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται στην ολότητά τους. Τα έξοδα της Αίτησης θα βαρύνουν την Αιτήτρια, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.