Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Tromec Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5609/06, 23/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5609/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Tromec Ltd
- Αντώνης Δημητρίου
- Βίκυ Δημητρίου Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2.11.2012 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές-εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης τους και συγκεκριμένα με την προσθήκη νέας παραγράφου 4, και κατ' επέκταση την αναρίθμηση της υπάρχουσας παραγράφου 4 σε παράγραφο 5, ως ακολούθως: «Άνευ βλάβης των άνωθεν αναφερομένων και/ή ανεξάρτητα αυτών οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Αγωγή των Εναγόντων οφείλει να απορριφθεί και/ή οι Ενάγοντες εμποδίζονται (are estopped) από του να εγείρουν τις απαιτήσεις τας οποίας εγείρουν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων καθ' ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο εις τη συμφωνία μεταξύ αυτών και των Εναγομένων επί της οποίας οι Ενάγοντες βασίζουν τις απαιτήσεις των ότι δια να νομιμοποιούνται οι Ενάγοντες να εγείρουν τις αξιώσεις τας οποίας εγείρουν δια της Αγωγής των ήτο προϋπόθεση ότι οι Εναγόμενοι θα τύγχαναν της ίδιας μεταχείρισης και/ή χειρισμού υπό των Εναγόντων όπως και οι υπόλοιποι χρεώστες και/ή συμβαλλόμενοι των Εναγόντων και/ή ότι δε θα ακολουθείτο διαφορετική πρακτική και/ή προσέγγιση και/ή χειρισμού από τους Ενάγοντες η σύμβαση των Εναγομένων μετά των Εναγόντων από άλλες συμβάσεις των Εναγόντων μετά των πελατών και/ή χρεωστών των αι οποίαι ήσαν και/ή είναι οι ίδιες και/ή παρόμοιες ως αυτές μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και/ή ότι οι Ενάγοντες θα μεταχειρίζοντο τους Εναγομένους με τον ίδιο τρόπο ως και όλους τους υπόλοιπους χρεώστες και/ή πελάτες τους.» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.25 θ.θ.1-5 και Δ.48 θ.θ.1-3, 8 και 9, τα άρθρα 26, 28 και 30
(3)του Συντάγματος καθώς και η πρακτική, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι γενικές αρχές του Νόμου και η νομολογία. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Μαρίας Κυριάκου, δικηγόρου, η οποία εργάζεται με τον δικηγόρο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση, βάσει οδηγιών των εναγομένων και του εν λόγω δικηγόρου, γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχοντας μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης. Με αναφορά στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής και της υπεράσπισης των εναγομένων η οποία μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στις 10.10.2012, οπότε άρχισε η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρος για τους ενάγοντες και ολοκληρώθηκε στις 18.10.2012, ορίστηκε δε η υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης με την αντεξέταση του μάρτυρος αυτού στις 13.11.2012. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατέστη αντιληπτό από τους εναγόμενους από δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να χειριστούν τη συμβατική τους σχέση με τους εναγόμενους κατά τον ίδιο τρόπο που χειρίστηκαν τέτοιες σχέσεις τους με το ίδιο ή παρόμοιο αντικείμενο με άλλους χρεώστες ή πελάτες τους. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες προέβησαν σε επιλεκτικές και αδικαιολόγητες συμβατικά και νομικά διαγραφές οφειλών προς τους εν λόγω πελάτες τους, ενώ αρνήθηκαν να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο για τους εναγόμενους αν και αυτό ήταν πλήρως δικαιολογημένο. Είναι η θέση των εναγομένων ότι αποτελούσε ρητό ή εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης τους με τους ενάγοντες στην οποία οι τελευταίοι βασίζουν τις απαιτήσεις τους για την παρούσα αγωγή, ότι οι ενάγοντες θα αντιμετώπιζαν αξιοκρατικά και ισότιμα όλους τους πελάτες και χρεώστες τους, που ευρίσκοντο στην ίδια ή παρόμοια συμβατική σχέση και η μη τήρηση του εν λόγω όρου από τους ενάγοντες τους εμποδίζει από του να εγείρουν τις επίδικες αξιώσεις τους κατά των εναγομένων. Η εν λόγω βάση υπεράσπισης είναι αναγκαίο να περιληφθεί στην υπεράσπιση των εναγομένων εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία είναι απαραίτητη η ρητή αναφορά τέτοιου ισχυρισμού ως estoppel στα δικόγραφα, προτού οι εναγόμενοι προχωρήσουν με τη διεκδίκηση των ισχυριζομένων δικαιωμάτων τους και για να καταστεί δυνατό ο δικηγόρος τους να αντεξετάσει τον πρώτο μάρτυρα των εναγόντων. Είναι, επίσης, αναγκαία η προτεινόμενη τροποποίηση ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τα πραγματικά γεγονότα για να αποφασίσει ως προς την ουσία της υπόθεσης και για να μπορέσουν οι εναγόμενοι βάσει των συνταγματικών τους δικαιωμάτων να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου και να προστατεύσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δικαιώματα τους. Με τη θέση ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν επηρεάζεται η θέση των εναγόντων, οι οποίοι δεν θα υποστούν ζημιά που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων, η ενόρκως δηλούσα ζητά την έγκριση της αίτησης. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 29.11.2012 και βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25 θ.θ.1-6 και Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: η υπό κρίση αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη καθότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση μιας από τους δικηγόρους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους εναγόμενους και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων για δεύτερη φορά, σχετικά με γεγονότα που ήταν γνωστά ή θα έπρεπε να είναι γνωστά στους εναγόμενους από το Φεβρουάριο του 2008 που κατεχωρήθη η πρώτη υπεράσπιση των εναγομένων και/ή από τον Ιούνιο του 2008, δηλαδή μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων των εναγόντων και/ή από το Μάρτιο του 2012 που κατεχωρήθη η πρώτη τροποποιημένη υπεράσπιση τους και/ή από το Μάρτιο του 2009 και μεταγενέστερα μέχρι τον Ιούνιο του 2012 που ορίζετο η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για ακρόαση και/ή πριν τον Οκτώβριο του 2012 που άρχισε η ακροαματική διαδικασία, χωρίς να δίδεται καμιά σοβαρή εξήγηση για την καθυστέρηση οι ισχυρισμοί που ζητούν να εισάξουν οι εναγόμενοι είναι εντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα της αγωγής και δεν γίνεται εξειδίκευση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με ποιο τρόπο συνδέονται οι ισχυρισμοί αυτοί με τα επίδικα θέματα της αγωγής η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι γνήσια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα ως ισχυρίζονται οι αιτητές αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής και εισαγωγής ισχυρισμών που ήταν σε γνώση των εναγομένων από καιρό οι αιτητές δεν εξειδικεύουν κανένα νέο στοιχείο για την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές εισαγάγουν νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή αναληθείς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μεταβάλλουν την υπάρχουσα υπεράσπιση που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και την μετατροπή των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων σε μια αγωγή παλαιά, στην οποία έχει ήδη αρχίσει η ακροαματική διαδικασία η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης των εναγομένων δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης η υπό κρίση αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή να εκτροχιάσει και/ή να δυσχεράνει την όλη διαδικασία με αποτέλεσμα να παρεμποδίσει τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την αιτούμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο της διαδικασίας το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους ενάγοντες που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά και μόνο λόγω της μη αποδοχής από τους ενάγοντες της πρότασης των εναγομένων για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, υπαλλήλου των εναγόντων, ο οποίος γνωρίζει πλείστα από τα γεγονότα της υπόθεσης, έχοντας στην κατοχή και φύλαξη του έγγραφα και από πληροφορίες που σχετίζονται με τον επίδικο λογαριασμό των εναγομένων, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Έχοντας αναγνώσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ο ενόρκως δηλών απορρίπτει το περιεχόμενο τους και αναπτύσσει όλους τους λόγους της ένστασης, όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω, επισημαίνοντας το ανεπίτρεπτο να υποστηρίζονται οι αιτήσεις από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων καθώς και την έλλειψη σχετικότητας των αιτουμένων να προστεθούν ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Κατόπιν δε νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους ενάγοντες ισχυρίζεται ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και εισηγείται την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η αγωγή, με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε στις 5.9.
- Με αυτήν οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους το ποσό των £163.753,53 πλέον τόκους και έξοδα, συνεπεία παράβασης συμφωνίας ημερομηνίας 29.2.1996, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες στους εναγόμενους 1 όριο τρεχούμενου λογαριασμού ύψους £100.000, υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Μετά την καταχώρηση εκ μέρους των εναγομένων στις 5.10.2006 σημειώματος εμφάνισης, καταχωρήθηκε αίτηση για συνοπτική απόφαση εκ μέρους των εναγόντων ημερομηνίας 24.10.2006, η οποία εν τέλει αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 10.1.
- Τόσο στην αρχική τους υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 27.2.2008 όσο και στην τροποποιημένη τους υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 29.3.2012, κατόπιν εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 19.3.2012, οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους, προβάλλοντας και νομικούς ισχυρισμούς. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες, κατόπιν αίτησης ορισμού, στις 14.5.2008 και στη συνέχεια ορίζετο για οδηγίες και για ακρόαση μέχρι την καταχώρηση εκ μέρους των εναγομένων της πρώτης αίτησης τροποποίησης της υπεράσπισης τους ημερομηνίας 6.2.
- Μετά την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 19.3.2012 και την καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης, η αγωγή ορίζετο για ακρόαση, οπότε στις 10.10.2012 άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Στις 18.10.2012 ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρος των εναγόντων και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 13.11.2012, οπότε η ακροαματική διαδικασία ανεβλήθη εν όψει της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Κατά την εξέταση αρχικά της εισήγησης των καθ' ων η αίτηση ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επειδή η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος, θα πρέπει να λεχθεί ότι στην πρόσφατη απόφαση Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(A) AAΔ.82, όπου έγινε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας λέχθηκε ότι «.μία ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036).». Στην παρούσα υπόθεση είναι εμφανές ότι η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε γεγονότα που γνωρίζει υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους, τα οποία σχετίζονται με νομικούς ισχυρισμούς. Ανεξάρτητα του ότι δεν εξηγείται ο λόγος που δεν δόθηκε μαρτυρία από τους εναγόμενους ή οποιονδήποτε εξ αυτών, η ενόρκως δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση έχοντας λάβει σχετικές οδηγίες και υποστηρίζει ουσιαστικά τη θέση των εναγομένων από νομικής άποψης λόγω της ιδιότητας της ως δικηγόρου στη βάση γεγονότων γνωστών σ' αυτήν. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό ώστε να τίθεται θέμα αποκλεισμού της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενόρκως δηλούσα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως δικηγόρος εκ μέρους των αιτητών κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω και εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η αναγκαιότητα νέας τροποποίησης της υπεράσπισης των εναγομένων διαφάνηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας από δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο από τα οποία συνάγεται, κατά τον ισχυρισμό των αιτητών, ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να χειριστούν τη συμβατική τους σχέση με τους εναγόμενους κατά τρόπο που αντιμετώπισαν άλλους πελάτες τους, παραβαίνοντας ως εκ τούτου ρητό ή εξυπακουόμενο όρο της επίδικης σύμβασης. Κρίθηκε ως εκ τούτου αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη γεγονότων και ισχυρισμών προς υποστήριξη της νομικής θέσης των εναγομένων ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί. Στην παρούσα υπόθεση τα θέματα που επιθυμούν οι αιτητές να εισάξουν δεν ήσαν γνωστά σ' αυτούς κατά τον χρόνο καταχώρησης τόσο της αρχικής όσο και της τροποποιημένης υπεράσπισης τους, όπως ισχυρίζονται, θέση που παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον η ενόρκως δηλούσα για τους αιτητές δεν αντεξετάστηκε. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει αμέλεια εκ μέρους των αιτητών να περιλάβουν τους υπό αναφορά ισχυρισμούς τους στις ήδη καταχωρηθείσες υπερασπίσεις τους. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη των υπό αναφορά γεγονότων στην υπεράσπιση δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγομένων ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Όπως άλλωστε η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους εναγόμενους καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει της προεκτεθείσας μαρτυρίας της ενόρκως δηλούσας των αιτητών ως προς το θέμα αυτό και της φύσης της αιτούμενης τροποποίησης. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθούν οι εναγόμενοι του δικαιώματος να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προτεινόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης οι εναγόμενοι επικαλούνται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και νομικά θέματα. Η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και νομικών ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν τη θέση των εναγομένων, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να αποδείξουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους. Η τροποποίηση ζητείται μεν μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί, καθότι η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο και δεν έχει καν ολοκληρωθεί η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρος των εναγόντων. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό θεμάτων, ένα περίπου μήνα πριν την καταχώρηση της, που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση, με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδεις ισχυρισμοί και στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως σχετίζονται με την επίδικη αξίωση των εναγόντων, ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η παρούσα υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί αρκετοί μάρτυρες για τους ενάγοντες και τους εναγόμενους. Αλλά και από την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση καθότι δεν προέκυψε ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης ώστε να τίθεται θέμα παράβασης εκ μέρους των εναγομένων της αρχής της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με την Συνταγματική επιταγή. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011). Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, είναι αστήρικτη και κρίνεται ανυπόστατη. Το γεγονός ότι έχει γίνει ήδη μια τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα κατάχρησης της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την πρώτη τροποποίηση, αυτή έγινε για να προστεθεί η θέση των εναγομένων ως προς την παράλειψη των εναγόντων να τερματίσουν τη συμφωνία, οι οποίοι τότε συγκατατέθηκαν στην σχετική αίτηση των εναγομένων. Εφόσον κρίθηκε μεταγενέστερα ότι απαιτείτο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου περαιτέρω θέματα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την παρούσα αίτηση. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. (πιο πάνω), όπου η αίτηση τροποποίησης είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και ήταν η τρίτη αίτηση που υποβάλλετο για τροποποίηση του ίδιου δικογράφου, κρίθηκε ότι ορθά επιτράπηκαν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εφόσον προέκυψαν από ενδελεχέστερη μελέτη και επιδιώκετο η ορθότερη παρουσίαση των θέσεων των εναγόντων αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης τους χωρίς να εισάγεται νέα βάση αγωγής ούτε οι εναγόμενοι θα υφίσταντο ζημιά ή αδικία από την τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση, η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί να προσθέσει γεγονότα και νομικούς ισχυρισμούς που σχετίζονται με παράβαση της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων που τους εμποδίζει να εγείρουν την αξίωση τους, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της υπεράσπισης των εναγομένων ή να υφίστανται ζημιά ή αδικία οι ενάγοντες σ' αυτό το στάδιο της δίκης. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι επιζητείται αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης καθότι, ως προελέχθη, δεν προκύπτει ότι αυτή μεταβάλλεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη νέας απαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 459, Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Δεν μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στους καθ' ων η αίτηση ενόψει της αοριστίας της σχετικής θέσης τους. Οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες μπορούν να καταχωρήσουν απάντηση στην υπεράσπιση, αν το επιθυμούν, ενώ οι αιτητές-εναγόμενοι δεν απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, θα έχουν ωστόσο την δυνατότητα οι ενάγοντες να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των εναγομένων, οι οποίοι, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι οι καθ' ων η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη των καθ' ων η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί ικανοποιούνται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη Υπεράσπιση των εναγομένων καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να ακολουθήσει εντός 10 ημερών η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση, αν επιθυμούν οι ενάγοντες. Αίτηση εκ μέρους των αιτητών για σύνταξη του διατάγματος να γίνει εντός 2 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγομένων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ)........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο