← Κύπρος

Γ.ΦΥΤΙΛΗΣ ΣΙΑ Ε.Ε. - ARGO TRAVEL TOURISTS BUREAU ν. D TRAVEL N OUTLET LTD, Αρ.Αγωγής: 718/13, 30/4/2013

Γ.ΦΥΤΙΛΗΣ ΣΙΑ Ε.Ε. - ARGO TRAVEL TOURISTS BUREAU ν. D TRAVEL N OUTLET LTD, Αρ.Αγωγής: 718/13, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Μέσσιου-Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 718/13 Μεταξύ: Γ.ΦΥΤΙΛΗΣ & ΣΙΑ Ε.Ε. - ARGO TRAVEL & TOURISTS BUREAU Εναγόντων και D. TRAVEL N. OUTLET LTD Εναγομένων Μονομερής αίτηση ημερ. 28.1.13 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων από τους ενάγοντες-αιτητές Ημερομηνία: 30.4.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ.Στυλιανός Ν.Χριστοφόρου Για τους εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση: κ.Ανδρέας Μ.Κλεάνθους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.1.13 οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους από του να μειώσουν και/ή εκποιήσουν και/ή εισπράξουν και/ή επιτρέψουν σε τρίτο άτομο, άλλο από τους αιτητές, φυσικό ή νομικό να εισπράξει και/ή με καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν την εγγύηση ύψους €20,000 την οποία έχουν καταθέσει στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού και οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δικαιολογημένη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις . Όπως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα, το αντικείμενο της αγωγής είναι οφειλόμενο υπόλοιπο εκ €15,836,63 δυνάμει κατάστασης λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή έγγραφης αναγνώρισης χρέους και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως, νόμιμο τόκο από 8.10.12, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Η μονομερής αίτηση ορίστηκε στις 28.1.13, μετά από μελέτη της το Δικαστήριο ζήτησε την έκδοση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μετά την καταχώρηση της οποίας στις 30.1.13 εξέδωσε προσωρινό μονομερές διάταγμα δια του οποίου απαγορεύεται στους καθ΄ων η αίτηση από του να μειώσουν και/ή εκποιήσουν και/ή εισπράξουν και/ή επιτρέψουν σε τρίτο άτομο, άλλο από τους αιτητές, φυσικό ή νομικό να εισπράξει και/ή με καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν την εγγύηση ύψους €20,000 την οποία έχουν καταθέσει στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Το διάταγμα επιδόθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου τόσο στους καθ΄ων η αίτηση αλλά και στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Οι καθ΄ων αίτηση καταχώρησαν μέσω συνηγόρου την ένσταση τους στη συνέχιση του διατάγματος. Η αίτηση ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες μετά από παράκληση των συνηγόρων και των δύο μερών ενόψει σοβαρών προσπαθειών συνολικής διευθέτησης της αγωγής οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν και οδηγήθηκε τελικά σε ακρόαση. Νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4,5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1,2,3,7,8 και 9, τα άρθρα 2,3,5,6,7 και 11 του Ν.41(Ι)/95 και οι εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς επίσης η πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του δικηγόρου Αντρέα Κωνσταντινίδη στην οποία αναφέρει ότι οι αιτητές είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελλάδα και ασχολούνται με την παροχή τουριστικών και ταξιδιωτικών υπηρεσιών. Οι καθ΄ων η αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Κύπρο και επίσης είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ταξιδιωτικών γραφείων του ΚΟΤ για να ασκούν λειτουργίες ταξιδιωτικού γραφείου. Δυνάμει του περί Ταξιδιωτικών Γραφείων Νόμου για να μπορεί κάποιο πρόσωπο να εγγραφεί στο μητρώο του ΚΟΤ ως ταξιδιωτικό γραφείο πρέπει να καταθέσει, μεταξύ άλλων, χρηματική εγγύηση. Στη παρούσα περίπτωση οι καθ΄ων η αίτηση έχουν καταθέσει στον ΚΟΤ εγγύηση ύψους €20.

  1. Είναι η θέση του ότι κατόπιν επαγγελματικής συνεργασίας αιτητών-καθ΄ων η αίτηση οι αιτητές τηρούσαν τον λογαριασμό με αριθμό 30.70.014 στον οποίο γίνονταν οι απαραίτητες χρεωπιστώσεις και ο οποίος σήμερα έχει υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό €15.836,63, Τεκμήριο Α. Τα ποσά αυτά αφορούν υπηρεσίες που παρείχαν οι αιτητές στους καθ΄ων η αίτηση για τους μήνες Απρίλιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2012 και τα ποσά τα οποία οφείλονται δεν αμφισβητήθηκαν από τους καθ΄ων η αίτηση αλλά αντίθετα μεταξύ αιτητών και καθ΄ων η αίτηση έχει ανταλλαγεί σωρεία ηλεκτρονικών μηνυμάτων, Τεκμήριο Β, στα οποία φαίνονται οι προσπάθειες που έγιναν για να καταρτιστεί κάποιο πλάνο πληρωμών. Το πλάνο αυτό ουδέποτε τηρήθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση και στις 29.11.12 οι αιτητές έστειλαν νέα επιστολή στους εναγόμενους καλώντας τους να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, Τεκμήριο Δ. Επειδή και πάλι δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα οι καθ΄ων η αίτηση απέστειλαν νέα επιστολή ζητώντας και καθορίζοντας νέο πλάνο πληρωμών, Τεκμήριο Ε το οποίο απερρίφθη από τους αιτητές. Παρά τα πιο πάνω μέχρι σήμερα οι καθ΄ων η αίτηση δεν τίμησαν τις υποχρεώσεις τους και τις υποσχέσεις τους, εξακολουθεί να οφείλεται το αναφερόμενο υπόλοιπο και είναι η θέση του κ.Κωνσταντινίδη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού οι προϋποθέσεις που η νομολογία καθορίζει, τηρούνται, και με δεδομένη την οικονομική δυσχέρεια των καθ΄ων η αίτηση υπάρχει περίπτωση κάποιος άλλος στον οποίο οφείλονται χρήματα από τους καθ΄ων η αίτηση να εκποιήσει την εγγυητική τους που είναι κατατεθειμένη στον ΚΟΤ και να μην μπορούν οι αιτητές να εισπράξουν το λαβείν τους. Με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 30.1.13 ο κ.Α.Κωνσταντινίδης αναφέρει ότι οι αιτητές έχουν κάνει έρευνα σε σχέση με τους καθ΄ων η αίτηση και δεν φαίνεται να διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία εκτός από τον γραφειακό εξοπλισμό του ταξιδιωτικού τους γραφείου και έτσι δεν υπάρχει άλλη περιουσία, την οποία οι ενάγοντες θα μπορούν να εκποιήσουν για την οφειλή τους εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δέσμευσης της εγγυητικής τους. Αναφέρει επίσης ότι με βάση το άρθρο 11 του Περί Γραφείων Τουρισμού και Ταξιδιών Νόμο, Ν.41(Ι)/95προβλέπεται ότι η εγγύηση η οποία κατατίθεται στον ΚΟΤ για να εκδώσει άδεια λειτουργίας χρησιμεύει αποκλειστικά για την ικανοποίηση απαιτήσεων που προκύπτουν μόνο από τουριστικές συναλλαγές και επομένως η εγγύηση δεν μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε άλλη τυχόν οφειλή των εναγομένων παρά μόνο οφειλή ως αυτή των αιτητών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν γραπτή ένσταση στις 28.2.
  2. Την ένσταση η οποία βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4,5 και 9, στην Δ.38 και Δ.48 θ.θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 11 του Περί Γραφείων Τουρισμού και Ταξιδιών και Ξεναγών Νόμο Ν.41(Ι)/95και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, συνοδεύει η ένορκος δήλωση του εκ των Διευθυντών τους Νικόλα Μαύρου. Οι λόγοι ένστασης όπως φαίνονται στο σώμα της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/
  3. Η αίτηση των εναγόντων-αιτητών υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση χωρίς να δοθούν οι απαραίτητες επεξηγήσεις που να δικαιολογούν την ένορκη δήλωση από δικηγόρο ως καθιερώθηκε από την νομολογία. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν είναι φερέγγυα πρόσωπα. Ο απλός ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν έχει περιουσία η εταιρεία εκτός από τον εξοπλισμό της δεν είναι επαρκής για σκοπούς της οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται η εταιρεία. Οι ενάγοντες-αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας όπως σήμερα θα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να δημιουργηθεί ζημία, η οποία θα είναι μη αποτρέψιμη και/ή ανεπανόρθωτη, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής, γιατί πιθανόν θα επέμβουν τρίτα πρόσωπα επί της εγγυήσεως θα έχουν ως συνέπεια την εξανέμιση της εγγυήσεως. Οι ισχυρισμοί τους είναι γενικοί και αόριστοι. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία που να αποδεικνύει το κατεπείγον στοιχείο και/ή άλλων ιδιαζουσών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος μονομερώς, χωρίς ειδοποίηση προς τους εναγόμενους. Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία που να καταδεικνύει κανένα σοβαρό ή εύλογο ή επείγον λόγο ή αιτία για την έκδοση του αιτούμενου παρεμπίπτοντος διατάγματος (εκκρεμούσης της αγωγής). Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) είναι με το μέρος των εναγομένων. Η αίτηση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ζητά ουσιαστικά την θεραπεία που και η κύρια αγωγή με αποτέλεσμα να εκδικάζεται το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. Η όλη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου με σκοπό την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο ως τροποποιήθηκε καθ΄ότι δεν αποκαλύπτεται που εβρίσκονται τα πρωτότυπα των επισυνημμένων τεκμηρίων και τα οποία δεν φέρουν καμία υπογραφή ή την πηγή προελεύσεως τους. Δεν επιτρέπεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 11

(1)του Νόμου 41(Ι)/
  1. Στην ένορκη του δήλωση ο Νικόλας Μαύρος υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι έχει διαβάσει τις δύο ένορκες δηλώσεις του Α.Κωνσταντινίδη οι οποίες περιέχουν εξ ακοής μαρτυρία, σημειώνει ότι δεν αναφέρεται ο λόγος που η ένορκος δήλωση γίνεται από δικηγόρο και όχι από διάδικο, διαφωνεί με τους ισχυρισμούς ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και ισχυρίζεται ότι οι καθ΄ων η αίτηση έχουν αναπτύξει τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, είναι φερέγγυοι και κατέχουν περιουσία πέραν των €30.
  2. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι το αποτέλεσμα έκδοσης του διατάγματος είναι ουσιαστικά να έχει μειωθεί το ποσό της εγγύησης που οι καθ΄ων η αίτηση έχουν καταθέσει στον ΚΟΤ ύψους €20.000 σε €5.000 το οποίο επομένως θα πρέπει να συμπληρώσουν άμεσα αφού σε άλλη περίπτωση θα ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του ταξιδιωτικού τους γραφείου. Αναφέρει επίσης ότι το άρθρο 11 του Ν.41(Ι)/95 προνοεί ότι η εγγύηση που κατατίθεται στον ΚΟΤ δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κατάσχεση ή έκδοση προσωρινού διατάγματος παρά μόνο μετά από τελεσίδικη και εκτελεστή δικαστική απόφαση της οποίας η απαίτηση βασίζεται σε τουριστικές συναλλαγές και επομένως δεν μπορούσε καν να εκδοθεί το υπό αμφισβήτηση προσωρινό διάταγμα. Προβάλλει δε περαιτέρω την θέση ότι δεν ικανοποιείται καμιά από τις προϋποθέσεις που η νομολογία καθορίζει για την συνέχιση του διατάγματος και αιτείται την ακύρωση του με έξοδα. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με αναφορά στην νομολογία. Ήταν η θέση του κ.Χριστοφόρου ότι οι λόγοι ένστασης που εγείρονται δεν είναι βάσιμοι, έχει δοθεί επαρκής αιτιολογία για τον λόγο που η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έχει γίνει από δικηγόρο, έχει παρουσιαστεί ικανοποιητική μαρτυρία από πλευράς αιτητών που να δικαιολογεί τόσο τη βασιμότητα της απαίτησης τους αλλά και την δυσκολία των καθ΄ων η αίτηση να την πληρώσουν, οι ισχυρισμοί που έχουν προταθεί από τους καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με την εγγυητική που έχουν καταθέσει είναι γενικοί και αόριστοι αφού σε καμία περίπτωση δεν τους έχει ζητηθεί από τον ΚΟΤ να καταβάλουν επιπρόσθετο ποσό για εγγύηση και διαφωνούν με την ερμηνεία που δίδεται από τον δικηγόρο των καθ΄ων η αίτηση αναφορικά με το άρθρο 11
(1)του Νόμου 41(Ι)/
  1. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι από την στιγμή που έχουν περάσει πέραν των 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και ο ΚΟΤ δεν έχει ζητήσει ακόμα από τους καθ΄ων η αίτηση να καταβάλουν επιπρόσθετο ποσό για την κάλυψη της εγγύησης εξυπακούεται ότι δεν ισχύει η ερμηνεία που δίδεται στο θέμα της εγγυητικής από τον συνήγορο των εναγομένων. Εισηγείται δε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την ένσταση και να καταστήσει απόλυτο το διάταγμα μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Αντίθετη ήταν η θέση του κ.Κλεάνθους ο οποίος υιοθετώντας όλους τους λόγους ένστασης επέμενε ότι δεν δικαιολογείται η διατήρηση της ισχύος του διατάγματος και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να το ακυρώσει. Είναι η θέση του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας επιβάλλει όπως το διάταγμα ακυρωθεί γιατί η ύπαρξη του διατάγματος και η τυχόν συνέχιση του αντιβαίνουν τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα του Ν.41(Ι)/
  2. Ήταν ειδικότερα η θέση του κ.Κλεάνθους ότι το γεγονός και μόνο ότι την ένορκο δήλωση ορκίζεται δικηγόρος και όχι διάδικος στην απουσία μάλιστα ειδικών λόγων που να εξηγούν γιατί προβαίνει σ΄αυτή ο δικηγόρος αποβαίνει μοιραίο για την κατάληξη του διατάγματος αφού η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική και συνεπώς η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η τρίτη προϋπόθεση που απαιτείται να αποδειχθεί δηλαδή το ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν ικανοποιείται καθότι όλοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι γενικοί και αόριστοι και ούτε εξηγούν ποια είναι αυτή η ανεπανόρθωτη ζημιά. Αναφέροντας επίσης το άρθρο 11 του Νόμου 41(Ι)/95 ήταν η θέση του ότι κατά πρώτο λόγο δεν επιτρέπεται η έκδοση διατάγματος που να αφορά την εγγύηση εκτός μόνο μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου μετά όμως από τελεσίδικη και εκτελεστή δικαστική απόφαση και επίσης γιατί θα πρέπει να κληθούν οι εναγόμενοι να συμπληρώσουν το ποσό της εγγύησης αν θέλουν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως τουριστικό γραφείο από τον ΚΟΤ κάτι που υπό τις περιστάσεις προκαλεί δυσμένεια στους καθ΄ων η αίτηση. Ήταν η τελική του θέση ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε το «κατ΄επείγον» που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για να μπορεί να συνεχιστεί το διάταγμα. Θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό προτού εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση πάντα με τους λόγους ένστασης, να αναφέρω επίσης τις αρχές που η νομολογία έχει καθορίσει σε σχέση με την χορήγηση και/ή διατήρηση προσωρινών διαταγμάτων. Διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιουργήματα του Δικαίου της Επιείκειας. Από τις καταβολές του Δικαίου αυτού τέθηκε ως αρχή η προϋπόθεση ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η αρχή αυτή επιτάσσει όπως στην ένορκη δήλωση που στηρίζει μονομερή αίτηση πρέπει να γίνεται αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το καθήκον αυτό όπως αναφέρεται και στην υπόθεση United Pertlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company, Πολ. Έφεση 10604 ημ. 28/6/02, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όταν ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίδεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη. Το ουσιαστικό κριτήριο για το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι αντικειμενικό και μπορεί να λεχθεί ότι είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, που παραπέμπει σε προηγούμενες αυθεντίες, In Re Stavros Appartments Ltd, Αίτηση 76/94 ημ. 29/12/94 και In Re B.P. Cyprus Ltd, Αίτηση 143/96 ημ. 1/8/96). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Resola (Cyprus Ltd) v. Χρίστου 1998 1ΑΑΔ 598 όπως και στην υπόθεση Zein και άλλοι ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλας Λτδ, Πολ. Έφεση 10494 ημ. 27/4/2000, το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Επίσης το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Το Δικαστήριο εξετάζοντας θεραπείες όπως αυτές που ζητούν οι αιτητές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει το κατά πόσον έχουν ικανοποιηθεί τόσο οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επιβάλλει αλλά και κατά πόσο το άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει ικανοποιηθεί. Εξετάζοντας, τώρα, τις προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προϋποθέτει, και η νομολογία έχει καθιερώσει, αναφέρω τα εξής: (α) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία και
(3)το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (β) Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Παραπέμπω στις αποφάσεις Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 CLR 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. ν. Μ. Avraamides & Co Ltd, Πολ. Έφεση 9824 ημ. 21.9.98, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 CLR 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 CLR 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605 και Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλοι
(1995)1 ΑΑΔ.
  1. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Σε ό,τι επίσης αφορά το ζήτημα δικηγόρου που προβαίνει σε ένορκη δήλωση, επίσης υπάρχει πλούσια νομολογία η οποία έχει καθορίσει τις αρχές που το διέπουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το θέμα αυτό σε διάφορες υποθέσεις. Στην προσφυγή Dulal Dulal v. Δημοκρατίας κ.α. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομερή σύνθεση το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για να αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να δώσει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε αυτό στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Κατέληξε δε "είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης." Η υπόθεση Dulal ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Hinfu Huang ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Προσφυγή 925/10 ημερ. 20.8.10 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή επίσης σύνθεση έκρινε ότι ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης το γεγονός ότι τα γεγονότα προς υποστήριξη της μεταφέροντο όχι από τον αιτητή αλλά από δικηγόρο και καμία εξήγηση δόθηκε γιατί ήταν δύσκολο να γίνει από τον ίδιο η ένορκος δήλωση. Στην Προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva ν. Δημοκρατίας ημερ. 24.3.06 Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιλαμβανόμενος αίτηση της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή αιτήτρια δέχτηκε ένσταση που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ πλευράς της η οποία είχε απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Στην απόφαση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolobleva Πολιτικές Εφέσεις 130 και 131/09 ημερ. 29.1.12 ο Δικαστής Κληρίδης έχει πραγματευθεί ενδελεχώς το θέμα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Στην απόφαση του ο Δικαστής Κληρίδης καταλήγει ".Με αυτά ως δεδομένα μπορούμε να δεχτούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών." Απαιτείται συνεπώς παροχή κάποιας εξήγησης σε κάθε περίπτωση που ο δικηγόρος προβαίνει σε ένορκο δήλωση όπου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εμφανής λόγος ο οποίος και δεν θα επέτρεπε στον διάδικο να καταρτίσει την ένορκη δήλωση. Επειδή το θέμα που εγείρουν οι καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι καθοριστικής σημασίας υπό την έννοια του ότι αν το Δικαστήριο δεχθεί την εισήγηση αυτή τότε άνευ άλλου το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί πάραυτα αφού η αίτηση πλέον θα μείνει αστήριχτη και μετέωρη, θεωρώ ορθό να εξετάσω πρώτα αυτό τον ισχυρισμό. Τόσο την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 28.1.13 αλλά και στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση που έχει ζητήσει το Δικαστήριο ημερ. 30.1.13 ορκίζεται ο κ.Αντρέας Κωνσταντιντίδης, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο Στυλιανός Ν.Χριστοφόρου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. διορισμένους δικηγόρους των αιτητών. Σ΄αυτήν αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση από γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά, από έγγραφα που βρίσκονται στη κατοχή του και από πληροφορίες που έλαβε από τους αιτητές υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος τους σε κατ΄ιδίαν επικοινωνία μαζί τους. Προβαίνει δε στη ένορκη δήλωση κατόπιν αδείας απ΄αυτούς. Τα ίδια ακριβώς αναφέρει και στην ένορκη δήλωση που έχει καταχωρήσει στις 30.1.
  2. Παρατηρώ δηλαδή ότι όντως δεν παρέχεται καμιά απολύτως δικαιολογία σε σχέση με το γιατί την αίτηση ορκίζεται ο κ.Κωνσταντινίδης και όχι οποιοσδήποτε εκ πλευράς αιτητών. Κατά την άποψη μου δεν είναι προφανές τουλάχιστον από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης καθώς και ολόκληρου του φακέλου ο λόγος που οδηγεί τον κ.Κωνσταντινίδη να ορκιστεί την ένορκη δήλωση από το γεγονός και μόνο ότι ως αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής οι ενάγοντες είναι από την Αθήνα, κάτι που επιβεβαιώνεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του ημερ. 28.1.
  3. Δεν σημαίνει, κατά την άποψη μου, ότι οποτεδήποτε οι ενάγοντες-αιτητές είναι στο εξωτερικό τότε αυτόματα ικανοποιείται και ο εμφανής λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να ορκιστούν την ένορκη δήλωση. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα ανέμενε κάποιος να είχε παρατεθεί κάποια δικαιολογία γιατί έχει επιλεγεί ο κ.Κωνσταντινίδης να ορκιστεί την ένορκη δήλωση, όπως για παράδειγμα μια επαρκής δικαιολογία θα ήταν ότι οι ενάγοντες-αιτητές βρίσκονται μεν στο εξωτερικό αλλά δεν μπορούσε κάποιος από πλευράς τους να ορκιστεί την ένορκη δήλωση και να παρατεθεί ο λόγος, κάτι που θα ήταν αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ο κ.Κωνσταντινίδης αντίθετα με τις αρχές της νομολογίας δεν δίδει καμία απολύτως εξήγηση για το θέμα αυτό, απλά αναφέρει ότι έχει την εξουσιοδότηση των αιτητών να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι όλα τα έγγραφα τα οποία αναφέρει και τα γεγονότα που ορκίζεται προέρχονται από γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά ή απ΄αυτά που έλαβε από τους αιτητές υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος τους. Όπως έχω ήδη αναφέρει δεν θεωρώ ότι από την απλή αναφορά του ότι οι ενάγοντες-αιτητές διεξάγουν τις εργασίες τους στην Ελλάδα προκύπτει η εμφανής δικαιολογία για τον λόγο που η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο. Θεωρώ ως εκ των ανωτέρω ότι και οι δύο ένορκες δηλώσεις του Κωνσταντινίδη δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει και επομένως αυτός ο λόγος και μόνο είναι ικανοποιητικός για να ακυρωθεί το διάταγμα που έχει εκδοθεί στις 30.1.
  4. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης θα εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Θεωρώ ότι από τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση προκύπτει αβίαστα ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση που απαιτούνται κάτω από το άρθρο 32 του Ν.14/60 δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται από τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση και η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας που στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για τον αιτητή να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς βέβαια να αποδείξει την απαίτηση του με βάση το μέτρο που απαιτείται κατά την εκδίκαση της αγωγής δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities), ικανοποιούνται. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς ο ισχυρισμός των αιτητών είναι η αφερεγγυότητα των καθ΄ων η αίτηση ενώ αντίθετα οι καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι είναι φερέγγυοι και ότι έχουν αρκετή περιουσία που μπορεί να υπερκαλύψει την απαίτηση των αιτητών εάν πετύχουν στην αγωγή τους. Είναι γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που τίθενται και από τις δύο πλευρές σε σχέση με το θέμα αυτό είναι γενικοί και αναφέρονται στο μέλλον. Επομένως θεωρώ ορθό να εξετάσω του ισχυρισμούς που αφορούν την μη ύπαρξη δικαιοδοτικού όρου για να είχε εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, την απόκρυψη γεγονότων και τις πρόνοιες του Ν.41(Ι)/
  5. Όπως προκύπτει από την θέση των δικηγόρων των καθ΄ων η αίτηση η απόκρυψη γεγονότων από πλευράς αιτητών συναρτάται άμεσα με τις πρόνοιες του άρθρου 11 του Ν.41(Ι)/
  6. Το άρθρο 7 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι για την χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας γραφείου τουρισμού και ταξιδίων απαιτείται να προηγηθεί κατάθεση εγγύησης από τον επιχειρηματία η οποία μπορεί να κατατίθεται είτε σε μετρητά είτε με εγγυητική επιστολή Τράπεζας. Το άρθρο 11
(1)του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι η εγγύηση που κατατίθεται σύμφωνα με το άρθρο 7 δεν υπόκειται σε κατάσχεση ή στην έκδοση προσωρινού διατάγματος δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Νόμου ή τον περί Δικαστηρίων Νόμο και χρησιμεύει αποκλειστικά για την ικανοποίηση απαιτήσεων που προκύπτουν μόνο από τουριστικές συναλλαγές. Το δε άρθρο 11
(2)του ίδιου Νόμου αναφέρει ότι η κατάπτωση της εγγύησης ενεργείται από το Διοικητικό Συμβούλιο μόνο κατόπιν αναγγελίας απαιτήσεων που προκύπτουν από τελεσίδικες και εκτελεστές αποφάσεις και για τα ποσά που αναφέρονται στις αποφάσεις αυτές. Έχω την εντύπωση ότι οι συνδυασμένες πρόνοιες των άρθρων 11
(1)και
(2)του εν λόγω Νόμου όντως καταδεικνύουν ότι το διάταγμα που έχει δοθεί στις 30.1.13 δεν μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται. Κάτι τελευταίο σε ό,τι αφορά το κατ΄επείγον που και αυτό αποτελεί δικαιοδοτικό όρο παρατηρώ ότι η αλληλογραφία των μερών σε σχέση με τις πληρωμές εκ πλευράς εναγομένων του υπόλοιπου του λογαριασμού τους φαίνεται να είχε ξεκινήσει από τις 3.9.12 και σύμφωνα με το πλάνο πληρωμών μέχρι 31.12.12 θα πληρωνόταν ένα ποσό €15.
  1. Από τις 31.10.12 διαφάνηκε ότι οι υποσχέσεις των εναγομένων δεν υλοποιούνταν εξού και οι αιτητές αναγκάστηκαν στις 29.11.12 να αποστείλουν επιστολή με την οποία ζητούσαν από τους εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση να τακτοποιήσουν άμεσα τα υπόλοιπα. Στις 14.1.13 είχε υποβληθεί εκ πλευράς καθ΄ων η αίτηση νέο πλάνο πληρωμών η οποία απερρίφθη από τους αιτητές και πληροφορούν τους καθ΄ων η αίτηση ότι θα προχωρήσουν και να αξιώσουν όλες τις απαιτήσεις τους όπως και τόκους υπερημερίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 28.1.
  2. Θεωρώ ότι το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικό ούτως ώστε να επιτύγχανε η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος από πλευράς αιτητών. Ενόψει των ανωτέρω, έχω την θέση, πάντοτε με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω, ότι το προσωρινό μονομερές διάταγμα που έχει εκδοθεί από το δικαστήριο στις 30.1.13 πρέπει να ακυρωθεί και δια του παρόντος ακυρώνεται και παύει να ισχύει. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί απόκλιση από τον συνήθη κανόνα που είναι όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) .................. Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.