ALPHA BANK LTD ν. Τερέζα Λεωνίδου, Αρ. Αγωγής: 4540/06, 24/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4540/06 ALPHA BANK LTD Εναγόντων και Τερέζα Λεωνίδου Εναγομένης Ημερομηνία: 24.04.2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Κόκκινου Για την Εναγομένη: κος Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες (στη συνέχεια η τράπεζα) αξιώνουν ποσό ΛΚ21.415,55 πλέον τόκο 9% από 1.1.2002 και αριθμό διαταγμάτων για πώληση και διάθεση ενεχυριασθέντων μετοχών. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων υποστηρίζει ότι την 30.11.1999 συμφώνησαν με την εναγομένη να της παρέχουν δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε λογαριασμό που άνοιξαν επ' ονόματι της μετά από σχετικό αίτημα. Σύμφωνα με την τράπεζα, η συμφωνία, και κατ΄επέκταση ο λογαριασμός, υπόκειτο στους όρους του επενδυτικού σχεδίου ALPHA-CLR Stockbrokers το οποίο προέβλεπε ότι η τράπεζα θα παρείχε στον επενδυτή, εν προκειμένω την εναγομένη, όριο πιστωτικών διευκολύνσεων, ώστε να προβαίνει σε αγοραπωλησία μετοχών. Οι δε μετοχές που θα αγοράζονταν θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της τράπεζας ώστε η αξία τους να καλύπτει το όριο του λογαριασμού. Είναι δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να συνοψισθεί πλήρως η δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης. Αυτό γιατί το δικόγραφο αποτελείται από πέραν των 30 δακτυλογραφημένων σελίδων και οι ισχυρισμοί είναι διάσπαρτοι στο κείμενο χωρίς συνοχή ή θεματική ενότητα, ενώ μεγάλο μέρος του κειμένου δεν είναι τίποτε άλλο από αχρείαστη επανάληψη. Παρόλα αυτά, σύνοψη των βασικών θέσεων της υπεράσπισης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν εξετάστηκε το σύνολο των ισχυρισμών, αποκαλύπτει ότι η εναγομένη δεν αμφισβητεί την υπογραφή της συμφωνίας με την τράπεζα. Διατείνεται όμως ότι ο λογαριασμός που άνοιξε η τράπεζα ήταν επενδυτικός και όχι τρεχούμενος. Πέραν της υπογραφής των αναγκαίων εγγράφων δέχεται ότι στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας ενεχυρίασε στην τράπεζα συγκεκριμένες μετοχές που κατείχε. Είναι, όμως, η θέση της ότι τα έγγραφα της συμφωνίας υπεγράφησαν στην απουσία μαρτύρων και επιπλέον, ότι η ενάγουσα προέβη σε μονομερή τροποποίηση της συμφωνίας. Περαιτέρω, η εναγομένη διατείνεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο εγκύκλιοι της κεντρικής τράπεζας, οι οποίοι ήταν σε γνώση των εναγόντων, απαγόρευαν το άνοιγμα τέτοιων λογαριασμών, γεγονός που δεν της αποκαλύφθηκε. Υποστηρίζει μάλιστα ότι κατά παράβαση των εν λόγω εγκυκλίων την ενεθάρρυναν να ανοίξει τον εν λόγω λογαριασμό. Οι αιτιάσεις της εναγομένης καλύπτουν και τις ενεχυριασμένες μετοχές. Αποδίδει στους ενάγοντες παρανομία και διατείνεται ότι σκοπίμως και αδικαιολόγητα δεν πώλησαν τις ενεχυριασμένες μετοχές ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο ζημιάς που ελλόχευε και αφετέρου να διαφυλάξουν τα συμφέροντά της. Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίζει ότι δυνάμει της συμφωνίας μόνο η τράπεζα μπορούσε να πωλήσει τούτες τις μετοχές και συνεπώς ήταν υποχρέωσή της να το πράξει και να εξοφλήσει τον επίδικο λογαριασμό. Τέλος, διατείνεται ότι ουδέποτε η τράπεζα την πληροφόρησε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου δεν διατηρείτο στο συμφωνημένο όριο και ούτε της απέστειλε οιονδήποτε λογαριασμό. Επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς περί παράνομων και αντισυμβατικών ενεργειών της τράπεζας, ανταπαιτεί ποσό Λ.Κ. 42.000 το οποίο αντιστοιχεί, σύμφωνα με την εναγομένη, στην αξία των μετοχών που ενεχυρίασε στην τράπεζα. Επιπλέον, αξιώνει έκδοση διαταγμάτων για ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας. Από τη δικογραφημένη εκδοχή των διαδίκων και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε διαπιστώνω ότι τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο. Την 22.9.99 η εναγομένη υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο ALPHA-CLR Stockbrokers (στη συνέχεια το σχέδιο). Τούτη η αίτηση είναι το τεκμήριο 3 και συμπληρώθηκε και υπεβλήθη από την εναγομένη στο γραφείο της CLR Stockbrokers (στη συνέχεια το χρηματιστηριακό γραφείο) και παραδόθηκε στον Τάσο Στεφάνου (στη συνέχεια ο ΜΥ1 ή ο χρηματιστής), ο οποίος κατά τον ίδιο χρόνο τελούσε χρέη χρηματιστή της εναγομένης για άλλο προσωπικό λογαριασμό που διατηρούσε στο χρηματιστηριακό γραφείο. Με αυτή την αίτηση η εναγομένη ζητούσε συμμετοχή στο σχέδιο, δηλαδή παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους ΛΚ20.
- Όπως φαίνεται από την τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 3 το αίτημα υποστηρίχθηκε από το χρηματιστηριακό γραφείο. Σε κατοπινό στάδιο εγκρίθηκε και από την τράπεζα. Την έγκριση της αίτησης ακολούθησε η συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και της τράπεζας. Υπεγράφησαν εν προκειμένω τα ακόλουθα έγγραφα. η συμφωνία (τεκμήριο 4), οι όροι συμμετοχής (τεκμήριο 5), δύο πληρεξούσια έγγραφα, ένα προς την τράπεζα (τεκμήριο 8) και ένα προς το χρηματιστηριακό γραφείο (τεκμήριο 6), και έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (τεκμήριο 7). Επιπλέον, η εναγομένη υπέγραψε άλλα δύο έντυπα με τα οποία ενεχυρίασε στην τράπεζα τις μετοχές που κατείχε. Τούτα είναι τα τεκμήρια 32 και
- Το μεν πρώτο αφορά 1100 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ και το άλλο 1304 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Η ενεχυρίαση των μετοχών της εναγομένης δόθηκε ως εξασφάλιση του ορίου που της παραχωρήθηκε. Η αξία τούτων των μετοχών δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός. Ό,τι σημειώθηκε είναι πως. «Η αξία της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου στις 29.11.1999 ήταν ΛΚ 12,50 και στις 30.11.1999 ήταν ΛΚ12,
- Η αξία της μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στις 29.11.1999 ήταν ΛΚ16,70 και στις 30.11.1999 ήταν ΛΚ16,40». Όλα τα πιο πάνω υιοθετούνται ως ευρήματα του δικαστηρίου. Η τράπεζα κάλεσε στο δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Είναι τούτοι η Ντόλη Τριανταφύλλου (ΜΕ1), η Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ2) και ο Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΕ3). Για την υπεράσπιση κλήθηκαν δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο χρηματιστής Τάσος Στεφάνου (ΜΥ1) και τελευταίος μάρτυρας ήταν η ίδια η εναγομένη. Σύνοψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε αποκαλύπτει τα σημεία στα οποία οι δύο πλευρές επικέντρωσαν την προσοχή τους. Η Ντόλη Τριανταφύλλου (ΜΕ1) και η Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ2) ανέφεραν ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργάζονταν στην τράπεζα, στο τμήμα λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς, και είχαν υπό την εποπτεία τους το λογαριασμό της εναγομένης. Η μαρτυρία και των δύο αμφισβητήθηκε τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Πριν οτιδήποτε άλλο αξίζει να αναφερθεί πως οι δύο κοπέλες (ΜΕ1 και 2) επεξήγησαν τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου. Ήταν η θέση τους πως η τράπεζα ουδεμία συμμετοχή είχε στις επιλογές του επενδυτή και ότι ο τελευταίος είχε άμεση επαφή με το χρηματιστηριακό γραφείο. Η βούληση του επενδυτή για αγορά ή πώληση συγκεκριμένων μετοχών γνωστοποιείτο στο χρηματιστηριακό γραφείο, το οποίο υπείχε θέση αντιπροσώπου του επενδυτή, και μετά που διενεργήτο η χρηματιστηριακή πράξη, το χρηματιστηριακό γραφείο ενημέρωνε την τράπεζα για τα όποια αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, το χρηματιστηριακό γραφείο απέστελλε στην τράπεζα έντυπο με το οποίο την πληροφορούσε για τη χρηματιστηριακή πράξη που εκτελέστηκε, πώληση ή αγορά μετοχών, την αξία των μετοχών, και το συνολικό κόστος της πράξης. Αυτό το έντυπο καλείτο contract note. Ακολούθως η τράπεζα εξέδιδε άλλο έντυπο, αποδεικτικό μεταφοράς χρημάτων, και αναλόγως του αποτελέσματος της χρηματιστηριακής πράξης, χρέωνε ή πίστωνε το λογαριασμό του επενδυτή. Τούτο το έντυπο καλείτο transfer voucher. Με το transfer voucher η τράπεζα ενσωμάτωνε και τα δικά της έξοδα, ως η συμφωνία των διαδίκων, δηλαδή προμήθεια της τάξης του 0,15% επί του συνολικού ποσού της χρηματιστηριακής πράξης, ως επίσης τα ποσά που φαίνονταν στο contract note, δηλαδή ποσό χρηματιστηριακής πράξης και προμήθεια χρηματιστηριακού γραφείου. Εν κατακλείδι, όλα τα ποσά ενσωματώνονταν σε κατάσταση λογαριασμού η οποία, σύμφωνα με τις ΜΕ1 και 2, είναι το τεκμήριο
- Οι ΜΕ1 και 2 αμφισβητήθηκαν για την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 27). Επί του προκειμένου η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η εναγομένη ουδέποτε έλαβε τούτη την κατάσταση και ότι αδύνατο είναι να της απεστάλη το ίδιο το τεκμήριο 27, εφόσον αυτό το έγγραφο φέρει σήματα των ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας που διεξήχθησαν το 2004, δηλαδή πολύ αργότερα της υπογραφής της συμφωνίας. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το τεκμήριο 27 είναι εκείνο που απεστάλη στην εναγομένη, υποστήριξε όμως ότι το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού σίγουρα γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη. Η ΜΕ2 δήλωσε ότι το τεκμήριο 27 είναι εκείνο που απεστάλη στην εναγομένη, δηλαδή με το λογότυπο των ολυμπιακών αγώνων, και ο λόγος, ανέφερε, επειδή η τράπεζα ήταν χορηγός των ολυμπιακών αγώνων, κάτι το οποίο γνώριζε πολύ πριν τους αγώνες. Οι δύο μάρτυρες αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και για την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας τεκμήριο
- Η θέση και των δύο ήταν ότι η συμφωνία υπεγράφη την 30.11.
- Μάλιστα η μια εξ΄αυτών, Ντόλη Τριανταφύλλου, παρουσιάζεται ως μάρτυρας της εν λόγω συμφωνίας. Υποβλήθηκε στις δύο κοπέλες ότι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας κανένας μάρτυρας ή πιστοποιών υπάλληλος ήταν παρών. Και οι δύο απέρριψαν τις αιτιάσεις της υπεράσπισης επικαλούμενοι την πρακτική της τράπεζας, δηλαδή ότι τα έγγραφα υπογράφονται παρουσία μαρτύρων. Αναφορικά με το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας η υπεράσπιση υπέδειξε στις ΜΕ1 και 2 το τεκμήριο 9, και συγκεκριμένα τη δεύτερη σελίδα τούτου που φέρει το λογότυπο του χρηματιστηριακού γραφείου (CLR Stockbrokers). Εφόσον σε τούτο το έγγραφο φέρεται η 29η Νοεμβρίου 1999 ως ημερομηνία διενέργειας της πράξης, υπεβλήθη στις δύο κοπέλες ότι τούτη είναι η ημερομηνία που υπεγράφη η συμφωνία τεκμήριο
- Υποστήριξη άντλησε η υπεράσπιση και από το τρίτο έγγραφο του τεκμηρίου 9 που τιτλοφορείται «Ενεχυρίαση Κινητών Αξιών». Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται «Σημείωση: Η πιο πάνω ενεχυρίαση υπόκειται στις διατάξεις και όρους του εγγράφου ημερομηνίας 29/11/1999 του οποίου το παρόν είναι παράρτημα». Τόσο η ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2 απέρριψαν τη θέση της υπεράσπισης. Η τελευταία απέδωσε την αναγραφή της ημερομηνίας 29.11.1999 επί του ενεχυριαστηρίου εγγράφου του τεκμηρίου 9 σε τυπογραφικό λάθος, το οποίο συνεχίστηκε τόσο στο τεκμήριο 10 όσο και στο τεκμήριο 11 (βλ. σχετικά έντυπα ενεχυρίασης μετοχών). Από την άλλη η ΜΕ1 ανέφερε ότι οι οδηγίες της εναγομένης πιθανόν να δόθηκαν στο χρηματιστηριακό γραφείο την 29.11.1999 και ο λογαριασμός χρεοπιστώθηκε την επομένη, όταν πλέον είχε ανοιχθεί, όπως άλλωστε γινόταν πάντα. Πέραν του τεκμηρίου 9, το οποίο η υπεράσπιση συνάρτησε με το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, αντικείμενο συζήτησης κατέστη και το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Ζητήθηκε από τη ΜΕ1 να επεξηγήσει τι είναι το τεκμήριο 16α. Η μάρτυρας ανέφερε ότι με την επιστολή τεκμήριο 16γ ο Όμιλος Λαϊκής γνωστοποιούσε σε όσους την 17.3.00 ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο μετόχων, ότι είχαν δικαίωμα αγοράς μετοχών της Λαϊκής Επενδυτικής. Κατ' επέκταση το τεκμήριο 16α είναι η απόδειξη αγοράς των προσφερόμενων μετοχών. Δέχθηκε η μάρτυρας ότι η ενημερωτική επιστολή που απέστειλε ο Όμιλος Λαϊκής (τεκμήριο 16γ) φέρει τη διεύθυνση της τράπεζας και όχι της εναγομένης, ήταν όμως η θέση της ότι η εναγομένη πρέπει να ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της επιστολής. Εν τούτοις, η ίδια δεν την ενημέρωσε εφόσον η ενημέρωση δεν ήταν δική της υποχρέωση. Δέχθηκε περαιτέρω ότι οι υπογραφές στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 16γ, το οποίο τιτλοφορείται «έντυπο αποδοχής της προσφοράς μετοχών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ», ανήκουν σε δύο συναδέλφους της και συγκεκριμένα τους Στάλω Παπαδημητρίου και Κυριάκο Τζύρκα. Θετική ήταν η απάντηση της μάρτυρος και στην υποβολή ότι. το ποσό των ΛΚ820, που στο τεκμήριο 16γ φέρεται να καταβλήθηκε για αγορά των προσφερόμενων μετοχών, χρεώθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης. Ό,τι όμως αρνήθηκε η μάρτυρας είναι πως τούτη η χρέωση του λογαριασμού της εναγομένης ήτο παράνομη, και ότι η τελευταία δεν ενημερώθηκε σχετικά. Τούτη η θέση της υπεράσπισης κτίστηκε στο ότι την 17.3.00 η εναγομένη δεν ήτο κάτοχος μετοχών του Ομίλου Λαϊκής. Η ΜΕ1 απάντησε ότι δεν ενθυμείτο κατά πόσο η εναγομένη ήταν κάτοχος τέτοιων μετοχών, ήταν όμως η θέση της ότι για να ληφθεί η σχετική επιστολή (τεκμήριο 16γ) πρέπει να ήταν κάτοχος τέτοιων μετοχών. Επί του προκειμένου αντεξέτασης έτυχε και η ΜΕ
- Όπως ανέφερε, με την έναρξη του σχεδίου η εναγομένη ήταν κάτοχος 1100 μετοχών της Λαϊκής (βλ. τεκμήριο 32), δηλαδή εκείνων που ενεχυρίασε στην τράπεζα. Την 3.12.99 αγόρασε, σε δύο φάσεις, ακόμη 950 μετοχές της Λαϊκής (βλ. τεκμήριο 10α και 10στ). Παρ΄ότι την 08.03.00 πώλησε 1100 μετοχές της Λαϊκής (βλ. τεκμήριο 12α), εξακολουθούσε να κατέχει τις υπόλοιπες 950 μετοχές. Ως εκ τούτου, κατέληξε η ΜΕ2, την 17.3.00 η εναγομένη ήταν κάτοχος μετοχών της Λαϊκής. Οι ΜΕ1 και 2 αντεξετάστηκαν και για το έντυπο που συνοδεύει το contract note, δηλαδή το "Transfer Voucher". Και οι δύο μάρτυρες (ΜΕ1 και 2) δέχθηκαν ότι το σύνολο τούτων των εντύπων δεν υπεγράφετο από την εναγομένη, και αυτό παρ΄ότι στο έντυπο υπάρχει χώρος για υπογραφή πελάτη. Επιπλέον, και οι δύο μάρτυρες υποστήριξαν ότι τούτο το έντυπο (transfer voucher) είναι το συνηθισμένο έντυπο της τράπεζας και όχι έντυπο που καταρτίστηκε ειδικά για το σχέδιο. Όπως ανέφεραν η τράπεζα δεν ήλεγχε τις εντολές του πελάτη προς το χρηματιστηριακό γραφείο. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι βάσει των πληρεξουσίων εγγράφων που υπέγραψε η εναγομένη, δεν επιβαλλόταν η υπογραφή της στο εν λόγω έντυπο. Η ΜΕ1 παραλλήλισε τη χρήση του εντύπου με εκείνη της αυτόματης τραπεζικής εντολής όπου η μεταφορά χρημάτων ολοκληρώνεται χωρίς ο πελάτης να θέσει την υπογραφή του σε έντυπο. Επιπλέον, οι ΜΕ1 και 2 απέρριψαν τη θέση της υπεράσπισης ότι σκοπίμως η τράπεζα δεν κοινοποιούσε το «Transfer Voucher» στην εναγομένη ώστε να την κρατήσει μακριά από τις πράξεις που γίνονταν και για να μην γνωρίζει τα ποσά που αδικαιολόγητα χρεωνόταν ο λογαριασμός της. Σημείο τριβής αποτέλεσε και η άλλη θέση της υπεράσπισης, δηλαδή ότι το τεκμήριο 27, η κατάσταση λογαριασμού, εμπεριέχει ανατοκισμό. Επί τούτου η ΜΕ1 ανέφερε ότι σχετικό είναι το τεκμήριο 5 (όροι συμμετοχής), και επεξήγησε την εφαρμογή του πίνακα χρεώσεων. Σε ανάλυση τούτου του πίνακα προέβη και η ΜΕ2 η οποία επίσης απέρριψε την υποβολή ότι η τράπεζα προέβαινε σε ανατοκισμό. Εν κατακλείδι, οι δύο κοπέλες (ΜΕ1 και 2) ανέφεραν ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζαν την ύπαρξη των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμήριο 42) και ως εκ τούτου δεν ενημέρωσαν την εναγομένη με το περιεχόμενο τούτων. Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για την τράπεζα ήταν ο Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΕ3). Πρόκειται για λειτουργό στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) ο οποίος κλήθηκε και παρουσίασε στο δικαστήριο κατάσταση συναλλαγών της εναγομένης. Είναι τούτη το τεκμήριο
- Ο ΜΕ3 επεξήγησε το τεκμήριο 37 και ανέφερε ότι από την εν λόγω κατάσταση αποκαλύπτεται πώς μεταξύ των ημερομηνιών 29.11.99 και 25.10.06 η εναγομένη προέβη σε 353 χρηματιστηριακές πράξεις. Περαιτέρω, προσκόμισε και το τεκμήριο 38, δηλαδή έντυπο που αποκαλύπτει ποίες από τις μετοχές που σήμερα κατέχει η εναγομένη είναι ενεχυριασμένες και προς όφελος ποίου. Τέλος, παρουσίασε και το τεκμήριο 39, δηλαδή συγκεντρωτική κατάσταση που απεστάλη στην εναγομένη από το ΧΑΚ. Σε αυτό το πλαίσιο ο ΜΕ3 επεξήγησε ότι την 23.7.01 το ΧΑΚ δημιούργησε κεντρικό αποθετήριο το οποίο ενημερώνετο ανά δεκαπενθήμερο και ενημέρωνε τους κατόχους μετοχών για τις διάφορες συναλλαγές. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το ΧΑΚ απέστειλε στην εναγομένη αριθμό καταστάσεων και ανέφερε διάφορες ημερομηνίες. Η πρώτη, χρονολογικά, τοποθετείται την 6.11.01 και η τελευταία την 17.11.
- Σύμφωνα με τον ΜΕ3, διεύθυνση αποστολής ήταν αυτή που αναγράφεται στο τεκμήριο 39, δηλαδή Γεώργιου Χατζηγιάννη 6, Στρόβολος, την οποία το ΧΑΚ πληροφορήθηκε από το μητρώο που παρελήφθη από την πρώτη εταιρεία που παρουσίαζε την εναγομένη ως κάτοχο μετοχών της. Ερωτηθείς από την υπεράσπιση ο ΜΕ3 ανέφερε ότι οι συναλλαγές της εναγομένης δεν αφορούν επενδυτικό λογαριασμό. Υποστήριξε ότι σε τέτοια περίπτωση, επενδυτικού λογαριασμού, οι μετοχές δεν εντοπίζονται επ΄ονόματι ή με την ταυτότητα του επενδυτή, αλλά επ' ονόματι του δανειστή ή της εταιρείας που παρέχει το σχέδιο. Πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Τάσος Στεφάνου (ΜΥ1), δηλαδή ο χρηματιστής της εναγομένης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η εναγομένη είχε δύο λογαριασμούς, τον επίδικο και ένα προσωπικό, και ανέφερε ότι η ίδια ήταν που του έδινε εντολές για αγορά ή πώληση, καθώς επίσης ποιο λογαριασμό να χρησιμοποιήσει, δηλαδή τον επίδικο ή τον προσωπικό της. Ήταν η θέση του ότι μετά από κάθε πράξη που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό το χρηματιστηριακό γραφείο εξέδιδε αποδεικτικό έντυπο, δηλαδή το contract note, το οποίο απέστελλε στην τράπεζα. Εν είδει υπόθεσης υποστήριξε ότι μόνο εκείνος ελάμβανε οδηγίες από την εναγομένη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι πράξεις των τεκμηρίων 9 μέχρι και 26 διενεργήθηκαν κατόπιν οδηγιών της εναγομένης και συμπληρώνοντας ανέφερε ότι ουδείς άλλος μπορούσε να προβεί σε πράξεις για την εναγομένη εφόσον η τελευταία υπέγραψε με τη CLR. Σε ερώτηση αναφορικά με το ρόλο της τράπεζας ήταν η θέση του ότι το χρηματιστηριακό γραφείο εκτελούσε πράξεις νοουμένου ότι ο λογαριασμός ήταν εντός ορίου. Τούτο το όριο γνωστοποιείτο στο χρηματιστηριακό γραφείο από την τράπεζα, η οποία είχε καθημερινή επαφή με το λογιστήριο τούτου. Ήταν όμως η θέση του ότι σε καμία περίπτωση η τράπεζα απαγόρευσε τη διενέργεια πράξης που ζήτησε η εναγομένη. Η εναγομένη ήταν ο τελευταίος μάρτυρας της υπεράσπισης. Ήταν η θέση της ότι τα τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 8 υπεγράφησαν την 29.11.99 και όχι την 30.11.99 που υποστηρίζει η τράπεζα. Σύμφωνα με την εναγομένη η 29.11.99 ήταν Δευτέρα και ήταν ενθουσιασμένη που θα υπέγραφε και γι' αυτό το λόγο το Σαββατοκυρίακο που προηγήθηκε μελετούσε. Όταν όμως μετέβη στην τράπεζα, δηλαδή την 29.11.99, επικρατούσε χάος, όλοι ήταν βιαστικοί και δεν της δόθηκε καμία σημασία. Βιαστικά και στο πόδι υπέγραψε τα έγγραφα στην απουσία μαρτύρων και πιστοποιούντος υπαλλήλου. Περαιτέρω, η τράπεζα δεν της απεκάλυψε την ύπαρξη των εγκυκλίων της κεντρικής τράπεζας, ενώ η ίδια ήταν με την εντύπωση ότι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία ήταν όχι μόνο η ίδια αλλά και η τράπεζα και το χρηματιστηριακό γραφείο. Δέχεται η εναγομένη ότι προέβη σε κάποιες πράξεις, πολύ λίγες όμως. Εντούτοις, δεν ήταν εις θέση να αναγνωρίσει ποια από τα contract notes αφορούσαν τον προσωπικό της λογαριασμό και ποια τον επίδικο. Περαιτέρω, ήταν η θέση της ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες για άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού και ούτε γνώριζε την ύπαρξή του. Στην ίδια γραμμή πλεύσης υποστήριξε ότι ουδέποτε έλαβε το τεκμήριο 27 (κατάσταση λογαριασμού) όπως ούτε το τεκμήριο 29 (επιστολή τερματισμού) ή το τεκμήριο 35 (προειδοποιητική επιστολή). Τέλος, η εναγομένη υποστήριξε ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη των επιταγών τεκμήρια 24, 25 και 26 και ούτε προέβη σε εξαργύρωση τούτων. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Το σύνολο των μαρτύρων της τράπεζας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα διαπνέετο από αυθορμητισμό και αληθοφάνεια. Η δε ποιότητα της μαρτυρίας τους αποκαλύπτεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο την επεξηγεί και την υποστηρίζει. Ο ΜΕ3 δεν έχει κανένα συμφέρον να εξυπηρετήσει εφόσον η μαρτυρία του αποτελεί απλή μεταφορά και επεξήγηση του αρχείου του ΧΑΚ στο οποίο εργάζεται. Τούτο το αρχείο καταρτίστηκε από το ΧΑΚ χωρίς τη συμμετοχή οιουδήποτε των διαδίκων και έτσι κρίνεται ανεξάρτητο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν έχει καμία σχέση είτε με την τράπεζα είτε με την εναγομένη. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Παρ' ότι οι ΜΕ1 και 2 είναι εργοδοτούμενοι των εναγόντων, και συνεπώς δικαιολογημένα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι προωθούν τα συμφέροντα του εργοδότη τους, παρέμειναν σταθεροί και ακλόνητοι στη θέση τους, θέση η οποία πόρρω απέχει από εξυπηρέτηση συμφερόντων. Η μαρτυρία τους, διανθισμένη με παρρησία που δεν αναγνωρίζει κόστος, υποστηρίζεται από τα διάφορα τεκμήρια. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο ΜΥ
- Δεν παραγνωρίζω ότι είναι άμεσα εμπλεκόμενος ως ο χρηματιστής που προέβη στις πράξεις που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό, καθώς ότι και ο ίδιος βρίσκεται σε ανάλογη θέση εφόσον συμμετείχε σε τούτο το σχέδιο προσωπικά και εναντίον του εκκρεμεί αγωγή. Εντούτοις η μαρτυρία του για το ρόλο της τράπεζας, δηλαδή ποιος έδινε εντολές αγοράς ή πώλησης και ποια ήταν η ακολουθητέα διαδικασία, συνάδει με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 καθώς και με το περιεχόμενο των συμφωνιών που υπεγράφησαν. Στον αντίποδα η εναγομένη μου έκανε πενιχρή εντύπωση. Πεισματικά, αναιτιολόγητα και σε πλήρη διάσταση με μεγάλο αριθμό εγγράφων, προσπάθησε να πείσει ότι η συμφωνία τεκμήριο 4, ως επίσης τα υπόλοιπα έγγραφα, τεκμήρια 5 έως 8, 32 και 33, υπεγράφησαν την 29.11.99 και όχι την 30.11.
- Η μαρτυρία της εναγομένης χαρακτηρίζεται από υπερβολή, εικοτολογία, αοριστία και ενίοτε εριστικότητα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία της είναι επιτηδευμένη και στόχο έχει όχι την αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων αλλά την αποκόμιση προσωπικού οφέλους. Για καθ' ένα εκ των λόγων που πιο κάτω επεξηγούνται η μαρτυρία της εναγομένης, στην έκταση που συγκρούεται με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι κοινή θέση των δύο πλευρών ότι η εναγομένη υπέβαλε την αίτησή της, τεκμήριο 3, στο χρηματιστηριακό γραφείο, στον ΜΥ1, και όχι στην τράπεζα. Μάλιστα οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι κατά την υποβολή του τεκμηρίου 3, δηλαδή την 22.9.99, το εν λόγω έγγραφο δεν συνοδεύτετο από τους όρους συμμετοχής, τεκμήριο
- Η εναγομένη υποστήριξε ότι όταν μετέβη στην τράπεζα για υπογραφή της συμφωνίας και των λοιπών εγγράφων, δεν της έδωσαν χρόνο να διαβάσει τα έγγραφα εφόσον όλοι ήταν βιαστικοί. Παρόλα αυτά, υπέγραψε τα έγγραφα τεκμήρια 4 έως και 8 και τα τεκμήρια 32 και
- Η προθυμία της εναγομένης να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών της εναργώς αποκαλύπτεται από την αντεξέταση, όπου σε ερώτηση της συνηγόρου των εναγόντων αν ζήτησε να τα διαβάσει-νοείται τα έγγραφα- και της αρνήθηκαν, απάντησε όχι δεν ζήτησα. Αρνητική απάντηση έδωσε και στην επόμενη ερώτηση, δηλαδή αν ζήτησε να της εξηγήσουν τα έγγραφα και της αρνήθηκαν. Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται πως παρ' ότι δεν ζήτησε οποιαδήποτε επεξήγηση του περιεχομένου των εγγράφων, χωρίς δισταγμό κατηγορεί την τράπεζα ότι δεν της τα επεξήγησε και ότι δεν έπραξε ό,τι όφειλε. Η εικασία και υπερβολή διαπιστώνεται από την επιμονή της ότι η τράπεζα ήταν και αυτή μέρος της συμφωνίας, δηλαδή ότι συμμετείχε σε κοινό επενδυτικό σχέδιο με την τράπεζα και το χρηματιστηριακό γραφείο (βλ. τεκμήριο 41). Η εικασία συνίσταται στο γεγονός ότι η εναγομένη κατ' επανάληψη ανέφερε ότι δεν ανέγνωσε τη συμφωνία. Κατ' επέκταση, αν κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε το περιεχόμενο της συμφωνίας από πού αντλεί τη γνώση, και μάλιστα με τόση βεβαιότητα, και πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο ήταν επενδυτικό και ότι σε αυτό συμμετείχε και η τράπεζα. Η ερώτηση δεν απαντάται και γι' αυτό η θέση της εναγομένης, απογυμνωμένη γεγονότων, διαπιστώνεται ότι εδράζεται σε εικασία και υστερόβουλη επιτήδευση. Επί της ουσίας η συμφωνία, τεκμήριο 4, ομιλεί αφεαυτής. Όπως εκεί αναφέρεται η συμβολή ή συμμετοχή της τράπεζας περιορίζετο στο «να παρέχη ή συνεχίση παρέχουσα δάνεια εις τρεχούμενον ή οιονδήποτε άλλον λογαριασμόν και/ή άλλως πως δίδη πίστωσιν ή παρέχη τραπεζικάς διευκολύνσεις ή άλλου είδους πιστωτικάς διευκολύνσεις». Εν ολίγοις, από το σύνολο των συμφωνιών που υπεγράφησαν τίποτα αφήνει να νοηθεί ότι η τράπεζα συμμετείχε ή έστω ήλεγχε τις αποφάσεις για αγορά ή πώληση μετοχών. Αυτή η πτυχή της συμφωνίας ήτο αποκλειστική αρμοδιότητα της εναγομένης. Παρεμβάλω εδώ ότι οι αναφορές του ΜΥ1 για επικοινωνία της τράπεζας με το λογιστήριο του χρηματιστηριακού γραφείου και έλεγχο που ασκούσε στο λογαριασμό του επενδυτή, δεν αφορούν την επίδικη περίπτωση. Αναφορικά με το λογαριασμό της εναγομένης η θέση του ΜΥ1 ήταν ξεκάθαρη, δηλαδή ότι η τράπεζα ουδέποτε παρενέβη ή απαγόρευσε οιανδήποτε πράξη. Εν πάση όμως περιπτώσει, η συμφωνία τεκμήριο 4 αποκαλύπτει ότι η τράπεζα ήταν χορηγός τραπεζικών διευκολύνσεων και όχι συνέταιρος του επενδυτή. Ακόμη και επί τη υποθέσει ότι απαγόρευσε διενέργεια πράξεων λόγω υπέρβασης του συμφωνημένου ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό του επενδυτή, τούτο δεν την καθιστά συνέταιρο στις χρηματιστηριακές πράξεις. Ανάλογο παράδειγμα απαγόρευσης πιστωτικών διευκολύνσεων λόγω υπέρβασης ορίου είναι η πιστωτική κάρτα (visa card). Με τη χρήση της κάρτας η τράπεζα δεν υπέχει καθεστώς καταναλωτή ή οφειλέτη, όπως ο κάτοχος τούτης, ελέγχει όμως την κατάσταση του λογαριασμού για τυχόν υπέρβαση του συμφωνημένου ορίου, και όταν διαπιστώσει τέτοια υπέρβαση απαγορεύει περαιτέρω χρήση της κάρτας. Έτσι και στη δοσμένη περίπτωση. Η τράπεζα δεν συμμετείχε στις επενδύσεις, παρείχε μόνο τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Κατ' επέκταση οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εναγομένης καταρρίπτονται δίχως άλλο. Η πεμπτουσία όμως της μαρτυρίας της εναγομένης, αποκαλύπτουσα και το σαθρό υπόβαθρο και την επιτήδευσή της, συνάγεται από την ακόλουθη στιχομυθία στο πλαίσιο της αντεξέτασης. «Ερ.: Το όριο που θα σας έδιδε η τράπεζα δεν θα το οφείλατε μετά στην τράπεζα, αυτό εκαταλάβατε; Απ.: Τότε δεν εγνώριζα ότι το ΧΑΚ θα βυθίζετο, εγώ επίστευα ότι θα φυλάγονταν οι δικές μου μετοχές και θα έβγαζα λεφτά από τις μετοχές που αγόρασα. Ερ.: Αυτό στο κέρδος, στη ζημιά; Απ.: Ήταν όριο όχι δάνειο και είχαν και εγγύηση τις δικές μου μετοχές. Ερ.: Αν είχατε ζημιά ποιος θα πλήρωνε εκείνα τα λεφτά στην τράπεζα; Απ.: Ούτε πέρασε από το μυαλό μου.» Τα πιο πάνω με γλαφυρότητα αποδίδουν τις σκέψεις της εναγομένης όταν ζητούσε να συμμετάσχει, και όταν πλέον συμμετείχε, στο σχέδιο. Δεν έλαβε υπόψη της την περίπτωση ζημιάς. Είδε την επένδυση στο χρηματιστήριο ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για γρήγορο και εύκολο κέρδος. Δυστυχώς όμως το παραλήρημα που δημιουργήθηκε με την άνοδο της αξίας των μετοχών δεν έμελλε να κρατήσει για πάντα, με αποτέλεσμα τα πράγματα να ακολουθήσουν τους αναλλοίωτους κανόνες της φύσης όπου η πτώση είναι φυσικό επακόλουθο της ανόδου. Τούτη όμως η πιθανότητα δεν απασχόλησε την εναγομένη, όπως η ίδια παραδέχτηκε. Πέραν των πιο πάνω, πέπλο μυστηρίου σκεπάζει αριθμό άλλων θέσεων της εναγομένης. Αφενός μεν σημειώνεται η επιμονή της ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι μετοχές της άξιζαν ΛΚ42.
- Παρεμβάλω εδώ ότι από τα παραδεχτά γεγονότα διαπιστώνεται ότι την 29.11.99 η αξία των μετοχών της εναγομένης ανέρχετο σε ΛΚ34.670 (1304xΛΚ12,50=16300 και 1100xΛΚ16,70=18370). Την 30.11.99 τούτη η αξία ήταν ακόμη μικρότερη. Επί του προκειμένου δεν εκπλήσσει μόνο η διάσταση με τα παραδεχτά γεγονότα αλλά και η άνεση με την οποία η εναγομένη υποστηρίζει τη σχετική θέση. Παραπέμπει, συνεχώς, σε αριθμό που η ίδια είχε υπόψη της, χωρίς όμως αιτιολόγηση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, πρόκειται για αριθμό που είχε στο μυαλό της. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η θέση της εναγομένης διαπιστώνεται αληθής. Επιπλέον, έκπληξη προκαλεί η θέση της εναγομένης ότι δεν αναγνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού, ότι δεν ζήτησε το άνοιγμα τούτου, ότι δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ή να προσβάλει την εγκυρότητα του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού, και ότι δεν αναγνωρίζει τις χρηματιστηριακές πράξεις. Οι εν λόγω αιτιάσεις ασφαλώς και ξενίζουν. Στο τεκμήριο 5 «Όροι Συμμετοχής», επεξηγείται τι εστί λογαριασμός επενδυτή. Περαιτέρω, στο ίδιο τεκμήριο αναφέρεται ότι «Με βάση το Σχέδιο παραχωρούνται σε Επενδυτές πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού». Όπως έχει ήδη λεχθεί, και η συμφωνία τεκμήριο 4 κάνει λόγο για πιστωτικές διευκολύνσεις που παρέχονται σε τρεχούμενο λογαριασμό. Η εναγομένη δεν αμφισβητεί την υπογραφή τούτων των συμφωνιών. Ό,τι ξενίζει είναι πως σήμερα δεν αναγνωρίζει καν τον αριθμό λογαριασμού και αυτό παρ' ότι δέχεται ότι έλαβε την επιστολή της τράπεζας, ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2001, τεκμήριο 28, που παρέπεμπε σε αυτό το λογαριασμό και μάλιστα συνεπεία τούτης της επιστολής μετέβη στην τράπεζα και συνομίλησε με την ΜΕ1 γι' αυτόν ακριβώς το λογαριασμό. Δέχεται περαιτέρω, ότι δεν ζήτησε τερματισμό του λογαριασμού. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να κατανοήσω τις πιο πάνω θέσεις της εναγομένης. Η κοινή λογική, χρήσιμο εργαλείο στάθμισης των ισχυρισμών που έκαστος προβάλει, επεξηγεί ότι λόγω της συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών η τράπεζα άνοιξε επ' ονόματι της εναγομένης λογαριασμό που έλαβε τον αριθμό 102-19803-2201-
- Επεξηγηματική εν προκειμένω είναι η μαρτυρία της ΜΕ1 (βλ. ιδιαίτερα παράγραφο 10 τεκμηρίου1). Το άνοιγμα του λογαριασμού και η σήμανση τούτου με ιδιαίτερο αριθμό, δεν συνιστά τίποτα άλλο από εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Η θέση της εναγομένης ότι δεν αναγνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού συγκρούεται με την κοινή λογική και ιδιαίτερα το ερώτημα. Με ποιο τρόπο προέβαινε στις όποιες χρηματιστηριακές πράξεις, πως γνώριζε το εκάστοτε υπόλοιπό της και πως ήλεγχε τα αποτελέσματα των πράξεών της, δηλαδή αν είχε κέρδος ή ζημιά. Ας μην λησμονείται ότι σκοπός του σχεδίου ήταν η διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, όχι για ψυχαγωγικούς βεβαίως λόγους, αλλά για δημιουργία κέρδους. Ποιο λοιπόν λογαριασμό ήλεγχε η εναγομένη ώστε να διαπιστώσει το αποτέλεσμα των πράξεων που έκανε; Η μη απάντηση τούτων των ερωτημάτων καταδεικνύει το αναξιόπιστο του ισχυρισμού και αποκαλύπτει ότι δεν είναι τίποτα άλλο από προσπάθεια απαλλαγής τυχόν υποχρεώσεων. Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και από το γεγονός ότι όταν έλαβε την επιστολή τεκμήριο 28, η εναγομένη δέχεται ότι έλαβε τούτην, το περιεχόμενο της οποίας αφορούσε αυτόν ακριβώς το λογαριασμό, όχι μόνο δεν ζήτησε τερματισμό τούτου αλλά μετέβη στην τράπεζα και είχε συνάντηση και συζήτηση με την ΜΕ
- Όλα τα πιο πάνω δεν συνάδουν με τις ανεξήγητες θέσεις της εναγομένης. Ό,τι φανερώνουν είναι ότι η εναγομένη γνώριζε τον αριθμό λογαριασμού της, όπως και το εκάστοτε υπόλοιπο τούτου, εφόσον μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούσε να ελέγξει τις χρηματιστηριακές πράξεις που έκανε ώστε να διαπιστώσει τη ζημιά ή το κέρδος της. Για δε τις χρηματιστηριακές πράξεις αυτές καθ' εαυτές σχετική δεν είναι μόνο η μαρτυρία των ΜΕ1 και
- Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μαρτυρία του χρηματιστή, μάρτυρα υπεράσπισης, όπως και του λειτουργού του ΧΑΚ, ΜΕ
- Όπως αναφέρθηκε από το χρηματιστή, οι εντολές για αγοραπωλησία μετοχών δίδοντο μόνο από την εναγομένη και η τράπεζα ουδέποτε παρενέβη. Θέση του χρηματιστή είναι ότι το σύνολο των contracts notes, τεκμήρια 9 μέχρι και 26, είναι το αποτέλεσμα των εντολών που έλαβε από την εναγομένη. Αναγκαίο είναι να σημειωθεί εδώ ότι δυνάμει των συμφωνιών που υπεγράφησαν, τεκμήρια 4 έως 8, η εναγομένη δεν δικαιολογείται να επιρρίπτει στην τράπεζα ευθύνες αναφορικά με ενέργειες του χρηματιστηριακού γραφείου. Το τεκμήριο 6, το οποίο η υπεράσπιση δεν αμφισβητά ότι υπεγράφη από την εναγομένη, αναγάγει το χρηματιστηριακό γραφείο σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της εναγομένης αναφορικά με αγορά, πώληση και ενεχυρίαση αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ. Η υπό κρίση αγωγή δεν στρέφεται κατά του χρηματιστηριακού γραφείου και ούτε η υπεράσπιση ζήτησε ή έλαβε οιαδήποτε μέτρα εναντίον τούτου. Κατ' επέκταση, τυχόν ευθύνες που δυνατό να προκύπτουν από πράξεις ή παραλείψεις του χρηματιστηριακού γραφείου, δεν μετατίθενται στην τράπεζα. Η εναγομένη υποχρεούται, λόγω του πληρεξουσίου που παραχώρησε στο χρηματιστηριακό γραφείο, να αποδεχτεί τις πράξεις του αντιπροσώπου της. Επανέρχομαι όμως στις χρηματιστηριακές πράξεις που διενεργήθηκαν και παρατηρώ ότι πέραν της μαρτυρίας του ΜΥ1 υποστηρικτική είναι και η μαρτυρία του ΜΕ
- Με γλαφυρότητα επεξήγησε ο μάρτυρας τη μεθοδολογία που ακολουθεί το ΧΑΚ. Αποτέλεσμα τούτης είναι το τεκμήριο 37, δηλαδή η κατάσταση των πράξεων που έκανε η εναγομένη. Όπως ανέφερε ο ΜΕ3, όταν ο λογαριασμός είναι επενδυτικός οι πράξεις που γίνονται δεν φαίνονται στο όνομα του επενδυτή αλλά στο όνομα της εταιρείας που κατάρτισε το επενδυτικό σχέδιο. Από την αναμφισβήτητη τούτη θέση με ασφάλεια συνάγεται το συμπέρασμα ότι το σύνολο των πράξεων που φαίνονται στο τεκμήριο 37 έγιναν εξ ονόματος της εναγομένης. Το σύνολο των πιο πάνω, και έχοντας πάντα κατά νου ότι το χρηματιστηριακό γραφείο εκτελούσε χρέη αντιπροσώπου, δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής της θέσης της εναγομένης ότι οι πράξεις των επίδικων contract notes ενδέχεται να μην έγιναν με δικές της εντολές. Όπως φαίνεται από το πρόσωπο των contract notes, εκδότης τους είναι το χρηματιστηριακό γραφείο, δηλαδή ο αντιπρόσωπος της εναγομένης. Αυτό και μόνο δεσμεύει την εναγομένη. Πέραν τούτου, τα εν λόγω contract notes δεν αμφισβητήθηκαν από τον χρηματιστή. Εις επίμετρον, το περιεχόμενο τους, δηλαδή οι αγοραπωλησίες μετοχών, επιβεβαιώνονται από το τεκμήριο 37, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού του ΧΑΚ. Για κάθε ένα ξεχωριστά αλλά και για όλους τους πιο πάνω λόγους, διαπιστώνω ότι το σύνολο των τεκμηρίων 9 έως 26, είτε εκτελέστηκαν με εντολές της εναγομένης είτε του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, δηλαδή το χρηματιστηριακό γραφείο, είναι πράξεις που δεσμεύουν την εναγομένη. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι τα τεκμήρια 9 έως και 26, δηλαδή τα contract notes, όπως και η κατάσταση λογαριασμού, το τεκμήριο 27, δεν είναι αρκετά για να αποδείξουν ότι η εναγομένη είναι εκείνη που έδωσε τις εντολές. Έχω υποδείξει ήδη ότι αδιάφορο είναι αν οι εντολές δόθηκαν είτε από την εναγομένη είτε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της, δηλαδή το χρηματιστηριακό γραφείο. Η επίδικη υπόθεση διακρίνεται από την Suphire (Finance) Ltd v. Σάββα, Πολ. Εφ. 258/08 ημερ. 22.9.11 που επικαλείται η υπεράσπιση. Εδώ εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι τα contract notes αποδίδουν τη βούληση της εναγομένης. Αυτό γιατί τα εν λόγω έγγραφα υπογράφοντο και υποβάλλοντο από τον αντιπρόσωπο της εναγομένης. Οι όποιες άλλες εντολές για αγορά ή πώληση μετοχών, γραπτές ή προφορικές, δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν το περιεχόμενο των contract notes εφόσον στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας δεν τέθηκε ζήτημα καταγγελίας του πληρεξουσίου με το οποίο χορήγησε το χρηματιστηριακό γραφείο η εναγομένη και ούτε κλήθηκε ο αντιπρόσωπος για να λογοδοτήσει. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238, 1256. Αντιπαραβολή των τεκμηρίων 9 έως 26 με το τεκμήριο 27, κατάσταση λογαριασμού, καταδεικνύει ότι το τελευταίο τεκμήριο εμπεριέχει τις χρηματιστηριακές πράξεις που έκανε η εναγομένη, πλέον προμήθεια χρηματιστηριακού γραφείου, έξοδα τράπεζας και τόκο. Προτού υπεισέλθω στην ουσία του περιεχομένου του τεκμηρίου 27 κρίνω αναγκαίο να σχολιάσω άλλο ένα θέμα που έθεσε η υπεράσπιση. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι το τεκμήριο 27, δηλαδή η κατάσταση λογαριασμού, υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 35
(3)του Κεφ.
- Κατ' επέκταση, υποστηρίζει η υπεράσπιση, εφόσον δεν προσκομίστηκε το αναφερόμενο στο νόμο πιστοποιητικό η αποδεικτική αξία του τεκμηρίου 27 ελαχιστοποιείται. Η σχετική θέση απαντάται από το ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Εφ. 209/09, ημερ. 20.3.
- Λέχθηκε εκεί ότι «Κρίνεται υπό το φως των ανωτέρω, ότι ορθά το Δικαστήριο δέχθηκε ως μαρτυρία το λογαριασμό, Τεκμ.
- Αυτός θα μπορούσε να υποστηριζόταν από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(1)του Κεφ. 9, αλλά η απουσία του δεν το αποδυνάμωνε ως αποδεικτικό υλικό. Το άρθρο 35
(2)σχετίζεται με την τήρηση αρχείου επιχείρησης, έγγραφο δε που καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος τέτοιου αρχείου, προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο, με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο. Εδώ το Τεκμ. 12 κατατέθηκε ως έγγραφο στην κατοχή του μάρτυρα και δεν αποκλειόταν η κατάθεση του ως εξ ακοής και μόνο, δυνάμει του άρθρου 24
(1)του Κεφ. 9, εφόσον ο μάρτυρας δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι δεν ήταν ο ίδιος που περνούσε τα επί μέρους στοιχεία στο λογαριασμό. Όμως, δεν αποκλειόταν το Δικαστήριο να αποδώσει σ΄ αυτό το λογαριασμό τη βαρύτητα που άρμοζε, έχοντας υπόψη και τα πινακίδια συναλλαγών, Τεκμ. 4, αλλά και τη θέση του ιδίου του εφεσείοντος κατά τη δική του μαρτυρία ότι είχε όντως δώσει εντολές για αγοραπωλησία μετοχών στο λογαριασμό του (παρ. 5 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμ. Β), και ότι έδινε εντολές στον χρηματιστή του για πώληση μετοχών και ότι μέσω αυτού ενημερωνόταν κάθε 2-3 ημέρες για το τι πωλήθηκε και τι αγοράστηκε (σελ. 65-66 των πρακτικών).» Εν πάση όμως περιπτώσει, στη δοσμένη περίπτωση το τεκμήριο 27 δεν είναι η μοναδική μαρτυρία που αποκαλύπτει το οφειλόμενο ποσό. Και τα contract notes, τεκμήρια 9 έως 26, επίσης φανερώνουν το σύνολο των πράξεων και το ποσό που δαπανήθηκε και υποστηρίζουν έτσι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 27, με το οποίο ομοιάζουν σαν δύο σταγόνες βροχής. Κατ' επέκταση, είτε δια των contract notes, είτε της κατάστασης λογαριασμού, είτε και των δύο μαζί, η απαίτηση αποδεικνύεται επαρκώς. Επιβάλλεται να σχολιασθεί εδώ και η θέση της υπεράσπισης περί ανατοκισμού και υπερχρεώσεων που περιέχονται στο τεκμήριο
- Πριν οτιδήποτε άλλο πρέπει να τονισθεί ότι η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο. Οι όποιες αιτιάσεις της εδράζονται σε σχετικές απαντήσεις που έδωσαν οι ΜΕ1 και
- Είναι εν προκειμένω η θέση της υπεράσπισης ότι οι ΜΕ1 και 2 δέχτηκαν ότι η κατάσταση λογαριασμού εμπεριέχει υπερχρεώσεις. Διεξήλθα με προσοχή το πρακτικό του δικαστηρίου ώστε να εντοπίσω αυτό που η υπεράσπιση διατείνεται ότι ειπώθηκε από τις ΜΕ1 και
- Διαπίστωσή μου είναι ότι και οι δύο μάρτυρες, ΜΕ1 και 2, αρνήθηκαν ότι επιβλήθηκε οιονδήποτε επιπλέον ποσό. Κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί εδώ ότι η ΜΕ1 δέχθηκε πως το 2% επιβάλετο επιπροσθέτως του τόκου. Τούτη όπως η απάντηση της ΜΕ1 δεν κρίνεται αποσπασματικά. Την ίδια ώρα η ΜΕ1, όπως και η ΜΕ2 αργότερα, παρέπεμψε στο τεκμήριο 5, και συγκεκριμένα στον πίνακα χρεώσεων. Το συμπέρασμα που συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΕ1, αλλά και της ΜΕ2, είναι ότι πέραν του τόκου που χρεώνετο, ο λογαριασμός επιβαρύνετο και με δικαίωμα διαχείρισης που ανέρχετο σε 2% επί του ορίου και 0,15% επί του συνόλου των αγορών και πωλήσεων. Αυτή η επιπρόσθετη επιβάρυνση διαπιστώνεται ότι αποτελεί όρο της συμφωνίας (βλ. τεκμήριο 5, πίνακα χρεώσεων, παράγραφο 2) και συνεπώς ουδεμία αντισυμβατική ή άλλως πως συμπεριφορά διαπιστώνεται. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις της υπεράσπισης περί υπερχρεώσεων ή ανατοκισμού δεν στοιχειοθετούνται και απορρίπτονται. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στο χρόνο υπογραφής της συμφωνίας και των άλλων εγγράφων. Παρεμβάλλω εδώ ότι στο μακροσκελές δικόγραφο της υπεράσπισης, τριάντα τόσες σελίδες, πουθενά δεν αναφέρεται η ημερομηνία 29.11.
- Εντούτοις, στην ακροαματική διαδικασία αυτή η ημερομηνία αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της υπεράσπισης. Αυτό ως επισήμανση και τίποτα περαιτέρω. Η πτυχή της υπεράσπισης που άπτεται του χρόνου υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δομήθηκε στο τεκμήριο 9 και συγκεκριμένα το έντυπο που τιτλοφορείται «ενεχυρίαση κινητών αξιών», όπου αναφέρεται ότι. «Η πιο πάνω ενεχυρίαση υπόκειται στις διατάξεις και όρους του εγγράφου ημερομηνίας 29.11.99 του οποίο το παρόν είναι παράρτημα». Η ίδια αναφορά εντοπίζεται και στα τεκμήρια 10γ έως 10ε, 10η έως 10ι, 11ζ και 11η. Γεγονός είναι ότι η ΜΕ1 δεν υποστήριξε πως ενθυμείτο συγκεκριμένα την επίδικη περίπτωση, δηλαδή την ημερομηνία που υπεγράφησαν τα έγγραφα, παρά μόνο ανέφερε ότι πάγια πρακτική της τράπεζας είναι η υπογραφή των εγγράφων στην παρουσία των μαρτύρων. Πέραν της θετικής εντύπωσης που έκανε η ΜΕ1, σε αντίθεση με την αρνητική εντύπωση που άφησε η εναγομένη, δεν παραγνωρίζω ότι υπεγράφησαν επτά έγγραφα (τεκμήρια 4 έως 8, 32 και 33) και όλα φέρουν την ίδια ημερομηνία, 30.11.
- Ο μεγάλος αριθμός των εγγράφων που υπεγράφησαν περιορίζει την πιθανότητα λάθους. Από την άλλη καμία πτυχή του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού αφήνει να νοηθεί ότι εσκεμμένα γράφτηκε η ημερομηνία 30.11.99 αντί άλλης. Πέραν των πιο πάνω, η ημερομηνία 29.11.99 που αναφέρεται στο τεκμήριο 9 και δη στο έντυπο που τιτλοφορείται «ενεχυρίαση μετοχών», συνιστά εξ ακοής μαρτυρία αγνώστου βαθμού. Ό,τι εννοώ είναι πως το εν λόγω έντυπο, και όλα όσα έπονται τούτου (δηλαδή τα τεκμήρια 10δ, 10θ και 11ζ), από την όψη τους διαπιστώνεται ότι δεν καταρτίστηκαν από την τράπεζα που είχε άμεση εμπλοκή και γνώση, αλλά από το χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο δεν είχε τον πρώτο λόγο στη συνομολόγηση των συμφωνιών και ιδιαίτερα για την ημερομηνία που υπεγράφησαν. Το δικαστήριο δεν γνωρίζει ποιο είναι το πρόσωπο που κατάρτισε τούτα τα έγγραφα, όπως ούτε από πού άντλησε την πληροφόρησή του αναφορικά με την ημερομηνία 29.11.
- Κρίνω λοιπόν ότι υπό τις περιστάσεις δεν είναι ασφαλές για το δικαστήριο να στηριχθεί, αναφορικά με αυτό το θέμα, στο έντυπο που τιτλοφορείται «ενεχυρίαση μετοχών». Από την άλλη, τα τεκμήρια 10γ, 10ε, 10η, 10ι, και 11η, έντυπα που φαίνεται να καταρτίστηκαν από την τράπεζα και απευθύνονται στην Λαϊκή Τράπεζα (Cyprus Popular Bank), διαφέρουν στην όψη και στο χρόνο υπογραφής από τα αντίστοιχα τεκμήρια 32 και 33, που η εναγομένη δέχεται ότι υπέγραψε όταν μετέβη στην τράπεζα. Εφόσον τα τεκμήρια 32 και 33 δεν αμφισβητούνται για την αυθεντικότητά τους αλλά μόνο για την ημερομηνία που αναφέρουν, και είναι παραδεχτό ότι υπεγράφησαν την ίδια ημερομηνία που υπεγράφη η συμφωνία, ενισχύεται η θέση της ΜΕ2 ότι εκ λάθους αναγράφηκε η ημερομηνία 29.11.99 στα σχετικά έντυπα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και σε συνάρτηση με τη θετική εικόνα που άφησε η ΜΕ1, δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι η ημερομηνία υπογραφής των εγγράφων που αφορούν τη συμφωνία (τεκμήρια 4 έως 8, 32 και 33) είναι η ημερομηνία που εκεί αναφέρεται, δηλαδή 30.11.
- Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι τη θέση της εναγομένης ότι τούτα τα έγγραφα δεν υπεγράφησαν στην παρουσία μαρτύρων και πιστοποιούντος υπαλλήλου. Η περί του αντιθέτου ρητή αναφορά στα ίδια τα τεκμήρια, δηλαδή ότι τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα μαρτύρησαν ή πιστοποίησαν την υπογραφή της εναγομένης, δημιουργεί ισχυρό τεκμήριο που η αναξιόπιστη μαρτυρία της εναγομένης δεν κατόρθωσε να πλήξει. Για το τεκμήριο 9 και ιδιαίτερα το χρόνο που διενεργήθηκε η εκεί αναφερόμενη χρηματιστηριακή πράξη, δηλαδή αγορά πεντακοσίων μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd, καθοριστικό είναι το σχετικό contract note σε συνδυασμό με το τεκμήριο
- Το contract note του τεκμηρίου 9 αναφέρει ως ημερομηνία υποβολής της εντολής (order time) και εκτέλεσης τούτης (execution time), την 29.11.
- Επιπλέον, το περιεχόμενο τούτου του contract note συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 37, δηλαδή το έγγραφο που αποκαλύπτει το σύνολο των χρηματιστηριακών πράξεων που διενήργησε η εναγομένη. Η πρώτη πράξη που φαίνεται στο τεκμήριο 37 είναι ημερομηνίας 29.11.99 και αφορά αγορά πεντακοσίων μετοχών της SFS, δηλαδή της Sharelink, ως επεξηγήθηκε από τον ΜΕ
- Η σύμπτωση που παρατηρείται στην ημερομηνία που αναφέρουν τα δύο τεκμήρια, τεκμήρια 9 και 37, τα οποία συντάχθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα, με το τελευταίο να αποδίδεται στο ΧΑΚ που δεν έχει οιονδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσει, δεν αφήνει περιθώριο άλλης διαπίστωσης παρά μόνο ότι η αγορά τούτων των μετοχών έγινε την 29.11.
- Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης σημειώνω ότι το transfer voucher του τεκμηρίου 9 φέρει ημερομηνία 30.11.
- Αυτό οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι ο λογαριασμός της εναγομένης χρεώθηκε την 30.11.99, δηλαδή την ημερομηνία έκδοσης του transfer voucher. Αυτή η ημερομηνία επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 27, κατάσταση λογαριασμού. Η πρώτη χρέωση που φαίνεται σε αυτό το λογαριασμό είναι ημερομηνίας 30.11.99 και αφορά ποσό ΛΚ15.043,95, δηλαδή ως εκείνο που αναφέρεται στο transfer voucher του τεκμηρίου
- Εκ των πιο πάνω διαπιστώσεων προκύπτει άλλο ένα ζήτημα που χρήζει διερεύνησης. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί η αγορά των 500 μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd έλαβε χώρα την 29.11.
- Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο αυτή η διαπίστωση επηρεάζει τη χρέωση στο λογαριασμό, η οποία έγινε την 30.11.
- Ταπεινή μου γνώμη είναι πως η σχετική χρέωση ουδόλως επηρεάζεται. Το σύνολο των συμφωνιών που υπεγράφησαν από τα μέρη δεν περιορίζει τις πιστωτικές διευκολύνσεις της τράπεζας προς τον επενδυτή σε αγορές που θα γίνοντο στο μέλλον (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Κατ' επέκταση, παρ' ότι οι μετοχές αγοράστηκαν την 29.11.99, εφόσον την επαύριον, 30.11.99, όταν πλέον είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός, παρουσιάστηκε στην τράπεζα το contract note (τεκμήριο 9), τίποτα εμπόδιζε την τράπεζα να αποδεχθεί την πράξη και να χρεώσει το λογαριασμό της εναγομένης. Ως προς το χρόνο που παρουσιάστηκε το contract note του τεκμηρίου 9 στην τράπεζα, αποκαλυπτική είναι η σφραγίδα που τοποθετήθηκε από την τράπεζα και φέρει ημερομηνία 30.11.
- Ως εκ των πιο πάνω, κανένας λόγος υφίσταται για ακύρωση της χρέωσης του λογαριασμού της εναγομένης αναφορικά με τις 500 μετοχές της Sharelink που αγοράστηκαν την 29.11.
- Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με τον όρο 2 του πληρεξουσίου εγγράφου που χορήγησε η εναγομένη το χρηματιστηριακό γραφείο (τεκμήριο 6), η αντιπροσώπευση της εναγομένης από το χρηματιστηριακό γραφείο, και συγκεκριμένα η εξουσία ενεχυρίασης των μετοχών της προς όφελος της τράπεζας, περιορίζετο σε κινητές αξίες που θα αποκτούντο μετά την ημερομηνία του πληρεξουσίου εγγράφου, δηλαδή μετά την 30.11.
- Με βάση τις πρόνοιες αυτού του τελευταίου όρου (όρος 2, τεκμήριο 6) αποκαλύπτεται ότι το χρηματιστηριακό γραφείο δεν δικαιούτο να προσφέρει τις 500 μετοχές της Sharelink για ενεχυρίαση, εφόσον η αγορά τούτων προηγήθηκε της συνομολόγησης του πληρεξουσίου. Παρόλα αυτά, τούτη η αντισυμβατική συμπεριφορά του χρηματιστηριακού γραφείου δεν δημιουργεί πρόβλημα. Ο λόγος έγκειται στο ότι οι εν λόγω μετοχές δεν παρέμειναν δεσμευμένες εσαεί και ούτε η τράπεζα καρπώθηκε οιονδήποτε όφελος, πέραν της προσωρινής ενεχυρίασης. Όπως διαπιστώνεται από το τεκμήριο 38, κατάσταση του ΧΑΚ που φανερώνει ποιες μετοχές της εναγομένης είναι σήμερα δεσμευμένες, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ΜΕ3, τούτες οι μετοχές δεν είναι σήμερα επ' ονόματι της εναγομένης. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι μετά την ενεχυρίαση οι εν λόγω μετοχές χρησιμοποιήθηκαν από την εναγομένη, δηλαδή πωλήθηκαν στο πλαίσιο λειτουργίας του λογαριασμού. Ειρήσθω εν παρόδω σημειώνεται ότι αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου πως το σύνολο των transfer vouchers των τεκμηρίων 9 μέχρι και 26, δεν φέρει την υπογραφή της εναγομένης και ούτε αποστέλλετο στην εναγομένη, εφόσον η διεύθυνση που αναγράφει είναι η διεύθυνση της τράπεζας. Τούτο το συμπέρασμα προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 όσο και από τη μαρτυρία του χρηματιστή (ΜΥ1). Αναφορικά με τις αιτιάσεις της υπεράσπισης για το τεκμήριο 16 καθοριστική κρίνεται η μαρτυρία της ΜΕ2, μαρτυρία η οποία συνάδει και με τα τεκμήρια ενώπιον του δικαστηρίου. Όπως αποκαλύπτεται από το τεκμήριο 32, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, τεκμήριο 4, η εναγομένη ήταν κάτοχος 1100 μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ, τις οποίες ενεχυρίασε προς όφελος της τράπεζας ως μέρος της εξασφάλισης του επίδικου σχεδίου. Τα contract notes τεκμήρια 10β και 10ζ, και τα δύο ημερομηνίας 3.12.99, φανερώνουν ότι την εν λόγω ημερομηνία αγόρασε άλλες 950 μετοχές της Λαϊκής. Αυτή η αγορά διαπιστώνεται και από το τεκμήριο 37 κάτω από την ημερομηνία 3.12.
- Όπως επεξήγησε η ΜΕ2, παρ' ότι την 8.3.00 η εναγομένη πώλησε 1100 μετοχές της Λαϊκής (βλ. τεκμήριο 12α και 12β) κατά τον ίδιο χρόνο εξακολουθούσε να κατέχει τις υπόλοιπες 950 μετοχές. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνω ότι την 8.3.00 η εναγομένη ήταν κάτοχος 950 μετοχών της Λαϊκής. Αυτός λοιπόν είναι και ο λόγος που η Λαϊκή Τράπεζα Λτδ απέστειλε το τεκμήριο 16γ. Αναμφισβήτητο είναι ότι τα χρήματα που χρειάστηκαν για αγορά των μετοχών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, μετά την πρόσκληση του τεκμηρίου 16γ, εξασφαλίστηκαν από το λογαριασμό της εναγομένης, ο οποίος χρεώθηκε με το ανάλογο ποσό, δηλαδή ΛΚ
- Για αυτή την αγορά η υπεράσπιση αιτιάται αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά. Είναι η θέση της ότι η εναγομένη όχι μόνο δεν ενημερώθηκε για την προσφορά της Λαϊκής, αλλά ούτε και έλαβε γνώση για την αγορά που εν τέλει ακολούθησε. Είμαι της γνώμης ότι ούτε αυτές οι θέσεις έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το τεκμήριο 7, δηλαδή το έγγραφο με το οποίο η εναγομένη εξουσιοδότησε την τράπεζα να ενεχυριάζει μετοχές που αγοράζοντο. Συγκεκριμένα ο όρος 6 του τεκμηρίου 7 επιτρέπει ενεχυρίαση όχι μόνο των υφιστάμενων μετοχών αλλά και οποιονδήποτε ωφελημάτων και/ή δικαιωμάτων που απορρέουν από τις ενεχυριαζόμενες μετοχές. Δυνάμει τούτου του όρου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο η εναγομένη ήταν κάτοχος μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας οι οποίες ήταν ενεχυριασμένες στην τράπεζα, η ενέργεια της τελευταίας να αγοράσει τις προσφερόμενες στην ενάγουσα μετοχές ήταν καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή από τις μεταξύ τους συμφωνίες. Η θέση της υπεράσπισης αναφορικά με το τεκμήριο 27, δηλαδή ότι αδύνατο είναι τούτος ο λογαριασμός να έφερε λογότυπο των ολυμπιακών αγώνων, απαντάται από τη μαρτυρία της ΜΕ
- Δεν αμφισβητείται βεβαίως ότι οι ολυμπιακοί αγώνες της Αθήνας έλαβαν χώρα το
- Εντούτοις η ΜΕ2 επεξήγησε ότι η τράπεζα ήταν χορηγός των αγώνων, γεγονός που ήταν σε γνώση της κατά το χρόνο έκδοσης των εντύπων που απαρτίζουν το τεκμήριο
- Η πλευρά της τράπεζας δεν αμφισβήτησε ότι περί το 2003 δόθηκε στην εναγομένη το τεκμήριο 36, δηλαδή δέσμη κατάστασης λογαριασμών που δεν φέρει το λογότυπο των ολυμπιακών αγώνων. Έχω την αίσθηση ότι αυτό και μόνο το γεγονός δεν πλήττει την εγκυρότητα του τεκμηρίου
- Άλλωστε μέρος του τεκμηρίου 27, δηλαδή οι λογαριασμοί που εκδόθηκαν την 30.6.04 και μετά, ούτως η άλλως δεν φέρουν λογότυπο των ολυμπιακών αγώνων, όπως και στο τεκμήριο
- Από την άλλη, αντιπαραβολή των δύο τεκμηρίων, 27 και 36, αποκαλύπτει ότι το περιεχόμενο τους δεν διαφέρει. Τα πιο πάνω δεν είναι τα μόνα στοιχεία που αποκαλύπτουν την αυθεντικότητα του τεκμηρίου
- Όπως έχω ήδη αναφέρει, εξέταση τούτου υπό το φως των contract notes αποδεικνύει ότι το περιεχόμενό του συνίσταται στις αγοραπωλησίες που έγιναν για τα contract notes. Εν ολίγοις, ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενο των contract notes. Πέραν των πιο πάνω, σταθερή και ακλόνητη παρέμεινε η θέση των ΜΕ 1 και 2 ότι η εναγομένη ουδέποτε παραπονέθηκε πως δεν ελάμβανε τούτους τους λογαριασμούς. Αυτό μάλιστα το δέχθηκε και η εναγομένη. Σημειώνω περαιτέρω ότι ούτε η ορθότητα της διεύθυνσης που αναγράφεται στο τεκμήριο 27 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αυτή μάλιστα η διεύθυνση είναι εκείνη που δόθηκε και στο ΧΑΚ, σύμφωνα με τον ΜΕ
- Καταλήγω λοιπόν ότι το τεκμήριο 27 είναι η κατάσταση λογαριασμού που απεστάλη στην εναγομένη και περαιτέρω, ότι τα τεκμήρια 28, 29 και 35 είναι επιστολές που επίσης εστάλησαν από την τράπεζα στη διεύθυνση της εναγομένης. Αναφορικά με την παραλαβή των εν λόγω τεκμηρίων από την εναγομένη υποδεικνύω ότι σύμφωνα με τη νομολογία. δημιουργείται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479, 491). Στη δοσμένη περίπτωση η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ταχυδρόμηση των εν λόγω τεκμηρίων. Το μόνο που αμφισβήτησε είναι την παραλαβή τούτων. Τούτη όμως η προσέγγιση δεν ανατρέπει το τεκμήριο που δημιουργεί η ταχυδρόμηση, δοθέντος μάλιστα ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στα τεκμήρια είναι ορθή, ότι η εναγομένη δέχεται ότι παρέλαβε μια εκ των επιστολών (τεκμήριο 28), και εν κατακλείδι, ότι η μαρτυρία της εναγομένης απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Πέραν των πιο πάνω, υπό τις περιστάσεις περιορισμένη έχει σημασία αν η τράπεζα απέστειλε στην εναγομένη επιστολή τερματισμού. Στις συμφωνίες τεκμήρια 4 και 5 μνημονεύεται αυτή ακριβώς η περίπτωση. Ο όρος 3 του τεκμηρίου 4 αναφέρει ότι «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτη να τερματίσει την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού.». Ανάλογη και η πρόνοια του όρου 5 του τεκμηρίου 5 όπου αναφέρεται ότι. «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία του Λογαριασμού Επενδυτή.». Τούτες οι πρόνοιες της συμφωνίας δεν διαφέρουν από τον όρο που εξετάστηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238, 1250, όπου κρίθηκε ότι η τράπεζα δεν υποχρεούτο να τερματίσει τη συμφωνία γραπτώς. Συνακόλουθα, ακόμη και αν η τράπεζα δεν απέστελλε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, δηλαδή το τεκμήριο 29, ουδεμία αντισυμβατική συμπεριφορά θα υφίστατο. Όλα τα πιο πάνω απορρίπτουν τις αιτιάσεις της υπεράσπισης και για τα περί μη εκκαθαρισμένης αξίωσης. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι κατά το χρόνο σύναψης των συμφωνιών, τεκμήρια 4 έως 8 και 32 και 33, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είχε εκδώσει τις εγκυκλίους τεκμήριο
- Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή το χρόνο συνομολόγησης των συμφωνιών, η τράπεζα δεν πληροφόρησε την εναγομένη για το περιεχόμενο των εν λόγω εγκυκλίων. Εδρασμένη σε αυτά τα γεγονότα η υπεράσπιση υποστήριξε ότι οι εν λόγω συμφωνίες συνιστούν παραβίαση δημόσιας πολιτικής και ότι αντιστρατεύονται των διατάξεων του άρθρου 23 του Κεφ. 149, και δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι είναι παράνομες. Δεν διέλαθε την προσοχή του δικαστηρίου η δέσμη εγκυκλίων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια (βλ. τεκμήριο 42). Επίσης, δεν παραγνωρίστηκε ότι η εγκύκλιος ημερομηνίας 24.11.99, δηλαδή σε χρόνο πριν από τη συνομολόγηση της συμφωνίας, ζητά από τις τράπεζες να μην προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων που στόχο έχουν την αγορά μετοχών. Η αυστηρότητα του περιεχομένου των εν λόγω εγκυκλίων ουδόλως αγνοήθηκε ή υποτιμήθηκε. Εν τούτοις η σχετική με το θέμα νομολογία αποκρυσταλλώνει ότι οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν συνιστούν δημόσια πολιτική, εν τη εννοία του άρθρου 23 του Κεφ.
- Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Συρίμη ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131,
- «Δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που ο πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε τη μαρτυρία του Λειτουργού της Κεντρικής Τράπεζας, Μ.Ε.
- Η ερμηνεία που έδωσε το δικαστήριο δεν ήταν ορθή. Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση». Κατά συνέπεια ούτε αυτή η θέση της υπεράσπισης επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Άλλη θέση της υπεράσπισης είναι πως η τράπεζα ήτο αμελής στη διαχείριση των ενεχυριασμένων μετοχών και/ή ότι κατέστη εμπιστευματοδόχος των μετοχών που της ενεχυρίασε η εναγομένη, και συνεπώς παράλειψή της να πωλήσει τούτες μόλις η πτώση της αξίας τους αλλοίωνε την αναλογία μεταξύ ορίου πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, καθιστά την τράπεζα υπόλογη στην εναγομένη για ζημιά που υπέστη. Σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε ανάλογες υποθέσεις απορρίπτει τούτη τη θέση της υπεράσπισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Συρίμη, πιο πάνω, στη σελίδα 1149 όπου λέχθηκε «Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER 839, οι Εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή. Δεν συμφωνούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται θέμα παραβίασης του περί Επιτρόπων Εμπιστεύματος Νόμου, Κεφ. 193, όπως εισηγείται στην εκατοντασέλιδη αγόρευση του ο κ. Παπαντωνίου, στα πλαίσια του δέκατου λόγου έφεσης. Ούτε συμφωνούμε ότι όσα διαπιστώθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο, έρχονται σε αντίθεση με τον δικαστικό λόγο της αγγλικής υπόθεσης China and South Sea Bank v. Tan (ανωτέρω). Η πιο πάνω υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ως ενισχύουσα τη θέση ότι ο δανειστής δεν καθίσταται και εμπιστευματοδόχος μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί και ούτε έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης που έχει και η αξία των μετοχών μειωθεί. Μπορεί η πιο πάνω αγγλική υπόθεση να έχει διαφορές με την υπό εκδίκαση, αλλά καμιά διαφορά δεν διαπιστώνεται στην πιο πάνω διαπιστωθείσα αρχή του κοινοδικαίου, η οποία συνάδει με το δικό μας δίκαιο, όπως αυτό κωδικοποιείται στο Κεφ.
- Επομένως, ούτε ο δέκατος λόγος έφεσης ευσταθεί». Στην υπό κρίση περίπτωση ο όρος 14 του τεκμηρίου 5 και ο όρος 7 του τεκμηρίου 7, οδηγούν σε ένα μόνο αποτέλεσμα. η τράπεζα ουδεμία υποχρέωση είχε για άσκηση των δικαιωμάτων του επενδυτή, δικαιούτο όμως, εάν το επιθυμούσε, να προχωρήσει σε πώληση των μετοχών, ώστε να εξασφαλίσει το λαβείν της. Το γεγονός όμως ότι δεν πώλησε τις μετοχές δεν την καθιστά υπόλογο στην εναγομένη. Περαιτέρω, το σύνολο των συμφωνιών αποκαλύπτει ότι το δικαίωμα της τράπεζας επί των μετοχών εξυπηρετούσε ένα μόνο σκοπό. Αυτός είναι η εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγούντο. Καμία πρόνοια των συμφωνιών που υπεγράφησαν αφήνει να νοηθεί ότι η τράπεζα κατέστη εμπιστευματοδόχος της εναγομένης. Ως εκ των πιο πάνω το σύνολο των θέσεων της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης απορρίπτεται. Μοιραία η ανταπαίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η τράπεζα απέδειξε πλήρως την αξίωση της έναντι της εναγομένης και ότι καμία εκ των αιτιάσεων της υπεράσπισης είναι ικανή να οδηγήσει την αξίωση σε απόρριψη. Ως εκ τούτου, υπέρ της τράπεζας και εναντίον της εναγομένης εκδίδεται απόφαση ως οι παράγραφοι 11 (α) και (β) του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή για ποσό ΛΚ 21.415,55 πλέον τόκο προς 9% από 01.01.
- Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και νοείται ότι ο ενάγων ή ο ενεχυροδανειστής δύναται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις για το σκοπό πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών/αξιών. Τούτες οι μετοχές είναι: (α) 180 μετοχές της Euroinvestment & Finance Ltd. (β) 6.900 μετοχές της Multichoice (Cyprus) Public Company Ltd. (γ) 4.000 μετοχές της Europrofit Capital Investors Public Ltd. (δ) 800 δικαιώματα αγοράς της Europrofit Capital Investors Public Ltd. (ε) 4.000 μετοχές της Avacom Computer Services Ltd. Tα έξοδα της διαδικασίας, αξίωσης και ανταπαίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο