Αναφορικά με την πτώχευση της Κυριακής Χατζηκωνσταντά, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 33/2013, 27/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 33/2013 Αναφορικά με την πτώχευση της Κυριακής Χατζηκωνσταντά από τη Λευκωσία 27 Μαρτίου, 2013 Αίτηση ημερομηνίας 25.01.13 για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης Για τον πιστωτή: κα Γεωργίου Για την οφειλέτιδα: κος Κυριάκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 15.01.2013 η εταιρεία (στη συνέχεια οι πιστωτές) αιτήθηκε έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης κάποιας Κυριακής Χατζηκωνσταντά (στη συνέχεια η οφειλέτιδα). Η ειδοποίηση εκδόθηκε αυθημερόν και την 21.01.2013 επιδόθηκε στην οφειλέτιδα. Ακολούθως, την 25.01.2013 η οφειλέτιδα καταχώρισε αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Τούτη η αίτηση είναι το αντικείμενο της παρούσας. Με αυτήν η οφειλέτιδα αιτείται. «Διάταγμα που να ακυρώνει ή/και να παραμερίζει (set aside) την αίτηση/ειδοποίηση των αιτητών στην υπό των ως αριθμό και τίτλο αίτηση/ειδοποίηση». Η αίτηση εδράζεται στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, άρθρο 3
(1)(g)(h),
(3), στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, κανονισμοί 38, 39 και 43, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, και τη νομολογία και τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και την οποία ορκίζεται η ίδια η οφειλέτιδα. Παραλείπω μεταφορά του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως εφόσον πιο κάτω, όπου χρειάζεται, σχολιάζεται εκτενώς. Η πλευρά των πιστωτών δεν συναίνεσε στο αίτημα και την 06.03.2013 καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση των πιστωτών εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, κκ. 1-7 και 9, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, κανονισμοί 4, 9, 16-18 και 38-48, στις γενικές εξουσίες, τη νομολογία και την πρακτική του δικαστηρίου, και στις αρχές της επιείκειας. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση δηλών είναι ο διευθυντής των πιστωτών, ονόματι Άκης Ελευθεριάδης. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης σχολιάζω πιο κάτω. Οι λόγοι που επικαλούνται οι πιστωτές για απόρριψη της αίτησης έχουν ως ακολούθως.
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική καθώς δεν στηρίζεται επί των ορθών θεσμών και/ή κανονισμών και/ή επί της ορθής νομικής βάσης.
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενοι διατάγματος όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και την σχετική νομολογία επί του θέματος.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να καθυστερήσει περαιτέρω την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης με σκοπό να καταστήσει ατελέσφορη.
- Η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο σημαντικά γεγονότα και επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
- Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι οι καθ' ων η Αίτηση δεν την είχαν ενημερώσει για το υπόλοιπο του ποσού των €16.262,48 που οφείλει και για δήθεν τόκους οι οποίοι χρεώθηκαν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Η αιτήτρια πλανήθηκε ως προς το νόμο αναφορικά με το τι συνιστά κατάχρηση της πτωχευτικής διαδικασίας.
- Δεν έχει καταδεχθεί οτιδήποτε από την αιτήτρια που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και επίσης η αιτήτρια δεν παραθέτει οποιαδήποτε γεγονότα που να αποκαλύπτουν γιατί η ειδοποίηση είναι καταχρηστική, εκδικητική και επιβλαβής προς την αιτήτρια και την οικογένεια της, όπως προστάζει η σχετική Νομολογία περί του θέματος, αλλά περιορίζεται μόνο σε γενικούς ισχυρισμούς.
- Το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ακολούθησαν την διαδικασία των μηνιαίων δόσεων ή/και οποιανδήποτε άλλη διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, δεν είναι επαρκής για να παραμερισθεί η ειδοποίηση πτώχευσης αφού η διαδικασία αυτή δεν προβλέπετε από τον περί Πτώχευσης Νόμο ως προϋπόθεση για την καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης.
- Η αιτήτρια δεν έχει επιδιώξει ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης με ένορκη δήλωση όπως προβλέπεται εντός της προθεσμίας που προβλέπετε από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, συνεπώς έχει παρέλθει η προθεσμία που είχε στη διάθεση της για να παραμερισθεί η ειδοποίηση πτώχευσης.
- Η ένορκος δήλωση της Κυριακής Χατζηκωνσταντά που υποστηρίζει την αίτηση είναι ελλιπής και δεν αιτιολογεί επαρκώς το αιτητικό της αίτησης.
- Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει και θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι δεν στηρίζεται σε αληθή γεγονότα επομένως καθίσταται παράτυπη και/ή νόμω αβάσιμη και/ή δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο περί Πτωχεύσεως Νόμος και οι περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικοί Κανονισμοί.
- Για τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως γίνεται η εισήγηση ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.» Ας σημειωθεί ότι ουδείς εκ των διαδίκων υπέβαλε αίτημα αντεξέτασης και ως εκ τούτου οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου προκύπτουν από τα αναφερόμενα στις δυο ένορκες δηλώσεις, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται το βάρος απόδειξης (βλ. Μ. Αλωνεύτη v. Alpha Bank Ltd, Πολ. Έφ. 51/08, ημερομηνίας 14.04.2010). Παραλείπω να επαναλάβω καθετί που ανέφεραν οι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων εφόσον πιο κάτω, εκεί και όπου χρειάζεται, οι θέσεις τους μεταφέρονται αυτούσιες. Όπως έχει νομολογηθεί. ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να παραμερισθεί δια ενόρκου δηλώσεως που καταχωρείται από τον οφειλέτη εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης. Τούτη η ένορκη δήλωση προσλαμβάνει καθεστώς αίτησης παραμερισμού. Σε τέτοια περίπτωση οι λόγοι που ο οφειλέτης δικαιούται να επικαλεσθεί περιορίζονται σε ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών). Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιθυμεί να αμφισβητήσει την ειδοποίηση για λόγο άλλο από εκείνους που προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2), αρμόζουσα διαδικασία είναι η προώθηση αίτησης για ακύρωση της ειδοποίησης (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ.425 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Λόγοι όπως παρατυπία στην έκδοση της ειδοποίησης, κακή επίδοση ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν να προβληθούν σε αίτηση για ακύρωση όχι όμως σε ένορκη δήλωση δυνάμει του κ.40
(2). Μάλιστα, η αίτηση για ακύρωση δεν διέπεται από τα αυστηρά χρονικά περιθώρια του κ.40
(3)και έτσι μπορεί να καταχωριστεί και μετά την πάροδο τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης. Εν πάση περιπτώσει η καταχώριση τέτοιας αίτησης δεν μπορεί να είναι μετά την έλευση επτά ημερών από την επίδοση της αίτησης, καθ΄ότι τότε η πράξη πτώχευσης συντελείται και το δικαστήριο δεν δύναται να ανατρέψει τούτη (βλ. άρθρο 3
(1)(ζ), Κεφ. 5 και Re a debtor (No 6864 of 1980, High Court), the debtor v. Slater Walker Ltd)
(1981)2 All ER 987). Ιεράρχηση των λόγων ένστασης με οδηγεί στον πρώτο λόγο που αναγράφεται στο πρόσωπο τούτης. Θέση των πιστωτών είναι πως η επίδικη αίτηση δεν στηρίζεται επί των ορθών θεσμών. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι εφόσον πρόκειται για αίτηση ο κανονισμός 16 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στη νομική βάση τούτης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο κανονισμός 16 διέπει ό,τι σχετικό των αιτήσεων. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι στο παράρτημα των τύπων που ακολουθεί τους κανονισμούς (Appendix A - Bankruptcy Forms) εντοπίζεται ο Τύπος 12 (Bankruptcy Form 12) ο οποίος παραπέμπει στον κανονισμό
- Ο Τύπος 12 τιτλοφορείται General Form of Application και το περιεχόμενο τούτου φανερώνει ότι αυτός είναι ο προβλεπόμενος τύπος σε κάθε περίπτωση που οι κανονισμοί δεν προβλέπουν άλλο ειδικό έντυπο. Στον Τύπο 12 αναφέρεται 'The application is based on (b) .'. Στην υποσημείωση (b), η οποία ακολουθεί τον τύπο, αναφέρεται. 'Set out Law or rules (r.16)'. Αυτό φανερώνει ότι κάθε αίτηση πρέπει να μνημονεύει τα άρθρα του νόμου και/ή τους κανονισμούς στους οποίους εδράζεται. Αυτό συνάγεται και από τη μεστότητα του λεκτικού του κανονισμού 16 που προβλέπει, μεταξύ άλλων, 'Every application to the Court shall set out the law or rules on which it is based .'. Παρόλα αυτά έχω τη γνώμη ότι τα πιο πάνω δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάθε αίτηση πρέπει να παραπέμπει στον κανονισμό
- Ο κανονισμός 16 δεν εμπεριέχει ουσιαστικό δίκαιο, απλώς προβλέπει το δικονομικό μέσο αναζήτησης θεραπείας. Το άρθρο ή ο κανονισμός που προβλέπει τη θεραπεία αυτή καθ' εαυτή είναι εκείνο που πρέπει να αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης και όχι ο κανονισμός 16 που απλώς προβλέπει την αίτηση. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν μπορώ να διαφωνήσω με τη θέση των πιστωτών ότι η επίδικη αίτηση είναι αβάσιμη, δια το λόγο ότι οι κανονισμοί στους οποίους στηρίζεται δεν παρέχουν έρεισμα στο διάταγμα που ζητείται. Κατάλληλος εν προκειμένω είναι ο κανονισμός 41, ο οποίος δεν μνημονεύεται στην υπό κρίση αίτηση. Δεν διαλανθάνουν την προσοχή μου τα αναφερόμενα στον κανονισμό 2, και συγκεκριμένα ότι μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τους κανονισμούς δεν ακυρώνει τη διαδικασία εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Επί του προκειμένου καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στις υποθέσεις Dora Holdings Ltd. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(2010)1A, Α.Α.Δ. 649, 653 και Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1Γ, Α.Α.Δ. 1844, 1849 όπου εξετάστηκε η αντιμετώπιση παρατυπίας, στο πλαίσιο όμως των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην υπό κρίση περίπτωση η αίτηση είναι εκδήλως αστήρικτη και συνεπώς παράτυπη. Οι πιστωτές επεσήμαναν τούτο από την πρώτη στιγμή και εν τούτοις η οφειλέτιδα δεν αντέδρασε και δεν αποτάθηκε για να διορθώσει το σφάλμα της. Κρίνω ότι υπό αυτές τις περιστάσεις το δικαστήριο δεν δύναται να διορθώσει την παρατυπία και ούτε να την αγνοήσει. Καταλήγω λοιπόν ότι η αίτηση είναι παράτυπη και νομικά αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη κρίνω ότι το δικαστήριο υποχρεούται να αποφανθεί και για τα άλλα ζητήματα που εγείρονται. Είναι η θέση των πιστωτών ότι έχει ήδη συντελεστεί πράξη πτώχευσης και το δικαστήριο δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τούτο το αποτέλεσμα. Οι παράγραφοι 14 και 15 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση αναφέρουν ότι. «Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ. 5), το οποίο η αιτήτρια επικαλείται, και τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχευτικών Κανονισμών, σε περίπτωση που επιδοθεί σε χρεώστη ειδοποίηση πτώχευσης, μέσα σε επτά μέρες από την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή καταχωρώντας σχετική ένορκη δήλωση. Η αιτήτρια δεν έχει πράξει κανένα από τα δύο. Στην περίπτωση που αντί ενόρκου δηλώσεως καταχωρείται οποιαδήποτε αίτηση, όπως την παρούσα περίπτωση, η αίτηση θα πρέπει να βασίζεται στον Κανονισμό 16 των περί Πτωχευτικών Κανονισμών, ο οποίος προβλέπει για την καταχώρηση αιτήσεων στα πλαίσια πτωχευτικής διαδικασίας και θα πρέπει να αναφέρεται και η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση, κάτι το οποίο επίσης δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Όπως εξηγώ και ανωτέρω η αιτήτρια δεν έχει επιδιώξει ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης με Ένορκη Δήλωση όπως προβλέπεται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, συνεπώς έχει παρέλθει η προθεσμία που είχε στη διάθεση της για να παραμερισθεί η ειδοποίηση πτώχευσης.» Στην υπόθεση Re a debtor (No. 6864 of 1980, High Court), the debtor v. Slater Walker Ltd,
(1981)2 All E.R. 987, 991, λέχθηκε ότι. «Once the ten days are up the act which gives rise to the consequential act of bankruptcy has been completed. That act is his failure. Seen in this way, the court, in my opinion, is concerned to determine whether a condition has been fulfilled so that an act of bankruptcy has been committed and not to decide whether there is an act which remains to be done. The act has been done: his failure is complete. If the court extends the ten days after the failure is complete it will be refusing to recognize the consequences which Parliament has said have ensued. In my opinion, we cannot do this.» Το πιο πάνω απόσπασμα δικαιολογεί τη θέση ότι άπαξ και παρέλθει ο χρόνος των επτά ημερών και δεν επέλθει συμμόρφωση με την απαίτηση της ειδοποίησης πτώχευσης, η πράξη πτώχευσης συντελείται. Σε τέτοια περίπτωση αδύνατο είναι το δικαστήριο να ανανήψει δικαίωμα που απεβίωσε. Στη δοσμένη όμως περίπτωση δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Εδώ η οφειλέτιδα καταχώρισε την αίτηση της την 25.01.2013, δηλαδή τέσσερις μόλις ημέρες μετά την επίδοση (η επίδοση επιτεύχθηκε την 21.01.2013). Η αίτηση ορίστηκε από το πρωτοκολλητείο την 01.03.13, και ακολούθως σε νέα ημερομηνία που δόθηκε από το δικαστήριο. Σύμφωνα με τους πιστωτές η καταχώριση της αίτησης και μόνο είναι ανίκανη να ανακόψει την πράξη πτώχευσης. Η συνήγορος των πιστωτών υποστήριξε ότι η οφειλέτιδα όφειλε να υποβάλει αίτημα για αναστολή του χρόνου συμμόρφωσης με την ειδοποίηση πτώχευσης, πράγμα που δεν έπραξε, και ως εκ τούτου η πράξη πτώχευσης συντελέστηκε. Παρεμβάλλω εδώ ότι στην υπόθεση Re a debtor, πιο πάνω, και πάλι στη σελίδα 991, αναφέρεται ότι. «I accept that the court can extend the seven days in r. 139 and can do so retrospectively. ..» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι εφόσον η αίτηση καταχωρίστηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει το χρόνο που χρειάζεται να συντελεστεί πράξη πτώχευσης, και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Πέραν της πιο πάνω αναφοράς, η οποία εναργώς αποκαλύπτει την εξουσία του δικαστηρίου, έχω την αίσθηση ότι μείζονος σημασίας είναι ο κανονισμός
- Παραθέτω αυτούσιο το πρότυπο κείμενο, δηλαδή στην αγγλική γλώσσα, εφόσον έχω την άποψη ότι η ελληνική μετάφραση είναι δυσνόητη και ενδεχομένως παραπλανητική. Ο κ. 41 αναφέρει ότι. «The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the creditor at the addresses given by them under rule
- If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined.» Εστιάζω την προσοχή μου στο επιτακτικό μόριο «shall». Σε αντίθεση με τον αντίστοιχο αγγλικό κανονισμό (r. 142), ο κανονισμός 41 δεν επιτρέπει ερμηνεία άλλη πλην του ότι σε κάθε περίπτωση που ο χρόνος εξέτασης της αίτησης υπερβαίνει το χρόνο συμμόρφωσης με την ειδοποίηση πτώχευσης, το δικαστήριο shall, δηλαδή πρέπει να, επιμηκύνει το χρόνο μέχρις ότου εξεταστεί η αίτηση. Είναι υποχρέωση και όχι διακριτική εξουσία. Μάλιστα αυτή η υποχρέωση του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης. Καλύπτει και την περίπτωση που υποβάλλεται ένορκος δήλωση για ακύρωση της ειδοποίησης εφόσον και αυτή, η ένορκος δήλωση, υπέχει καθεστώς αίτησης. Ως εκ των πιο πάνω δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση των πιστωτών ότι η οφειλέτιδα έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης. Τούτος ο χρόνος αυτοδικαίως παρατάθηκε με την καταχώριση της αίτησης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα σήμαινε ότι η διαδικασία που διεξήχθη ήτο άνευ αντικειμένου. Στο στάδιο της αγόρευσης ο συνήγορος της οφειλέτιδας υποστήριξε ότι τυχόν ποσό που οφείλει τούτη είναι πολύ μικρότερο των €16.000 που υποστηρίζουν οι πιστωτές. Επί του προκειμένου ορθή κρίνεται η θέση των πιστωτών ότι η αίτηση δεν αναγάγει αυτό το ζήτημα σε επίδικο. Καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η οφειλέτιδα αμφισβήτησε το ύψος του ποσού που αναφέρεται στην ειδοποίηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd edition σελίδα 280 και
- 'A notice is not invalidated by reason only that the sum specified in the notice as the amount due exceeds the amount actually due, unless the debtor within the time allowed for payment gives notice to the creditor that he disputes the validity of the notice on the ground of such misstatement; but if the debtor does not give such notice, he will be deemed to have complied with the bankruptcy notice if within the time allowed he takes such steps as would have constituted a compliance with the notice had the actual amount due been correctly specified therein'. Ανάλογα αναφέρονται και στο σύγγραμμα The Law and Practice in Bankruptcy, Williams and Muir Hunter, 19th ed. όπου στη σελίδα 33 αναφέρεται. 'The notice can only be issued for the amount for which the creditor is entitled to issue execution, subject to proviso (ii) to the section, where under a notice for a larger amount is not invalid unless the debtor gives notice of such excess demand within the time allowed for payment'. Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3
(3)(β) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5. Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται πως παρ΄ότι στην ειδοποίηση πρέπει να αναγράφεται το πραγματικό ποσό που οφείλεται κατά το χρόνο που τούτη εκδίδεται, εν τούτοις δεν ακυρώνεται για μόνο λόγο ότι το αναφερόμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από το πραγματικά οφειλόμενο, εκτός εάν εντός της προθεσμίας συμμόρφωσης, δηλαδή εντός επτά ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης, ο οφειλέτης αποστείλει στον πιστωτή ειδοποίηση ότι αμφισβητεί το αναφερόμενο σε αυτήν ποσό. (Βλ. και Re a debtor, ex parte the debtor v. Hungerford Rural District Council
(1973)1 All E.R. 797). Στη δοσμένη περίπτωση εφόσον τέτοια μαρτυρία, δηλαδή ότι αμφισβητήθηκε προηγουμένως το ποσό, δεν προσκομίστηκε, η εν λόγω εισήγηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Άλλος λόγος που πρόβαλε η οφειλέτιδα είναι ότι η ειδοποίηση είναι εκδικητική και καταπιεστική. Αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι το δικαστήριο κέκτηται εξουσία καταστολής διαδικασίας που διαπιστώνεται καταχρηστική. Η δικαιοδοσία πτωχεύσεων δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Πετρίδης v. Alpha Bank Ltd, Πολ. Έφ. 249/08, ημερομηνίας 18.03.2011, είναι αποκαλυπτικό της εφαρμογής του κανόνα. Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Οι εισηγήσεις πως η αίτηση ήταν καταχρηστική και πως το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε πλημμελώς τη διακριτική του εξουσία, είχαν κοινή βάση. Ο πιστωτής «είχε τις εξασφαλίσεις των συνεναγομένων ήτοι του πρωτοφειλέτη». Επομένως, η επιδίωξη του διατάγματος παραλαβής δεν εξυπηρετούσε τους σκοπούς που υπαγορεύει η νομολογία και επικαλούνται επί αυτού την London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2002)1 ΑΑΔ 1699. Το πρωτόδικο δικαστήριο διέκρινε την πιο πάνω υπόθεση, με αναφορά στα περιστατικά της και ορθώς. Εκείνο που εδώ χρειάζεται να λεχθεί είναι πως δεν λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση πως η ύπαρξη τέτοιων εξασφαλίσεων καθιστούσαν καταχρηστική ή αδικαιολόγητη την αίτηση. Ήταν σε εντελώς διαφορετική βάση που εκτιμήθηκε πως η αίτηση ήταν καταπιεστική και εν τέλει καταχρηστική. Ενώ, αντίθετα, υπάρχει άλλη νομολογία, στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο δικαστήριο. Στην Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255, ο πιστωτής είχε την εξασφάλιση με υποθήκη πάνω σε ακίνητο άλλου. Είχε προωθήσει και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τη διαδικασία πτώχευσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε πως η διαδικασία πτώχευσης δεν ήταν μέθοδος εκτέλεσης ώστε να τίθεται ζήτημα καταπιεστικής ταυτόχρονης προώθησης δυο μεθόδων εκτέλεσης αλλά, περαιτέρω, και πως δεν ήταν δυνατό να τίθεται τέτοιο θέμα όταν οι χρεώστες είναι διαφορετικοί. Στην Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 ΑΑΔ 1311 πρωτοδίκως είχε απορριφθεί η αίτηση για διάταγμα παραλαβής ενόψει της London Clubs (ανωτέρω) επειδή ο πιστωτής επέλεξε να μην ακολουθήσει τη διαδικασία μηνιαίων δόσεων ούτε και εξέδωσε διάταγμα κατάσχεσης της περιουσίας του χρεώστη, που κατά τη μαρτυρία άξιζε πολύ περισσότερα από το χρέος. Εξήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο πως δεν προέκυπτε από την London Clubs πως τέτοιες ενέργειες ήταν οπωσδήποτε προϋποθέσεις για την υποβολή αίτησης για διάταγμα παραλαβής και πως, εν πάση περιπτώσει, αυτές δεν προβλέπονται ως προϋποθέσεις από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5. Επομένως, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε διάταγμα παραλαβής". Στην υπό κρίση αίτηση οι λόγοι στους οποίους η οφειλέτιδα εδράζει την ισχυριζόμενη καταπίεση και κατάχρηση είναι όλα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της και ιδιαίτερα ότι εργάζεται, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για το οφειλόμενο ποσό, ότι δεν εξαντλήθηκαν τα ένδικα μέσα για διασφάλιση της απαίτησης και ότι μπορεί να εξοφλήσει το ποσό δια μηνιαίων δόσεων. Κανένας από τους πιο πάνω λόγους αποκαλύπτει κατάχρηση ή είναι ικανός να ανακόψει την πορεία της αίτησης. Οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν την οφειλέτιδα για το οφειλόμενο ποσό, ιδιαίτερα εφόσον τούτο προέκυψε από δικαστική απόφαση που ήταν σε γνώση της. Από την άλλη η πτώχευση δεν είναι μέτρο εκτέλεσης και συνεπώς το γεγονός ότι δεν εξαντλήθηκαν τα μέτρα εκτέλεσης ή ότι η οφειλέτιδα είναι εις θέση να καταβάλει μηνιαίες δόσεις, δεν καθορίζει την τύχη της αίτησης. Συνεπώς, καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποκαλύπτει κατάχρηση. Εν όψει όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνω κανένα λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης που εκδόθηκε. Συνεπώς η επίδικη αίτηση της οφειλέτιδας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των πιστωτών και εναντίον της οφειλέτιδας ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η πράξη πτώχευσης θεωρείται συντελεσθείσα από σήμερα. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο