← Κύπρος

Σωτήρη (Άκη) Παπασάββα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9493/10, 27/3/2013

Σωτήρη (Άκη) Παπασάββα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9493/10, 27/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9493/10 Μεταξύ: Σωτήρη (Άκη) Παπασάββα εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και

  1. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Τάκη Κουνναφή
  3. Γιώργου Σέρτη Εναγομένων ____________________ Αίτηση ημερ. 24.10.12 για παραπομπή ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 27 Μαρτίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1-αιτητές: κ. Λ. Πασχαλίδης. Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Χριστάκη. ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι αίτημα των Εναγομένων 1 (στο εξής οι αιτητές) για παραπομπή πέντε

(5)ερωτημάτων που εκτίθενται στο Παράρτημα Α της αίτησης, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την έκδοση προδικαστικής απόφασης επ' αυτών. Περαιτέρω, ζητείται η αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επί της προδικαστικής παραπομπής. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 267, εδάφιο 3 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ), στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τροποποιήθηκε με την Πέμπτη (5η) τροποποίηση του Συντάγματος, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, στο άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, στην Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»), στον περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν156(Ι)/04 ως τροποποιήθηκε, στο Κεφ. 148, στην διακριτική ευχέρεια, πρακτική και νομολογία των Δικαστηρίων της Κύπρου, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όπως διατείνονται οι αιτητές, η παρούσα αγωγή αφορά την αξίωση του Ενάγοντα (στο εξής ο καθ' ου η αίτηση) για αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη δυσφήμιση που έλαβε χώρα μεταξύ άλλων και στο διαδίκτυο. Στις 8.11.11 οι αιτητές καταχώρησαν αίτηση διαγραφής μέρους της αγωγής, στο βαθμό και την έκταση που αυτή εδράζεται σε διαδικτυακή δυσφήμιση και/ή διαδικτυακή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαδικτυακό λίβελλο, λόγω του ότι (α) τέτοια βάση αγωγής είναι άγνωστη στο Κυπριακό Δίκαιο και (β) τυχόν έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στη βάση των πιο πάνω, θα προκαλέσει δυσανάλογα αποτελέσματα στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, όπως αυτό αναγνωρίζεται και προστατεύεται από το κάθε Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρουν περαιτέρω οι αιτητές ότι, το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης ρυθμίζεται από τα αρ. 17-25 του Κεφ. 148, κατά τον χρόνο θέσπισης των οποίων
(1953), η τεχνολογική εφεύρεση του διαδικτύου (internet) δεν είχε λάβει χώρα. Στις 30.4.04 για σκοπούς εναρμόνισης με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2000/31/ΕΚ ημερ. 8.6.00, ψηφίστηκε ο Νόμος Πλαίσιο Ν.156(Ι)/04, ο οποίος προνοεί για ορισμένες πτυχές των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου στην Εσωτερική Αγορά. Είναι η θέση των αιτητών ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης επηρεάζει άμεσα την ελευθερία και ικανότητα παροχής πληροφοριών και λόγω του ότι στο Κεφ. 148 δεν γίνεται αναφορά στο διαδίκτυο ή σε θέματα ηλεκτρονικών μέσων παροχής πληροφοριών όπως είναι ο υπολογιστής και άλλα συναφή ηλεκτρονικά μέσα που αφορά η ως άνω Ευρωπαϊκή οδηγία, προκύπτει ξεκάθαρα θέμα ερμηνείας της εν λόγω Οδηγίας και κατά συνέπεια ορθής εφαρμογής της, στα άρθρα 17-25 του Κεφ. 148. Το εξειδικευμένο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του Ν.156(Ι)/04, σε αντιδιαστολή με το αρχαϊκό λεκτικό των αρ. 17-25 του Κεφ. 148, καθιστά αδύνατη την επίκληση και/ή εφαρμογή των προνοιών της Οδηγίας και του Νόμου, ως και την έκδοση τελικής απόφασης επί της ουσίας της αγωγής. Τόσο η Οδηγία όσο και ο Ν.156(Ι)/04, περιέχουν πρόνοιες σύμφωνα με τις οποίες ο παροχέας υπηρεσιών πληροφόρησης δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνη για το περιεχόμενο των πληροφοριών. Ωστόσο, το Κεφ. 148 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόνοια. Επομένως είναι αμφίβολο αν τα αρ. 17-25 του Κεφ. 148, αναφέρονται στις πρόνοιες της Οδηγίας και του Ν.156(Ι)/04, ως και αν δημιουργούν περιθώριο για εφαρμογή τους. Ως εκ τούτου, οι αιτητές εισηγούνται ότι η προδικαστική παραπομπή των πέντε
(5)ερωτημάτων καθίσταται επιβεβλημένη, ενόψει του ότι εγείρεται θέμα (α) κατά πόσο το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, όπως προνοείται στο Κεφ. 148, καλύπτει δημοσιεύσεις που έγιναν στο διαδίκτυο και/ή περιπτώσεις που έχουν έντονο το στοιχείο της τεχνολογικής εξέλιξης του τομέα πληροφόρησης και (β) κατά πόσο οι πρόνοιες του Κεφ. 148 ανταποκρίνονται στο νομοθετικό πνεύμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση του καθ' ου η αίτηση, στην οποία προβάλλονται δεκαέξι
(16)λόγοι ένστασης και οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής εννέα
(9): Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικώτερα η βασική προϋπόθεση να μην υπόκειται η υπόθεση σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου. Ο Ν.156(Ι)/04και η Οδηγία 2000/31/ΕΚ δεν αφορά τη διαδικτυακή δυσφήμιση. Τα ερωτήματα δεν είναι ξεκάθαρα και σαφή ως προς τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας των οποίων ζητείται η ερμηνεία και δεν άπτονται ερμηνείας κοινοτικού δικαίου. Είναι απαράδεκτα, υποθετικά και γενικά έχουν απαντηθεί από τη Νομολογία. Το ΔΕΕ στα πλαίσια προδικαστικής παραπομπής δεν εξετάζει ζητήματα συμβατότητας της εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο. Η απάντηση στα ερωτήματα δεν είναι απαραίτητη για να κριθεί το αποτέλεσμα της αγωγής στον βαθμό που αυτή αφορά διαδικτυακή δυσφήμιση και/ή διαδικτυακό λίβελλο και/ή διαδικτυακή επιζήμια ψευδολογία. Η απόφαση του ΔΕΕ επί των συγκεκριμένων ερωτημάτων δεν είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το Εθνικό Δικαστήριο στην παρούσα αγωγή. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ως και καταχρηστική, αφού έχει σκοπό τη βλάβη των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Δεν τίθεται θέμα προδικαστικού ερωτήματος, διότι το θέμα είναι ξεκάθαρο. Η αίτηση είναι πρόωρη γιατί (α) δεν έχει καταχωρηθεί η Υπεράσπιση ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη γνώση της διαφοράς των μερών και να είναι σε θέση να κρίνει το παρόν αίτημα, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε απάντηση του ΔΕΕ επί των ερωτημάτων να έχει μόνο θεωρητική σημασία και (β) εκκρεμεί προγενέστερη αίτηση για διαγραφή των αξιώσεων που αφορούν διαδικτυακή δυσφήμιση και/ή διαδικτυακό λίβελλο και/ή διαδικτυακή επιζήμια ψευδολογία. Εάν ο αιτητής επιτύχει στην αίτηση διαγραφής, τότε η παραπομπή των προδικαστικών ερωτημάτων θα είναι αχρείαστη. Αρμόδια Δικαστήρια για να κρίνουν αν τα άρθρα 17-25 του Κεφ. 148 καλύπτουν τη δυσφήμιση μέσω του διαδικτύου ή μέσω ηλεκτρονικών μέσων, είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (πρώην ΔΕΚ) να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις σε θέματα που αφορούν την ερμηνεία των Συνθηκών και το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρυθμίζεται από το αρ. 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι πρόνοιες του οποίου ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το αρ. 34(Α)
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 το οποίο ορίζει ως ακολούθως: «34.Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.» Το εν λόγω άρθρο 267 (πρώην 234) ορίζει ως εξής: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, να κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού.» Σχετικό είναι το ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ για τις αιτήσεις των Εθνικών Δικαστηρίων προς έκδοση Προδικαστικής Αποφάσεως (2005/C 143/01) που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικώτερα παραπέμπω στις πιο κάτω σχετικές οδηγίες: «
  1. Το σύστημα της προδικαστικής παραπομπής, άλλως σύστημα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, συνιστά ουσιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και αντικείμενό του είναι να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια το μέσο για τη διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού σε όλα τα κράτη μέλη.
  2. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και επί της ισχύος των πράξεων του παραγώγου δικαίου. Η γενική αυτή αρμοδιότητα του απονέμεται δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνάμει άλλων διατάξεων.
  3. Στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να παρέχει στοιχεία ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή να αποφαίνεται επί της ισχύος του και όχι να εφαρμόζει το δίκαιο αυτό στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, ρόλος που ανήκει στο εθνικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο ούτε να επιλύει τις διαφορές που ανακύπτουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης ούτε να αποφαίνεται ως προς τις διχογνωμίες σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων του εθνικού δικαίου.
  4. Κάθε δικαστήριο έχει την εξουσία να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία ενός κανόνα του κοινοτικού δικαίου, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
  5. Συνεπώς, το δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις εξακολουθούν να υπόκεινται σε ένδικο μέσο μπορεί, ιδίως εφόσον θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να αποφασίσει το ίδιο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει. Εντούτοις, η προδικαστική παραπομπή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, εφόσον πρόκειται για ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλη την Ένωση ή εφόσον προκύπτει ότι η υπάρχουσα νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως.
  6. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί την αιτούμενη ερμηνεία αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του.» Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για παραπομπή ενός ερωτήματος στο ΔΕΕ αποκρυσταλλώθηκαν με Κυπριακή Νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Καπακιώτης και Παπαέλληνας Λτδ., ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Υγείας, Υπόθεση Αρ. 1239/2007, ημερ. 11.12.2009, Chrikar Trading Co. Ltd., v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Οικονομικών και/ή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Υπόθεση Αρ. 414/2007 ημερ. 30.6.2009, Γιώργος Μιχαλιάς ν. Χριστίνας Α. Ιωάννου-Μιχαλιά (Αρ.1)
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 899, Senthil Thevathas και Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 818/2010 ημερ. 9.8.12 και Fontana Amoroza Coast Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 8/2009, ημερ. 13.1.2011. Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΕ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση (βλ. Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235-1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανέφερε ότι "'necessary' meant that the outcome of the case must be dependent on the decision". Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των αιτητών ότι, το επίδικο θέμα της αίτησης διαγραφής είναι το κατά πόσο το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης όπως προνοείται στο Κεφ. 148, ανταποκρίνεται στο νομοθετικό πνεύμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο. Το επίδικο αυτό θέμα της αίτησης διαγραφής, μπορεί να απαντηθεί μόνο κατόπιν ορθής ερμηνείας της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ αναφορικά με την εμβέλεια και εφαρμογή της και το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο για να το πράξει, είναι το ΔΕΕ. Εάν από την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ προκύπτει ότι η εμβέλεια και εφαρμογή της εκτείνεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και επηρεάζει τις συνθήκες διάπραξης του εν λόγω αδικήματος ως και την αστική ευθύνη του αδικοπραγήσαντος, τότε η αίτηση πετυχαίνει. Και τούτο γιατί, το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης με βάση τα αρ. 17-25 του Κεφ. 148 δεν καλύπτει τις διαδικτυακές δημοσιεύσεις και το Κεφ. 148 δεν θα συνάδει με το Ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι, στην απουσία νομοθετικής ρύθμισης και συνακόλουθης εναρμόνισης με το σχετικό Ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο που υπάρχει αναφορικά με τη διαδικτυακή δυσφήμιση (α) είναι αδύνατη η έκδοση τελικής απόφασης στην ουσία της αγωγής εφόσον δεν θα συμβαδίζει με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και (β) τυχόν έκδοση απαγορευτικού διατάγματος θα προκαλέσει δυσανάλογα αποτελέσματα της ελευθερίας και έκφρασης όπως αναγνωρίζεται και προστατεύεται μεταξύ των Κρατών-Μελών. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραπομπή των πέντε
(5)επίδικων ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Ειδικώτερα εισηγήθηκε ότι οι αιτητές δεν καταχώρησαν Υπεράσπιση και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν έχει γνώση της διαφοράς μεταξύ των μερών, γεγονός που καθιστά τα ερωτήματα υποθετικά με ακαδημαϊκή μόνο σημασία, ως και την αίτηση πρόωρη. Περαιτέρω, σε περίπτωση επιτυχίας των αιτητών στην αίτηση διαγραφής, η παραπομπή των προδικαστικών ερωτημάτων θα καταστεί μη αναγκαία και αχρείαστη. Τα ερωτήματα δεν είναι σαφή ούτε και ξεκάθαρα ως προς το ποίες διατάξεις της Κοινοτικής νομοθεσίας ζητείται να ερμηνευθούν από το ΔΕΕ. Προβλήθηκε περαιτέρω η θέση ότι η δημοσίευση μέσω διαδικτύου καλύπτεται από τις διατάξεις του αρ. 17 του Κεφ. 148 και επομένως αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Εθνικό Δικαστήριο για να ερμηνεύσει το Εθνικό νομοθέτημα και να το εφαρμόσει στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, η τελική έκβαση της υπόθεσης υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις επί του θέματος, όπως αυτές προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Από μία ανάγνωση των άρθρων 12, 13 και 14 της Οδηγίας 2000/31/ΕC ως και των αντίστοιχων άρθρων 15, 16, 17 και 18 του Ν.156(Ι)/2004, στα οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, προκύπτει ότι εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα φυσικού ή νομικού προσώπου που αφορά την παροχή πληροφοριών μέσω ηλεκτρονικών μέσων, όπως είναι το διαδίκτυο. Είναι επίσης σημαντικό ότι η εν λόγω Οδηγία και ο Νόμος πλαίσιο, περιέχουν πρόνοιες που διέπουν, διαφυλάττουν και προστατεύουν ένα παροχέα πληροφοριών μέσω διαδικτύου από κάθε αστική ευθύνη. Ωστόσο προκύπτουν τα πιο κάτω ερωτηματικά σε σχέση με την εφαρμογή των προνοιών της Οδηγίας και του Νόμου Πλαίσιο, στα οποία αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών και με τα οποία συμφωνώ: Α. Είναι αμφίβολο κατά πόσο η Οδηγία 2000/31/ΕΚ επεκτείνεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης όταν η Οδηγία φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αποσκοπεί στη φιλελευθεροποίηση του ηλεκτρονικού εμπορίου και στην άρση των εγχώριων νομοθετικών περιορισμών επ' αυτού. Β. Ταυτόχρονα, είναι αμφίβολο κατά πόσο το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης μπορεί με ασφάλεια να ερμηνευτεί ως τέτοιος περιορισμός στην ελευθερία παροχής πληροφοριών στο κοινό ακόμα και όταν αυτή γίνεται στα πλαίσια εμπορικής δραστηριότητας π.χ. λειτουργία εφημερίδας. Γ. Είναι άγνωστο κατά πόσο η αναφορά σε «αμοιβή» στην έννοια του όρου «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφόρησης» περιλαμβάνει και υπηρεσίες για τις οποίες δεν παρέχεται απ' ευθείας αμοιβή αλλά τέτοια αμοιβή λαμβάνεται έμμεσα λόγω των διαφημίσεων που αναρτούνται κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Δ. Εάν η Οδηγία ερμηνεύεται ως επεκτείνουσα και στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης είναι άγνωστο κατά πόσο το πεδίο εφαρμογής των Άρθρων 12, 13 και 14, που αφορούν την αστική ευθύνη στο διαδίκτυο, επεκτείνεται και σε ιδιωτικές αστικές υποθέσεις, όπως η αστική ευθύνη για δυσφήμιση ή περιορίζεται στην αστική ευθύνη σε υποθέσεις εμπορικών/καταναλωτικών συναλλαγών (π.χ. παραπλανητική διαφήμιση κλπ). Ε. Τα Άρθρα 12-14 της Οδηγίας προνοούν για την εξαίρεση από οποιαδήποτε ευθύνη αστική ή ποινική ενός διαδικτυακού παροχέα πληροφοριών. Περαιτέρω επιτρέπουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων που παραμένουν σε ισχύ μέχρι την πλήρη ολοκλήρωση της δίκης, ανεξαρτήτως του αν ο παροχέας διαδικτυακών πληροφοριών δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης. Έχοντας υπόψη ότι η Κυπριακή Νομοθεσία προϋποθέτει την ύπαρξη καλής συζητήσιμης υπόθεσης αγωγής για σκοπούς έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο τα αρ. 12-14 της Οδηγίας ερμηνεύονται απλά ως νέες ξεχωριστές θέσμιες υπερασπίσεις στη δυσφήμιση ή εξ υπαρχής κωλύματα στην έγερση τέτοιων αγωγών. Στ. Είναι άγνωστο ποια η εμβέλεια και πεδίο εφαρμογής των όρων «απλή μετάδοση» ή «Αποθήκευση σε κρυφή μνήμη» ή «Φιλοξενία» των άρθρων 12, 13 και 14 της Οδηγίας εφόσον αφ' ενός τέτοιες έννοιες προϋποθέτουν ενδελεχή τεχνολογική εξειδίκευση και αφ' ετέρου δεν φαίνεται να συνδέονται με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο υφιστάμενο αστικό αδίκημα της Δυσφήμισης. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Και τούτο γιατί, προκειμένου το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει επί της αίτησης διαγραφής αλλά και επί της ουσίας της αγωγής, και ειδικώτερα, κατά πόσο εφαρμόζονται τα άρθρα 17-25 του Κεφ. 148 σε υπόθεση διαδικτυακής δυσφήμισης όπως είναι η παρούσα, είναι αναγκαίο να γνωρίζει αν και σε ποιο βαθμό και έκταση εφαρμόζεται η πιο πάνω Οδηγία 2000/31/ΕΚ ως και ο Νόμος 156(Ι)/2004 σε τέτοια υπόθεση διαδικτυακής δυσφήμισης και αν και πώς επηρεάζουν τις εγχώριες νομοθετικές πρόνοιες. Πέραν τούτου, συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών ότι τα επίδικα ερωτήματα αναφορικά με την ερμηνεία της Οδηγίας, θα πρέπει να παραπεμφθούν στο ΔΕΕ και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, πρόκειται για ερμηνευτικά ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλουν στην ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλη την Ένωση, σύμφωνα με την Οδηγία 13 του Ενημερωτικού Σημειώματος ανωτέρω. Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη των μέσων παροχής πληροφοριών απαιτεί όπως οι οποιεσδήποτε αστικές ευθύνες συνεπάγονται και ιδιαίτερα αυτή της δυσφήμισης, διέπονται από ενιαίους και ίσους εγχώριους Νόμους και Κανονισμούς. Διαφωνώ με τους λόγους ένστασης και τα σχετικά επιχειρήματα που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση του προς απόρριψη της αίτησης. Το γεγονός ότι οι αιτητές δεν καταχώρησαν Υπεράσπιση, με κανένα τρόπο καθιστά τα ερωτήματα υποθετικά και την απάντηση του ΔΕΕ επ' αυτών ακαδημαϊκής μόνο σημασίας. Αντίθετα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα ερωτήματα είναι ξεκάθαρα και σαφή και η απάντηση του ΔΕΕ επ' αυτών κρίνεται αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του, τόσο στην αίτηση διαγραφής αλλά και στο τελικό στάδιο της διαδικασίας επί της ουσίας της αγωγής, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται η θέση ότι η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη ως και ότι αυτή είναι καταχρηστική γιατί στοχεύει στην καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής. Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος ένστασης ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση του αρ. 267 (ανωτέρω), να μην υπόκειται η υπόθεση σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου. Και τούτο γιατί προκύπτει σαφέστατα από τις ρητές πρόνοιες του αρ. 267 (ανωτέρω), ότι το ζήτημα παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου Κράτους μέλους και υποχρέωση παραπομπής έχει μόνο το Δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Για τους λόγους που ανέπτυξα ανωτέρω, διαφωνώ τέλος, με τη θέση ότι το Εθνικό Δικαστήριο είναι σε θέση να αποφασίσει τα θέματα που εγείρονται περί διαδικτυακής δυσφήμισης. Εξ ου και η απόφαση του περί Παραπομπής των Ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η παραπομπή των πέντε
(5)ερωτημάτων που διατυπώνονται στο Παράρτημα Α της αίτησης, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για έκδοση προδικαστικής απόφασης επί των θεμάτων που εγείρονται σ' αυτά. Περαιτέρω, διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα έξοδα της διαδικασίας παραπομπής επιφυλάσσονται. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.