Νίκος Ροτσίδη ν. Νικολίνας Κούζη, Αγωγή αρ.: 5925/2012, 28/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5925/2012 Μεταξύ: Νίκος Ροτσίδη Ενάγων -και- Νικολίνας Κούζη Εναγομένης 28 Μαρτίου,
- Για τον ενάγοντα-αιτητή, εμφανίζεται ο κ. Ν. Ροτσίδης για τους κ.κ. Ν. Ροτσίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγομένη-καθ'ης η αίτηση, εμφανίζεται η κα Γ. Κλεάνθους για τους κ. κ. Γ. Κλεάνθους και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 12.12.2012 (αίτημα για την έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος) ------------------------ Δια κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισε στις 4.9.2012, ο ενάγων-αιτητής («ο αιτητής»), εγκαλεί την εναγομένη-καθ'ης η αίτηση («η καθ'ης η αίτηση») για οχληρία. Η οχληρία συνίσταται στην εισχώρηση όμβριων υδάτων στο διαμέρισμα του αιτητή, το οποίο ευρίσκεται επί της οδού Αλφείου αρ. 8 στο Στρόβολο, στη Λευκωσία, και το οποίο αποτελεί μονάδα κοινόκτητης οικοδομής. Πηγή της οχληρίας είναι το διαμέρισμα της καθ'ης η αίτηση το οποίο υπέρκειται του διαμερίσματος του αιτητή. Ο αιτητής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να αίρεται η οχληρία καθώς την επιδίκαση αποζημιώσεων. Στις 12.12.2012 ο αιτητής κατεχώρισε την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») δια της οποίας επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος ως ακολούθως: «Α.Διάταγμα διά του οποίου η εναγόμενη να διατάσσεται μέχρι της πλήρους και τελικής εκδικάσεως και αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να τερματιστεί αμέσως και χωρίς καθυστέρηση η οχληρία και η ζημιά που προκαλείται από την εισχώρηση όμβριων υδάτων από τη μεγάλη βεράντα του διαμερίσματος της με αριθμό θύρας 301Β, που ευρίσκεται στον 3ο όροφο της πολυκατοικίας γνωστής ως Camelia Court B η οποία ευρίσκεται επί της οδού Αλφειού 8 στο Δήμο Στροβόλου, 2051, Λευκωσία στο εσωτερικό του διαμερίσματος του ενάγοντα με αρ. θύρας 202, που ευρίσκεται στο 2ο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας ακριβώς κάτω από τη μεγάλη βεράντα του διαμερίσματος της ενάγουσας...» Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τα άρθρα 2, 29, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), το Άρθρο 23 του Συντάγματος, τη Δ.48 θ.θ.1, 2, 4, 7 έως και 9 και 11 έως και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τις αρχές της επιείκειας καθώς και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει μακροσκελής ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή, ημερ. 12.12.2012, το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζεται ως εξής: Ο αιτητής αγόρασε το διαμέρισμα από την εταιρεία «Vestafoss Development Ltd» («η Vestafoss»), το περέλαβε τον Δεκέμβριο του έτους 2007 και το προσφέρει για ενοικίαση. Του διαμερίσματος του αιτητή υπέρκειται η βεράντα του διαμερίσματος της καθ'ης η αίτηση. Σε τρεις περιπτώσεις, και συγκεκριμένα μεταξύ Δεκεμβρίου του έτους 2008 και Ιανουαρίου του έτους 2009, τον Ιούλιο του έτους 2011 και τον Δεκέμβριο του έτους 2011 όμβρια ύδατα εισήλθαν στο διαμέρισμα του αιτητή, από την οροφή, προκαλώντας ζημιές. Ο αιτητής ειδοποίησε την «Vestafoss» η οποία προέβηκε σε κάποιες διορθωτικές ενέργειες χωρίς, όμως, ικανοποιητικό και οριστικό αποτέλεσμα. Διορίστηκε εμπειρογνώμων ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα πως η είσοδος των όμβριων υδάτων στο διαμέρισμα του αιτητή οφείλεται στην ανεπαρκή και ή ελαττωματική υγρομόνωση της βεράντας του διαμερίσματος της καθ'ης η αίτηση. Ο εμπειρογνώμων υπέδειξε τις εργασίες οι οποίες χρειάζεται να γίνουν για να αρθεί η οχληρία και τις κοστολόγησε. Πλην όμως, η «Vestafoss» αρνήθηκε να εκτελέσει τις εργασίες αυτές και αρνήθηκε να καταβάλει το σχετικό κόστος. Τότε ο αιτητής, ο οποίος τυγχάνει δικηγόρος, συμφώνησε με την «Vestafoss» να την απαλλάξει από οιανδήποτε σχετική ευθύνη υπό τον όρο ότι αυτή θα του ανέθετε «δικηγορική εργασία ύψους €2.000 πλέον Φ.Π.Α. (θα τον) αποζημίω(νε) επιπρόσθετα €1.000, (και θα) πλήρω(νε) το πόρισμα (του εμπειρογνώμονα) εκ €510.» (δείτε στην παρα. 25 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ημερ. 12.12.2012). Η «Vestafoss» εξεπλήρωσε τον όρο αυτό. Η διευθέτηση μεταξύ του αιτητή και της «Vestafoss» ουδόλως απαλλάσσει την καθ'ης η αίτηση από την υποχρέωση να άρει την επίδικη οχληρία. Όμως, αυτή αρνείται να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του αιτητή και παρά την δεδηλωμένη προθυμία του να εξευρεθεί συμβιβαστική λύση. Ο αιτητής προσεφέρθηκε να επιδιορθώσει, με δικά του έξοδα, το διαμέρισμά του. Η αρνητική στάση της καθ'ης η αίτηση προκαλεί περαιτέρω ζημία στο διαμέρισμα του αιτητή, όπως ο ίδιος διεπίστωσε επιτόπου στις 6.12.2012 και τις 8.12.2012, και εμποδίζει την ενοικίασή του. Ο αιτητής έχει ανάγκη το χρηματικό ποσόν το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, θα εισέπραττε από την ενοικίαση του διαμερίσματός του, εφ' όσον υπελόγιζε σε αυτό όταν εργοδότησε δικηγόρο. Η στέρηση του εισοδήματος αυτού θα οδηγήσει, ενδεχομένως, στην απόλυση του εργοδοτούμενου δικηγόρου με δυσμενείς συνέπειες για τον αιτητή. Στην ένορκη δήλωση του αιτητή ημερ. 12.12.2012 επισυνάπτονται, ως τεμήρια, σωρεία εγγράφων. Η καθ'ης η αίτηση ενίσταται. Στις 4.1.2013 κατεχώρισε γραπτή ένσταση οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής: 1) Ο αιτητής εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς. 2) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Δεν πληρούνται οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος. 3) Το επίδικο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο και, ως είναι διατυπωμένο, δεν μπορεί να εκδοθεί. 4) Ο αιτητής δεν παρουσίασε, ως όφειλε, μαρτυρία εμπειρογνώμονος. 5) Η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική. 6) Η υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του αιτητή πάσχει ουσιωδώς γιατί δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος και ή γιατί δεν αποκαλύπτει την πηγή αυτή επαρκώς. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ'ης η αίτηση ημερομηνίας 4.1.
- Εν πρώτοις, η καθ' ης η αίτηση υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της γραπτής ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 3.12.2012, η οποία υποστηρίζει ένστασή της σε αίτηση παρόμοια με την υπό συζήτησιν και η οποία ευρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας. Ακολούθως, η καθ' ης η αίτηση επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Προσθέτει πως η συμφωνία μεταξύ του αιτητή και της «Vestafoss», διά της οποίας η δεύτερη απηλλάγηκε από οιανδήποτε ευθύνη για την, κατ' ισχυρισμόν, οχληρία αφορά και την ίδια «ως εκδοχέα ( ) (assignee) και διάδοχο ( ) εν τίτλω (successor)» της «Vestafoss». Εξ ου και ο αιτητής εμποδίζεται να προωθεί την επίδικη διαδικασία εναντίον της. Εν πάσει περιπτώσει, η καθ' ης η αίτηση μέμφεται τους χειρισμούς του αιτητή, οι οποίοι οδήγησαν στην απαλλαγή της «Vestafoss» χωρίς η ίδια να ενημερωθεί, και μέμφεται το γεγονός ότι ο αιτητής στρέφεται εναντίον της δικαστικώς παρά το ότι αυτή, με προθυμία, συνεργάστηκε στο παρελθόν για την επιδιόρθωση προβλημάτων τα οποία παρουσιάζονταν στο διαμέρισμά του. Υποστηρίζει, τέλος, πως ο αιτητής όφειλε να προβεί ο ίδιος σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες εφ' όσον αποζημιώθηκε από τη "Vestafoss". Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Έχω εξετάσει τα ενώπιόν μου επίδικα νομικά ζητήματα και έχω διεξέλθει τη μαρτυρία: Ας σημειωθεί, κατά πρώτον, πως η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα προστακτικά διατάγματα θεμελιώνεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- "Το Άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Βλ. και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263 και Hadiikvriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689") (Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 799, 807). Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ικανοποιείται εφ' όσον, επί τη βάσει όσων καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και ικανοποιείται εφ' όσον συντρέχει κάτι περισσότερο από μίαν απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται απόδειξη τούτου επί τη βάσει της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities), βαθμός απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσχέρεια ή την αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή συντρέχει εφ' όσον, λαμβανομένης υπ' όψιν της μαρτυρίας στο σύνολό της, προκύπτει, πράγματι, βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επιδιωκόμενο ενδιάμεσο διάταγμα. Σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante έως και την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Ένα ενδιάμεσο διάταγμα δεν αποσκοπεί στην διαμόρφωση τελικής κρίσης επί της ουσίας της υπόθεσης. Ως θέμα αρχής, δεν αποκλείεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντίστοιχου προς τις θεραπείες που επιδιώκονται δια της αγωγής. «Όμως όπως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζήτησαν με την αγωγή». (Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 169, 176). Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα δεν είναι οριοθετημένα κατά τρόπον αυστηρό. «Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί» [Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ 1237, 1244]. Ειδικότερα, το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσο προστατικό διάταγμα σπανίως και με φειδώ και αφού σταθμίσει τα δεδομένα της υπόθεσης και κρίνει πως «από την απαίτηση φανερώνεται μία ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση.». (Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 (Α) A.A.Δ. 734, 743) και πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη [Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152]. Είναι χρήσιμο να παρατεθεί το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση R.K.B. Leathergoods Ltd v. Aγγελίδη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1071,1084-5): «
- Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.
- Όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.
- Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη: (α) Όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του ή έχει προσπαθήσει να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του ή έχει προσπαθήσει vet αποφύγει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή για να συνοψίσουμε, έχει ενεργήσει αδικαιολόγητα και παράλογα σε σχέση με το γείτονα του μπορεί να διαταχθεί να διορθώσει τις αδικαιολόγητες και παράλογες πράξεις του με την εκτέλεση εργασίας για επαναφορά του status quo έστω και αν η δαπάνη είναι δυσανάλογη με το πλεονέκτημα που θα πάρει ο ενάγων. (β) Πλην όμως όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με λογικό τρόπο μολονότι, όπως αποδεικνύεται, εσφαλμένα η δαπάνη της θεραπείας των προηγούμενων ενεργειών του με θετικές πράξεις είναι πολύ σημαντικός παράγων.
- Αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφαλίσει όπως ο εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τί οφείλει να πράξει και αυτό σημαίνει όχι ως ζήτημα νόμου αλλά ως ζήτημα γεγονότων, έτσι ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει στους εργολάβους του τις κατάλληλες οδηγίες.» Στην προκείμενη υπόθεση, και επί τη βάσει της έκθεσης απαίτησης και των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων, θα ήμουν έτοιμη να δεχθώ τη συνδρομή της προϋπόθεσης της ύπαρξης σοβαρού θέματος προς εκδίκαση. Αντιθέτως, στο παρόν στάδιο δεν είμαι έτοιμη να δεχθώ τη συνδρομή της σωρευτικής προϋπόθεσης, η οποία αφορά στον κίνδυνο η τυχόν τελική απόφαση υπέρ του αιτητή να μην μπορεί να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επίδικο ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα. Ούτε θα χαρακτήριζα την προκείμενη υπόθεση ως «μία ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση» (Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd (ανωτέρω), 743), η οποία δικαιολογεί την έκδοση ενός τόσον δραστικού διατάγματος όπως είναι το επιδιωκόμενο ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα. Βεβαίως, στο παρόν στάδιο περιορίζομαι σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση των περιστάσεων και δεν προβαίνω σε διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος του αιτητή [Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita - Aluminium Co. Ltd κ.ά. (ανωτέρω), 2041]. Περαιτέρω, βάσιμο θεωρώ και τον λόγο ένστασης ο οποίος αφορά στην ελλειπτική διατύπωση του διατάγματος το οποίο επιδιώκεται να εκδοθεί. Πράγματι, ως είναι διατυπωμένο, το διάταγμα είναι ασαφές και αόριστο και ουδόλως ικανοποιεί την προϋπόθεση να πληροφορείται η καθ' ης η αίτηση επακριβώς περί του τι οφείλει να πράξει προς το σκοπό άρσης της, αποδιδομένης σε αυτήν, οχληρίας. Οι διαπιστώσεις αυτές καθιστούν αχρείαστη την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερ. 12.12.2012 αποτυγχάνει. Η αίτηση ημερ. 12.12.2012 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 12.12.2012, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντος-αιτητή. Τα έξοδα αυτά ορίζονται καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /EΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο