LONGBAY LIMITED ν. ELOPE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 8691/12, 19/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8691/12 Μεταξύ: LONGBAY LIMITED, SUITE 102, GRD FL, BLAKE BUILDING, CORNER EYRE & HUSTON STREETS, BELIZE CITY, BELIZE Ενάγουσας -και-
- ELOPE LIMITED, SUITE 106, PREMIER BUILDING, ALBERT STREET, P.O.BOX 1015, VICTORIA, MAHE SEYCHELLES
- JSC TRASTA KOMERCBANKA CYPRUS BRANCH, 56 MAKARIOU AVENUE, NICOSIA, CYPRUS Εναγομένων ____________________ Αίτηση ημερ. 5.12.12 των Εναγόντων για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal 19 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-αιτητές: κα Πελεκάνου. Για Εναγόμενους 2-καθ' ων η αίτηση: κα Κακογιάννη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες διατείνονται ότι έπεσαν θύματα απάτης εκ μέρους των Εναγομένων 1, αλλά και αγνώστων προσώπων, πιθανόν διεθνών απατεώνων, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να μεταφερθεί στις 9.12.09 και 11.12.09, από τον λογαριασμό των Εναγόντων με αρ. CY86005002400002400749573901 που τηρεί στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 με αρ. CY08128000027772111220271001 που τηρεί στους Εναγόμενους 2 στη Λευκωσία, το ποσό των $442.116,51 U.S.D. (€346.442,23). Στη βάση αυτή, καταχώρησαν στις 5.12.12 αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνοντας αριθμό διαταγμάτων και αποζημιώσεις. Παράλληλα με την αγωγή, οι Ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) καταχώρησαν την ίδια ημέρα αίτηση δια κλήσεως, βάσει των άρθρων 29, 30 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, των άρθρων 2, 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, της Δ.48 θ.1, 2, 3, 7, 8 και 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, του άρθρου 29
(2)(ε) (ζ) (η), του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97 και των γενικών αρχών έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, αποβλέποντας στην έκδοση δύο ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση). Η αίτηση δια κλήσεως επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2. Οι καθ' ων η αίτηση 1, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους, στις 26.2.13, Προσωρινό Διάταγμα ως η παρ.
(2)της αίτησης, το οποίο και έγινε συγχρόνως απόλυτο. Οι καθ' ων η αίτηση 2 καταχώρησαν ένσταση, στους λόγους της οποίας αναφορά θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Επί του παρόντος προέχουν οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι αιτητές στις ένορκες δηλώσεις ημερ. 5.12.12 για εξασφάλιση των προσωρινών διαταγμάτων. Όπως διατείνονται, η μεταφορά του πιο πάνω ποσού έγινε σε τρεις δόσεις: Η πρώτη δόση για το ποσό των $217.545,51 swift 9.12.09, η δεύτερη δόση για το ποσό των $72.000 swift 9.12.09 και η τρίτη δόση για το ποσό των $152.571 swift 11.12.
- Οι πληρωμές αυτές καταχωρήθηκαν έναντι υφάσματος επίπλων σύμφωνα με σύμβαση ημερ. 4.6.
- Στις 18.1.11, όταν ο Sergey Lervo διορίστηκε διευθυντής των αιτητών - κύρια εργασία των οποίων είναι η εμπορία καταναλωτικών αγαθών ως και οι εργοληπτικές εργασίες - προχώρησε σε έλεγχο των πληρωμών των αιτητών και ανακάλυψε ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 ουδέποτε ήταν εργολάβοι των αιτητών και η σύμβαση ημερ. 4.6.09 ήταν εικονική. Οι αιτητές ουδέποτε παρείχαν ούτε και έκδοσαν τιμολόγια προς αποπληρωμή και παράδοση τέτοιου είδους υλικών. Είναι ισχυρισμός των αιτητών ότι άγνωστα πρόσωπα, πιθανόν διεθνείς απατεώνες, παραβίασαν τον κωδικό πρόσβασης της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των αιτητών και πέτυχαν πρόσβαση σ' αυτήν, άλλαξαν τα στοιχεία ενός από τους εργολάβους των αιτητών και ξεγελώντας τους αιτητές, πέτυχαν τη μεταφορά των χρημάτων στον λογαριασμό των καθ' ων η αίτηση
- Αμέσως οι αιτητές έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους για να προχωρήσουν με νομικά μέτρα ώστε να τους επιστραφούν τα χρήματα και να συγκεντρώσουν πληροφορίες και λεπτομέρειες για τις μεταφορές των χρημάτων ως και για τα άτομα που έλαβαν τα χρήματα και τους καθ' ων η αίτηση
- Στις 12.8.11 οι δικηγόροι των αιτητών έστειλαν επιστολή στους καθ' ων η αίτηση 2 ζητώντας τους να τους αποκαλύψουν πληροφορίες για τη μεταφορά των χρημάτων, όμως αυτοί αρνήθηκαν επικαλούμενοι το τραπεζικό απόρρητο. Στις 20.3.12 οι δικηγόροι τους απέστειλαν επιστολή στους καθ' ων η αίτηση 1 ζητώντας επιστροφή των χρημάτων, όμως δεν έλαβαν απάντηση. Είναι η θέση των αιτητών ότι οι πληροφορίες που ζητούν από τους καθ' ων η αίτηση 2 είναι απαραίτητες προκειμένου να καταστεί δυνατή η προώθηση των αξιώσεων τους εναντίον των προσώπων που ενέχονται στις ύποπτες και παράνομες μεταφορές χρημάτων ως και στις δόλιες πράξεις εναντίον τους και οι καθ' ων η αίτηση 2 είναι σε θέση να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες. Οι καθ' ων η αίτηση 2 με την ένσταση τους - η οποία δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση - προβάλλουν 14 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής έξι: Τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν λογαριασμούς τρίτων προσώπων, η συγκατάθεση των οποίων δεν έχει ληφθεί και οι καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή το τραπεζικό απόρρητο. Οι αιτητές δεν επικαλούνται παράνομες ενέργειες των καθ' ων η αίτηση 2, ούτε και ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 διευκόλυναν την άδικη πράξη. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έλαβε χώρα παράνομη πράξη και οι καθ' ων η αίτηση 2 την είχαν διευκολύνει, ως και ότι η αιτούμενη αποκάλυψη πληροφοριών είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση 2 και αν εκδοθούν, όλο το Κυπριακό σύστημα εμπιστευτικότητας Εταιρειών και της Κύπρου ως Διεθνούς Επιχειρηματικού Κέντρου, θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και παρακάμπτουν διαδικασίες που προνοούνται με ειδικό Νόμο, σύμφωνα με τον οποίο, πληροφορίες θα μπορούσαν ίσως να δοθούν μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εξαντλούνται τελεσίδικα όλες οι θεραπείες που οι αιτητές αξιώνουν με την αίτηση τους, χωρίς δίκη. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι αιτητές θα πρέπει να καταβάλουν τα έξοδα των καθ' ων η αίτηση
- Έχω μελετήσει με προσοχή την Αίτηση και Ένσταση, καθώς επίσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247 (εκτενής αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω). Κατ' επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997, το οποίο, όπως έγινε εισήγηση, απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεσή τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(ανωτέρω) είναι σαφές ότι η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ίδιο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, με την παρούσα Αίτηση, ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τους λογαριασμούς που οι Εναγόμενοι 1 διατηρούν στους καθ' ων η αίτηση 2 και κατά την άποψη μου, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων ο Αιτητής ισχυρίζεται - εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary .» Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η θέση των καθ' ων η αίτηση 2 ότι δεν μπορούν να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη τους, δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των αιτητών, προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι αυτοί έχουν δικαίωμα να πάρουν τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς οι καθ' ων η αίτηση 2 να χρειάζονται τη συγκατάθεση των καθ' ων η αίτηση 1 (πελατών τους). Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- «The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L'Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it.» Σχετική είναι και η υπόθεση A and another v. C and others
(1980)2 All E.R. 351, και το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants of their employees or directors.» Περαιτέρω, σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Litigation pre-emptive remedies Loose leaf Edition Sweet & Maxwell's και κάτω από τον τίτλο Involvement in Wrongdoing στη σελίδα Α3-1037: «Banks have often been held to be innocently involved in wrongdoing and Norwich Pharmacal orders have been made against them in a number of cases. This arises particularly where there has been a fraud which had let to loss, and the applicant wants to know the identity of the perpetrator in order to issue proceedings. Norwich relief can be obtained in such circumstances in order to identify the wrongdoer and prevent any further fraudulent activity.» Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται και ακολουθεί η εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη βάση του οποίου οι αιτητές προώθησαν την υπόθεση τους, έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 κλπ) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Έχοντας επισημάνει ότι τα διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει τη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα. Τα γεγονότα της υπόθεση Norwich, ήταν κατ' ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι' αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ' ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Έχοντας παραθέσει το σχετικό απόσπασμα προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, κι αυτό στη βάση του υλικού που έχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πρώτη προϋπόθεση, αν δηλαδή έγινε αδικοπραξία από τους βασικούς αδικοπραγήσαντες ή αν καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι συζητήσιμο, δεν παρουσιάζει πρόβλημα. Από το σχετικό υλικό προκύπτει ότι, ή τουλάχιστον φαίνεται να έγιναν οι αποδιδόμενες στους καθ' ων η αίτηση 1 και σε άλλα άγνωστα πρόσωπα, αδικοπραξίες ή άλλες επιλήψιμες πράξεις. Με επιλήψιμες πράξεις και ξεγελώντας τους αιτητές, μεταβιβάστηκε το συνολικό ποσό των $442.116,51 U.S.D. (€346.442,23) σε τραπεζικό λογαριασμό των καθ' ων η αίτηση 1 που διατηρούν στους καθ' ων η αίτηση 2 στη Λευκωσία. Επομένως, κρίνω ότι η σχετική προϋπόθεση, η οποία αντιστοιχεί στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, ικανοποιείται. Κατ' ακολουθία τούτου, η προσοχή θα πρέπει να επικεντρωθεί στη δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui (πιο πάνω). Δηλαδή αν υπάρχει ανάγκη έκδοσης του διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα (οι Καθ' ων η Αίτηση δηλαδή) (α) είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία που υποβοήθησε την τέλεση της και (β) είναι σε θέση, ή φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 κατέχουν ή φαίνεται να κατέχουν πληροφορίες για τα πρόσωπα που «κρύβονται» πίσω από τους λογαριασμούς των καθ' ων η αίτηση 1, τα οποία εκ πρώτης όψεως ενήργησαν με επιλήψιμο τρόπο στην προσπάθεια τους να αποσπάσουν από τους αιτητές υπέρογκα ποσά. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, νομιμοποιούσε τους αιτητές σε έγερση αγωγής εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και περαιτέρω και σε καταχώρηση αίτησης για αποκάλυψη των πληροφοριών που αυτοί κατέχουν ή φαίνεται να κατέχουν και οι οποίες είναι απαραίτητες για τους αιτητές για να προωθήσουν την αγωγή τους εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων. Διαφωνώ με τη θέση των καθ' ων η αίτηση 2, όπως προβάλλει ως λόγος ένστασης, ότι με τα αιτούμενα διατάγματα εξαντλούνται τελεσίδικα όλες οι θεραπείες που οι αιτητές αξιώνουν με την αίτηση τους, χωρίς δίκη. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά. Πολ. Έφ. 54/12 ημερ. 27.6.12 - η οποία επίσης αφορούσε διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal - όπου αποφασίστηκε ότι: Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ένστασης, δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Απορρίπτεται τέλος και ο λόγος ένστασης ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και παρακάμπτουν διαδικασίες που προνοούνται με ειδικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο θα μπορούσαν να πάρουν πληροφορίες μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Πρόκειται για γενικούς ισχυρισμούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση 2, πέραν από μια γενική αναφορά στη γραπτή τους αγόρευση, δεν διευκρίνισαν, δεν εξειδίκευσαν ούτε και επεξήγησαν στο Δικαστήριο. Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνω ότι ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, εκδίδονται διατάγματα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 ως οι παράγραφοι 1 (Α, Β, Γ, Δ, Ε) της αίτησης. Σ' ότι αφορά τα έξοδα, τα οποία επίσης ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι πρέπει να είναι έξοδα δίκης και θα επιδικαστούν προς όφελος των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, μόνο στην περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους. Και αυτό, ενόψει του ότι οι αιτητές εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2, έχουν απαίτηση μόνο για αποκάλυψη, και αυτοί καταχώρησαν ένσταση για να αποφύγουν ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον τους από τους καθ' ων η αίτηση 1 στην περίπτωση που αποκάλυπταν τις πληροφορίες χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο