← Κύπρος

Νίκου Ζάγκουλου ν. Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας δια του Γραμματέα αυτής Πάρη Κωνσταντινίδη, Αρ. Αγωγής: 7860/09, 12/3/2013

Νίκου Ζάγκουλου ν. Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας δια του Γραμματέα αυτής Πάρη Κωνσταντινίδη, Αρ. Αγωγής: 7860/09, 12/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7860/09 Μεταξύ: Νίκου Ζάγκουλου Εναγόντων -και- Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας δια του Γραμματέα αυτής Πάρη Κωνσταντινίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 12.3.2013 Αίτηση ημερομηνίας 18.1.2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Λ. Γεωργίου, για ν΄ ακούσει την απόφαση κα Μ. Γεωργίου Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Χ. Σταυράκης με τον κ. Χρ. Δημητριάδη, για ν΄ ακούσει την απόφαση κ. Χρ. Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε μονομερώς οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση διατάγματος το οποίο θα επιτρέπει στους ιδίους να αποκαλύψουν ενόρκως τα πιο κάτω έγγραφα: (α) Αντίγραφο εντύπου για αίτηση επιδόματος σωματικής βλάβης από τον ενάγοντα προς το Υπουργείο Εργασίας. (β) Φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη 17.12.12 στη σκηνή του δυστυχήματος παραπλησίως και γενικά στην περιοχή των στάβλων από αντιπροσώπους ή υπηρέτες των εναγομένων. (γ) Αρχιτεκτονικά σχέδια επί κλίμακος που ετοίμασε λειτουργός των εναγομένων που δείχνουν το συγκρότημα των στάβλων των εναγομένων σε κάτοψη και άλλες όψεις και το σημείο του δυστυχήματος. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θθ 1, 2, 3, 12 και 13, Δ.48 θ 1-4 και 8 και Δ.57 θ.2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Έλλης Μιχαήλ. Η ομνύουσα αναφέρει ότι πριν την έναρξη της ακρόασης έγινε δήλωση εκ μέρους των εναγομένων ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο, «.κάτι που ήτο αληθές κατά τον ουσιώδη χρόνο». Τα εν λόγω έγγραφα είναι ουσιώδη για την υπεράσπιση των εναγομένων και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιτραπεί η αποκάλυψη για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο κατά την διάρκεια της δίκης και να μπορέσει αυτό να «αποκτήσει την πλήρη εικόνα της υπόθεσης». Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Ο ενάγοντας-καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Είναι η θέση του ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, επιπόλαιη, καταχρηστική και ή παράτυπη και αποσκοπεί στην παρέλκυση της διαδικασίας. Η ένορκη δήλωση δε που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη με αποτέλεσμα να μη διευκρινίζεται η σχετικότητα των εγγράφων που αποτελούν αντικείμενο της αίτησης. Η ομνύουσα που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ισχυρίζεται σε σχέση με το πρώτο έγγραφο, ότι πρόκειται περί πλαστού εγγράφου, το οποίο δεν έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον ενάγοντα και είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Τα άλλα δε δύο έγγραφα, σύμφωνα πάντα με την ίδια, έχουν ληφθεί και αποκαλυφθεί σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Πέραν τούτου, δεν έχουν τεθεί ενώπιον των μαρτύρων που έχουν ήδη δώσει μαρτυρία σχετικά με τον τόπο του δυστυχήματος «.με αποτέλεσμα να παραβλάπτονται τα συμφέροντα του Ενάγοντα/Καθ΄ ου η αίτηση και/ή να στερείται ο Ενάγων δυνατότητα αντίδρασης». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι καμία δικαιολογία δίνεται για τον καθυστερημένο χρόνο λήψης των φωτογραφιών και «.ουδεμία περαιτέρω διευκρίνιση ή συγκεκριμενοποίηση για τα υπό (γ) αρχιτεκτονικά σχέδια». Τυχόν έγκριση του αιτήματος των εναγομένων, θα εκτροχίαζε τη διαδικασία και θα προκαλούσε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και αχρείαστα έξοδα. Η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων προνοείται από τη Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχεί με την παλιά Αγγλική Δ.31 θ.

  1. Παραθέτω αυτούσια τη Δ.28 θ.1, για σκοπούς εύκολης αναφοράς. «
  2. Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at the stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit». Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση. Η αποκάλυψη αφορά τα έγγραφα τα οποία ήταν ή είναι στην κατοχή ή στον έλεγχο του προσώπου το οποίο διατάσσεται να αποκαλύψει. Η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Παραπέμπω σχετικά στην αναφορά από το Supreme Court Practice 1987, τόμος 1 παρ. 24/1/2: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party's possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true.. An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly». Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Vernon v Bosley (No. 2)

(1997)1 All ER
  1. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «The current situation, in my judgment, is that the parties to all forms of civil proceedings should recognize a duty to disclose after-acquired documents (in the sense indicated above: documents which come into existence or are first acquired after a list or affidavit has been served) which are relevant to an issue in the proceedings and which are not privileged for the purposes of the discovery rules.». Στην ίδια απόφαση[1] επισημαίνονται οι διαδικαστικές δυσκολίες που μπορούν να προκύψουν για παράδειγμα ο τρόπος αποκάλυψης, ο χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να γίνει ή νέα ή οι νέες αποκαλύψεις εγγράφων, κατά πόσο αυτές θα πρέπει να γίνουν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ή όχι και μέχρι πότε επεκτείνεται αυτή η υποχρέωση. Πρόκειται για ερωτήματα για τα οποία δεν μπορούν να δοθούν πρακτικές απαντήσεις, θέση την οποία συμμερίζομαι πλήρως. Τα θέματα αυτά θα πρέπει κατά την άποψη μου να τύχουν θεσμικής ρύθμισης καθότι διαπιστώνω ένα κενό στο σημείο αυτό. Σε περίπτωση που ο διάδικος που έχει διαταχθεί να αποκαλύψει παραλείπει να το πράξει δεν δικαιούται να παρουσιάσει κατά την ακρόαση οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ορθό να του το επιτρέψει. Σχετικός είναι ο θεσμός 3 της ιδίας διάταξης: Δ.28 θ3: «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit». Στην υπό κρίση υπόθεση τα έγγραφα που ζητούν οι εναγόμενοι να παρουσιάσουν δεν ήταν στην κατοχή και ή στον έλεγχο τους κατά το χρόνο της αποκάλυψης, περιήλθαν στην κατοχή τους εκ των υστέρων. Ενόψει τούτου, κατά το χρόνο εκείνο κανένα καθήκον είχαν να τα αποκαλύψουν καθότι δεν εγνώριζαν καν την ύπαρξη τους. Δεν πρόκειται για έγγραφα τα οποία εκαλύπτονταν από τις πρόνοιες της Δ.28 θ.
  2. Κατ΄ επέκταση ούτε οι πρόνοιες της Δ.28 θ.3 ισχύουν καθότι αυτές έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που τα έγγραφα ήταν στην κατοχή του διαδίκου τότε, όταν προέβαινε στην αποκάλυψη και αυτός παρέλειψε να τα αποκαλύψει. Σε σχέση δε με το πρώτο έγγραφο, ήτοι την αίτηση που κατ΄ ισχυρισμό υποβλήθηκε από τον ενάγοντα στο Υπουργείο Εργασίας επισημαίνω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο δεν βρίσκεται καν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι δεν πρόκειται για έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι στην κατοχή του ή τον έλεγχο των εναγομένων με βάση τις πρόνοιες της Δ.28 θ.1 εφόσον φέρεται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των τελευταίων να είναι έγγραφο που καταρτίστηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα. Το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα επίδικα έγγραφα, ως αναφέρω και ανωτέρω, περιήλθαν στην κατοχή των εναγομένων, εκ των υστέρων, μετά την αρχική αποκάλυψη και ως εκ τούτου η Δ.28 θ.3 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.28 θ.3 περιορίζεται σε έγγραφα που υπήρχαν κατά το χρόνο αρχικής αποκάλυψης, ήταν στην κατοχή και ή τον έλεγχο του διαδίκου, αυτός όμως παρέλειψε να τα παρουσιάσει. Έχοντας δε υπόψιν τα όσα αναφέρω ανωτέρω ότι αφ΄ ης στιγμής εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης η υποχρέωση για αποκάλυψη συνεχίζεται και μετά την αρχική αποκάλυψη καταλήγω ότι εφόσον ο διάδικος έχει υποχρέωση, τονίζω τη λέξη «υποχρέωση», να αποκαλύψει έγγραφα δεν μπορεί το θέμα αυτό συνάμα να εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να επιβάλλεται η εξασφάλιση άδειας εκ των προτέρων από το Δικαστήριο, προτού αυτός προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη. Η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται για τους λόγους που ανέλυσα πιο πάνω και οι οποίοι δεν βασίζονται στα όσα έχουν προβάλει οι δύο πλευρές στην αίτηση και στην ένσταση. Ενόψει τούτου κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Σελ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.