← Κύπρος

AIRTIME LTD ν. GOODTONES LTD, Αρ. Αγωγής: 4302/2009, 10/4/2013

AIRTIME LTD ν. GOODTONES LTD, Αρ. Αγωγής: 4302/2009, 10/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4302/2009 Μεταξύ: AIRTIME LTD, από τη Λεμεσό Ενάγοντες και GOODTONES LTD, από την Έγκωμη Εναγομένων _________________ 10.04.2013 Αίτηση ημερομηνίας 3.10.12 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Πέτσα Για τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Χριστοφή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 3.10.12 οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι αιτητές) καταχώρισαν την επίδικη αίτηση ζητώντας διάταγμα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Το αίτημα των αιτητών αφορά την παράγραφο 2 της υπεράσπισης που καταχώρισαν οι εναγόμενοι (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση). Ό,τι ζητείται να επεξηγηθεί είναι. "Α) Ποιο συνολικό ποσό έχουν καταβάλει οι εναγόμενοι και εξόφλησαν τις οφειλές τους; Β) Πως έγινε η εξόφληση; Γ) Ποια εμπορεύματα έχουν παραδώσει και επιστρέψει;» Η αίτηση των αιτητών εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.19 κ.6, Δ.48 κκ.1-4 και 9(i). Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και τα γεγονότα στα οποία εδράζεται αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης. Τα γεγονότα που αναφέρονται έχουν ως ακολούθως. την 7.8.12 οι αιτητές αποτάθηκαν στους καθ' ων η αίτηση με επιστολή και ζήτησαν τις λεπτομέρειες που σήμερα ζητούν με την επίδικη αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση ουδεμία απάντηση έδωσαν και έτσι οι αιτητές καταχώρισαν την επίδικη αίτηση. Η αίτηση συνάντησε την αντίσταση των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι την 14.12.12 καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ειδοποίηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που υπογράφει ο λογιστής των καθ' ων η αίτηση και εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19 κκ. 4, 6, 7, Δ.39 κκ. 1-10, 21, Δ.48 κκ. 1, 2, 4 και Δ.64 κ.1

(2)και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σύνολο των 14 λόγων ένστασης. Σημειώνω μόνο ότι από τους λόγους ένστασης συνάγεται πως η αντίθεση των καθ' ων η αίτηση εστιάζεται στο ότι το αίτημα είναι γενικό και αόριστο και ως εκ τούτου καλούνται να υπερασπιστούν ένα γενικό αίτημα, στοιχείο που συνιστά παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Περαιτέρω, διατείνονται ότι οι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση είναι ξεκάθαροι και δεν δικαιολογούν περαιτέρω λεπτομέρειες. Συνεπώς, υποστηρίζουν οι καθ' ων οι αίτηση, ό,τι επιδιώκεται με την αίτηση είναι εκμαίευση και αλίευση μαρτυρίας. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι απάντησαν την επιστολή που προηγήθηκε της επίδικης αίτησης, και επικαλούνται επιστολή ημερομηνίας 11.4.12 η οποία τους επιδόθηκε την 8.5.12 και απαντήθηκε την 11.7.
  1. Τέλος, υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι παράτυπη, η νομική βάση στην οποία εδράζεται δεν υποστηρίζει το αιτούμενο διάταγμα, το περιεχόμενο της δεν δικαιολογεί έγκριση του διατάγματος, και ότι δεν προηγήθηκε επιστολή δυνάμει του κ.7 της Δ.
  2. Δεν επαναλαμβάνω ότι αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εφόσον το περιεχόμενο τούτης επαναλαμβάνει και αναλύει σε έκταση τους λόγους ένστασης που έχουν ήδη αναφερθεί. Ας σημειωθεί από τώρα ότι δεν ζητήθηκε αντεξέταση και κατ' επέκταση η εκδίκαση της αίτησης προχώρησε με γραπτές αγορεύσεις. Η γραπτή αγόρευση των αιτητών σημειώθηκε ως έγγραφο Α και η γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση ως έγγραφο Β. Αποφεύγω να επαναλάβω το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων εφόσον η ανάλυση που ακολουθεί πραγματεύεται ό,τι σχετικό αναφέρθηκε από τους συνηγόρους. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαιϊκού μας συστήματος ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες που άπτονται των ουσιωδών θεμάτων που επικαλούνται (βλ. Δ.19 κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718, 721, η συμπερίληψη τέτοιων γεγονότων είναι μείζονος σημασίας εφόσον σκοπεί σε προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και αποκαλύπτει την υπόθεση κάθε πλευράς ώστε, αφενός οι διάδικοι να μην καταλαμβάνονται εξαπίνης και αφετέρου το δικαστήριο να μπορεί επαρκώς να ελέγξει τη δικαστική διαδικασία ώστε να μην οδηγηθεί σε ατραπούς ξένες των επίδικων θεμάτων οι οποίες εξυπηρετούν αλλότριους σκοπούς. Εκεί όμως που διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό παρέχεται στο δικαστήριο εξουσία, είτε κατόπιν αιτήματος είτε ιδία βουλήσει, να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Σχετικός εν προκειμένω είναι ο κ.6 της Δ.19 και η ανάλυση που τυγχάνει στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157, 161 όπου αναφέρθηκε ότι «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίνονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδεχθούν.» Επανερχόμενος στην υπό κρίση αίτηση κρίνω ότι λόγω της φύσης του αιτήματος είναι χρήσιμο, αν όχι αναγκαίο, να παρατεθεί σύνοψη του περιεχομένου των δικογράφων. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα των αιτητών το αξιούμενο ποσό, ήτοι €26.179, προκύπτει από συμφωνία και/ή παρακαταθήκη και/ή παραδεδεγμένο λογαριασμό και/ή λογαριασμό και/ή δελτίο μεταφοράς εμπορευμάτων και/ή τιμολόγια. Είναι η θέση των αιτητών ότι συμφώνησαν με τους καθ' ων η αίτηση όπως τους παραδίδουν εμπορεύματα τα οποία είτε θα πωλούσαν είτε θα επέστρεφαν στους αιτητές εντός ευλόγου χρόνου. Παρ' ότι οι καθ' ων η αίτηση παρέλαβαν μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων, δυνάμει δελτίων αποστολής, αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να πληρώσουν το αξιούμενο ποσό. Περαιτέρω, είναι η θέση των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση υπόσχοντο ότι θα κατέβαλλαν το οφειλόμενο ποσό. Στον αντίποδα οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των αιτητών και υποστηρίζουν ότι κανένα ποσό οφείλουν στους αιτητές εφόσον έχουν αποπληρώσει όλες τις οφειλές τους και παραδώσει και/ή επιστρέψει οποιαδήποτε προϊόντα υπήρχαν στα καταστήματά τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ουδέποτε αναγνώρισαν ότι οφείλουν στους αιτητές οιονδήποτε ποσό. Πέραν των πιο πάνω και πριν οτιδήποτε άλλο πρέπει να διαπιστωθούν τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα, είτε αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, είτε από την αίτηση και την ένσταση. Αναφέρθηκε ήδη ότι η επίδικη αίτηση είναι ημερομηνίας 3.10.
  1. Όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του φάκελου του δικαστηρίου, πριν την καταχώριση της αίτησης προηγήθηκε η καταχώριση δύο διαφορετικών επιστολών δια των οποίων οι αιτητές ζητούσαν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η πρώτη επιστολή, ημερομηνίας 11.4.12, είναι αυτή που επικαλείται και η πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Η δεύτερη φέρει ημερομηνία καταχώρισης 7.8.
  2. Το περιεχόμενο του φακέλου δεν αποκαλύπτει επίδοση οιασδήποτε των δύο επιστολών. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Εκείνο που υπέχει σημασίας είναι ότι και οι δύο επιστολές καταχωρίστηκαν στο πρωτοκολλητείο του επαρχιακού δικαστηρίου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 1958, Vol. 1, σελίδα 460, αυτή είναι η αρμόζουσα διαδικασία. Ό,τι αναφέρεται εκεί κάτω από τον τίτλο Form of Particulars είναι πως The Particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter. Πέραν των πιο πάνω ο κ.7 της Δ.19 ομιλεί για την επιστολή που προηγείται της αίτησης (a party may apply for them by letter). Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι η επιστολή που αναφέρεται στον κ.7 της Δ.19 δεν επιδίδεται. Το ίδιο ισχύει και για τις λεπτομέρειες που παραχωρούνται λόγω του ότι προσλαμβάνουν μορφή δικογράφου και παραδίδονται ως δικόγραφο (βλ. κ.7 Δ.19 .any particulars delivered, αναφέρεται παράδοση και όχι επίδοση-served). Παρεμβάλλω εδώ ότι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι απάντησαν την επιστολή των αιτητών ημερομηνίας 11.4.12, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Η διαπίστωση αυτή έγκειται στο ότι σε αυτό το περιεχόμενο δεν εντοπίζεται σχετική καταχώριση, δηλαδή απάντηση στην επιστολή των αιτητών. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ομνύων την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση δηλώνει ότι η επιστολή των αιτητών, ημερομηνίας 11.4.12, απαντήθηκε την 11.7.
  3. Μάλιστα, απαντητική επιστολή και απόδειξη τηλεομοιοτυπικής αποστολής επισυνάπτονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση ως τεκμήριο Γ. Περαιτέρω, αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε αναμφισβήτητος. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει ήδη υποδειχθεί, οι λεπτομέρειες που δίδονται δυνάμει του κ.7 της Δ.19 αποτελούν μέρος των δικογράφων και συνεπώς πρέπει να καταχωρούνται στο φάκελο της υπόθεσης. Όπως έχει επεξηγηθεί οι λεπτομέρειες δεσμεύουν το διάδικο που τις παρέχει και η δέσμευση επιτυγχάνεται μόνο όταν ελέγχεται από το δικαστήριο. Η μη καταχώριση των λεπτομερειών στο φάκελο του δικαστηρίου αφίσταται της νενομισμένης διαδικασίας εφόσον δεν καθιστά το δικαστήριο κοινωνό τούτων των λεπτομερειών και ως εκ τούτου εξουδετερώνει τον έλεγχό του. Ως εκ των πιο πάνω, εφόσον οι καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρισαν την επιστολή που απέστειλαν στους αιτητές, τεκμήριο Γ, δεν επιτρέπεται διαπίστωση ότι συμμορφώθηκαν με την επιστολή των αιτητών ημερομηνίας 11.4.
  4. Πέραν όμως των πιο πάνω, το περιεχόμενο του τεκμηρίου Γ αποκαλύπτει ότι απαντά την επιστολή των αιτητών ημερομηνίας 11.4.
  5. Προφανώς διέλαθε την προσοχή των καθ' ων η αίτηση ότι η δεύτερη επιστολή που καταχώρισαν οι αιτητές, ημερομηνίας 7.8.12, διαφέρει ουσιωδώς από την προηγούμενη. Η δεύτερη επιστολή ταυτίζεται πλήρως με το αιτούμενο διάταγμα ενώ η πρώτη επιστολή, δηλαδή αυτή που απαντήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση με την επιστολή τεκμήριο Γ, ζητούσε «(α) Τι ποσό έχουν καταβάλει οι εναγόμενοι εκ των αποκαλυφθέντων εγγράφων και ποια τιμολόγια εξόφλησαν. (β) Η εξόφληση πως έγινε. (γ) Ποια εμπορεύματα εκ των αποκαλυφθέντων εγγράφων παρέδωσαν οι εναγόμενοι». Αντιπαραβολή των δύο επιστολών αποκαλύπτει ότι με την τελευταία επιστολή, και κατ' επέκταση την επίδικη αίτηση, οι αιτητές δεν περιορίζουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες στα τιμολόγια που απεκάλυψαν, αλλά επεκτείνονται και εστιάζονται στον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι εξόφλησαν τα τιμολόγια και/ή επέστρεψαν τα εμπορεύματα. Ό,τι ζητούν είναι να πληροφορηθούν πώς έγινε αυτή η εξόφληση, σε ποιο συνολικό ποσό ανέρχεται, και ποια εμπορεύματα επεστράφησαν. Είναι προφανής λοιπόν η διαφορά μεταξύ των δύο επιστολών. Ενόψει της διαπίστωσης ότι η επιστολή που επικαλούνται οι αιτητές, επιστολή ημερομηνίας 7.8.12, διαφέρει από την προηγούμενη επιστολή, και εφόσον καμία απάντηση που να αφορά αυτή την επιστολή, 7.8.12, βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου, εύλογα συνάγεται ότι ευσταθεί η θέση των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν απάντησαν την επιστολή τους. Παρεμβάλλω εδώ ότι απλή και μόνο καταχώριση της επιστολής στο φάκελο του δικαστηρίου, όπως γίνεται με τα δικόγραφα, ικανοποιεί ό,τι σχετικό. Κατ' επέκταση η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν στάλθηκε επιστολή πριν την καταχώριση της αίτησης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σημειώνω εντούτοις ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο αιτητής παρέλειψε να αποστείλει επιστολή, δεν σημαίνει ότι το αίτημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Σε τέτοια περίπτωση οι όποιες επιπτώσεις αφορούν τα έξοδα και όχι την ουσία της αίτησης. Η διαπίστωση ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ανταποκρίθηκαν στην επιστολή των αιτητών δεν δικαιολογεί, δίχως άλλο, το αιτούμενο διάταγμα. Ζητούμενο παραμένει κατά πόσο η απαίτηση των αιτητών άπτεται ουσιωδών γεγονότων και όχι μαρτυρίας. Έχω τη γνώμη πως και αυτό το ερώτημα απαντάται καταφατικά. Ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι εξόφλησαν και/ή επέστρεψαν τα εμπορεύματα, δεν πλαισιώνεται από λεπτομέρειες. Τυχόν αναφορά του ποσού που κατέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση δια εξόφληση της συνεργασίας που είχαν οι διάδικοι, γεγονός που εμμέσως αποδέχονται οι καθ' ων η αίτηση, ή ακόμη αναφορά των εμπορευμάτων που επέστρεψαν, δεν είναι μαρτυρία (evidence) αλλά γεγονός (fact). Μάλιστα δεν πρόκειται για ασήμαντο γεγονός. Υποθέστε για παράδειγμα ότι τυχόν αποκάλυψη αριθμού εμπορευμάτων φρεσκάρει τη μνήμη των αιτητών αναφορικά με εμπορεύματα που δεν καταμέτρησαν, με ενδεχόμενο, μετά τις λεπτομέρειες, να περιοριστεί ή ακόμη να αποσυρθεί η αξίωση. Εν πάση περιπτώσει, στόχος της ακροαματικής διαδικασίας είναι η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Για να επιτευχθεί τούτο επιβάλλεται τα δικόγραφα να εμπεριέχουν το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων. Στη δοσμένη περίπτωση κρίνω ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες εμπίπτουν στο γράμμα και πνεύμα του σχετικού κανονισμού. Η γενικότητα και αοριστία που καλύπτει τους επίδικους ισχυρισμούς της υπεράσπισης δεν μπορεί να αφεθεί δίχως θεραπεία. Προτού ολοκληρώσω κρίνω ορθό να σχολιάσω και τις λοιπές αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση. Εν πρώτοις, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί υποστηρίζεται ότι η αίτηση είναι παράτυπη. Η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι στη νομική βάση της αίτησης έπρεπε να αναφέρεται και ο κ.7 της Δ.19, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο κ.7 αφορά την επιστολή που προηγείται της αίτησης και όχι την αίτηση αφεαυτή. Περαιτέρω, ούτε ο άλλος ισχυρισμός, ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο, μπορεί να επιτύχει. Η σχετική θέση δεν προσφέρεται έξω από τα δικόγραφα. Η δικογραφημένη υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση, εν πολλοίς γενική και αόριστη, δεν υποστηρίζει ότι η συνεργασία των διαδίκων χρονολογείται. Μονολεκτικά και δίχως λεπτομέρειες υποστήριξαν ότι εξόφλησαν τους αιτητές και/ή επέστρεψαν τα εμπορεύματά τους. Δεν μπορεί λοιπόν η γενικότητα των ισχυρισμών της υπεράσπισης να υποστηρίξει ότι το αίτημα είναι εκείνο που είναι γενικό. Καταλήγω ότι ως είναι δομημένη η υπεράσπιση οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι ούτε γενικές ούτε αόριστες. Άλλωστε οι καθ' ων η αίτηση πρέπει να είναι εις θέση να επεξηγήσουν την υπεράσπισή τους, δηλαδή το ποσό με το οποίο εξόφλησαν τους αιτητές και τα εμπορεύματα που τους επέστρεψαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω το αίτημα δικαιολογημένο και εκδίδω διάταγμα ως το υπ' αριθμό 1 της αίτησης. Οι λεπτομέρειες να δοθούν εντός ενός μηνός από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Η καταβολή των εξόδων τοποθετείται με την αποπεράτωση της αγωγής. Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.