← Κύπρος

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΩΝ ΣΙΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟΝ Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ.Αγωγής: 6781/12, 29/4/2013

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΩΝ ΣΙΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟΝ Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ.Αγωγής: 6781/12, 29/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A156 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Μέσσιου-Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 6781/12 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΩΝ ΣΙΤΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟΝ Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενης Αίτηση για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ημερ. 26.11.12 Ημερομηνία: 29.4.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ε.Βασιλειάδου για Μ.Π.Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ης η αίτηση-Εναγόμενη: κ.Χριστάκης Ν.Ματθαίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.10.12 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή με την οποία αξιώνει από την εναγομένη €87.245,81 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει τιμολογίων και/ή χρεωστικού λογαριασμού και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο δια πώληση και παράδοση αλεύρου και/ή παροχή υπηρεσιών από την ενάγουσα στην εναγόμενη, νόμιμο τόκο, δικηγορικά έξοδα και Φ.Π.Α. Όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23.10.12 η οποία και καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 30.10.

  1. Στις 26.11.12 η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18, θ.1,2,3,4,5,8,9, Δ.21, Δ.48 θ.1,2,3,4,8,9,11,12 στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Μαρίας Σιώλου, υπαλλήλου της ενάγουσας στην οποία αναφέρει ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει την εποπτεία και τον έλεγχο των ενεργειών και πράξεων της εναγόμενης καθώς και έχει στη κατοχή της όλα τα έγγραφα, αποφάσεις και ειδοποιήσεις που αφορούν την εναγόμενη. Αναφέρει επίσης ότι είχε σχέση με την ετοιμασία των εν λόγω εγγράφων και είναι ενήμερη σε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού την οποία ετοίμασε και υπογράφει. Είναι η θέση της ότι η ενάγουσα που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης λειτουργεί αλευρόμυλο και ασχολείται με την άλεση και διάθεση προϊόντων αλευροποιίας και συναφών πρώτων υλών ενώ η εναγομένη η οποία είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγει μεταξύ άλλων εργασίες κατασκευής ειδών αρτοποιίας. Η εναγόμενη είναι πελάτης της ενάγουσας και διατηρεί χρεωπιστωτικό λογαριασμό και κατά καιρούς παρήγγειλε και παρέλαβε και/ή προμηθεύτηκε άλευρα επί πιστώσι από την ενάγουσα συνολικής αξίας €87.245,81 ποσό το οποίο εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα. Επισυνάπτει σχετικά κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο
  2. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η εναγόμενη εξέδωσε στην ενάγουσα έναντι του χρεωστικού της υπολοίπου 18 επιταγές συνολικού ύψους €16450 οι οποίες ανακλήθηκαν από την εναγόμενη χωρίς να δοθεί εύλογη δικαιολογία και/ή χωρίς αιτιολογία. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 αντίγραφα των εν λόγω επιταγών. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι ακόμα και μετά την ανάκληση των επιταγών η εναγόμενη συνέχιζε να παραγγέλλει και να παραλαμβάνει άλευρα από την ενάγουσα και ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας και/ή των δικηγόρων της, σχετική είναι η επιστολή ημερ. 16.7.12, Τεκμήριο 3, μέχρι σήμερα αρνείται και/ή παραλείπε και/ή αμελεί να προβεί στην πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Αναφέρει επίσης ότι η εναγόμενη ουδέποτε παραπονέθηκε και/ή διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα αναφορικά με τα άλευρα και/ή τις υπηρεσίες και/ή τα προϊόντα που της προσέφερε και ότι μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να αγοράζει άλευρα από την ενάγουσα. Ισχυρίζεται δε, ότι η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην υπόθεση, ότι καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μόνο για να καθυστερήσει την διαδικασία και είναι η θέση της ότι θα πρέπει να εκδοθεί η αιτούμενη απόφαση πλέον έξοδα και τόκους. Η ένσταση της εναγόμενης έχει καταχωρηθεί στις 27.2.
  3. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1,2,3,4,5,6,8 και 9, Δ.21 και Δ.48 θ.4, στο άρθρο 33 του Ν.14/60 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: Α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφαση, οι δε εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση. Β) Η ενόρκως δηλούσα Μαρία Σιώλου δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί με λογική βεβαιότητα ς προς τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, ούτε έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με την ετοιμασία και τυχόν υπογραφή και αποστολή των ισχυριζόμενων τεκμηρίων 1,2 και 3 της ένορκης δήλωσης της. Γ) Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει όλα τα σχετικά με την αγωγή γεγονότα. Δ) Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, που σε κάθε περίπτωση δεν είναι παραδεκτό, δεν αποδεικνύεται, ούτε παρουσιάζονται τα αναφερόμενα στην επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού τιμολόγια, ούτε τα τιμολόγια που τυχόν εκδόθηκαν από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων, η δε κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 1) αρχίζει από το ισχυριζόμενο και μη αποδεκτό υπόλοιπο ύψους €87.847,94 και όχι από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων. Ε) Η επίκληση των μη τιμηθέντων επιταγών αποτελεί εξόφληση και νέα βάση αγωγής. ΣΤ) Το ύψος του τυχόν οφειλόμενου και μη παραδεκτού ποσού αποτελεί επίδικο θέμα και πρέπει να αποδειχθεί με μαρτυρία κατά τη δικάσιμη. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Φρίξου Αβραμίδη, διευθυντή της εναγομένης. Σ΄αυτή υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης οι οποίοι σύμφωνα και με την γνώμη που έχει λάβει από τους δικηγόρους του καταδεικνύουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και ισχυρίζεται ότι το κατ΄ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο δεν είναι σε καμιά περίπτωση παραδεκτό από την εναγόμενη, το Τεκμήριο 1 που είναι η κατάσταση λογαριασμού ξεκινά από το μη παραδεκτό υπόλοιπο των €87.847,94, δεν επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση τα τιμολόγια σύμφωνα με τα οποία εκδόθηκε η κατάσταση λογαριασμού για να διαπιστωθεί η ορθότητα της, προβάλει την θέση ότι οι αναφερόμενες επιταγές δεν είχαν δοθεί με σκοπό την κατάθεση τους αλλά για εξασφάλιση τυχόν οφειλών της εναγόμενης προς την ενάγουσα και τούτο είχε συμφωνηθεί σχετικά με τον κ.Κώστα Ονησιφόρου εκ πλευράς ενάγουσας. Ειδικά η συμφωνία της εναγόμενης με την ενάγουσα ήταν όπως η εναγόμενη πληρώνει το ποσό του εκάστοτε φορτίου αλεύρου που προμηθευόταν από την ενάγουσα πλέον κάποιο ποσό έναντι των επιταγών. Είναι επίσης η θέση του ότι μετά την παραλαβή της επιστολής Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση επικοινώνησε ο ίδιος με τον κ.Ντίνο Κοιλιάρη, Γενικό Διευθυντή της ενάγουσας ο οποίος του ανέφερε ότι το θέμα θεωρείται λήξαν και ότι συνεχίζεται η συνεργασία των μερών εξού και μέχρι σήμερα η εναγόμενη εξακολουθεί να αγοράζει άλευρα από την ενάγουσα. Είναι τελικά η θέση του ότι η ορθότητα του αξιούμενου ποσού εφόσον δεν είναι παραδεκτό αποτελεί επίδικο θέμα και πρέπει να αποδειχθεί με μαρτυρία κατά την δικάσιμο. Θεωρεί επομένως ότι η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με αναφορά και στη νομολογία και προώθησαν η κάθε πλευρά τη δική της θέση αντίστοιχα. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του (βλέπε Jones v. Stones

(1984)AC122). H Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 ως εξαιρετικό μέτρο θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην υπόθεση Μεττή ν. Τράπεζα Κύπρο Λτδ
(2008)1(Α) ΑΑΔ 417 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: "Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης." Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: i) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6. ii) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση. iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προκαταρκτικών προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρισθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 και η εναγόμενη έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 CLR130, 135-7, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ1168, η Δ.18 θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  1. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτησή του. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο Ενάγων/Αιτητής είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18-θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Στην παρούσα υπόθεση, το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι υπάλληλος της ενάγουσας η οποία δηλώνει ότι είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και τον έλεγχο των ενεργειών και πράξεων της εναγομένης και έχει στην κατοχή της όλες τις αποφάσεις και τις ειδοποιήσεις που αφορούν την εναγόμενη και μάλιστα ισχυρίζεται ότι είχε σχέση με την ετοιμασία τους. Αναφέρει επίσης ότι είναι ενήμερη για την κίνηση του λογαριασμού της εναγομένης και είναι το πρόσωπο που προσυπογράφει την κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με την εναγομένη. Έχει μάλιστα επισυνάψει και αριθμό τεκμηρίων τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της αποδεικνύουν την υπόθεση της ενάγουσας και την οφειλή της εναγομένης και θεωρώ επομένως ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι η ενόρκως δηλούσα Μαρία Σιώλου δεν είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για να υποστηρίξει την αξίωση της ενάγουσας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Περαιτέρω, αναφέρω ότι η αίτηση και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από την εν λόγω διαταγή, Δ.18 θ2, η οποία προνοεί: "The application by the plaintiff for judgment under rule 1 of this Order shall be made by summons returnable not less than four days after service accompanied by a copy of the affidavit and exhibits referred to therein" Η αξίωση όμως της ενάγουσας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βασίζεται σε οφειλόμενο ποσό δυνάμει τιμολογίων και/ή χρεωστικού λογαριασμού. Υπάρχει επισυνημμένη στη ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κατάσταση λογαριασμού, το Τεκμήριο 1, στην οποία φαίνεται να υπάρχει ένα υπόλοιπο κατά την 30.10.12 για το ποσό των €94.087,
  2. Δεν έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια τα τιμολόγια επί των οποίων φαίνεται να έχει καταρτιστεί η κατάσταση λογαριασμού. Το γεγονός αυτό σε σχέση με την θέση της εναγομένης που αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου ποσού με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όντως η απουσία των τιμολογίων σύμφωνα με τα οποία μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα του λογαριασμού αλλά και η απουσία λεπτομερούς κατάστασης λογαριασμού, σημειώνω ότι το Τεκμήριο 1 φαίνεται να ξεκινά από την ημερομηνία 1.8.12 με μεταφερόμενο υπόλοιπο (Balance Brought Forward) για €87.847,94 δεν είναι ικανοποιητικά για να αποδείξουν την απαίτηση της ενάγουσας στο στάδιο που βρισκόμαστε τώρα που είναι αυτό για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η πιο πάνω κατάληξη μου βεβαίως προδικάζει και την τύχη της αίτησης. Παρά την πιο πάνω θέση μου και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω και το κατά πόσο η εναγόμενη έχει εν πάση περιπτώσει αποδείξει ότι έχει το δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία σε αυτό το στάδιο ο Εναγόμενος πρέπει να αποκαλύψει γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναφέρω σχετικά τις υποθέσεις:
(1)Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides, Π.Ε. 6464, ημερ. 16.6.1983,
(2)Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais, Π.Ε. 7491, ημερ. 28.2.1991,
(1)ΑΑΔ 339,
(3)Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτη Ανδρέου κ.α., Π.Ε. 9227, ημερ. 22.1.1997 και
(4)C.Y.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd, Π.Ε. 6347, ημερ. 27.10.1982. Παραθέτω αποσπάσματα από τις πρώτες δύο υποθέσεις τα οποία μιλούν από μόνα τους: Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides: «. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the Defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. » Trans Middle east Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais: «Η βασική αρχή είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως έχει ήδη λεχθεί σε αυτό το στάδιο η εναγόμενη έχει καθήκον να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους της, ότι δηλαδή έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Σημειώνω ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η παράθεση τέτοιων στοιχείων από την εναγόμενη που να καταδεικνύει ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα χωρίς να πρέπει απαραίτητα να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση θα επιτύχει. Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Ν. ν. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ1912. Είναι η θέση μου με βάση πάντα και τα Τεκμήρια τα οποία έχουν επισυναφθεί στην αίτηση για συνοπτική απόφαση αλλά και στην ένσταση ότι εγείρεται Υπεράσπιση από την εναγόμενη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τόσο το ύψος του ποσού που η ενάγουσα διεκδικεί με την παρούσα αγωγή αλλά και για το θέμα των επίδικων επιταγών αφού, η θέση του Διευθυντή της και ενόρκως δηλούντα στην ένσταση κ.Φρ.Αβρααμίδη είναι διαφορετική από τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ειδικότερα στην ένορκη του δήλωση επικαλείται άλλη συμφωνία με τον κ.Κώστα Ονησιφόρου εκ πλευράς ενάγουσας αλλά και τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γενικό Διευθυντή της κ.Ντίνο Κοιλιάρη. Ενόψει των ανωτέρω, λόγω της αποτυχίας της αίτησης για συνοπτική απόφαση να ικανοποιήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις και/ή κριτήτρια που η νομολογία καθορίζει αφενός αλλά και του γεγονότος ότι η εναγόμενη απέδειξε ότι διαθέτει υπεράσπιση, δίδεται, επομένως, άδεια στην εναγόμενη να υπερασπιστεί στην αγωγή. Η υπεράσπιση της εναγομένης να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από σήμερα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 7.6.13 για να διαπιστωθεί κατά πόσο η εναγόμενη έχει συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.