Ανδρέα Νεάρχου κ.α. ν. Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο κ.α., Αρ. Αγωγής: 4472/10, 5/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4472/10 Μεταξύ: Ανδρέα Νεάρχου και Ελένης Νεάρχου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση Και
- Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο
- Αρχιμανδρίτη Εφραίμ, ηγούμενο Μονής Βατοπαιδίου
- Μονή Βατοπαιδίου, Άγιο Όρος
- Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων/Αιτητών Ημερομηνία: 5 Απριλίου,
- Αίτηση ημερ. 11.6.12 υπό Εναγομένου 1 ) Αίτηση ημερ. 09.2.12 υπό Εναγόμενους 2+3) για διαγραφή αγωγής Αίτηση ημερ. 03.5.12 υπό Εναγόμενου 4 ) ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Αιτητή/Εναγόμενο 1: κ. Χρ. Ιωάννου για Μάριος Χαρτσιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε και Χριστόφορος Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Αιτητές/Εναγόμενους 2+3: κα Μ. Χριστοδούλου για Τάσσο Παπαδόπουλο & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Αιτητή/Εναγόμενο 4: κα Θ. Μαυρομουστάκη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κ. Λ.Γ. Λουκαϊδης. -------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκαν τρεις συνολικά Αιτήσεις από μέρους των Εναγομένων/Αιτητών με τις οποίες επιζητείται η διαγραφή και/ή παραμερισμός και/ή απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης και/ή επιπόλαιας και/ή καταπιεστικής και/ή στερούμενης οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή αποτυγχάνουσας να παρουσιάσει οποιαδήποτε αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα. Περαιτέρω, επιζητείται Διάταγμα για διαγραφή των Εναγομένων και/ή διάταγμα με το οποίο να παύονται οι Εναγόμενοι να είναι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία. Και οι τρεις Αιτήσεις έχοντας την ίδια νομική βάση και τις ίδιες θεραπείες ακούσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ταυτόχρονα. Οι Αιτήσεις αυτές στηρίζονται, βασικά, στη Δ.2, Δ.19, Δ.20,θ.2, Δ.27,θ.θ.1-4, Δ.48,θ.θ.1-8 και 9(ο) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία. Οι Αιτήσεις αυτές συνοδεύονται με Ένορκες Δηλώσεις. ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1/ΑΙΤΗΤΗ Η Αίτηση του Εναγομένου 1/Αιτητή υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Χριστάκη Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου 1/Αιτητή και σ' αυτή αναφέρονται, όπως μπορεί να συνοψισθεί, τα εξής: Þ Ανάμεσα στις προδικαστικές ενστάσεις που προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση του Εναγομένου 1 είναι και οι εξής:
(1)Η αγωγή εγείρεται από τους Ενάγοντες σε σχέση με την παραβίαση δικαιωμάτων και/ή ελευθεριών του υιού τους και/ή σε σχέση με τη συμπεριφορά, τις επιλογές και/ή τον τρόπο άσκησης της ελευθερίας του και/ή εξ΄ ονόματος και/ή για λογαριασμό του χωρίς προηγουμένως να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι αυτός είναι ανίκανος να χειριστεί τις υποθέσεις του και/ή να διαχειριστεί την περιουσία του και/ή χωρίς να τον κηρύξουν ως ανίκανο πρόσωπο ώστε να διοριστούν ως διαχειριστές του με βάση τον περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμου του 1996.
(2)Οι θεραπείες που αξιώνονται είναι άγνωστες στο Δίκαιο και/ή δεν μπορεί να επιδιώκεται μέσω Δικαστηρίου οποιαδήποτε παρέμβαση των Εναγόντων στα δικαιώματα και/ή επιθυμίες του μοναχού Χρίστου Νεάρχου, ενήλικου υιού των Εναγόντων.
(3)Η παρούσα αγωγή προσβάλλει τα θρησκευτικά ήθη των Χριστιανών Ορθοδόξων Ελληνοκυπρίων και/ή τις αρχές του Ορθόδοξου Χριστιανισμού και/ή της Εκκλησίας της Κύπρου και/ή του μοναχισμού.
(4)Οι Ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή και/ή ένδικα μέσα με το ίδιο περιεχόμενο και αιτητικό το οποίο απερρίφθη και άρα υπάρχει δεδικασμένο. Þ Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής αφού ο υιός τους ήταν ενήλικας με σώας τας φρένας. Δεν μπορούν να επικαλούνται γεγονότα που αφορούν άλλο ενήλικα ο οποίος δεν είναι διάδικος. Ο Χρίστος Νεάρχου ενήργησε αυτοβούλως και με βάση τα όσα ο ίδιος επιθυμούσε, ενέργειες επιτρεπτές από το Νόμο αφού ήταν ενήλικας. Η παρούσα αγωγή εγείρεται σε σχέση με κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών του ενήλικα υιού των Εναγόντων από τους Εναγόμενους χωρίς να κηρυχθεί το άτομο αυτό ως ανίκανο πρόσωπο. Þ Με βάση τη νομοθεσία, τα όποια περιουσιακά στοιχεία του υιού των Εναγόντων και περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήθελαν μεταβιβάσει σε αυτόν οι γονείς του και τα οποία βρίσκονται στην Κύπρο, σε περίπτωση θανάτου του, κληρονομούνται από τους Ενάγοντες και τα αδέλφια του και σε καμία περίπτωση από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Κανένα δικαίωμα των Εναγόντων επηρεάζεται εφόσον ο ενήλικας υιός τους επέλεξε να γίνει μοναχός και, ως εκ τούτου, επέλεξε το δρόμο της ακτημοσύνης και άρα ο ίδιος δεν επιθυμεί τη μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας επ΄ ονόματι του και έτσι ουδέν δικαίωμα των Εναγόντων επηρεάζεται σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό επιθυμία τους να μεταβιβάσουν περιουσία στον υιό τους εφόσον ουδείς δικαιούται να μεταβιβάσει ετσιθελικά περιουσία σε άλλο πρόσωπο. Το επικαλούμενο δικαίωμα των Εναγόντων να κληροδοτήσουν την περιουσία τους είναι δικαίωμα του υιού τους να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα σεβασμού της οικογένειας, ιδιωτικής ζωής και αλληλογραφίας, ο ενήλικας υιός των Εναγόντων έχει δικαίωμα να αποδεχθεί ή απορρίψει την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται και την επιθυμούν οι Ενάγοντες. Þ Οι Ενάγοντες επειδή δεν σεβάστηκαν τις ελεύθερες επιλογές του ενήλικου υιού τους προσπαθούν να του αποστερήσουν το δικαίωμα στην ελεύθερη άσκηση και εκδήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2 + 3/ΑΙΤΗΤΕΣ Η Αίτηση από πλευράς Εναγομένων 2 και 3/Αιτητών υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Παπαευσταθίου, δικηγόρου στο γραφείο των Δικηγόρων των Εναγομένων 2 και 3 και σ' αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης παρόλο ότι είναι εντελώς αναληθή αφορούν το πρόσωπο του υιού τους και όχι τους ίδιους. Ο υιός τους, ο οποίος είναι ενήλικας, δεν είναι διάδικος στην αγωγή και ούτε έχει καταχωρήσει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Εναγομένων. Þ Το επικαλούμενο δικαίωμα των Εναγόντων να κληροδοτήσουν την περιουσία τους είναι, επίσης, δικαίωμα του υιού τους να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει. ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 4/ΑΙΤΗΤΗ Η Αίτηση από πλευράς Εναγομένου 4/Αιτητή υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Σιαπάνη, ασκούμενου δικηγόρου στη Νομική Υπηρεσία στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής αφού σε κάθε ουσιώδη χρόνο ο υιός τους ήταν ενήλικος με σώας τας φρένας. Δεν μπορούν να επικαλούνται γεγονότα που αφορούν άλλο ενήλικα ο οποίος δεν είναι διάδικος. Ο Χρίστος Νεάρχου ενήργησε, στον ουσιώδη χρόνο, αυτοβούλως και με βάση τα όσα ο ίδιος επιθυμούσε όντας ενήλικας. Þ Με βάση τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν προκύπτει οποιαδήποτε λανθασμένη και/ή αμελής ενέργεια εκ μέρους του Εναγομένου 4 και, επομένως, δεν δικαιολογείται η συνέχιση της παρούσας αγωγής. ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2 + 3/ΑΙΤΗΤΩΝ Στην Αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 κατεχωρήθη Ένσταση η οποία έχει, βασικά, την ίδια νομική βάση με την Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Στην έκταση που αμφισβητούνται ορισμένοι ισχυρισμοί της Έκθεσης Απαίτησης αναφορικά με τα γεγονότα η Αίτηση επεμβαίνει στην εξέταση της υπόθεσης κατ΄ ουσία και, συνεπώς, είναι πρόωρη και παράτυπη. ü Στην έκταση που αμφισβητείται το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να παραπονιούνται για το ότι αποστερήθηκαν την επικοινωνία, συναναστροφή, επαφή και οικογενειακή και προσωπική σχέση με τον υιό του Χρίστο από το 2001 μέχρι σήμερα λόγω ενεργειών των Εναγομένων, η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. Οι Ενάγοντες επικαλούνται παράνομη επέμβαση με αθέμιτα μέσα στο ατομικό δικαίωμα σεβασμού της οικογένειας τους και της ιδιωτικής ζωής. Σχέση μεταξύ των ενήλικων παιδιών και γονιών και μεταξύ αδελφών καλύπτονται από την έννοια του δικαιώματος σεβασμού της οικογένειας. Όσον αφορά τα αθέμιτα μέσα τα οποία χρησιμοποίησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, δηλ. την άσκηση ηθικής/πνευματικής και ψυχολογικής βίας με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του Χρίστου Νεάρχου στο καθεστώς του μοναχισμού είναι πρόωρο να αποφασισθεί το θέμα αυτό χωρίς να ακουστεί σχετική μαρτυρία για το βάσιμο και νόμιμο των μέσων αυτών. ü Η Αίτηση παραγνωρίζει ότι η ουσία της υπόθεσης των Εναγόντων είναι ότι έχουν οι ίδιοι άμεσο προσωπικό έννομο αγώγιμο δικαίωμα διότι η χρήση αθέμιτων μέσων από τους Εναγόμενους 2 και 3 για την εξουδετέρωση της ελεύθερης θέλησης και επιλογής του υιού τους επέφερε την απομάκρυνση απ' αυτούς του υιού τους και την αποστέρηση επικοινωνίας, συναναστροφής και επαφή και οικογενειακή και προσωπική σχέση με τον ίδιο σε βάρος των δικαιωμάτων τους. ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 4/ΑΙΤΗΤΗ Στην Αίτηση του Εναγομένου 4/Αιτητή κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια, περίπου, νομική βάση και ως λόγοι Ένστασης επαναλαμβάνονται, βασικά, αυτοί που εκτέθηκαν ανωτέρω και αφορούσαν την Ένσταση στην Αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 με την εξής προσθήκη: ü Ο Εναγόμενος 4 ενάγεται ως εκπρόσωπος του κράτους το οποίο είχε υποχρέωση να προβαίνει σε ενέργειες και σε θετικά μέτρα για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και στην προκειμένη περίπτωση των Εναγόντων. Την υποχρέωση αυτή δεν την εκπλήρωσε το κράτος μέσω των αρμοδίων αρχών με την προώθηση νομοθετικών ή άλλων μέτρων για την απαγόρευση της χρήσης αθέμιτων μέτρων όπως η ηθική βία και καταπίεση να εξαναγκασθεί ο Χρίστος Νεάρχου να ασπαστεί στο μοναχισμό. ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1/ΑΙΤΗΤΗ Στην Αίτηση του Εναγομένου 1/Αιτητή κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια, περίπου, νομική βάση και ως λόγοι Ένστασης επαναλαμβάνονται, βασικά, αυτοί που εκτέθηκαν ανωτέρω και αφορούσαν την Ένσταση στην Αίτηση των Εναγομένων 2 και 3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.27,θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious)[1]. Όπως έχει νομολογηθεί, η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ[2] και η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, η δε εξέταση του γίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ΄ αυτό[3]. Η δική μας Δ.27,θ.3 είναι σχεδόν ταυτόσημη με την παλιά αγγλική Ο.25,r.4. Η ουσία και το κεντρικό θέμα τόσο των αγγλικών αποφάσεων οι οποίες αναλύουν και ερμηνεύουν την αγγλική διαταγή, όσο και των αποφάσεων του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι η εξουσία η οποία δίδεται είναι τέτοια ώστε θα πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη φειδώ και σε περιπτώσεις που είναι απόλυτα βέβαιο ότι η εξουσία της διαγραφής μπορεί όντως να ασκηθεί. Δεν θα πρέπει ο διάδικος να τίθεται εκτός της δικαστικής μάχης σ΄ αυτό το πολύ πρώιμο στάδιο της διαδικασίας χωρίς να του δίδεται η ευκαιρία να ακούεται εις το Δικαστήριο Η εξουσία, λοιπόν, αυτή είναι εξουσία που ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν είναι εμφανές πέραν οποιασδήποτε αμφιβολίας ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (ή υπεράσπισης) σε βαθμό που η συνέχιση της διαδικασίας με βάση το δικόγραφο να ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας. Η ορθή προσέγγιση είναι να εντοπισθούν οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο και να εξετασθεί κατά πόσον λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι ισχυρισμοί αυτοί τεκμηριώνονται θα μπορούσε να εγερθεί το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται ο Ενάγων. Εάν η απάντηση είναι καταφατική δεν δικαιολογείται η διαγραφή του δικογράφου, ανεξαρτήτως του αν η υπόθεση του Ενάγοντα πιθανόν να είναι αδύνατη και οι πιθανότητες επιτυχίας, αν και υπαρκτές, να προδιαγράφονται περιορισμένες. Όταν το Δικαστήριο εξετάζει αίτημα για διαγραφή της αγωγής λόγω ανυπαρξίας αιτίας αγωγής καθοδηγείται από τις αρχές που έχουν αναπτυχθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες όμως φαίνεται ότι συνοψίζονται στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119, όπου στη σελ.1121 αναφέρονται τα εξής. «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305» Βρίσκω εξ άλλου χρήσιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Λοίζος Λουκά Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, Πολιτική Εφεση 9512, ημερ. 10.9.99. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Στην αγγλική υπόθεση Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216, ελέχθη ότι διαγραφή ενός δικογράφου κάτω από τη Δ.25,θ.4 θα πρέπει να γίνεται σ΄ εκείνες μόνο τις περιπτώσεις όπου το να προχωρήσει η υπόθεση πάνω σ΄ αυτό το δικόγραφο θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Χρήσιμο, επίσης, θα ήταν να παρατεθεί από την αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, το εξής απόσπασμα από τη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.» Εξ άλλου, το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο θέτει ως εξής το θέμα εις την υπόθεση Papamichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, στη σελίδα 307: «....This Court has considered the provisions of Order 27 in a number of cases in the past and I think we have made it clear that this jurisdiction ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases. Reference perhaps should be made to the case of Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176, at page 183, where we said that these rules empowered the Court by summary process, that is, without a trial in the normal way, to stay or dismiss an action where the pleading discloses no reasonable cause of action. In the course of our judgment in the Mavromoustaki case we referred to Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410, at page 419, where Fletcher Moulton L.J. said: "To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be ´driven from the judgment seat´ in this way without any Court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad." That is, undoubtedly, the test to be applied, and if there is a point capable or worthy of being argued it was clearly impossible to strike out an action in limine. It has been held that it is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this rule, and that this procedure can only be adopted when it can be clearly seen that a claim is, on the face of it, obviously unsustainable, or that the case is clear beyond doubt. So long as the statement of claim discloses some cause of action, or raises some question fit to be decided by a Court, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (see Mavromoustaki case, at pages 183-4).» Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Vontitsianou πιο πάνω, όπου λέχθηκε ότι: 'The power to dismiss an action summarily under the aforesaid rule (O.27 r.3) is discretionary and should be exercised rarely and only in the clearest of cases. It will be exercised if there is no chance at all for the plaintiff to succeed, in as much to allow an action, in such circumstances, to proceed to trial would be an abuse of the process of the court.' Ιδιαίτερα διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Pelmako (πιο πάνω), όπου σε σχέση με αίτηση για διαγραφή αιτήσεως για διάλυση εταιρείας, λέχθηκαν στη σελίδα 255 τα ακόλουθα: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.' Ως προς το τι συνιστά 'εύλογη αιτία αγωγής' σχετική είναι η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094 όπου (στη σελίδα 1101) λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή, όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη[4]. Η σχετική εξουσία ασκείται, λοιπόν, μόνον όπου η υπόθεση δεν επιδέχεται λογικής συζήτησης (Δέστε Law -v- Dearley [1950] 1 All E.R. 127[5] Nagle -v- Feilden and Others [1966] 1 All E.R. 689, 695[6] και 697[7]) ή όπου η αιτία αγωγής πάσχει φανερά και αναντίλεκτα (Δέστε Dyson -v- Attorney General
(1911)K.B. 410, 418[8]) Όσον αφορά το χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος στη σελ. 575 του Annual Practice 1958 αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, είναι δυνατό να γίνει πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης[9] αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι δυνατό να υποβληθεί ακόμη μετά το κλείσιμο των δικογράφων[10] αλλά απορρίφθηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση[11]. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Mepa Manag. Ltd κ.α.v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ 772, 780 όπου λέχθηκαν: «Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος. (Βλ. Wilson v. Church
(1878)9 Ch. 552, 557). Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N.W.Ry
(1892)3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethοm 68 L.T 438).» ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Ένα από τα θέματα που εγέρθηκαν μέσω των Ενστάσεων των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων είναι και το κατά πόσο οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής σε σχέση με γεγονότα που αφορούν άλλο πρόσωπο ενήλικα o οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, από πλευράς του κ. Ιωάννου τέθηκαν οι εξής θέσεις: ¨ Η παρούσα αγωγή εγείρεται σε σχέση με κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών του ενήλικα υιού των Εναγόντων από τους Εναγόμενους χωρίς να κηρυχθεί το άτομο αυτό ως ανίκανο πρόσωπο. ¨ Το επικαλούμενο δικαίωμα των Εναγόντων να κληροδοτήσουν την περιουσία τους είναι δικαίωμα του υιού τους να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει. ¨ Αναφορικά με την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα σεβασμού της οικογένειας, ιδιωτικής ζωής και αλληλογραφίας ο ενήλικος υιός των Εναγόντων έχει δικαίωμα να αποδεχθεί ή απορρίψει την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή με τον τρόπο που την αντιλαμβάνονται και την επιθυμούν οι Ενάγοντες. Παρομοίως η πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 εγείρει ότι: ¨ Τα γεγονότα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή αφορούν το πρόσωπο του υιού των Εναγόντων και όχι τους ιδίους και ότι ο υιός τους ο οποίος είναι ενήλικας δεν είναι διάδικος στην αγωγή και δεν έχει καταχωρήσει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Εναγομένων. ¨ Το επικαλούμενο δικαίωμα των Εναγόντων να κληροδοτήσουν την περιουσία τους είναι, επίσης, δικαίωμα του υιού τους να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει. Επίσης στην Αίτηση του Εναγομένου 4 εγείρεται ότι: ¨ Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής αφού στον ουσιώδη χρόνο ο υιός τους ήταν ενήλικaς με σώας τας φρένας. ¨ Δεν προκύπτει οποιαδήποτε λανθασμένη και/ή αμελής ενέργεια εκ μέρους του Εναγομένου 4. Σ' ό,τι αφορά το θέμα της νομιμοποίησης των Εναγόντων στην έγερση της παρούσας αγωγής η πλευρά των Εναγόντων αντιτείνει ότι οι ίδιοι έχουν άμεσο προσωπικό έννομο αγώγιμο δικαίωμα διότι η χρήση αθέμιτων μέσων από τους Εναγόμενους 2 και 3 για την εξουδετέρωση της ελεύθερης θέλησης και επιλογής του υιού τους επέφερε την απομάκρυνση απ' αυτούς του υιού τους και την αποστέρηση επικοινωνίας, συναναστροφής και επαφής και οικογενειακή και προσωπική σχέση με τον ίδιο σε βάρος των δικαιωμάτων τους. Με άλλα λόγια οι Ενάγοντες επικαλούνται παράνομη επέμβαση με αθέμιτα μέσα στο ατομικό δικαίωμα σεβασμού της οικογένειας τους και της ιδιωτικής ζωής. Για το θέμα αυτό έγινε επίκληση και σε σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην εξέταση του εγερθέντος αυτού ζητήματος απλώς επισημαίνω ότι, με βάση τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σχέση μεταξύ των παιδιών και γονιών και μεταξύ αδελφών καλύπτονται από την έννοια του δικαιώματος σεβασμού της οικογένειας (respect for family life). Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα JACOBS & WHITE, THE EUROPEAN CONVENTION ON HUMAN RIGHTS, 4η Έκδοση, στη σελ. 247: "Generally the Commission and the Court have considered the family to include husband and wife and children who are dependent on them, including illegitimate and adopted children. Indeed the Court has said that 'the mutual enjoyment by parent and child of each others company constitutes a fundamental element of family life'. Relationships between brothers and sisters, taken together with those between parents and children are also covered"[12]. Έχει δε παραμείνει ανοικτό το θέμα κατά πόσο το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (το αντίστοιχο με το δικό μας Άρθρο 15) διασφαλίζει το δικαίωμα των γονέων να λαμβάνουν την υποστήριξη και φροντίδα από τα παιδιά τους όταν γεράσουν και σε περίπτωση ασθένειας ή ανημπορίας[13]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα The European Convention on Human Rights, Jacobs, White & Ovy 5η έκδοση στη σελ. 337: "The question has been left open whether Article 8 guarantees the right of parents to receive support and care from their children as they grow old and in the event of sickness and infirmity." Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής μου η υπόθεση Sijakova and Others v. Former Yugoslav Republic of Macedonia (Appl. 67914/01, 6.3.13) όπου εγέρθηκε θέμα από τους Αιτητές παραβίασης του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ένεκα της εισδοχής των παιδιών τους στο μοναχισμό λόγω του ότι, όπως ήταν ο σχετικός ισχυρισμός των Αιτητών, αυτό το γεγονός εμπόδισε την ύπαρξη μιας φυσιολογικής οικογενειακής ζωής. Το ΕΔΑΔ αποφάνθηκε, εν πρώτοις, ότι σκοπός του Άρθρου 8 είναι, βασικά, η προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη επέμβαση των δημοσίων αρχών και ότι δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο. Επεσήμανε δε ότι τα παιδιά των Αιτητών είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια των γονέων τους αφού ενηλικιώθηκαν και έχοντας με βάση τον Εθνικό Νόμο πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα να ενεργούν ανεξάρτητα και να είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους. Τόνισε, τέλος, ότι το θέμα της διατήρησης επαφής και επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιών που δεν είναι ανήλικα και ο σεβασμός και η αγάπη που υπάρχει μεταξύ τους αποτελεί ιδιωτικό θέμα και βασίζεται στον οικογενειακό δεσμό, έλλειψη του οποίου και οι λόγοι της έλλειψης αυτής δεν εγείρουν θετική υποχρέωση της πολιτείας να παρέμβει. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετικά αποσπάσματα από την υπόθεση SIJAKOVA (ανωτέρω): "The Court recalls that the object of Article 8 is "essentially" that of protecting the individual against arbitrary interference by the public authorities. The Court notes that in the present case no such interference has taken place. However, Article 8 does not merely compel the State to abstain from such interference: in addition to this primarily negative undertaking, there may be positive obligations inherent in effective "respect" for family life (see, mutatis mutandis.......) Thus, where the existence of a family tie has been established, the State must in principle act in a manner calculated to enable that tie to be developed and take measures that will enable parent and child to be reunited. ............................ As to the present case, the Court observes that the applicants allege that their right to respect for their family life has been impaired by the fact that their children left their homes and joined the monastic order of the Macedonian Orthodox Church. They further maintain that some of their children have done so without their parents' prior knowledge or consent. ..................................... The Court considers that the issue of maintaining contacts and communication between parents and children who are not minors, and the respect and affection they extend to each other, is a private matter, which concerns and depends on the individuals bound in a family relationship, the lack of which, and the reasons for and origins of such lack, do not call for a positive undertaking by the State and cannot be imputable to it." Στην παράγρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης εκείνο το οποίο επικαλούνται οι Ενάγοντες είναι ότι "υπέστηκαν συνεχή επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής και ιδιωτικής τους ζωής αφού αποστερήθηκαν την επικοινωνία, συναναστροφή, επαφή και οικογενειακή και προσωπική σχέση με τον υιό τους Χρίστο από το 2001 μέχρι σήμερα λόγω των πιο πάνω ενεργειών των Εναγομένων 1, 2 και 3 και των πιο πάνω παραλείψεων του Κράτους.». Στην παράγρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρίζονται ότι λόγω των απαγορεύσεων και περιορισμών που επιβλήθηκαν καταπιεστικά από τους Εναγόμενους 2 και 3 μόλις ο υιός τους εισήλθε στη Μονή Βατοπεδίου ως δόκιμος μοναχός περί το τέλος το Νοεμβρίου 2001, "εντάθηκε η απομάκρυνσή του από την οικογένεια, διέκοψε την επικοινωνία με τους γονείς του με αποτέλεσμα αυτοί να στερηθούν την επαφή, επικοινωνία, συναναστροφή και όλα τα χαρακτηριστικά που συνδέουν τους γονείς με τα παιδιά τους, ανεξαρτήτως της ηλικίας τους, συνέπειες οι οποίες προκάλεσαν σε αυτούς συνεχή ψυχικό πόνο, θλίψη, απογοήτευση και δυστυχία.». Σ' ό,τι αφορά το κατά πόσο αποκαλύπτεται οποιαδήποτε λανθασμένη ή αμελής ενέργεια εκ μέρους του Εναγομένου 4, η αξίωση των Εναγόντων σε βάρος του Εναγομένου 4 είναι για "παράλειψη των αρμοδίων κρατικών αρχών να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά, διοικητικά ή άλλα σχετικά μέτρα για την παρεμπόδιση των πιο πάνω παρανόμων επεμβάσεων στα δικαιώματα των Εναγόντων και για τη διασφάλιση αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων αυτών από τους Ενάγοντες." Όπως, μάλιστα, το εξηγούν στην Ένσταση που καταχώρησαν στην Αίτηση του Εναγομένου 4 την πιο πάνω υποχρέωση δεν την εκπλήρωσε ο Εναγόμενος 4, ως εκπρόσωπος του Κράτους μέσω των αρμοδίων αρχών με την προώθηση νομοθετικών ή άλλων μέτρων για την απαγόρευση της χρήσης αθέμιτων μέτρων όπως είναι η ηθική βία και καταπίεση να εξαναγκαστεί ο Χρίστος Νεάρχου να ασπαστεί τον μοναχισμό. Για το θέμα αυτό και οι δύο πλευρές έχουν επικαλεστεί την υπόθεση Kokkinakis v. Greece Application no. 14307/88 όπου ο Αιτητής είχε συλληφθεί και καταδικαστεί από τις Ελληνικές αρχές για το αδίκημα του προσηλυτισμού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο Ελληνικός Νόμος εναντίον του προσηλυτισμού ήταν σαφώς διατυπωμένος για τους σκοπούς του Άρθρου 9
(2)του ΕΣΔΑ και ότι προωθούσε τους νόμιμους σκοπούς της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Όπως δε το θέμα τέθηκε στην παράγρ. 48 της Απόφασης: «48. First of all, a distinction has to be made between bearing Christian witness and improper proselytism. The former corresponds to true evangelism, which a report drawn up in 1956 under the auspices of the World Council of Churches describes as an essential mission and a responsibility of every Christian and every Church. The latter represents a corruption or deformation of it. It may, according to the same report, take the form of activities offering material or social advantages with a view to gaining new members for a Church or exerting improper pressure on people in distress or in need; it may even entail the use of violence or brainwashing; more generally, it is not compatible with respect for the freedom of thought, conscience and religion of others. Scrutiny of section 4 of Law no. 1363/1938 shows that the relevant criteria adopted by the Greek legislature are reconcilable with the foregoing if and in so far as they are designed only to punish improper proselytism, which the Court does not have to define in the abstract in the present case.» Κρίθηκε, ωστόσο, ότι Ελληνικά Δικαστήρια έκριναν την καταδίκη του Αιτητή χωρίς να καθορίσουν ξεκάθαρα με ποιο τρόπο ο Αιτητής είχε πείσει την γειτόνισσά του διά αθέμιτων μέσων. Τούτου δοθέντος κατέληξε ότι η καταδίκη του Αιτητή δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ένεκα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης και ότι, συνεπακόλουθα, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 9 της ΕΣΔΑ. Βεβαίως να επισημάνουμε, χωρίς να ενδιατρίψουμε στο παρόν στάδιο σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση ή ανάλυση του ζητήματος, ότι η υπόθεση Kokkinanis (ανωτέρω) επικεντρώθηκε στην εφαρμογή της Νομοθεσίας και προσπέρασε το ερώτημα του κατά πόσον η ύπαρξη της συγκεκριμένης νομοθεσίας συνιστούσε, αφ' εαυτής, παράβαση του Άρθρου 9, αφήνοντας το όλο ζήτημα ανοικτό. Στην υπόθεση Kokkinakis (ανωτέρω) ο προσφεύγων, μάρτυρας του Ιεχωβά, καταδικάστηκε από τα Ελληνικά Δικαστήρια κατ΄ εφαρμογή του Α.Ν. 1363 του 1938[14], σε φυλάκιση για προσηλυτισμό μέσα στο σπίτι της γυναίκας του νεωκόρου μιας ορθόδοξης εκκλησίας στην πόλη της Σητείας στην Κρήτη. Ο προσφεύγων επικαλέστηκε το Άρθρο 9 της ΕΣΔΑ (καθώς και τα Άρθρα 7,10,14,50 της ΕΣΔΑ). Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας συνεπάγεται κατ΄ αρχήν το δικαίωμα να προσπαθείς να πείσεις το πλησίον ιδίως δια της διδασκαλίας, άλλως η ελευθερία αλλαγής θρησκείας θα παρέμενε γράμμα κενό. Στο σκεπτικό του το Δικαστήριο έθεσε 3 ερωτήματα (
- i)αν υπήρξε παρέμβαση στη θρησκευτική ελευθερία του προσφεύγοντος, (
- ii)αν η παρέμβαση έγινε «διά νόμου» και (iii) αν ήταν αναγκαία «σε μια δημοκρατική κοινωνία». Το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ «καλού» και «κακού» προσηλυτισμού και κατέληξε στο ότι δεν υπήρχε αναλογικότητα μεταξύ της δραστηριότητας του προσφεύγοντος και της καταδίκης του από το Ελληνικό Δικαστήριο ιδίως επειδή τα τελευταία δεν διευκρίνισαν ότι ο προσφεύγων προσπάθησε να πείσει το πλησίον με καταχρηστικά μέσα και έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το Άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Ένα άλλο αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται οι Ενάγοντες είναι αυτό της συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων 1,2 και 3 για τη διάπραξη των παρανόμων επεμβάσεων στα δικαιώματα των Εναγόντων που περιλαμβάνουν, όπως είναι ο ισχυρισμός, Ø Παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα του σεβασμού της οικογένειας. Ø Παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Ø Παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα της αλληλογραφίας και διασφάλισης του απορρήτου της. Ø Παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα διάθεσης περιουσίας των Εναγόντων προς όφελος της οικογένειας τους. Συγκεκριμένα στην παράγρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων: «7. Κατά τις εν λόγω συναντήσεις τόσο στο Βατοπέδιο όσο και στην Κύπρο με τους Εναγόμενους 1,2 και 3 υπήρξε οργανωμένη σταδιακή αλλά και επίμονη και έντονη άσκηση ηθικής/πνευματικής και ψυχολογικής βίας από μέρους των πιο πάνω Εναγομένων και των ανθρώπων τους με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του Χρίστου Νεάρχου στο καθεστώς του μοναχισμού κάτω από συνθήκες καταπιεστικής επιρροής των Εναγομένων 1,2 και 3 μέσω τακτικών εξομολογήσεων, υποβολών, υποσχέσεων βελτίωσης της ζωής του, καταχρήσεως των προσωπικών δεδομένων, υποχρεωτικών ελέγχων και παρακολούθησης πολύωρων προσευχών, δημιουργίας ενοχών, απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης, συστηματικής στέρησης του ύπνου, απαγόρευσης επαφής με τα εγκόσμια και άλλων παρομοίων απαράδεκτων και καταπιεστικών μεθόδων..» Στην Ένσταση τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα αθέμιτα μέσα που χρησιμοποίησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνίσταντο στην άσκηση ηθικής/πνευματικής και ψυχολογικής βίας με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του Χρίστου Νεάρχου στο καθεστώς του μοναχισμού. Εξετάζοντας, δε, τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας, καθοδήγηση αντλούμε από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση Reissue, Τόμος 45
(2), σελ. 453 παράγρ. 697 όπου αναφέρονται ότι είναι τα εξής:
(1)Συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων
(2)Ανάλογα το ένα ή το άλλο (α) όπου τα μέσα είναι νόμιμα ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός της συμφωνίας είναι η βλάβη του Ενάγοντα. (β) όπου τα μέσα είναι παράνομα, ο σκοπός της συμφωνίας είναι η βλάβη του Ενάγοντα (γ) οι πράξεις που επιτελέσθηκαν κατά την εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα. Το σχετικό απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) έχει ως εξής: "697. Essential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish:
(1)an agreement between two or more persons;
(2)either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
(3)that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant." Βεβαίως, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι εγείρονται και άλλα ζητήματα όπως το αν υφίσταται ατομικό δικαίωμα διάθεσης της περιουσίας των Εναγόντων προς όφελος μέλους της οικογένειας τους για να τίθεται θέμα παραβίασης του. Στην παράγρ. 11 της Έκθεσης Απαίτησης οι Ενάγοντες προβάλλουν ισχυρισμό περί επέμβασης στο δικαίωμα των Εναγόντων να διαθέσουν ή να κληροδοτήσουν την περιουσία τους προς όφελος του υιού τους λόγω της ιδιότητας του ως μοναχού. Γίνεται επίσης αναφορά στην εν λόγω παράγραφο σ΄ ένα από τους Κανόνες που ρυθμίζει το καθεστώς των μοναχών που είναι η απαγόρευση απόκτησης ή διατήρησης οποιασδήποτε περιουσίας προς όφελος τους και οτιδήποτε διατίθεται από άλλους στους μοναχούς μετατρέπεται αυτόματα σε περιουσία της Μονής. Από την άλλη η πλευρά των Εναγομένων υποστηρίζει ότι ουδείς μπορεί να αναγκάσει οποιοδήποτε πρόσωπο να δεχθεί περιουσία την οποία ο ίδιος αρνείται εφόσον ο ίδιος δεν επιθυμεί να έχει υπό την κατοχή του οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Παρομοίως η πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 υποστηρίζει ότι το επικαλούμενο δικαίωμα των Εναγόντων να κληροδοτήσουν την περιουσία τους θα μπορούσε να είναι δικαίωμα του υιού τους, ο οποίος μπορεί να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι εφόσον έχει νομολογηθεί ότι ο Καταστατικός Χάρτης και ο Κανονισμός της Μονής δεν έχει ισχύ Νόμου ούτε υπερέχουν των Νόμων της Πολιτείας, κατά συνέπεια ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος δεν εξουδετερώνεται ενώ δεν έχει ισχύ Νόμου η υποχρέωση των μοναχών να μεταβιβάσουν την περιουσία τους στη Μονή. Τέλος, επί τούτου η πλευρά του Εναγομένου 1 υποστηρίζει ότι εφόσον ο υιός των Εναγόντων αυτόβουλα και συνειδητά επέλεξε να γίνει μοναχός και να επιλέξει το δρόμο της ακτημοσύνης, ουδέν δικαίωμα των Εναγόντων επηρεάζεται σε σχέση με την επιθυμία τους να μεταβιβάσουν περιουσία του υιού τους, εφόσον ουδείς δικαιούται να μεταβιβάσει ετσιθελικά περιουσία σ΄ άλλο πρόσωπο. Ούτε διαφεύγει της προσοχής μου ότι ανάμεσα στις επιζητούμενες θεραπείες είναι και αυτή που αναφέρεται στην παράνομη επέμβαση στο ατομικό δικαίωμα της αλληλογραφίας και σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου αυτής. Μάλιστα, γι΄ αυτό το ζήτημα προβάλλεται η θέση ότι εφόσον γι΄ αυτά δεν προβάλλεται οποιοδήποτε παράπονο από τον υιό των Εναγόντων - τον κατ' ισχυρισμό παθόντα - δεν γενιέται αγώγιμο δικαίωμα για τους οικείους του Ενάγοντες. Διεξήλθα προσεκτικά τόσο τις Αιτήσεις όσο και τις Ενστάσεις που καταχωρήθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Παράλληλα, εξέτασα τις Αιτήσεις μέσα στα πλαίσια των αρχών της νομολογίας και των Θεσμών έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θέματα που εγείρονται και συζητήθηκαν στο πλαίσιο της εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης δεν διατηρώ αμφιβολία ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για επιστράτευση των προνοιών της Δ.27,θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ήδη επισημάνθηκε στο πλαίσιο σκιαγράφησης της νομικής πτυχής της παρούσας Αίτησης η επιλογή της Δ.27,θ3 είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Περιπτώσεις, θα πρόσθετα, στις οποίες το ίδιο το δικόγραφο φαίνεται να είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όπου, όμως, η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας η εν λόγω Διαταγή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Δεν θεωρώ, λοιπόν, με τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και έχοντας παραθέσει συνοπτικά τα ζητήματα που εγείρονται όπως συζητήθηκαν από τις διάδικες πλευρές κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης και χωρίς, βεβαίως, να έχω επιχειρήσει να προβώ σε οποιαδήποτε κατάληξη επί αυτών αφήνοντας, σκόπιμα, τα ζητήματα αυτά ανοικτά, ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί περίπτωση ανυπόστατης αγωγής. Δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο η τεκμηρίωση κάποιων ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτό να μπορούσε, ενδεχομένως, να έχει κάποιες πιθανότητες επιτυχίας. Είναι δε γνωστή η αρχή ότι εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, δεν διαγράφεται απλώς και μόνο επειδή η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να επιτύχει[15]. Να επισημάνω εδώ ότι με τις υπό κρίση Αιτήσεις δεν τίθεται θέμα διαγραφής κάποιου επιλήψιμου μέρους ή ζητήματος του στο δικόγραφο των Εναγόντων αλλά ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της αγωγής. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν στερεί το διάδικο της ευκαιρίας να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο με βάση τη συνοπτική διαδικασία που προβλέπει η Δ.27,θ.3 παρά μόνο σε απόλυτα σαφείς περιπτώσεις. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από τους Εναγόμενους/Αιτητές με βάση τις πρόνοιες της Δ.27,θ.3 είναι απρόσφορη και ακατάλληλη για προώθηση και επίλυση των θεμάτων που εγείρουν και απόδοση της θεραπείας που επιζητούν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα οι παρούσες Αιτήσεις δεν κρίνονται δικαιολογημένες και απορρίπτονται. Σε ότ,ι αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται τα έξοδα τους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται λοιπόν σε βάρος των Εναγομένων/Αιτητών και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου- Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /γκ [1] Η Δ.27,θ,3 προνοεί τα ακόλουθα: "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgement to be entered accordingly as may be just.". [2] Δέστε In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.ΑΔ.
- [3] Δέστε Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακή Δημοκρατία Π.Ε. 223/05 ημερ. 11.1.
- [4] Δέστε Χατζηκυριάκος -v- Κυθραιώτη
(1992)1 Α.Α.Δ 1119, 1121-1122) Mavromoustaki -v- Yeroudes
(1965)1 CLR 176, 183-184 Papamichael -v- Chaholiades
(1970)1 CLR 305, 307-308). [5] 'If there is a point capable or worthy of being argued it is clearly impossible to strike out an action in limine.' [6] 'The summary remedy which has been applied for in this action is one which is only to be applied in plain and obvious cases, when the action is one which cannot succeed or is in some way an abuse of the process of the Court.' [7] 'It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgement seat unless the case is unarguable.' [8] 'To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be 'driven from the judgement seat' in this way without any Court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad'. [9] Δέστε Α-G Duchy of Lancaster v. L. & N.W.Ry
(1892)3 Ch.
- [10] Δέστε per Brett, M.R. in Tucker v. Collinson, 34 W.R
- [11]Δέστε Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethοm 68 L.T
- [12] Δέστε Moustaquim v. Belgium Judgment of 18 February 1991 (Application no. 12313/86). [13] Δέστε Sijakova and others v. Former Yogoslav Republic of Macedonia (Appl. 6494/01, 6.3.03). [14]«Στο Νόμο αυτό όπως αντικαταστάθηκε με το Άρθρο 2 Α.Ν. 1672/1939 προσηλυτισμός ορίζεται ότι είναι 'η δια πάσης φύσεως παραχωρών ή δι΄ υποσχέσεως τοιούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως διά μέσων απατηλών, δια καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι΄ εκμεταλλεύσεως της ανάγκης της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετερόδοξως επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής.' [15] Δέστε Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδου κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ 1852. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο