ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΗΛΑΡΗΣ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5635/11, 16/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5635/11 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΗΛΑΡΗΣ Ενάγοντα και
- ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 16 Απριλίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Λ. Βραχίμης Για εναγόμενους: κ. Κ. Ευσταθίου και κ. Χρ. Δημητριάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι κατέχουν το 1/2 του ακινήτου με αρ. τεμαχίου εγγραφής 6240, Φύλλο 21, Σχέδιο 52W2, στην Έγκωμη, ή άλλο ποσοστό που θα καθορίσει το Δικαστήριο, ως καταπιστευματοδόχοι του ενάγοντος δυνάμει δεδηλωμένου ή εξυπακουόμενου ή εξ επαγωγής ή καταληκτικού εμπιστεύματος ή άλλως πως, διάταγμα όπως οι εναγόμενοι μεταβιβάσουν επ' ονόματι του το προαναφερθέν μερίδιο τους επί του εν λόγω ακινήτου και διαζευκτικά απόφαση για το ποσό των €275.000 που αποτελεί το 1/2 της αξίας του ακινήτου ή για άλλο ποσό που θα βρεθεί ότι αντιστοιχεί στο μερίδιο του ενάγοντος στο εν λόγω ακίνητο. Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων αναφορά στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια, συμφωνούν με τα γεγονότα που περιέχονται στις παραγράφους 1-6 της έκθεσης απαίτησης, ενώ αμφισβητούν μέρος των ποσών που ως ισχυρίζεται ο ενάγων αποτελεί τη συνεισφορά του για την ανέγερση κατοικίας επί του προαναφερθέντος ακινήτου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η Μαρία Στυλιανού, πρώην σύζυγος του ενάγοντος και θυγατέρα των εναγομένων, δικαιούται συνεισφοράς σε μέρος του ποσού που κατέβαλε ο ενάγων για την ανέγερση της κατοικίας και εν πάση περιπτώσει η συνεισφορά του ενάγοντος είναι πολύ μικρότερη του 50% της αξίας της κατοικίας και δεν περιλαμβάνει την αξία του επίδικου ακινήτου, το οποίο αγοράστηκε από τον εναγόμενο 1 προτού καν ο ενάγων γνωρίσει τη θυγατέρα των εναγομένων, ζητούν δε την απόρριψη της αγωγής. Κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 17.9.2012 στην αίτηση των εναγομένων ημερομηνίας 12.6.2012, τα νομικά σημεία που έχουν εγερθεί στην παράγραφο 1(α), (β) και (γ) της υπεράσπισης των εναγομένων εκδικάστηκαν προδικαστικά. Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και/ή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι: «(α) Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί και/ή να εκδικάσει την παρούσα αγωγή εφόσον η φύση της διαφοράς αφορά θέματα περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων και/ή ως εκ τούτου, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. (β) Το αντικείμενο της αγωγής είναι περιουσιακή διαφορά, αφορά και/ή θα έδει να αφορά μεταξύ πρώην συζύγων, ήτοι του ενάγοντος και της θυγατέρας των εναγομένων Μαρίας Στυλιανού και το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων. (γ) Ο ενάγων βασίζει τις αξιώσεις του στην συνεισφορά του στην οικοδόμηση της ρηθείσας οικίας ως και/ή κατά συνέπεια και/ή κατά τη διάρκεια της συμβίωσης του και/ή του γάμου του με τη θυγατέρα των εναγομένων. Η συνεισφορά και ο υπολογισμός της αφορά διαφορά που προκύπτει μεταξύ των συζύγων και εμπίπτει στο οικογενειακό δίκαιο και εκδικάζεται από το αρμόδιο κατά τόπο Οικογενειακό Δικαστήριο.» Για την εκδίκαση προδικαστικά των εν λόγω θεμάτων, παραδεκτά γεγονότα αποτελούν οι παράγραφοι 1-6 της έκθεσης απαίτησης, ως προκύπτει από την υπεράσπιση των εναγομένων. Συγκεκριμένα ότι: «
- Οι εναγόμενοι είναι σύζυγοι.
- Ο ενάγοντας είναι ο τέως σύζυγος της θυγατέρας των εναγομένων Μαρίας Στυλιανού.
- Ο γάμος του ενάγοντα με την ειρημένη Μαρία Στυλιανού τελέστηκε στη Λευκωσία στις 6 Οκτωβρίου 2002 και λύθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2010 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
- Κατά ή περί τον Ιούλιο 2003, ο ενάγοντας με την ειρημένη Μαρία Στυλιανού και τη βοήθεια των εναγομένων άρχισαν να ανεγείρουν τη συζυγική τους οικία μέσα στο οικόπεδο φύλλο/σχέδιο 21/52, Τεμάχιο 6240 στην Έγκωμη.
- Το ειρημένο οικόπεδο είχε αγοραστεί από τους εναγόμενους με συμβόλαιο αγοράς.
- Για την ανέγερση της κατοικίας καταβλήθηκε το ποσό των ΛΚ£110.000 περίπου πλέον ΛΚ£17.000 περίπου για τα έπιπλα και τον εξοπλισμό.» Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάνοντας αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, στη νομοθεσία και τη νομολογία, υποστήριξαν τις θέσεις της κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε ότι με την αγωγή του ο ενάγων διεκδικεί συνεισφορά επί της συζυγικής οικίας που οικοδομήθηκε σε ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων κατά τη διάρκεια της συμβίωσης του ως συζύγου της θυγατέρας των εναγομένων. Συνεπώς η αξίωση του ενάγοντος βασίζεται σε «περιουσιακή διαφορά» η οποία προκύπτει από τις σχέσεις του ενάγοντος και της θυγατέρας των εναγομένων, η οποία δεν είναι διάδικος, συνεστώτος του γάμου τους και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής. Αντίθετα ο συνήγορος του ενάγοντος υποστήριξε ότι η θέση του ενάγοντος είναι ότι οι εναγόμενοι κατέχουν μέρος του ακινήτου ως καταπιστευματοδόχοι του ενάγοντος λόγω της δικής του άμεσης συνεισφοράς και η αξίωση του στρέφεται απευθείας εναντίον των εναγομένων και όχι εναντίον της πρώην συζύγου του, ούτε και διέρχεται μέσω της πρώην συζύγου του. Το θέμα που εγείρεται δεν αποτελεί περιουσιακή διαφορά, για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο, εφόσον δεν αποτελεί διαφορά μεταξύ συζύγων ή πρώην συζύγων και δεν αφορά διεκδίκηση από τον ενάγοντα περιουσίας ή συμφέροντος σε περιουσία που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου σύζυγος που ενάγεται. Πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι οι συνήγοροι και των δύο πλευρών εισηγήθηκαν ότι αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου θα πρέπει, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 64 Α
(1)και
(4)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 όπως τροποποιήθηκε, να παραπέμψει την αγωγή για εκδίκαση στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία θέματα που αφορούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το συντομότερο δυνατό καθότι είναι αντινομικό να ασκεί το Δικαστήριο δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του (βλ. Λανίτης Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. και Λεφτής ν. Γεωργίου
(2010)1(Α) ΑΑΔ 211). Είναι κοινό έδαφος ότι η κρίση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά θέματα που εγείρουν οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους είναι καθοριστική για την πορεία της αγωγής, αν γίνει αποδεκτή η θέση των εναγομένων. Αναμφίβολα, ως παραδεκτά, είναι και τα ακόλουθα. Ο ενάγων είναι ο τέως σύζυγος της θυγατέρας των εναγομένων. Ο γάμος του ενάγοντος με τη θυγατέρα των εναγομένων τελέστηκε στις 6.10.2002 και λύθηκε στις 6.12.2010 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο ενάγων με την εν λόγω τότε σύζυγο του, περί τον Ιούλιο του 2003, με τη βοήθεια των εναγομένων άρχισαν να ανεγείρουν τη συζυγική τους οικία μέσα στο προαναφερθέν επίδικο ακίνητο-οικόπεδο, το οποίο είχε αγοραστεί από τους εναγόμενους με συμβόλαιο αγοράς. Για την ανέγερση της εν λόγω οικίας κατεβλήθη το ποσό των £110.000 περίπου και για τα έπιπλα και τον εξοπλισμό το ποσό των £17.000 περίπου. Όπως προνοείται στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990 (Ν. 23/1990όπως τροποποιήθηκε), τα Οικογενειακά Δικαστήρια, πέραν της δικαιοδοσίας και των εξουσιών που τους ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 111 του Συντάγματος και των συναφών νόμων, έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (βλ. άρθρο 11
(2)(ε)). Όπως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου ο όρος, «περιουσιακές σχέσεις» είναι οι σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999. Στο άρθρο 14
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/1991, όπως τροποποιήθηκε), προνοείται ότι: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σύμφωνα με την ερμηνεία που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου ««Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως 1997» και ««περιουσία» σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». Η αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου για την επίλυση των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων που είναι πρόδηλη από τη νομοθεσία, έχει επανειλημμένα απασχολήσει τη νομολογία συνεπεία των θεμάτων που έχουν εγερθεί κατά καιρούς. Ανεξάρτητα από την άλλη χροιά που δίδεται στην αξίωση ή από το κατά πόσο η βάση της αγωγής είναι παράβαση συμφωνίας ή καταπιστεύματος σε ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου ή αδικαιολόγητος πλουτισμός, δεν παύει από του να είναι περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων που εμπίπτει στον εν λόγω όρο, όταν πρόκειται για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου καθώς και μετά τη σύναψη του γάμου και εμπίπτει ως εκ τούτου στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου (βλ. Γιάγκου (Αρ.1)
(1999)1(Α) ΑΑΔ 703, Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1643, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1343). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1347, με τις πρόνοιες των προαναφερθέντων νομοθετημάτων ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής, στις διατάξεις του Νόμου 232/91 και στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων, τα οποία έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται στις αρχές της επιείκειας. Με παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίστηκε το θέμα και πιο πρόσφατα στην Λεφτής ν. Γεωργίου (πιο πάνω), όπου επικυρώθηκε η κατάληξη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην να εκδικάσει την υπόθεση καθότι αφορούσε περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων, ως προς τη φύση της οποίας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση υπόθεση, η φύση του θέματος προσδιορίζεται στην έκθεση απαιτήσεως. Εξηγείται λεπτομερώς στο δικόγραφο πως η εφεσίβλητη διέπραξε σε βάρος του εφεσείοντα δόλο και απάτη προκειμένου να επιτύχει, διαρκούντος του γάμου, την επ' ονόματι της μεταβίβαση και εγγραφή της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι διάδικοι, κατ' επίκληση δικαιωμάτων τα οποία απέκτησαν, καθώς ισχυρίζονται, επί του εν λόγω ακινήτου, προβάλλουν διεκδικήσεις και ζητούν θεραπείες με αντικείμενο το ακίνητο. Ο εφεσείων ζητά, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου που έγινε στο όνομα της εφεσίβλητης και τη μεταβίβαση και εγγραφή τούτου στο όνομα του. Για την επίλυση της διαφοράς προκύπτουν ζητήματα αναφορικά με τον προσδιορισμό του διαδίκου ο οποίος απέκτησε δικαίωμα ή δικαιώματα επί του συγκεκριμένου ακινήτου, τη φύση των δικαιωμάτων, το χρόνο και τον τρόπο που έχουν αποκτηθεί κλπ. Όλα αυτά αμέσως ή εμμέσως προκύπτουν από τη δικογραφία και είναι επίδικα.» Ο συνήγορος των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση βασίζει την εισήγηση του ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αποτελεί περιουσιακή διαφορά, η κρίση επί της οποίας εμπίπτει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στην πιο πρόσφατη απόφαση Ιωάννης Περικλέους ν. Μαρίας Εγγλέζου κ.α., Έφεση Αρ. 5/10, ημερομηνίας 9.6.2011. Στην εν λόγω απόφαση το εξετασθέν επίδικο θέμα προβάλλει από την εισαγωγή της όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εγείρεται προς απόφαση κατά πόσο οι περιουσιακές οικογενειακές διαφορές αφορούν αποκλειστικά και μόνο άτομα που είναι ή που διετέλεσαν μεταξύ τους σύζυγοι, ώστε να αποκλείεται η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο στην περίπτωση εξυπακουόμενου εμπιστεύματος επί της περιουσίας τρίτου προσώπου και δη νομικής οντότητας επί της οποίας εγείρεται αξίωση από τον ένα εκ των συζύγων ως συνεισφορά στην αύξηση της αξίας της.» Με αναφορά στη νομοθεσία και τη νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση έκρινε ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ουσιώδες κριτήριο αποτελεί η συνεισφορά, αναφέροντας συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ' αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, δια της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του.» Καταλήγοντας ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν μπορεί να μην έχει δικαιοδοσία επειδή η ακίνητη περιουσία, αντικείμενο της υπόθεσης εκείνης, παρέμενε εγγεγραμμένη επ' ονόματι εταιρείας που είχε αγοράσει το οικόπεδο πριν από το γάμο και το οποίο με την ανοχή ή συγκατάθεση της εταιρείας χρησιμοποιήθηκε για να οικοδομηθεί η οικία προς στέγαση των συζύγων, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής: «Δεν είναι τόσο το ότι η αξίωση «διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων», όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Γρηγορίου, όσο ότι η αξίωση αρχίζει και τελειώνει με τη σχέση των συζύγων και εξαιτίας αυτής.» Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας κατά νου όσα προβάλλουν από τη νομολογία όπως πιο πάνω αναφέρθηκαν, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η συζυγική περιουσία, δηλαδή η οικία του ενάγοντος και της πρώην συζύγου του Μαρίας Στυλιανού, έχει ανεγερθεί επί του επίδικου ακινήτου, που σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των εναγομένων ως καταπιστευματοδόχων, η επίδικη διαφορά αποτελεί περιουσιακή διαφορά εμπίπτουσα στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου (βλ. και Μαλαός κ.α. ν. Χρίστου κ.α.
(2005)1(Β) ΑΑΔ 1191). Η εισήγηση του κ. Βραχίμη ότι η θέση του ενάγοντος συναρτάται με το ότι οι εναγόμενοι κατέχουν μέρος του ακινήτου ως καταπιστευματοδόχοι του ενάγοντος λόγω της δικής του άμεσης συνεισφοράς και η επίδικη διαφορά δεν στρέφεται εναντίον της πρώην συζύγου του ούτε διέρχεται μέσω αυτής αλλά αποτελεί απευθείας αξίωση του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων οπότε αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση της διαφοράς είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Αναμφίβολα ο ενάγων στην παρούσα υπόθεση θέτει ως επίδικο θέμα την συνεισφορά του ίδιου στην ανέγερση της συζυγικής οικίας με την πρώην σύζυγο του, ως προβάλλει ειδικότερα στις παραγράφους 7, 9 και 12-14 της έκθεσης απαίτησης, θέμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι ο ενάγων επέλεξε να μην αποτελέσει διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή η πρώην σύζυγος του δεν διαφοροποιεί τη φύση της επίδικης διαφοράς. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει το θέμα της συνεισφοράς του ενάγοντος στην ανέγερση της συζυγικής οικίας, που αποτελεί προαπαιτούμενο για τη δικαστική κρίση επί των αξιώσεων του ενάγοντος έναντι των εναγομένων. Συνεπώς η θέση των εναγομένων ως προς τα προδικαστικά σημεία που έχουν εγείρει είναι ορθή. Ως προς την εισήγηση ότι το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να παραπέμψει την παρούσα αγωγή για εκδίκαση στο Οικογενειακό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 64 Α
(1)και
(4)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) θεωρώ ότι δεν είναι ορθή υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει αν αποτελούσε διάδικο μέρος η πρώην σύζυγος του ενάγοντος, κάτι το οποίο ο ενάγων επέλεξε να μην πράξει. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι η παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσε να παραπεμφθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο υπό την μορφή που έχει εγερθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια οι προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 1(α), (β) και (γ) της υπεράσπισης τους επιτυγχάνουν και η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, θεωρώντας ότι δεν δικαιολογείται παρέκκλιση από τον κανόνα επιδίκασης των εξόδων υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της αγωγής επιδικαστούν εναντίον του ενάγοντος και υπέρ των εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο