MORTEZA MOLLA ZEIN AL ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7720/05, 15/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7720/05 Μεταξύ: MORTEZA MOLLA ZEIN AL, από το IRAN Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, από Λευκωσία Εναγομένου ____________________ 15 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Ερωτοκρίτου. Για Εναγόμενο: κ. Α. Χριστοφόρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη κράτηση του για την περίοδο από 24.11.04 μέχρι 27.7.05, ως και για την οδύνη, ταλαιπωρία και ψυχική διαταραχή του, που προκλήθηκαν συνεπεία της στέρησης της ελευθερίας του. Αποτελεί δικογραφικό ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι είναι Ιρανός υπήκοος και κατά την περίοδο 1999-2000, ενώ ήταν φοιτητής σε πανεπιστήμιο στο Ιράν, συμμετείχε σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις, με αποτέλεσμα να καταζητείται από τις αρχές της χώρας του για τις πολιτικές και αντικαθεστωτικές του δραστηριότητες. Προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, την τιμωρία του και τον κίνδυνο για τη ζωή του, τον Ιούλιο 2001 έφυγε από τη χώρα του και ήρθε στην Κύπρο. Ζήτησε άσυλο από την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η οποία έκλεισε τον φάκελο του το 2004 και τον Φεβρουάριο 2004 υπέβαλε αίτηση για άσυλο στις Κυπριακές Αρχές για να του δοθεί το καθεστώς του πρόσφυγα. Στις 23.11.04, ενώ βρισκόταν στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία, αστυνομικοί ζήτησαν να ελέγξουν τα έγγραφα, πιστοποιητικά και άδεια παραμονής του και του ζήτησαν να παρουσιαστεί την επόμενη ημέρα στα γραφεία του Τμήματος Αλλοδαπών. Στις 24.11.04 όταν παρουσιάστηκε στο Τμήμα Αλλοδαπών, συλλήφθηκε και μεταφέρθηκε στα αστυνομικά κρατητήρια (Block 10), στις Κεντρικές Φυλακές. Διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα για την παράνομη κράτηση του και στις 4.2.05 καταχώρησε την Προσφυγή με αρ. 123/
- Στις 27.7.05 με απόφαση του Δικαστηρίου ακυρώθηκαν τα διατάγματα κράτησης του και αφέθηκε ελεύθερος, χωρίς να εφεσιβληθεί η απόφαση. Ισχυρίζεται ότι παράνομα και αδικαιολόγητα στερήθηκε της ελευθερίας του από 24.11.04 μέχρι 27.7.05, η υγεία του κλονίστηκε, είχε συνεχείς εφιάλτες, στερήθηκε την οικογένεια και τα φιλικά του πρόσωπα με αποτέλεσμα να κλονιστεί η ψυχική και συναισθηματική του υγεία. Γι' αυτό και ήγειρε την παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνει ως ανωτέρω. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ο Ενάγοντας, ενώ για την πλευρά του Εναγόμενου δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Ο Ενάγοντας, ανέφερε στη μαρτυρία του ότι γεννήθηκε στο Ιράν στις 13.3.
- Το 1999, ενώ φοιτούσε σε πανεπιστήμιο της χώρας του, συμμετείχε σε ομάδα φοιτητών και σε εκδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης του Ιράν, με αποτέλεσμα να καταδιώκεται από αυτόνομη ομάδα φανατικών, που δεν επέτρεπε καμιά εκδήλωση και διαμαρτυρία εναντίον της κυβέρνησης. Κρύφτηκε για ενάμισι μήνα περίπου στην Τεχεράνη και αφού τον έδιωξαν από το πανεπιστήμιο, αποφάσισε να φύγει από το Ιράν. Έτσι με πλαστό διαβατήριο, το 2001 ταξίδεψε στην Κύπρο και στις 20.7.01 υπέβαλε αίτηση για άσυλο στην Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για πρόσφυγες, η οποία απορρίφθηκε το
- Τον Ιούνιο 2004 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση ασύλου στις Κυπριακές Αρχές. Μετά από μία συνέντευξη, δεν πήρε καμιά ειδοποίηση για την πορεία της αίτησης του και δεν επικοινώνησαν μαζί του τηλεφωνικώς, αν και γνώριζαν τόσο τον αριθμό τηλεφώνου του όσο και τη διεύθυνση του. Στις 23.11.04, αστυνομικοί της τροχαίας σταμάτησαν το αυτοκίνητο του και του ζήτησαν να μεταβεί μαζί τους στον αστυνομικό σταθμό για έλεγχο των εγγράφων του, πράγμα που έπραξε. Εκεί, έλεγξαν τα έγγραφα του και τον άφησαν ελεύθερο, ζητώντας του να μεταβεί ξανά το πρωί για να παραλάβει το αυτοκίνητο του. Πράγματι, στις 8.00 π.μ. μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό, όμως ένας αστυνομικός τον οδήγησε στο γραφείο του, τηλεφώνησε στην Αρχή Πληθυσμού και Μετανάστευσης και τους είπε «να κλείσετε τον φάκελο του και θα τον φέρω τώρα στην Αρχή Πληθυσμού και Μετανάστευσης». Από τις 8.00 π.μ. περίμενε μέχρι τις 1.00 μ.μ. στα γραφεία του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και αφού του έβαλαν χειροπέδες τον μετέφεραν στις κεντρικές φυλακές στην πτέρυγα
- Εκεί η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη για τον ίδιο, εφόσον διέμενε στον ίδιο χώρο με κακοποιούς, με ανθρώπους με ηπατίτιδα και ναρκομανείς. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, είχε πονοκεφάλους και έγινε νευρικός. Στις 8.12.04, λειτουργός του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης τον μετέφερε χωρίς τη θέληση του στην Πρεσβεία του Ιράν, παρόλο που είχε διαμαρτυρηθεί. Εκεί ο λειτουργός εξήγησε ότι ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και έδωσε όλα τα στοιχεία του στον υπάλληλο της Πρεσβείας. Όταν τον μετέφεραν πίσω στην πτέρυγα 10, η ψυχολογική του κατάσταση χειροτέρευσε. Κατόπιν αιτήματος του, τον μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου ένας γιατρός του χορήγησε χάπια για να μπορέσει να κοιμηθεί. Ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν κάτω από μεγάλη ψυχολογική πίεση, υπέφερε λόγω της πλάτης του και για 15 ημέρες βρισκόταν στο κρεβάτι στα κρατητήρια. Μερικές φορές ζήτησε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, όμως δεν το έπραξαν. Τρεις φορές σκέφτηκε να αυτοκτονήσει, όμως οι φίλοι του δεν τον άφησαν. Στις 18.3.05, λειτουργοί του Τμήματος Μετανάστευσης τον μετέφεραν για δεύτερη φορά στην Πρεσβεία του Ιράν, όπου υπέβαλαν αίτημα για έκδοση διαβατηρίου του, προκειμένου να τον απελάσουν. Τέλος Μαρτίου 2005 τον μετέφεραν για τρίτη φορά στην Πρεσβεία του Ιράν. Στις 27.7.05 αποφυλακίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή με αρ. 123/05 (τεκμ. 3) ημερ. 27.7.05 (τεκμ. 1). Από τις 3.8.10 βρίσκεται νόμιμα στο Βέλγιο. Λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπισε ενόσω βρισκόταν υπό κράτηση, ο χαρακτήρας του άλλαξε, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα του και παρακολουθείται από ψυχολόγο στο Βέλγιο τα δύο τελευταία χρόνια. Πάντοτε έχει κακά όνειρα, εφιάλτες, δεν κοιμάται καλά και σύμφωνα με τον ψυχολόγο του, πιθανόν να έχει αυτά τα προβλήματα για όλη του τη ζωή και συνεχίζει να υποφέρει από πόνους στην πλάτη. Επειδή δόθηκαν όλες οι πληροφορίες που τον αφορούν στην Πρεσβεία του Ιράν, δεν μπορεί να επισκεφθεί τους γονείς του στο Ιράν, τους οποίους δεν είδε για 12 χρόνια και δεν επιτρέπεται η είσοδος του στην Κύπρο. Όταν μετέβηκε στο Βέλγιο, λόγω των πόνων στην πλάτη του εξετάστηκε από τρεις γιατρούς (τεκμ. 2). Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι, όταν συνελήφθηκε στις 24.11.04 δεν τον ενημέρωσαν ότι είχε εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης του και δεν γνώριζε τον λόγο σύλληψης και κράτησης του. Γνωρίζει το περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου (τεκμ. 1) το οποίο του μετάφρασαν και συμφωνεί με αυτό. Ωστόσο, διαφωνεί ότι στις 24.11.04 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε απελάθηκε από την Κύπρο. Πληροφορήθηκε ότι είχαν εκδοθεί διατάγματα κράτησης και απέλασης του δύο μήνες μετά που τον ενημέρωσαν ότι ο φάκελος του ήταν κλειστός. Έφυγε από την Κύπρο στις 3.8.10, όταν εξασφάλισε άδεια παραμονής από το Βέλγιο και μέχρι τότε ζούσε νόμιμα στην Κύπρο, με ειδική άδεια παραμονής από τον κ. Συλικιώτη. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του, πήγε πολλές φορές στο νοσοκομείο για την πλάτη του, για το δόντι του, για την αλλεργία που είχε πάθει, ως και για τα ψυχολογικά του προβλήματα. Ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Στις 24.11.04 εκδόθηκαν από τον Λειτουργό Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα, τα οποία ήταν το αντικείμενο της προσφυγής αρ. 123/05 (τεκμ. 3 και 1). Τα αρχεία και στοιχεία της αστυνομίας που αφορούσαν τα αστυνομικά κρατητήρια (block 10) στις φυλακές κατά τη διάρκεια που ήταν κρατούμενος ο Ενάγοντας στο block 10, έχουν καταστραφεί σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 1/
- Είναι αδύνατο για το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας να εντοπίσει τις ακριβείς ημερομηνίες προσαγωγής του Ενάγοντα στο Νοσοκομείο για την περίοδο 24.11.2004-27.7.2005, διότι δεν έλαβαν τις ακριβείς ημερομηνίες από την αστυνομία. Αποτελεί περαιτέρω αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα πιο πάνω διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερ. 27.7.05 (τεκμ. 1), στα πλαίσια προσφυγής του με αρ. 123/05 (τεκμ. 3). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα ακυρώθηκαν λόγω του ότι είχαν εκδοθεί μετά από ελλιπή έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τον Ενάγοντα να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου. Το μέρος της μαρτυρίας του που συνάδει με τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως ανωτέρω, γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Επισημαίνεται ότι, το γεγονός ότι η πλευρά του Εναγομένου δεν προσκόμισε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας του Ενάγοντα από το Δικαστήριο και εξηγώ: Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο της κράτησης του στην πτέρυγα 10 των Κεντρικών Φυλακών, αντιμετώπισε ψυχολογικά προβλήματα, καθώς επίσης και προβλήματα με την πλάτη του και πολλές φορές τον μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για την πλάτη του, το δόντι του, την αλλεργία που είχε πάθει και τα ψυχολογικά του προβλήματα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω αυτών των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της κράτησης του, ο χαρακτήρας του έχει αλλάξει, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα του και παρακολουθείται από ψυχολόγο στο Βέλγιο τα δύο τελευταία χρόνια. Τα βράδια έχει εφιάλτες, δεν κοιμάται καλά και σύμφωνα με τον ψυχολόγο του, πιθανόν να έχει αυτά τα προβλήματα σ' όλη του τη ζωή. Συνεχίζει επίσης να υποφέρει από πόνους στην πλάτη και στο Βέλγιο εξετάστηκε από τρεις γιατρούς. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί η πλευρά του Ενάγοντα, κανένα γιατρό-ειδικό εμπειρογνώμονα παρουσίασε - ως είχε την υποχρέωση - ενώπιον του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση τους. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει τις ακριβείς ημερομηνίες προσαγωγής του Ενάγοντα κατά την περίοδο της κράτησης του, διότι δεν τις έλαβαν από την αστυνομία, της οποίας τα αρχεία και στοιχεία έχουν καταστραφεί. Αυτή η εξ αντικειμένου αδυναμία για την πλευρά του Ενάγοντα να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δεν τον απαλλάσσει από τη δυνατότητα που είχε να παρουσιάσει ιατρική μαρτυρία από τους γιατρούς που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τον παρακολουθούν στο Βέλγιο, τόσο για τα ψυχολογικά του προβλήματα όσο και για τα προβλήματα στην πλάτη του, τα οποία αποδίδει στον χρόνο της κράτησης του. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τέτοια ιατρική μαρτυρία ήταν απαραίτητη προς τεκμηρίωση των εν λόγω σημερινών ψυχολογικών και σωματικών προβλημάτων του Ενάγοντα, αλλά και για τη σύνδεση τους με τον χρόνο της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του ότι αυτά προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια και συνεπεία της κράτησης του. Ο Ενάγοντας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ. 2 τρία έγγραφα προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, τα οποία, όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, εκδόθηκαν από τους γιατρούς που τον παρακολουθούν στο Βέλγιο. Το Δικαστήριο, καμία βαρύτητα προσδίδει στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων (τεκμ. 2) για τους εξής λόγους: (α) Τα έγγραφα αυτά είναι συνταγμένα στη γαλλική γλώσσα και καμία μετάφραση έγινε του περιεχομένου τους στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας σύμφωνα με το αρ. 5
(1)του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. (β) Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και οι εκδότες τους δεν έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η πλευρά του Ενάγοντα καμία εξήγηση έδωσε στο Δικαστήριο για την απουσία τους από το εδώλιο του μάρτυρα ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο ήταν ή όχι, εύλογο και εφικτό να κλητευθούν ως μάρτυρες στη διαδικασία (βλ. αρ. 27
(2)Ν.32
(1)/2004). Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να πείσει το Δικαστήριο με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές προκλήθηκαν σ' αυτόν ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα τα οποία συνεχίζουν να τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα και πιθανόν σ' ολόκληρη του τη ζωή. Ό,τι γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο είναι μόνο ο ισχυρισμός του ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης του δεν μπορούσε να κοιμηθεί και είχε πονοκεφάλους, καθ' ότι κρίνεται ως μία φυσιολογική αντίδραση την οποία λογικά θα μπορούσε να εκδηλώσει οποιοδήποτε πρόσωπο τελούσε υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές για περίοδο οκτώ μηνών, ως ήταν και η περίπτωση του Ενάγοντα. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται και το Δικαστήριο και καλείται να αποφασίσει, είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις με βάση το αρ. 146
(6)του Συντάγματος, έχοντας κατά νου την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 27.7.05 (τεκμ. 1) στην προσφυγή με αρ. 123/05, με την οποία ακυρώθηκαν τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα. Η πρώτη προϋπόθεση για διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον Πολιτικού Δικαστηρίου, όπως το αρ. 146
(6)υποδηλοί και η νομολογία επιβεβαιώνει (βλ. Τράπεζα Κύπρου ν. Χ. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420), αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημιά. Στην παρούσα υπόθεση, η εν λόγω προϋπόθεση έχει ικανοποιηθεί με την έκδοση από το Ανώτατο Δικαστήριο της ακυρωτικής απόφασης ημερ. 27.7.05 (τεκμ. 1). Η δεύτερη προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις, ικανοποιείται εφόσον το ζημιωθέν πρόσωπο, πριν προχωρήσει δικαστικά, απευθύνθηκε στη διοίκηση για αποκατάσταση της ισχυριζόμενης ζημιάς και η διοίκηση δεν ανταποκρίθηκε (βλ. Βαλανίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου Πολ. Έφ. 76, ημερ. 20.3.08 και Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 969). Η διοίκηση, παρατηρήθηκε στην υπόθεση Vnukovo Airlines (ανωτέρω), ενδεχομένως να μην είναι γνώστης της κατ' ισχυρισμό ζημιάς, κάτι που επιβάλλει σ' αυτόν που την αξιώνει όχι μόνο να την υποβάλλει, αλλά και να τη διατυπώνει. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου SAVVAS & LEONIDAS MOTORS LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Πολ. Έφ. 400/08 ημερ. 30.4.12. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «Το δικαίωμα αποζημίωσης που παρέχεται από το εν λόγω Άρθρο του Συντάγματος (αρ. 146.6) έχει τύχει εξέτασης και ερμηνείας σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Petrides v. Republic
(1965)1 C.L.R. 39, Attorney-General v. Marcoullides
(1966)1 C.L.R. 242), Christophides v. Attorney-General
(1981)1 C.L.R. 18, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Εγγλεζάκη και άλλες ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, Νικόλας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 983, Ιωάννου ν. Κ.Ο.Α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1047, Καπνίσης ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1515, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 586 και Είκοσι κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 467). Αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες είναι ότι για να έχει δικαίωμα κάποιος να διεκδικήσει αποζημιώσεις με βάση το πιο πάνω άρθρο θα πρέπει (α) να έχει υπέρ του ακυρωτική απόφαση (β) να έχει απευθυνθεί στη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος του και συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση και (γ) αν δεν ικανοποιηθεί, τότε να αποταθεί στο δικαστήριο με αγωγή.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει ότι ο Ενάγοντας, προτού καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, απευθύνθηκε στη διοίκηση και αξίωσε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, στη βάση της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκμ. 1). Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιήθηκε η δεύτερη προϋπόθεση του αρ. 146
(6)του Συντάγματος και επομένως ο Ενάγοντας δεν έχει αποκτήσει αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις με βάση το αρ. 146
(6)του Συντάγματος. Το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται, είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται αποζημιώσεις για παράνομη κράτηση και παράνομη στέρηση της ελευθερίας του, για την περίοδο από 24.11.04 - 27.7.05. Όπως ανάφερα πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τα Διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα, λόγω του ότι είχαν εκδοθεί μετά από ελλιπή έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα (τεκμ. 1). Σύμφωνα με το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, κάθε διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη. Επομένως, γεννάται το ερώτημα κατά πόσο η εν λόγω ακυρωτική απόφαση (τεκμ. 1), κατέστησε αναδρομικά και εξ υπαρχής παράνομη την κράτηση του Ενάγοντα, ώστε να εγείρεται θέμα αποζημίωσης του για παράνομη κράτηση. Στην υπόθεση OM (Nigeria) v Secretary of State of the Home Department
(2011)W.L. 2747890, στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου παρέπεμψε το Δικαστήριο, αποφασίστηκε, με αναφορά στις υποθέσεις R (Lumba) v Secretary of State for the Home Department
(2011)UKSC 12,
(2011)2 WLR 671 και R (Kambadzi) v Secretary of State for the Home Department
(2011)UKSC 23,
(2011)1 WLR 1299, ότι όταν μία δημόσια αρχή έχει την εξουσία να αποφασίσει την κράτηση οποιουδήποτε προσώπου, αλλά ασκεί την εξουσία αυτή κατά παράβαση των αρχών του δημοσίου δικαίου (και η παραβίαση αυτή είναι σχετική με την απόφαση της κράτησης), η κράτηση είναι παράνομη και δεν αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για παράνομη φυλάκιση (false imprisonment), να καταδειχθεί ότι η νόμιμη άσκηση της εν λόγω εξουσίας θα μπορούσε και θα είχε ως αποτέλεσμα την κράτηση. Ωστόσο, στην περίπτωση που η κράτηση θα ήταν αναπόφευκτη, εάν η εξουσία για κράτηση ασκείτο κατ' εφαρμογή νόμιμης πολιτικής, τότε το πρόσωπο του τέθηκε υπό κράτηση δικαιούται σε αποζημιώσεις. Το ερώτημα κατά πόσο η κράτηση θα επέρχετο εάν η άσκηση εξουσίας για κράτηση ασκείτο νόμιμα, σχετίζεται μόνο με το θέμα των αποζημιώσεων. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση OM (Nigeria) (ανωτέρω) είναι σχετικό: "
- It was held in Lumba that where a public authority has power to detain but exercises the power in breach of the principles of public law (at least in so far as the breach bears on and is relevant to the decision to detain), the detention is unlawful and it is not a defence to an action for false imprisonment to show that the lawful exercise of the power could and would have resulted in detention. On the facts of the case, since the detention had been based on unlawful policies, the claims in false imprisonment succeeded; but since it was inevitable that the appellants would have been detained if the power to detain had been exercised by the application of lawful policies, they had suffered no loss and were entitled only to nominal damages. Kambadzi was to similar effect: it was held that a failure to carry out regular detention reviews required by the relevant policy rendered detention unlawful and established the tort of false imprisonment; and that the question whether detention would have occurred if lawful detention reviews had been carried out went only to the quantum of damages." Σ' ότι αφορά τη μορφή των αποζημιώσεων, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "
- That, in turn, has thrown up an issue as to the test to be applied when determining what, if any, loss was caused by the unlawful detention. Mr Khubber submitted that the appellant was entitled to substantial damages unless she would "inevitably" have been detained by the lawful exercise of the power of detention. He based that submission on passages in Lumba where the word "inevitable" appears. For example, Lord Dyson stated in his overall conclusion at [169] that the appellants were entitled only to nominal damages "because, if the Secretary of State had acted lawfully and applied her published policy, it is inevitable that both appellants would have been detained". In my view, however, the use of that language is readily explained by the finding in the courts below, agreed with by the Supreme Court, that detention was "inevitable" on the particular facts (see e.g. per Lord Dyson at [60]). There are, moreover, passages in the judgments where the issue is discussed simply in terms of whether a person "would" have been detained if the decision had been taken lawfully (see e.g. per Lord Dyson at [93] and per Lord Kerr at [256]). Taking the judgments as a whole, I cannot discern any intention on the part of the Supreme Court to lay down a legal test of inevitability for determining whether only nominal damages are payable.
- Similar considerations apply to the judgments in Kambadzi. Indeed Lord Hope stated in Kambadzi at [56] that "an award of damages for false imprisonment is based on normal compensatory principles". It seems to me that on normal compensatory principles it would be for a claimant to prove his loss on the balance of probabilities. It well may be that in circumstances such as these the burden shifts to the defendant to prove that the claimant would and could have been detained if the power of detention had been exercised lawfully, but again I see no reason why the standard of proof should be anything other than the balance of probabilities." Στην εν λόγω υπόθεση [OM (Nigeria)] (ανωτέρω), το Δικαστήριο επεδίκασε ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους £1, με την εξής κατάληξη: "It is accepted that the appellant's detention during that period was unlawful and that the claim for false imprisonment must succeed. For the reasons given above, however, I am satisfied that the tort has caused the appellant no loss, since she would and could have been detained in any event in the lawful exercise of the power of detention. I would therefore award her only nominal damages, in the sum of £1". Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάκης Γιάλλουρου ν. Ευγένιου Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 αποφασίστηκε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων, οποιουδήποτε από αυτά που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, παρέχει στο θύμα αγώγιμο δικαίωμα αποζημίωσης. Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας, είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation). Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μη υλική ζημιά, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ως «ηθική ζημιά», η οποία περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια (hardship). Περαιτέρω, η ανησυχία, distress, η θλίψη, η απόγνωση, η αγωνία, η απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, αισθήματα αδικίας, δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η ψυχική οδύνη αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια και κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 123/05 ημερ. 27.7.05 (τεκμ. 1), ο Ενάγοντας, - αφού απορρίφθηκε το αίτημα του για άσυλο από την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες - με ειδοποίηση ημερ. 18.12.03 που του δόθηκε τον Ιανουάριο του 2004, κλήθηκε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Επανήλθε με νέο αίτημα για άσυλο, επανάνοιξε ο φάκελος του και αναγνωρίστηκε επίσημα ότι εξακολουθούσε να είναι αιτητής ασύλου, ως και το δικαίωμα του για έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης στο αίτημα του. Στις 3.8.04 η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημα του και ανατέθηκε σε ιδιώτη επιδότη η παράδοση ειδοποίησης για το αποτέλεσμα, ως και για το δικαίωμα του να ασκήσει διοικητική προσφυγή μέσα σε 20 μέρες από τη λήψη του. Αυτή η ειδοποίηση δεν παραδόθηκε στον αιτητή, αφού οι επανειλημμένες επισκέψεις του επιδότη στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο Ενάγοντας ως τόπο διαμονής του απέβησαν άκαρπες. Μετά από τυχαίο εντοπισμό του Ενάγοντα στις 23.11.04 από την αστυνομία για τροχαίες παραβάσεις, αυτός τέθηκε υπό κράτηση ως παράνομα βρισκόμενος στην Κύπρο και στις 24.11.04 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα απέλασης και κράτησης από τη Διευθύντρια Τμήματος Αρχείου, Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η πληροφόρηση που η Διευθύντρια είχε και με βάση την οποία έκδοσε τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα ήταν ότι το αίτημα του για άσυλο είχε απορριφθεί και στις 5.8.04 του είχε σταλεί απορριπτική επιστολή για να αναχωρήσει από την Κύπρο, όμως αυτός παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα χωρίς την άδεια της Διευθύντριας. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τα Διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα διότι, όπως επεσήμανε, αυτός «ουδέποτε ενημερώθηκε για την απορριπτική απόφαση αφού ποτέ δεν παρέλαβε την επιστολή ημερ. 5.8.04». Επεσήμανε επίσης ότι, ήταν σημαντικό να γνώριζε η Διευθύντρια αυτή την πραγματικότητα γιατί θα προέβαινε σε περαιτέρω έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει τα πραγματικά δεδομένα στη βάση των οποίων θα αποφάσιζε την έκδοση των Διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Γι' αυτό και τα εν λόγω Διατάγματα ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, διότι εκδόθηκαν κατά ελλιπή έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα. Με βάση τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε παραβίαση του αρ. 11 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας, ως είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα. Και τούτο γιατί ο Ενάγοντας δεν τέθηκε υπό κράτηση χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση Διατάγματος κράτησης και απέλασης του από το αρμόδιο κατά νόμω πρόσωπο και αντίθετα με τη διαδικασία που ορίζει ο Νόμος. Επομένως, δεν τίθεται θέμα παράνομης σύλληψης και κράτησης του Ενάγοντα ως και παραβίασης του αρ. 11(στ) του Συντάγματος, αφού ο Ενάγοντας είχε τεθεί υπό κράτηση με βάση διοικητική πράξη και/ή απόφαση, η οποία μέχρι την έκδοση της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 27.7.05, ήταν νόμιμη. Κατ' επέκταση, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης του αρ. 11 του Συντάγματος ως και θέμα αποζημίωσης του Ενάγοντα με βάση τις αρχές της υπόθεσης Τάκης Γιάλλουρου (ανωτέρω). Η ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο των Διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα λόγω ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, θα πρέπει κατά την άποψη μου, να αντικρυστεί μέσα στα πλαίσια των αρχών που καθιερώθηκαν στην υπόθεση OM (Nigeria) (ανωτέρω). Όπως ανάφερα πιο πάνω, τα Διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, δηλ. από πρόσωπο (δημόσια αρχή) που είχε κατά νόμω την εξουσία να τα εκδόσει, εφόσον όπως προκύπτει από το κείμενο της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκμ. 1), τέτοιο θέμα δεν τέθηκε ενώπιον του. Όμως, (α) η παράλειψη της Διευθύντριας να προβεί σε δέουσα έρευνα των γεγονότων προς διαπίστωση των πραγματικών δεδομένων, υπό το φως των οποίων θα αποφάσιζε την έκδοση των Διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα και (β) η πλάνη περί τα πράγματα στην οποία η Διευθύντρια τελούσε, όσον αφορά την ενημέρωση του Ενάγοντα για την απορριπτική απόφαση της αίτησης του, αφού αυτός ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή ημερ. 5.8.04, οδηγούν, κατά την άποψη μου, στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η Διευθύντρια ενήργησε, εκδίδοντας τα Διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα, κατά παράβαση των αρχών Δημοσίου Δικαίου, που όπως είναι γνωστό, επιβάλλουν στα δημόσια όργανα να προβαίνουν σε δέουσα έρευνα, προτού εκδόσουν οποιαδήποτε διοικητική πράξη και/ή απόφαση. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, κρίνω ότι η κράτηση του Ενάγοντα από 24.11.04 - 27.7.05 ήταν παράνομη. Στα πλαίσια επιδίκασης αποζημιώσεων, το ερώτημα που εγείρεται είναι, κατά πόσο η κράτηση του Ενάγοντα θα ήταν αναπόφευκτη, εάν η Διευθύντρια ασκούσε την εξουσία της για έκδοση Διατάγματος κράτησης και απέλασης του και αποφάσιζε νόμιμα (lawfully). Η απάντηση στο ερώτημα, είναι, κατά την άποψη μου, αρνητική. Και τούτο γιατί, όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκμ. 1), εγείρονται ερωτηματικά κατά πόσο η Διευθύντρια θα έκδιδε τα εν λόγω Διατάγματα αν γνώριζε ότι: (α) στην πραγματικότητα ο Ενάγοντας δεν είχε παραγνωρίσει κλήση για να αναχωρήσει από την Κύπρο, αφού τέτοια κλήση δεν του είχε δοθεί, (β) ανάλογα με το αποτέλεσμα της έρευνας, ο Ενάγοντας δεν είχε εξαφανιστεί, εγκαταλείποντας χωρίς άδεια τον δηλωμένο τόπο διαμονής του και (γ) για την παράδοση της επιστολής ημερ. 5.8.04, η οποία αυθαίρετα περιγράφεται ως «αδικαιολόγητη μη παραλαβή της» υπήρχε άλλη εξήγηση συνάδουσα με την ως τότε στάση ανταπόκρισης του Ενάγοντα. Επομένως, με βάση τις αρχές της υπόθεσης OM (Nigeria) (ανωτέρω) ως και της Kambadzi (ανωτέρω) κρίνω ότι, αφ ης στιγμής η έκδοση του Διατάγματος κράτησης δεν ήταν αναπόφευκτη στην περίπτωση νόμιμης άσκησης της εξουσίας της Διευθύντριας, δεν τίθεται θέμα επιδίκασης μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων αλλά οι αποζημιώσεις για παράνομη κράτηση του Ενάγοντα θα πρέπει να κριθούν στη βάση των γενικών αρχών αποζημίωσης (on normal compensatory principles). Λαμβάνοντας υπόψη μου τη χρονική διάρκεια των οκτώ μηνών που ο Ενάγοντας τελούσε υπό παράνομη κράτηση, ως και την ταλαιπωρία που υπέστηκε κατά τη διάρκεια της κράτησης του, την έλλειψη ύπνου και τους πονοκεφάλους από τους οποίους υπέφερε, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι ένα ποσό της τάξεως των €20.000 θα αποτελούσε δίκαια αποζημίωση για τον Ενάγοντα. Σ' ότι αφορά την αξίωση του Ενάγοντα για τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, η νομολογία αναγνωρίζει την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων η οποία ενδείκνυται μόνο όπου η διαγωγή του Εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από το Πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (βλ. Αιμίλιος Θωμά ν. Ι. Ηλιάδη Πολ. Έφ. 11784 ημερ. 24.1.06, Πίτσα Είκοσι ν. Γεν. Εισαγγελία Πολ. Έφ. 12212 ημερ. 17.4.07, Παπακοκκίνου ν. Κάνθερ
(1982)1 Α.Α.Δ. 65, 74-79, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836). Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι οι λόγοι για τους οποίους ακυρώθηκαν τα Διατάγματα κράτησης και απέλασης του Ενάγοντα από το Ανώτατο Δικαστήριο (τεκμ. 1), με κανένα τρόπο τεκμηριώνουν αξιόμεμπτη διαγωγή εκ μέρους της Διοίκησης, εντός της έννοιας των πιο πάνω αρχών. Συγχρόνως, καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η Διοίκηση προέβηκε στην έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων, έχοντας την πρόθεση ή την τάση να ταπεινώσει τον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις και η σχετική αξίωση του απορρίπτεται. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €20.000 με νόμιμο τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 14.10.05 ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, μέχρι 14.10.08 και νόμιμο τόκο προς 5.5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο