← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. S Sakkis Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1158/12, 22/3/2013

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. S Sakkis Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1158/12, 22/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1158/12 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-

  1. S. Sakkis Co Ltd
  2. Σταύρου Γεωργίου Σάκκη
  3. Παρασκευής (Σκεύη) Σταύρου Σάκκη Εναγομένων Ημερομηνία: 22.3.2013 Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 29.8.2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Μ. Χούρη για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. κα Μαλέκκου για να ακούσει την απόφαση Για τους Εναγόμενους- Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Π. Πετράκης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους το ποσό των €134.443,15 πλέον 15% τόκους από 30.12.2011 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων πλέον έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, «
  4. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 28.3.2008, δυνάμει απόφασης/έγκρισης που έγινε στη Λευκωσία ημερ. 23.6.2009 γενομένης αποδεκτής υπό των εναγομένων 1 την 3.7.2009 και δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 17.9.2010 γενόμενης αποδεκτής υπό των εναγομένων 1 την 23.9.2010 οι ενάγοντες συνεφώνησαν όπως επανεγκρίνουν όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό εκ €90.000 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 υπό τους ακόλουθους όρους: (α) Ο τρόπος πληρωμής θα είναι συνεχής. (β) Τα χρεωστικά υπόλοιπα και/ή δάνεια και/ή πιστώσεις και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεώνονταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 5,25%. Κατά την ετοιμασία/εκτύπωση της παρούσας το επιτόκιο ανέρχεται σε βασικό επιτόκιο 5,25% ετησίως, προσαύξηση 5,25% ετησίως, σύνολο 10,50% ετησίως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. (γ) Οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεως προς τους εναγομένους να τερματίζωσι τη λειτουργία οιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσωσι απαιτητά οιαδήποτε δάνεια και/ή πιστώσεις και να ζητήσωσι αμέσως παρά των εναγομένων την πληρωμήν όλων των ποσών τα οποία ούτοι οφείλουν εις τους ενάγοντας. (δ) Ευθύς ως τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις καταστώσιν απαιτηταί, δι΄οιανδήποτε αιτία θα χρεώνονται με ποσοστόν επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπεται από το Νόμο». Τα χρεωστικά υπόλοιπα και ή δάνεια και ή πιστώσεις και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, θα χρεώνονταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 5,25%. «Κατά την ετοιμασία/εκτύπωση της παρούσας», ως αναφέρεται χαρακτηριστικά το επιτόκιο ανερχόταν σε βασικό επιτόκιο 5.25% ετησίως, προσαύξηση 5.25% ετησίως, σύνολο 10.50% ετησίως. Οι ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος των εναγομένων 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό 0110-11111-485 ο οποίος κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει υπόλοιπο οφειλόμενο «εκ €134.443,15 με τόκο 15% από 30.12.2011 μέχρι εξοφλήσεως». Η συμφωνία τερματίσθηκε τη 15.9.
  5. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 θθ1-2 και 9(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Πολύδωρου Πολυδώρου, υπαλλήλου των εναγόντων. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται μεταξύ άλλων ανακοίνωση στον τύπο ημερομηνίας 12.4.2011, τεκμήριο Θ, τρεις κατάλογοι προμηθειών και χρεώσεων για προσωπικούς και εμπορικούς λογαριασμούς, ημερομηνίας 3.7.2009, επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 15.9.2010 στην οποίαν επισυνάπτονται κατάλογοι προμηθειών και χρεώσεων των εναγομένων και έγγραφο που φέρει τον τίτλο «κατάσταση λογαριασμού». Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν ένσταση με την οποίαν ισχυρίζονται ότι το επιτόκιο των 15% είναι «αυθαίρετο», δεν προνοείται από τη μεταξύ τους συμφωνία και δεν δικαιολογείται στην Έκθεση Απαίτησης. Το ποσό δε των €134.443,15 που αξιώνουν οι ενάγοντες περιλαμβάνει «τοξικούς τόκους», ως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το θέμα αφορά πολλούς «ανανεωμένους λογαριασμούς», οι οποίοι δεν είναι παραδεκτοί από τους ιδίους και ως εκ τούτου είναι «σωστό και δίκαιο» να εξακριβωθεί το ακριβές ποσό με βάση τις καταστάσεις των λογαριασμών για να εξακριβωθεί ποιο είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό με βάση τις διάφορες αποσύρσεις και ή καταθέσεις. Τέλος, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες έχουν εξασφαλίσει αποφάσεις εναντίον των εναγομένων σε άλλες αγωγές, με βάση τις επίδικες εγγυήσεις και έτσι οι εγγυήσεις αυτές έχουν «εξαντληθεί». Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αντιστοιχεί με την Αγγλική Δ.14 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που ίσχυε στο παρελθόν. Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, προτού εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: Ι. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.
  6. ΙΙ. Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. ΙΙΙ. Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο πιο πάνω θεσμός δεν δίδει στον ενάγοντα το δικαίωμα να προχωρήσει στη βάση της Δ.18 σε όλες τις περιπτώσεις όπου καταχωρείται ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο αλλά μόνο σε εκείνες όπου αυτός μπορεί να αποδείξει την αξίωση του ξεκάθαρα και δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στο Annual Practice του 1959[1] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Judgment for Plaintiff: The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial. If he can prove his claim clearly; And if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried.». Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην Κύπρο. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Trans Middle East Trading v Tlais[2], από την οποία παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέματα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S Co Ltd n. The Central Cooperative Industries Co Ltd

(1982)1 ΑΑΔ 897). Έτσι, μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από τη Ζερβός v Euroinvestment & Finance Ltd[3], όπου τονίζεται ότι «.η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή». Στην υπό κρίση υπόθεση οι εναγόμενοι αμφισβητούν το ύψος του οφειλομένου ποσού. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν χρεώσει το λογαριασμό με πολύ ψηλό επιτόκιο που ανέρχεται σε 15%. Το επιτόκιο που συμφωνήθηκε ήταν, με βάση τα στοιχεία που προσκόμισαν, 10.5%. Καμία αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης κάτω από ποιες προϋποθέσεις το επιτόκιο που ζητούν αυξήθηκε κατά 4.5% ολόκληρες μονάδες. Στην ένορκη δήλωση επισύναψαν, μεταξύ άλλων, κατάλογο χρεώσεων, σύμφωνα με τον οποίον η χρέωση για μη εγκεκριμένο δανεισμό ήταν 5.25% και επιπλέον €10 για κάθε ημέρα που πραγματοποιείται χρεωστική κίνηση. Παράλληλα κατέθεσαν την επιστολή τεκμήριο Κ, την οποίαν απέστειλαν στους εναγομένους και στην οποία επισυνάπτεται νέος κατάλογος χρεώσεων, με ισχύ από 30.11.2010 σύμφωνα με τον οποίον ο τόκος υπερημερίας ήταν 6% και επιπλέον €20 μηνιαίως για τους πρώτους τρεις μήνες που το δάνειο παρουσίαζε καθυστέρηση και €25 μηνιαίως μετά τον τρίτο μήνα. Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο το ύψος του επιτοκίου που τελικά χρεώθηκε. Εγείρεται δε και το ερώτημα κατά πόσο τα δικαιώματα που καταγράφονται στο πολυσέλιδο κατάλογο της τράπεζας έχουν χρεωθεί στον επίδικο λογαριασμό. Τέλος θα ήθελα να επισημάνω ότι στο έγγραφο Τεκμήριο Ν, παρά το γεγονός ότι φέρει τον τίτλο «κατάσταση λογαριασμού», καμία ανάλυση γίνεται σε σχέση με τις χρεοπιστώσεις που έγιναν, τους τόκους που έχουν χρεωθεί, το ύψος του επιτοκίου και τυχόν δικαιώματα και προμήθειες. Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους κάποιο ποσό, στο οποίο περιλαμβάνεται πέραν του αρχικού χρέους, τόκοι, ανατοκισμοί και δικαιώματα της τράπεζας, παρέλειψαν όμως να δώσουν οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού του ποσού αυτού, τις χρεώσεις, τις πιστώσεις και ιδιαίτερα το επιτόκιο και τα δικαιώματα που χρεώθηκαν, στοιχεία τα οποία γνωρίζουν μόνο οι ίδιοι. Σχετική επί του θέματος είναι η αναφορά που γίνεται στο Annual Practice του 1959, στη σελίδα 264 στην οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εναγομένου να καταχωρήσει υπεράσπιση όπου υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό: «Question of fact . Leave to defend should be given where the defendant raises any substantial question of fact which ought to be tried . or uncertainty as to the amount actually due (Lynde v Waitham, [1895] 2 Q.B. 180)». Και στην επομένη σελίδα, 265: «Question of Account - Leave to defend should be given when there is reasonable ground for an inquiry or account in order to ascertain the amount recoverable (Carter v Countess of Warwick (unreported)) C.A., June 2 1910; Lynde v Waitham [1895] 1 Q.B. 180 C.A. .». Παρόμοιο θέμα είχε εγερθεί στην The Chain Gulf Traders κ.α v Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ[4], τελικά δεν αποφασίστηκε, το Εφετείο όμως έκρινε ορθό να προβεί στην πιο κάτω επισήμανση την οποία κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Δεν δικαιολογείται, επομένως, να επεκταθούμε στο δεύτερο σκέλος. Σημειώνουμε όμως πως δεν υποστήριξαν τελικά οι εφεσίβλητοι πως ως θέμα γενικής αρχής δεν παρέχεται άδεια για υπεράσπιση προκειμένου να ελεχθεί λογαριασμός στον οποίο θεμελιώνεται η αξίωση ή δοσοληψίες μεταξύ πρωτοφειλέτη και δανειστή, από τον εγγυητή. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση ήταν εσφαλμένη και παρέπεμψαν στις σελ. 193 και 197 του Annual Practice του 1954. Αναφέρονται εκεί αποφάσεις (βλ. και τις σελ. 265 και 269 της έκδοσης του 1958) σύμφωνα με τις οποίες, σε σχέση με λογαριασμούς, πρέπει να χορηγείται άδεια για υπεράσπιση όταν υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλόμενου ποσού και, επίσης, όταν εγγυητής δεν αποδέχεται το χρέος και δεν φαίνεται πως απλώς επιδιώκει καθυστέρηση. Ας σημειωθεί ότι οι εφεσείοντες αμφισβητούν την αξίωση, αφού όπως εξήγησαν, δεν ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν. Και αναφέρθηκαν σε έκταση σε όσα θεωρούσαν ότι έδειχναν πως γνησίως διεκδικούσαν άδεια για υπεράσπιση, με τα οποία όμως δεν ασχολήθηκε, κάτω από το πιο πάνω πρίσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού έκρινε πως λόγοι όπως οι προβληθέντες, δεν δικαιολογούσαν την παροχή άδειας για υπεράσπιση». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου στην υπό κρίση υπόθεση, κρίνω ότι το αίτημα των εναγομένων να ζητήσουν διευκρινήσεις ως προς το οφειλόμενο ποσό είναι γνήσιο και δεν έχει σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Εξάλλου, ως αναλύω και ανωτέρω, πολλά από τα στοιχεία που έχουν παρουσιάσει οι ίδιοι οι ενάγοντες προκαλούν σύγχυση ως προς ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, όπως είναι για παράδειγμα ο τόκος υπερημερίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιτρέψω στους εναγομένους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Η αίτηση απορρίπτεται. Υπεράσπιση μπορεί να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Σελ. 343. [2]
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 239, 243-244. [3]
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ., 1968, 1972. [4]
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 1168. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.