ΚΩΣΤΑ ΑΔΑΜΙΔΗ ν. ΣΑΒΒΑ ΜΟΔΕΣΤΟΥ κ.α., Αγωγή αριθ. 12406/03, 27/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αριθ. 12406/03 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΑΔΑΜΙΔΗ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και ΣΑΒΒΑ ΜΟΔΕΣΤΟΥ, εκ Λάρνακος Εναγομένου και ΛΟΥΚΙΑ Χ"ΑΝΔΡΕΟΥ, ως κατάλληλο πρόσωπο που να εκπροσωπεί την περιουσία του Νίκου Γεωργαλλίδη, εκ Λευκωσίας Τριτοδιαδίκου και Αγωγή αριθ. 1337/05 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΑΔΑΜΙΔΗ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και ΛΟΥΚΙΑ Χ"Ανδρέου, ως κατάλληλο πρόσωπο που να εκπροσωπεί την περιουσία του Νίκου Γεωργαλλίδη, εκ Λευκωσίας Εναγομένης και ΣΑΒΒΑ ΜΟΔΕΣΤΟΥ, εκ Λευκωσίας Τριτοδιαδίκου και Αγωγή αριθ. 10847/04 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΜΟΔΕΣΤΟΥ, εκ Λάρνακος Ενάγοντα Και ΛΟΥΚΙΑ Χ"ΑΝΔΡΕΟΥ, εκ Λευκωσίας, Καλλιπόλεως 44, που διορίσθη δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου ημερ. 1.11.04 όπως εκπροσωπεί την περιουσία του αποβιώσαντα Νίκου Γιωργαλλίδη, τέως εκ Λευκωσίας Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 27.3.2013 Για ενάγοντα: κ. θ. Ιωαννίδης Για εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου (για να ακούσει απόφαση κ. Κονιάς) Για τριτοδιάδικο: κ. Α. Δράκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 20.2.2003 (γύρω στις 2.20 πρωϊνή ώρα), ο αποβιώσας Νίκος Γιωργαλλίδης (τριτοδιάδικος στην κύρια αγωγή 12406/03 και εναγόμενος στην αγωγή 1337/05, εν τοις εφεξής αναφερόμενος ως «ο αποβιώσας»), οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΜΝ730 κατά τη διάρκεια της νύκτας και κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου στο ύψος της βιομηχανικής περιοχής Δαλιού, κάτω από άγνωστες συνθήκες το αυτοκίνητο του αποβιώσαντα συγκρούστηκε στο αριστερό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου και ακινητοποιήθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου αποφράσσοντας την και δημιουργώντας εμπόδιο χρησιμοποίησης της από άλλους οδηγούς που κατά τον ουσιώδη χρόνο χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων (σε αμφότερες τις αγωγές 12406/03 και 1337/05), ο οποίος οδηγούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση προς Λευκωσία στις δύο αντίθετες λωρίδες του αυτοκινητόδρομου, αφού αντελήφθηκε το δυστύχημα που προκλήθηκε, κάτω από άγνωστες συνθήκες από τον αποβιώσαντα, σταμάτησε το δικό του αυτοκίνητο στο αριστερό παγκέτο του δρόμου, υπερέβη τα κιγκλιδώματα που χωρίζουν τις δύο πορείες, με σκοπό να προσφέρει βοήθεια στον οδηγό ή στους επιβαίνοντες στο όχημα ΕΜΝ
- Διαπίστωσε ότι στο όχημα ΕΜΝ730 ευρίσκετο μόνο ο οδηγός του (ο αποβιώσας) ο οποίος ευρίσκετο σε κατάσταση σοκ (δεν μπορούσε να μιλήσει και μύριζε αλκοόλ). Όταν επεχείρησε να διαπιστώσει αν τα φώτα του αυτοκινήτου του αποβιώσαντα λειτουργούσαν ελέγχοντας από το δείκτη και πηγαίνοντας μπροστά στο αυτοκίνητο, ο αποβιώσας επιχείρησε να κατεβεί από το αυτοκίνητο αλλά ο ίδιος ο ενάγων τον επανέφερε στη θέση του και κάλεσε αστυνομία και ασθενοφόρο. Ο αστυνομικός εξεταστής βρήκε το δείκτη των φώτων του αυτοκινήτου του αποβιώσαντα στη θέση «off» σύμφωνα με τη μαρτυρία του. Ο ενάγων αναμένοντας την αστυνομία και το ασθενοφόρο κοντά στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του αποβιώσαντα, (συγκεκριμένα μπροστά από αυτό αφού μετά από περιστροφή το μπροστινό μέρος του έβλεπε προς Λευκωσία), κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΑΜ106 που οδηγούσε με κατεύθυνση επίσης προς Λεμεσό ο Σάββας Μοδέστου (εναγόμενος στην παρούσα αγωγή και τριτοδιάδικος στη συνενωμένη αγωγή 1337/05), με αποτέλεσμα να υποστεί ένα αρκετά σοβαρό τραυματισμό. Η άλλη συνενωμένη αγωγή με αριθμό 10847/04 αφορά απαιτήσεις του εναγόμενου Σάββα Μοδέστου εναντίον της περιουσίας του τριτοδιαδίκου αποβιώσαντα Νίκου Γιωργαλλίδη. Τα τρία μέρη της παρούσας διαδικασίας (αγωγή 12406/03) έχουν συμφωνήσει ότι ο ενάγων δικαιούται επί πλήρους ευθύνης εναγομένου και τριτοδιαδίκου να αποζημιωθεί με το συμφωνηθέν ποσό των €200.000 ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τα σωματικά τραύματα και τις ζημιές που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του και της απώλειας των απολαβών του, πλέον τόκους προς 8% από 24.3.2005 μέχρι 14.10.2008 και 5.5% από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης. Παρέμεινε προς εκδίκαση το θέμα της ευθύνης όλων των διαδίκων. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για το θέμα της ευθύνης εκ μέρους του ενάγοντα και του εναγόμενου κατέθεσαν συνολικά 8 μάρτυρες με πλέον σημαντικούς εκτός από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο, τους ΜΕ2 Άγγελο Αγαθαγγέλου εμπειρογνώμονα ενάγοντα και ΜΥ1 Θράσο Ο΄Μαχόνυ εμπειρογνώμονα εναγομένου στη μαρτυρία των οποίων αναλώθηκε πολύ μεγάλος χρόνος του δικαστηρίου. Επειδή ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβησαν τα δύο δυστυχήματα, συνοψίζοντας την ενώπιον μου μαρτυρία έχω καταλήξει στα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αποτελούν και ευρήματα του δικαστηρίου. (α) Το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του αποβιώσαντα ΕΗΝ730 καταλάμβανε (και κατά συνέπεια απέκοπτε) ολόκληρη τη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου σε σχέση με την πορεία του, τοποθετούμενο μετά την πρόσκρουση του στο κιγκλίδωμα ελαφρώς διαγώνια με αποτέλεσμα μέρος του να καταλαμβάνει μικρό μέρος της αριστερής λωρίδας. (β) Το όχημα ΗΑΜ106 επέπεσε επί του ΕΗΝ730 το οποίο πριν το σημείο σύγκρουσης άφησε ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο μήκους 16.50 μέτρα με το δεξιά του τροχό να «γράφει» στο Τεκμήριο 2 (σχεδιάγραμμα του Αστυφύλακα 1390 Αλέξη Κάνιου) δεξιότερα της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Λεμεσό. (γ) Συνεπεία της σύγκρουσης το όχημα ΕΜΝ730 μετακινήθηκε και κατέληξε 16 μέτρα μακριά από το σημείο σύγκρουσης στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με το μπροστινό του μέρος να βλέπει αντίθετα προς Λευκωσία. (δ) Οι μάρτυρες Δ. Δημητρίου και Δ. Τσαδιώτης (ΜΕ4 και ΜΕ5) που επροπορεύοντο του ΗΑΜ106, του εναγόμενου, αλλά έποντο του ενάγοντα, κατευθυνόμενοι προς Λεμεσό, αντελήφθησαν την απόφραξη της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας από μεγάλη απόσταση παρά την ταχύτητα τους, και με δυσκολία χρησιμοποιώντας την ελεύθερη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας απέφυγαν την πρόκληση δυστυχήματος, κάτι το οποίο δεν κατάφερε ο εναγόμενος οδηγός του ΗΑΜ
- Μάλιστα ο Δ. Δημητρίου σταμάτησε αμέσως μετά και συνομίλησε με τον ενάγοντα, ενώ ο Τσαδιώτης αντελήφθη το δεύτερο δυστύχημα αφού το αυτοκίνητο του εναγόμενου ακολουθούσε το δικό του και σταμάτησε και προσέτρεξε επίσης για βοήθεια. (ε) Ο αποβιώσας όταν μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μύριζε έντονο ποτό, τραύλιζε και ήταν φανερό ότι ήταν σε κατάσταση μέθης (Βλέπε μαρτυρία της ΜΕ6 Δρος Ττόφα). (στ) Το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο ΕΜΝ730 μετά τη σύγκρουση του στο κιγκλίδωμα δεν είχε φώτα. Το δυστύχημα επεσυνέβη γύρω στις 02.20 μετά τα μεσάνυκτα της 20.2.2003 σε μη φωτιζόμενο δρόμο. Ο καιρός ήταν βροχερός (είχε προηγηθεί βροχόπτωση και ψιλόβρεχε) και η άσφαλτος ήταν βρεγμένη. ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Καμιά αμφισβήτηση δεν υπάρχει ότι ο ενάγων βρέθηκε στον τόπο του δυστυχήματος για να διασώσει τον οδηγό και ή τους επιβαίνοντες στο όχημα ΕΜΝ730 που προηγούμενα είχε ακινητοποιηθεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατόπιν πρόσκρουσης στο αριστερό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου σύμφωνα με την πορεία του. Είναι πάγια νομολογημένη αρχή ότι σε διασώστες (Rescuers) οι οποίοι προστρέχουν σε βοήθεια κινδυνευόντων συνανθρώπων τους με κίνδυνο της ζωής τους δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε μερίδιο ευθύνης (βλ. Baker v. Hopkins
(1959)1 W.L.R. 966 και Chadwick v. British Railway Board
(1967)1 W.L.R. 912). Ο Lord Denning στην υπόθεση Videan v. British Transport Commission
(1963)2 All E.R. 860 αναφέρει: «The right of the rescuer is an independent right, and is not derived from that of the victim. The victim may have been guilty of contributory negligence -or his right may be excluded by contractual stipulation - but still the rescuer can sue. Foreseeability is necessary but not foreseeability of the particular emergency that arose. Suffice it that he ought reasonably to foresee that, if he did not take care, some emergency or other might arise, and that someone or other might be impelled to expose himself to danger in order to effect a rescue. Whoever comes to the rescue, the law should see that he does not suffer for it. It seems to me that, if a person by his fault creates a situation of peril, he must answer for it to any person who attempts to rescue the person who is in danger. He owes a duty to such a person above all others. The rescuer may act instinctively out of humanity or deliberately out of courage. But whichever it is, so long as it is not wanton interference, if the rescuer is killed or injured in the attempt, he can recover damages from the one whose fault has been the cause of it.» (η υπογράμμιση δική μου) Στην υπόθεση Knightley v. Johns
(1982)1 All E.R. 854, στην οποία με παρέπεμψε η κα Ερωτοκρίτου, αποφασίστηκε (σελίδα 864), ότι εάν ο διασώστης επιδεικνύει παντελή περιφρόνηση της δικής του ασφάλειας είναι δυνατό υπό κάποιες περιστάσεις να λεχθεί ότι η ζημιά που υπέστη δεν είναι συνεπεία της αμέλειας που προκάλεσε την κατάσταση του κινδύνου συνεπεία του οποίου προσέτρεξε σε βοήθεια συνανθρώπου του (βλέπε επίσης Ward v. T.E Hopkins & Son Ltd
(1959)3 All E.R. 233. Είναι όμως αυτή η υπόθεση για τον ενάγοντα που προσέτρεξε προς βοήθεια του αποβιώσαντα; Οι ισχυρισμοί της κας Ερωτοκρίτου είναι ότι ο ενάγων εξέθεσε αδικαιολόγητα τον εαυτό του σε κίνδυνο να υποστεί βλάβη και ζημιά με το να παραμείνει για μεγαλύτερο απ΄ ότι χρειαζόταν χρόνο στον αυτοκινητόδρομο και να τηλεφωνά ιστάμενος μπροστά στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του αποβιώσαντα (τριτοδιαδίκου), βλέποντας προς Λευκωσία χωρίς να καταφέρει να δει τα φώτα του αυτοκινήτου που πλησίαζαν και δη τα φώτα του αυτοκινήτου του εναγόμενου και/ή να κάμει ένα βήμα προς την άκρη του δρόμου, στοιχεία τα οποία σύμφωνα με την κα Ερωτοκρίτου συνηγορούν στο να αποδοθεί και σ΄ αυτόν ευθύνη αφού επέδειξε παντελή περιφρόνηση της δικής του ασφάλειας. Ο ίδιος στη μαρτυρία του είπε ότι αντελήφθηκε ότι διέτρεχε κίνδυνο (για 1-2 λεπτά) όταν πέρασε με δυσκολία το αυτοκίνητο του ΜΕ5 Τσαδιώτη, αλλά εξακολουθούσε να παραμένει στο οδόστρωμα παραλείποντας να μετακινηθεί στο παγκέττο του δρόμου μετά τη βοήθεια που παρείχε στον αποβιώσαντα. Περαιτέρω, ήταν θέση της κας Ερωτοκρίτου ότι ούτε επείγουσα ούτε έκτακτη ανάγκη υπήρξε για τον αποβιώσαντα (ως την υπόθεση Ward (ανωτέρω), από το πρώτο ατύχημα που να επιβάλλει στον ενάγοντα να παραμείνει στον αυτοκινητόδρομο μετά την βοήθεια που προσέφερε και να παρατηρεί τις ζημιές του οχήματος ή να τηλεφωνά (όπως ανάφερε ο ΜΕ5 Τσαδιώτης). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την κα Ερωτοκρίτου, ο ενάγων παρέλειψε να συμπεριφερθεί με στοιχειώδη τρόπο για τη δική του ασφάλεια. Επέδειξε ασύγγνωστη και παράλογη συμπεριφορά που κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα επεδείκνυε. Ήταν επιτακτική ανάγκη να τρέξει προς βοήθεια ο ενάγων, έλαβε μέτρα για τη δική του ασφάλεια και προστασία; Ο κ. Δράκος ισχυρίζεται επίσης επικαλούμενος την ίδια αυθεντία Knightley v. Johns
(1982)1 Αll E.R. 854, ότι οι ενέργειες του ενάγοντα (χωρίς να τις αναφέρει ), ήταν τέτοιες ώστε να έχει διαρρηχθεί η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιάς και της ενέργειας διάσωσης όταν αντελήφθηκε τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του αποβιώσαντα τριτοδιαδίκου πάνω στο αριστερό κιγκλίδωμα του δρόμου. Η μαρτυρία όμως του ίδιου του ενάγοντα την οποία αποδέχομαι καταδεικνύει ότι και επιτακτική ανάγκη ήταν να προστρέξει για παροχή βοήθειας ως διασώστης σ΄ ένα κινδυνεύοντα συνάνθρωπο του αλλά και ο ίδιος όταν αντελήφθη τον κίνδυνο έλαβε μέτρα προστασίας του ιδίου και του συνανθρώπου του κάτω από τις δοσμένες αντικειμενικές συνθήκες. Στην γραπτή του ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 11 αναφέρει: «Πλησίασα λοιπόν το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΜΝ 730 και αντίκρισα τον Νίκο να κρατεί το τιμόνι του οχήματος του και να κάνει κάποιες σπασμωδικές κινήσεις (νόμισα ότι ήταν από το σοκ αλλά εκ των υστέρων πληροφορήθηκα, από την αστυνομία, ότι έπασχε από κάποια ασθένεια). Μίλησα στον Νίκο και αυτός δεν μου απάντησε, εγώ του είπα να μην ανησυχεί και αμέσως έλεγξα τον διακόπτη την φώτων του αυτοκινήτου του διότι δεν υπήρχε κανένα φώς αναμμένο και έσβησα και άναψα το switch του αυτοκινήτου. Εν συνεχεία πήγα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου για να δω αν υπάρχουν αναμμένα φώτα και ενώ επέστρεφα πίσω στην θέση όπου ήταν ο Νίκος, τον είδα να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο κρατώντας με τα χέρια του το αυτοκίνητο για στήριγμα. Επειδή αντελήφθηκα ότι δεν ήταν καλά τον έβαλα πίσω στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού και του είπα να μείνει εκεί μέχρι να έλθει το ασθενοφόρο..». Παρά την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη (ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος, ότι αχρείαστα ήλεγχε τις ζημιές του οχήματος, ότι τηλεφωνούσε ή συνομιλούσε με διερχόμενους οδηγούς, ότι δεν άναψε αναπτήρα για να γίνεται ορατός και πότε τον άναψε) διαφωνώντας με τους συνηγόρους των εναγομένου και τριτοδιαδίκου, θεωρώ ότι η καίρια θέση του παρέμεινε αναλλοίωτη όπως περιγράφεται πιο πάνω στη δική του μαρτυρία. Η κατάσταση που παρουσίαζε ο αποβιώσας όταν τον προσέγγισε, ήταν το ολιγότερο - όπως ο ίδιος την περιγράφει - σοκαριστική και άγνωστο πόσο σοβαρή ή τι είδους βοήθεια χρειαζόταν. Θα έπρεπε να δοκιμάσει τα φώτα του οχήματος (τα οποία όμως είχαν καταστραφεί από τη σύγκρουση) γιατί προφανώς αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο για τον αποβιώσαντα και τον ίδιο, για να το κάνει αν ήταν δυνατό ορατό στους διερχόμενους οδηγούς, αφού προηγούμενα έλαβε απόφαση (λανθασμένη όπως ο ίδιος ομολόγησε στο δικαστήριο), ότι θα ήταν ασφαλέστερο για τον οδηγό - αποβιώσαντα ότι αυτός θα έπρεπε να μείνει μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι την έλευση της αστυνομίας και του ασθενοφόρου και θα έπρεπε βέβαια να ενημερώσει την αστυνομία και το ασθενοφόρο. Ο ενάγων δεν θα πρέπει να κριθεί για λανθασμένες αποφάσεις που ελήφθησαν στην προσπάθεια του να βοηθήσει. Η εντύπωση μου είναι ότι ενήργησε ως ένας συνετός και λογικός άνθρωπος υπό τις δοσμένες περιστάσεις με κύριο μέλημα να προστατεύσει από άλλους κινδύνους τον αποβιώσαντα αλλά και τον εαυτό του. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ενεργώντας ως διασώστης (Rescuer) κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν θα πρέπει να του καταμεριστεί οποιαδήποτε ευθύνη είτε γιατί δεν ήταν επιτακτική ανάγκη η παροχή βοήθειας είτε γιατί παρέμεινε αχρείαστα και για περισσότερο από ότι επιβάλλετο χρόνο, στο οδόστρωμα. Το όλο περιστατικό έλαβε χώρα σε μερικά λεπτά (άγνωστο πόσα) και ότι γνωρίζουμε σήμερα για την κατάσταση της υγείας του Γιωργαλλίδη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν άγνωστο στον ενάγοντα ο οποίος επαναλαμβάνω ότι αν τον εγκατέλειπε (χωρίς να προβεί σε ενέργειες παροχής βοήθειας και ασφάλειας προς αυτόν και προς τον εαυτό του), ήταν σαν να τον εγκατέλειπε αβοήθητο σε μεγάλο κίνδυνο. Για να γίνει κατανοητό ο καθένας πρέπει να βρεθεί στη θέση του ενάγοντα ο οποίος αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τα φώτα του οχήματος του αποβιώσαντος και τον αναπτήρα του χωρίς βέβαια επιτυχία. Η νομική επιστήμη δεν είναι ασκήσεις μαθηματικών (μέτρημα αποστάσεων και ιχνών στην άσφαλτο). Ο ενάγων έπραξε ότι επέβαλε η συνείδηση του προς τον κινδυνεύοντα συνάνθρωπο του και ως εκ τούτου δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να του αποδοθεί ευθύνη γιατί στεκόταν μπροστά από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του αποβιώσαντα. Σε όποιο μέρος του δρόμου και αν στεκόταν, ακόμη και στο παγκέττο που εισηγείται η κα Ερωτοκρίτου, ήταν δυνατό να υποστεί μεγαλύτερη ζημιά ή βλάβη. Ενέργειες έστω και καθυστερημένα για τη δική του ασφάλεια αλλά και του αποβιώσαντα έλαβε με το άναμμα του αναπτήρα. Η ευθύνη κατά συνέπεια πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πρώτου ατυχήματος με το δεύτερο ως συνέπεια έχουμε το ζημιογόνο ως προς τον ενάγοντα αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξεταστεί η αιτιώδης συνάφεια των δύο δυστυχημάτων στην παραγωγή του ζημιογόνου αποτελέσματος και/ή κατά πόσον υπάρχει διακοπή της αιτιώδους συνάφειας (actus novus interveniens) από πράξεις ή παραλείψεις του ίδιου του ενάγοντα. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ: Στην υπόθεση Μιχάλης Κυριάκου κ.α. ν. Νίκης Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με τη θέση ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Οι ίδιοι και όλως ιδιαίτερα ο υπεραστικός δρόμος είναι μέσο διάβασης και όχι στάθμευσης. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse ν. Squires and Others [1973] 2 All E.R.903». Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, LJ., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος: «But when there is ample visibility and ample opportunity for the driver of an oncoming vehicle to see and appreciate the nature and extent of an obstruction and to take evasive action, then the obstruction does not constitute a danger, and in such a case there is a break in the chain of causation between the prior negligent act which caused the obstruction and the immediate consequence of the latter negligent act of a driver on the highway which causes an accident.» Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Η απόφραξη του δρόμου στην παρούσα υπόθεση αποτελεί πράξη του αποβιώσαντα τριτοδιαδίκου ο οποίος επιδεικνύοντας αλόγιστη οδηγική συμπεριφορά οδήγησε αυτό στο να προσκρούσει στο κιγκλίδωμα και να αποφράξει τη μια λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά συνέπεια, η ευθύνη του τριτοδιαδίκου είναι δεδομένη. Ο τραυματισμός του ενάγοντα θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήταν συνεπεία των πράξεων και παραλείψεων του αποβιώσαντα τριτοδιαδίκου. Επειδή όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν δημιουργείται οποιοδήποτε κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προκληθείσας βλάβης στον ενάγοντα και της σχέσης της με τα δύο δυστυχήματα, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα έχει και ο εναγόμενος πλην του τριτοδιαδίκου. Σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πρώτου δυστυχήματος και του δεύτερου συμφωνώ με τον κ. Ιωαννίδη ότι τα δύο δυστυχήματα δεν μπορούν να διαχωρισθούν. Ο ενάγοντας προσέτρεξε να διασώσει τον Νίκο Γιωργαλλίδη και εκτυπήθη από τον Σάββα Μοδέστου. Το συμβάν είναι αδιαχώριστο και ενιαίο και δεν επήλθε οποιοδήποτε νέο γεγονός (novus actus interveniens) από τη συμπεριφορά του ενάγοντα. Βλέπε επίσης Θεόδουλος Σιαλαμπή ν. Θεμούλας Παναγή
(2008)1 Α.Α.Δ.75, στην οποία επίσης εξετάζεται το θέμα της αιτιώδους συνάφειας. ΕΥΘΥΝΗ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΟΥ: Η αυθεντία Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)2 Α.Α.Δ. 75 αποτέλεσε κοινό σημείο αναφοράς στις αγορεύσεις και των τριών δικηγόρων των διαδίκων γιατί κατά κοινή ομολογία, τα γεγονότα της προσομοιάζουν περισσότερο με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Στη σελίδα 76 αναφέρεται: «Το ατύχημα έγινε το βράδυ της 5.12.2001 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Παραλιμνίου. Η εφεσίβλητη-ενάγουσα, ενώ οδηγούσε με κατεύθυνση το Παραλίμνι, κοντά στην έξοδο προς Πύλα, προσέκρουσε στο αυτοκίνητο του εφεσείοντα-εναγομένου 1, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο από προηγουμένως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ίδιας κατεύθυνσης, μετά από πρόσκρουση στο κιγκλίδωμα του δρόμου. Στο σημείο που συνέβη το ατύχημα δεν υπήρχε οδικός φωτισμός». Και πιο κάτω στις σελίδες 77-79 τα ακόλουθα: «Με το δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος είναι και ο κύριος λόγος, ο εφεσείων αμφισβητεί την κρίση του δικαστηρίου να αποδώσει ολόκληρη την ευθύνη στον ίδιο. Ήταν η θέση του δικηγόρου του, ότι θα έπρεπε να είχε αποδοθεί σημαντική συντρέχουσα αμέλεια στην εφεσίβλητη, ένεκα της υπερβολικής ταχύτητας που είχε υπό τις περιστάσεις, της έλλειψης παρατηρητικότητας και της αδράνειας της να αποφύγει τη σύγκρουση, περνώντας από τα αριστερά του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου. Ανέφερε ότι τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και άλλοι οδηγοί πριν από την εφεσίβλητη, κατάφεραν να αποφύγουν το αυτοκίνητο του εφεσείοντα επειδή, σε αντίθεση με την εφεσίβλητη, είχαν τη δέουσα παρατηρητικότητα. Από την άλλη, ο δικηγόρος της εφεσίβλητης τόνισε ότι το επίπεδο με το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει την εφεσίβλητη, δεν πρέπει να είναι το επίπεδο των συγκεκριμένων οδηγών που κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση, αλλά εκείνο του μέσου συνετού οδηγού. Πέραν τούτου, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι άλλοι οδηγοί κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση, δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, η στάθμευση ή η παραμονή οχήματος χωρίς φώτα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σκοτεινό δρόμο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια. Αυτό είναι απόρροια του καθήκοντος κάθε οδηγού προς άλλους χρήστες του δρόμου, να καθιστούν τα οχήματα τους ορατά κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τη χρήση φώτων ή άλλων μέσων. (Βλ. Henley ν. Cameron
(1949)118 LJR 989 (CA) και Pavlou ν. Lazarou
(1982)1 CLR 850). Όμως, όπως υποδείχθηκε στην αγγλική υπόθεση Rouse ν. Squires
(1973)2 All E.R. 903, όπου διαπιστώνεται ότι υπάρχει καλή ορατότητα και ευκαιρία για τον επερχόμενο οδηγό να δει και να εκτιμήσει το εμπόδιο που ορθώνεται μπροστά του και να πάρει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης, τότε η παρεμπόδιση ενδεχομένως να μη συνιστά κίνδυνο. Σ' αυτή την περίπτωση, δημιουργείται κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αρχικής αμέλειας που προκάλεσε την παρεμπόδιση στο δρόμο και της μεταγενέστερης που προκάλεσε το δυστύχημα και τις συνέπειές του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν δημιουργείται οποιοδήποτε κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας, αφού οι συνθήκες του δρόμου και το σκότος που επικρατούσε από την έλλειψη οδικού φωτισμού, καθιστούσαν την ορατότητα αρκετά περιορισμένη, με αποτέλεσμα το έργο των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, να καθίσταται πάρα πολύ δύσκολο. Συμφωνούμε με τις θέσεις της δικηγόρου της εφεσίβλητης, ότι η εφεσείουσα θα πρέπει να κριθεί με το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και όχι με το επίπεδο των συγκεκριμένων οδηγών που προηγουμένως κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση. Εξ' άλλου οι συνθήκες υπό τις οποίες ενήργησαν, είναι άγνωστες. Εδώ η εφεσίβλητη, όπως και ο μέσος συνετός οδηγός, δεν είχε λογικά περιθώρια να αντιδράσει πιο αποτελεσματικά για να αποφύγει τη σύγκρουση και γι' αυτό δεν μπορεί να βρεθεί ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Η απόφαση Τσολάκης ν. Ανδρέου, Πολ. Έφεση Αρ. 65/05. ημερ. 6.2.2007. στην οποία έκαμε αναφορά η δικηγόρος του εφεσείοντα, διαφοροποιείται αφού το δυστύχημα εκεί, έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας.» Η ευθύνη του τριτοδιαδίκου είναι εκ των ών ούκ άνευ σύμφωνα με την Σιαλαμπή (ανωτέρω) αλλά και άλλες υποθέσεις (Βλ. Κώστας Ξυπτεράς ν. Χρ. Κυπριανού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1696, Άνδρος Ιωάννου κ.α. ν. Μάριου Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 141). Θα διαφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνήγορους του τριτοδιαδίκου και εναγομένου ότι η απόφραξη του δρόμου ήταν τέτοιας έκτασης που επέτρεπε την ασφαλή διέλευση αυτοκινήτων αφού σχεδόν ολόκληρο το πλάτος της αριστερής λωρίδας του δρόμου ήταν ελεύθερο όπως επίσης και η εξωτερική λωρίδα που χρησιμοποιείται για στάθμευση αυτοκινήτων, αφού σύμφωνα με τους δύο συνηγόρους εναγομένου και τριτοδιαδίκου λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών καιρικών συνθηκών, της ορατότητας, του βρεγμένου οδοστρώματος, το αυτοκίνητο του εναγομένου δεν αποτελούσε εμπόδιο (κίνδυνο) για άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο, και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δύο τουλάχιστον οδηγοί μάρτυρες, οι ΜΕ4 και ΜΕ5 (Δημητρίου και Τσαδιώτης), χρησιμοποιώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κατάφεραν να το αποφύγουν (βλέπε Rouse v. Squires
(1973)2 All E.R. 903. Παραπέμπω πάλι στην Σιαλαμπή (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε ότι ο εναγόμενος θα κριθεί με το επίπεδο του μέσου συνετού και λογικού οδηγού και όχι με το επίπεδο των δύο οδηγών (ΜΕ4 και 5) που προηγουμένως κατάφεραν με καλύτερα τεχνολογικά αυτοκίνητα να αποφύγουν τη σύγκρουση. Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένης της αμέλειας του τριτοδιαδίκου στην πρόκληση του δυστυχήματος, εγείρεται θέμα κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του εναγομένου. ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ο κ. Δράκος ισχυρίστηκε ότι υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγόμενου [αν δεν ισχύουν οι αρχές της Rouse (ανωτέρω)], και ότι η απόφραξη της δεξιάς λωρίδας έγινε όχι από υπαιτιότητα του τριτοδιαδίκου και ότι αυτή δεν συνιστούσε κίνδυνο αφού δύο τουλάχιστον οδηγοί μάρτυρες (Δημητρίου και Τσαδιώτης) χρησιμοποιώντας την αριστερή λωρίδα επέρασαν από το σημείο του ατυχήματος χωρίς πρόβλημα. Ισχυρίστηκε ότι τουλάχιστον όσον αφορά τον εναγόμενο, η ευθύνη του είναι μεγαλύτερη από την όποια ευθύνη του τριτοδιαδίκου (ο κ. Ιωαννίδης κατένειμε την ευθύνη του εναγομένου και του τριτοδιαδίκου σε ίσα μερίδια). Ο κ. Δράκος επικαλούμενος τη νομολογία και συγκεκριμένα τη Στέλλα Ιωαννίδου ν. Jagjid Singh
(2001)1 A.A.Δ. 1805 ισχυρίστηκε ότι η συντρέχουσα αμέλεια που αποδίδεται σε οδηγό που οδηγεί και αποτυγχάνει να μετακινήσει και/ή αφήνει το εμπόδιο στο δρόμο σε περίπτωση που δημιουργεί αδικαιολόγητο εμπόδιο σε υπεραστικό δρόμο δίχως φωτισμό ή επαρκή φωτισμό κατά τη διάρκεια της νύκτας ανέρχεται μέχρι ποσοστού 30%. Μια άλλη εναλλακτική εισήγηση του κ. Δράκου, ήταν ότι επειδή σύμφωνα με τον κ. Δράκο ο τριτοδιάδικος δεν ήταν σε θέση να μετακινήσει το όχημα του (βλέπε μαρτυρία ενάγοντα), για να ελευθερώσει το δρόμο και επειδή η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πρώτου και δεύτερου ατυχήματος έχει διαρρηχθεί στην παρούσα υπόθεση, το όλο θέμα καταλήγει να είναι ερώτημα κατά πόσον ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα (λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων), να παρατηρήσει την παρουσία του ενάγοντα και του αυτοκινήτου του αποβιώσαντα και ενεργώντας ως ένας μέσος και συνετός οδηγός να διήρχετο από τον ελεύθερο χώρο και να αποφύγει τη σύγκρουση και το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα. Θα διαφωνήσω με τον κ. Δράκο. Το τελευταίο απόσπασμα της Σιαλαμπή (ανωτέρω), τα γεγονότα της οποίας είναι πανομοιότυπα με τα γεγονότα της παρούσας, καταδεικνύουν ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πρώτου και δεύτερου ατυχήματος «αφού οι συνθήκες του δρόμου και το σκότος που επικρατούσε από την έλλειψη ειδικού φωτισμού, καθιστούσαν την ορατότητα αρκετά περιορισμένη με αποτέλεσμα το έργο των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο να καθίσταται πάρα πολύ δύσκολο», ο δε εναγόμενος - όπως και η εφεσείουσα στην Σιαλαμπή (ανωτέρω) θα πρέπει να κριθεί με το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και όχι με το επίπεδο των συγκεκριμένων οδηγών (Δημητρίου, οδηγός Ταξί - Τσαδιώτης Πιλόττος) που προηγουμένως κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση. Στην απόφαση Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78 λέχθηκε πως: Negligence is failure to see what is plainly visible Κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι είτε ο Ενάγων είτε το όχημα ΕΜΝ 730 ήσαν ευκρινώς (plainly) ορατοί, όπως η μαρτυρία κατέδειξε. Σχετική επίσης όμως είναι η υπόθεση Quinn ν. Scott
(1965)2 ALLER 588, όπου η υπερβολική ταχύτητα του Εναγομένου δεν του επέτρεψε να αντιδράσει εγκαίρως όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με απρόσμενο κίνδυνο. Ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος έναντι του Ενάγοντα; Είναι γεγονός ότι στον αυτοκινητόδρομο δεν είναι αναμενόμενο να ευρίσκεται αντιμέτωπος ένας οδηγός είτε με σταματημένα αυτοκίνητα είτε με πεζούς, γι'αυτό και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Vakanas ν. Thoma
(1982)1 Α.Α.Δ.530, το να επιβληθεί καθήκον στους οδηγούς να οδηγούν με την πρόβλεψη ότι άλλοι χρήστες του δρόμου απαραιτήτως είναι αμελείς, αυτό δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο παρά την επιβολή καθήκοντος στους οδηγούς ασήκωτου βάρους, κάτι που είναι πέραν από κάθε λογική. Έχω ήδη αποφασίσει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον ενάγοντα. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο οδηγός που κινείται σε αυτοκινητόδρομο κατά τη νύκτα να προβλέπει ότι πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπος με πεζούς ή σταματημένα αυτοκίνητα που αποφράσσουν την πορεία του ή μήπως τέτοια κατάσταση είναι μια πιθανότητα που δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει από το μυαλό ενός λογικού ανθρώπου; Η νομολογία απαντά το ερώτημα αρνητικά. (Βλέπε Τασούλα Κωνσταντίνου ν. Χριστόφορου Κατσιαρδή, Πολιτική Έφεση 11974 ημερ. 12.11.2007, Ανδρούλα Κυριάκου Παναγρίτη ν. Αντώνη Χαραλάμπους Πολιτική Έφεση 320/08 ημερομηνίας 15.3.2012. Παρά ταύτα για τους λόγους που θα εξηγήσω θεωρώ ότι ο εναγόμενος ήταν αμελής. Ο εναγόμενος αντιμετώπισε μια απρόσμενη και απρόβλεπτη απόφραξη του αυτοκινητόδρομου μέσα σε κακές καιρικές συνθήκες χωρίς φωτισμό, χωρίς καμιά ένδειξη για τον κίνδυνο. Είναι φανερό από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι ούτε ο ενάγων ούτε το ακινητοποιημένο όχημα του τριτοδιαδίκου ήταν «plainly visible». (Καθαρά ορατά). Η μαρτυρία του ενάγοντα ότι αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο άναψε τον αναπτήρα του ελέγχεται γιατί κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην κατάθεση του. Παρά ταύτα, και να άναψε τον αναπτήρα δεν θεωρώ ότι κατέστησε καθαρά ορατό (plainly visible) ούτε τον εαυτό του ούτε το αποφράσσοντα την δεξιά λωρίδα όχημα του τριτοδιαδίκου. Ο εναγόμενος που είχε εμβέλεια φώτων στην ψηλή στάση 80 μέτρα θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί την απόφραξη του δρόμου μόλις το όχημα του εισήλθε στην εμβέλεια των φώτων που χρησιμοποιούσε, δηλαδή στα 80 μέτρα και όχι στα 63.5 όπως διαπίστωσε ο κ. Ο΄ Μαχόνυ. Αντ΄ αυτού φαίνεται ότι το αντελήφθηκε μόλις στα 33 μέτρα (ίχνη τροχοπέδησης 16.5 μέτρα και άλλα τόσα thinking distance). Δεν έχω υπεισέλθει να εξετάσω τις διαφορές στις μετρήσεις στη μαρτυρία των Αγαθαγγέλου (εμπειρογνώμονα ενάγοντα) - Ο΄ Μαχόνυ (εμπειρογνώμονα εναγομένου) σε σχέση κυρίως με την εμβέλεια των φώτων του οχήματος του τριτοδιαδίκου και διάφορα άλλα στατιστικά στοιχεία. Θα συμφωνήσω με τον κ. Δράκο αλλά και την κα Ερωτοκρίτου και θα ακολουθήσω την εισήγηση του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική στην υπόθεση Vakanas v. Thomas
(1982)1 C.L.R. 530. «Τhe robust standards of common sense should guide the Court in its appreciation of a given situation. It is unprofitable to be perplexed in niceties, such as the precise point from which the parties were in sight of one another, that tends to give the impression that we are concerned with a mathematical exercise.» Στην παρούσα υπόθεση η ταχύτητα του εναγόμενου όπως ο ίδιος αποκαλύπτει στην κατάθεση του, ήταν 100 ΧΑΩ την ώρα. Ήταν 22 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο και εγύριζε από διασκέδαση με το φίλο του (Ανδρέα Ανδρέου) τις πρωϊνές ώρες. Οι συνθήκες οδήγησης ήταν όντως εξαιρετικά δύσκολες λόγω του σκότους, της περιορισμένης ορατότητας και της βροχόπτωσης που καθιστούσε το οδόστρωμα βρεγμένο και ολισθηρό. Η συντρέχουσα αμέλεια που μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο ήταν ότι λόγω ακριβώς αυτής της δύσκολης κατάστασης, η ταχύτητα του θα έπρεπε να προσαρμοστεί σε χαμηλότερα επίπεδα για να έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει ένα απρόβλεπτο κίνδυνο. (Βλέπε Quinn ανωτέρω). Όπως πολύ σωστά διατείνεται ο κ. Ο΄ Μαχόνυ, με την ταχύτητα που ο ίδιος αποδέχεται ότι οδηγούσε (100 ΧΑΩ) σε συνδυασμό με την εμβέλεια των φώτων του στην ψηλή στάση (80 μέτρα), ήταν αδύνατο να αποφευχθεί η σύγκρουση. (Είναι εντελώς αδιάφορο αν η ταχύτητα των 100 ΧΑΩ ήταν εντός των ορίων της ταχύτητας σε αυτοκινητόδρομο. Είναι η ψηλότερη ταχύτητα που μπορεί να αναπτύξει ένα όχημα σε ιδανικές συνθήκες). Αν όμως η ταχύτητα του περιορίζετο σε σημείο που θα μπορούσε να οδηγά ασφαλισμένα μέσα στα όρια της ορατότητας που είχε (within the limits of the visibility available to him), ως ήταν η επιβαλλόμενη υποχρέωση του, το πιθανότερο θα ήταν ότι δεν θα εγίνετο η σύγκρουση. (Βλέπε Karayiorgis v. Κυριάκου
(1974)1 C.L.R. 133). Στην υπόθεση Savva & Others v. Mylona
(1958)23 C.L.R. 210 αποφασίστηκε από τον Zεκια J., «At night driving driver must be able to pull up within limits of his light». Στην Christou & Others v. Panayiotou & Others θεωρήθηκε ότι συνιστά εκ πρώτης όψεως αμελή οδήγηση με 50 ΜΑΩ (65χλμ) ενώ το πεδίο ορατότητας του οδηγού σε σχέση με τα φώτα του ήταν 20 υάρδες. Tέλος στην Οδυσσέα Θεοδούλου ν. Αντώνη Κοκκινόφτα κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 759, αποφασίστηκε ότι η μη χρήση της ψηλής στάσης (εμβέλεια 100-150 μέτρα) των φώτων συνιστά πρόσθετο στοιχείο αμέλειας. Παρά το ότι αποδέχομαι ότι ο εναγόμενος οδηγούσε με τα φώτα του στην ψηλή στάση (80 μέτρα εμβέλεια), εντούτοις δεν αντελήφθη τον κίνδυνο μόλις αυτός εμφανίστηκε στην εμβέλεια των φώτων του (πολύ αργότερα όπως ο ίδιος αποκαλύπτει, είδε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο σε 20-25 μέτρα απόσταση) γιατί δεν είχε πλήρη εποπτεία και έλεγχο του ορατού από την εμβέλεια των φώτων του οδοστρώματος αλλά και γιατί ακόμη και παρά το ότι ήταν ορατό από τα 80 μέτρα, η ταχύτητα του δεν του επέτρεπε να αποφύγει τη σύγκρουση. Και είναι εδώ που εντοπίζεται η αμέλεια του εναγομένου. Μάλιστα, για να αντιληφθεί τον κίνδυνο χρειάστηκε όπως ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του, να ενεργοποιήσει την προσοχή του ο συνοδηγός του Ανδρέας Ανδρέου. Γενεσιουργός αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος ήταν το πρώτο ατύχημα το οποίο οδήγησε χωρίς να διακοπεί η αιτιώδης συνάφεια στο δεύτερο. Θεωρώ ότι αμφότεροι οι οδηγοί, τριτοδιάδικος και εναγόμενος επέδειξαν αμέλεια, ωστόσο όχι τον ίδιο βαθμό αμέλειας. Στον εναγόμενο καταλογίζεται ευθύνη 25% και στον τριτοδιάδικο 75%. Οι αγωγές αποσυνενώνονται. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος ενάγοντα στην κύρια αγωγή 12406/03 και εις βάρος εναγομένου για ποσό €200.000 πλέον νόμιμο τόκο από 24.3.2005 πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Επίσης εκδίδεται απόφαση προς όφελος εναγομένου και εις βάρος τριτοδιαδίκου για ποσό €150.000 πλέον νόμιμο τόκο από 24.3.2005 πλέον τα ¾ των εξόδων της παρούσας διαδικασίας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η συνενωμένη αγωγή 1337/05 καθίσταται άνευ αντικειμένου ενώ η συνενωμένη αγωγή 10847/04 μπορεί να οριστεί προς εκδίκαση μετά από αίτημα οποιουδήποτε δικηγόρου είτε του εναγομένου είτε του τριτοδιαδίκου. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο