← Κύπρος

ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤHE JUNIOR SCHOOL (HE 362) κ.α., Αρ. Αγωγής 9169/12, 23/4/2013

ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤHE JUNIOR SCHOOL (HE 362) κ.α., Αρ. Αγωγής 9169/12, 23/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 9169/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, μέσω του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, Αντώνη Βαλανίδη (Α.Τ.500736) ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ/ΑΙΤΗΤΩΝ - και -

  1. ΤHE JUNIOR SCHOOL (HE 362)
  2. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ---------------------------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου,
  3. Αίτηση ημερ. 21.12.12 για Προσωρινά Διατάγματα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Γ.Ζ. Γεωργίου και Γ. Ιωάννου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Εναγομένη 1/Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Δ. Παπαδόπουλος και κ. Χ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ. Για την Εναγομένη 2/Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Λοίζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η Eνάγουσα αξιώνει εναντίον της Eναγομένης: ¨ Δήλωση ότι η Σύμβαση ημερ. 5.7.12 μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 για εκμίσθωση της κρατικής γης όπως αυτή καθορίζεται στο Παράρτημα Α της αγωγής είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος. ¨ Δήλωση ότι οι Ενάγοντες είναι οι νόμιμοι κάτοχοι και διαχειριστές της κρατικής γης όπως αυτή καθορίζεται στο Παράρτημα Α. ¨ Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/η υπηρέτες κ.τ.λ όπως παύσουν και/ή αναστείλουν και/ή μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή πράξεις που ως αποτέλεσμα θα έχουν την προώθηση των σκοπών που αναφέρονται στη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 και/ή θα διαφοροποιούν και/ή θα μεταβάλλουν και/ή θα τροποποιούν οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό καθεστώς σε σχέση με την κρατική γη και τα δικαιώματα των Εναγόντων επί του επίδικου τεμαχίου το οποίο κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν και/ή διαχειρίζονται οι Ενάγοντες από το 1900 για τους σκοπούς του εκπαιδευτικού τους ιδρύματος. ¨ Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγομένους και/ή αντιπροσώπους τους κ.τ.λ. από του να επεμβαίνουν και/ή εισέρχονται για να προωθήσουν τους σκοπούς που αναφέρονται στη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 στο μέρος του τεμαχίου γης το οποίο κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν και/ή διαχειρίζονται και/ή εξασκούν με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους πάνω σε αυτό οι Ενάγοντες όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Α. ¨ Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για παράνομη επέμβαση και οχληρία και/ή απώλεια χρήσης και/ή απώλεια κατοχής και/ή για οποιεσδήποτε ζημιές και/ή απώλειες υποστούν οι Ενάγοντες από τις πράξεις των Εναγομένων σε σχέση με την εφαρμογή των προνοιών της Συμφωνίας ημερ. 5.7.12 σε σχέση με το τεμάχιο. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της γενικής οπισθογράφησης της παρούσας αγωγής στην οποία επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν, μονομερώς, την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο ενδιάμεσο απαγορευτικό Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους και/ή αντιπροσώπους του κ.λ.π όπως παύσουν και/ή αναστείλουν και/ή μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή πράξεις που ως αποτέλεσμα θα έχουν την προώθηση των σκοπών που αναφέρονται στη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 και/ή θα διαφοροποιούν και/ή θα μεταβάλλουν και/ή θα τροποποιούν οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό καθεστώς σε σχέση με την κρατική γη και τα δικαιώματα των Εναγόντων επί του μέρους του επίδικου τεμαχίου όπως εμφαίνεται στο Παράρτημα Α[1]. Περαιτέρω, επιζητούσαν την έκδοση Διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους κ.τ.λ. από του να επεμβαίνουν και/ή εισέρχονται για να προωθήσουν τους σκοπούς που αναφέρονται στη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 στο μέρος του τεμαχίου γης το οποίο κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν και/ή διαχειρίζονται και/ή εξασκούν με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους πάνω σε αυτό οι Ενάγοντες όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Α[2]. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του Διατάγματος ως η παράγρ. (Α) αυτής στην απουσία της άλλης πλευράς και ενέκρινε, μερικώς, την Αίτηση ορίζοντας το αιτητικό της παραγρ. (Β) για επίδοση. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης ο συνήγορος των Εναγόντων/Αιτητών απέσυρε το αιτητικό της παραγρ. (Β) της Αίτησης με αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση να απορριφθεί σε σχέση με αυτό. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Ενάγοντων/Αιτητών, η οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση η ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 2,3,29,30,32 και 43 του Ν.14/60, στα Άρθρα 3,11,12 και 18 του ΚΕΦ. 224, στα Άρθρα 43 και 46 του ΚΕΦ. 148, στα Άρθρα 2,4,5 και 9 του ΚΕΦ. 6, στα Άρθρα 2

(2), 4
(5)και 5 του περί Αγγλικής Σχολής (Διοίκηση και Έλεγχος) Νόμος ΚΕΦ.167, στα Άρθρα 2-8, 18,21,22 και 24 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμών του 1989, στη Δ.39, Δ.48, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της Επιείκειας και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από Ένορκη Δήλωση του Αντώνη Βαλανίδη, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: Þ Οι Ενάγοντες/Αιτητές είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα γνωστό ως η Αγγλική Σχολή (English School) το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί στη Λευκωσία από το
  1. Η διαχείριση και ο έλεγχος της Αγγλικής Σχολής και της περιουσίας της ρυθμίζονται από τον περί Αγγλικής Σχολής (Διοίκηση και Έλεγχος) Νόμος ΚΕΦ.
  2. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αγγλικής Σχολής διευθύνει και ελέγχει τη Σχολή και οποιαδήποτε περιουσία της. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι όργανο το οποίο διορίζεται δια Νόμου από το Υπουργικό Συμβούλιο. Þ Οι Αιτητές/Ενάγοντες είναι οι νόμιμοι διαχειριστές και/ή κάτοχοι και/ή χρήστες το επίδικου τεμαχίου (Παράρτημα Α στην αγωγή). Þ Οι Αιτητές/Ενάγοντες διαχειρίζονται το εν λόγω τεμάχιο και/ή κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν δυνάμει του περί Αγγλικής Σχολής (Διοίκηση και Έλεγχος) Νόμος ΚΕΦ. 167 από το
  3. Þ Περί τις 29.8.12 το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων/Αιτητών πληροφορήθηκε από την Πρόεδρο του Συνδέσμου Αποφοίτων της Αγγλικής Σχολής (Ε.S.O.B.G.A) ότι η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή έξωσης στον πιο πάνω Σύνδεσμο ο οποίος στεγάζεται σε κτίριο που βρίσκεται εντός του επίδικου τεμαχίου. Þ Η επιστολή έξωσης της Εναγομένης 1 αναφερόταν σε Συμφωνία Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 την οποία είχε συνάψει με την Εναγομένη 2 βάσει της οποίας είχε καταστεί μισθωτής ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Þ Κατόπιν της πληροφόρησης αυτής ο ενόρκως δηλών παρευρέθηκε σε συνάντηση με την Υπουργό Εσωτερικών στο γραφείο της στην παρουσία της Λειτουργού του Υπουργείου Εσωτερικών Μ. Λάμπρου, της Λειτουργού του Κτηματολογίου Α. Λακκοτρύπη, της Προέδρου του E.S.O.B.G.A και τον κ. Ιωάννου μέλους της E.S.O.B.G.A. Η συνάντηση αυτή αφορούσε το θέμα που είχε προκύψει σχετικά με τη Συμφωνία Μίσθωσης ημερ. 5.7.
  4. Þ Κατά τη συνάντηση αυτή διεφάνη ότι δεν ενημερώθηκαν και δεν ζητήθηκαν οι απόψεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής για τη σύναψη της Συμφωνίας Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 παρόλο που η Συμφωνία αυτή αφορούσε γη η οποία, βάσει του ΚΕΦ.167, διαχειρίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αγγλικής Σχολής. Þ Κατά τη συνάντηση αυτή οι Αιτητές ενημερώθηκαν από την Υπουργό Εσωτερικών ότι περί το Μάρτιο του 2012 το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από εισήγηση της διϋπουργικής επιτροπής απεφάσισε τη διάθεση/μίσθωση του συγκεκριμένου τεμαχίου στην Εναγομένη 1 για 33 χρόνια με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη 33 έτη και ακόμη 33, ήτοι συνολικά 99 έτη, έναντι του ποσού των €1000 ανά έτος. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) Þ Στις 13.9.12 ο ενόρκως δηλών απέστειλε εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής επιστολή προς την Υπουργό Εσωτερικών μέσω της οποίας εξέφραζε την έντονη δυσαρέσκεια του Συμβουλίου για το ότι δεν έλαβαν γνώση και δεν συμμετείχαν στην απόφαση που αφορούσε τη σύναψη της Συμφωνίας Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 για γη της Αγγλικής Σχολής που κατέχουν και διαχειρίζονται για δεκαετίες. Περαιτέρω ζητήθηκε να τους αποσταλούν αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων χωρίς, όμως, να λάβουν οποιοδήποτε έγγραφο. Þ Στις 24.10.12 απέστειλαν επιστολή προς το Υπουργικό Συμβούλιο εκφράζοντας εκ νέου τη διαμαρτυρία τους και επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της επιστολής τους ημερ. 13.9.
  5. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) Þ Παρά το ότι λήφθηκε σχετική επιστολή λήψης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 19.11.12 για την πιο πάνω επιστολή η μόνη ενημέρωση που είχαν μέχρι σήμερα οι Αιτητές είναι ότι το θέμα τυγχάνει χειρισμού από την Υπουργό Εσωτερικών σε συνεννόηση με τους εμπλεκόμενους φορείς και ότι θα ενημερωθούν μόλις υπάρξουν εξελίξεις. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) Þ Ο ενόρκως δηλών στις 5.12.12 απέστειλε επιστολή προς την Επιτροπή Παιδείας της Βουλής ενημερώνοντας την για το θέμα που προέκυψε ζητώντας τη βοήθεια της για ανάκληση της σχετικής απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών και επαναφορά της γης στο αρχικό της ιδιοκτησιακό καθεστώς. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) Þ Ο E.S.O.B.G.A έχει ήδη καταχωρήσει στις 28.11.12 την αγωγή υπ΄ αρ. 8449/12 εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 σχετικά με τη Συμφωνία Μίσθωσης που αφορά το μέρος του τεμαχίου που στεγάζεται το οίκημα του. Þ Σε κοινοποίηση της Εναγομένης 1 ημερ. 11.12.12 αναφέρει ρητά ότι δεν σχεδιάζει να αναπτύξει ή να ανεγείρει οποιαδήποτε κτίρια επί του επίδικου τεμαχίου και ότι, κατ΄ ακρίβεια, κάτι τέτοιο απαγορεύεται λόγω ζώνης και συντελεστή δόμησης της περιοχής. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) Þ Η ως άνω δήλωση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο της Συμφωνίας Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 και, ειδικότερα, με τους όρους 5(α),(β),(γ),(δ),(στ),(ζ),(ι) οι οποίες αναφέρουν ότι θα ανεγερθούν κτίρια επί της γης και ότι η Συμφωνία είναι κατ΄ ακρίβεια άκυρη αν δεν ανεγερθούν κτίρια εντός 5 χρόνων από την υπογραφή της. Þ Περί τις 13.12.12 οι Ενάγοντες/Αιτητές απέστειλαν μέσω των Δικηγόρων τους επιστολές προς την Εναγομένη 1 και το Υπουργικό Συμβούλιο με τις οποίες ζητούσαν την αναστολή όλων των εργασιών που είχαν σχέση με τη Συμφωνία Μίσθωσης ημερ. 5.7.
  6. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10). Επίσης ζητούσαν τη γραπτή βεβαίωση της Εναγομένης 1 και του Υπουργικού Συμβουλίου ότι θα ανακαλούσαν τη συγκεκριμένη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). Þ Η πιο πάνω επιστολή έτυχε απάντησης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Þ Η Εναγομένη 1 με απαντητική επιστολή της ημερ. 17.12.12 απέρριψε όλα όσα της καταλογίζονταν και ισχυρίστηκε ότι η επίδικη Συμφωνία συνομολογήθηκε νόμιμα. Þ Μετά από έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας διεφάνη ότι η Εναγομένη 1 έχει συνάψει Συμφωνία Μίσθωσης με την Κυπριακή Δημοκρατία στις 5.7.12 με σκοπό την ανέγερση κτιρίων, αιθουσών, βοηθητικών εγκαταστάσεων, κυλικείο και χώρο αθλοπαιδιών στο τεμάχιο το οποίο με βάση το ΚΕΦ.167 διαχειρίζονται οι Αιτητές/Ενάγοντες. Þ Η Συμφωνία Μίσθωσης είναι παράνομη και/ή νομικά άκυρη καθότι: (i) Αντίκειται στις διατάξεις του ΚΕΦ.167 καθότι μέσω αυτής εκμισθώθηκε ακίνητη περιουσία την οποία διαχειρίζεται το Διοικητικό Συμβούλιο της Αγγλικής Σχολής στην Εναγομένη 1 χωρίς να ληφθεί εκ των προτέρων η συγκατάθεση ή να ζητηθεί η συμβουλή του. (ii) Για να δικαιούτο η Εναγομένη 2 να προβεί στη σύναψη τέτοιας Συμφωνίας με την Εναγομένη 1 θα έπρεπε πρώτα να σταματήσει η λειτουργία της Αγγλικής Σχολής. (iii) Η Εναγομένη 2 διαθέτει στην Εναγομένη 1 (η οποία είναι εταιρεία ιδιωτικών συμφερόντων) κρατική γη κατά παράβαση των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμών του
  7. Η Εναγομένη 1 δεν αποτελεί ούτε αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, ούτε οργανισμό δημόσιας ωφέλειας αλλά ούτε και εμπίπτει σε οποιεσδήποτε άλλες κατηγορίες για να δικαιούται να της παραχωρηθεί κρατική γη. (iv) Δεν εμφαίνεται στο φάκελο του Κτηματολογίου πότε έγινε αίτηση από την Εναγομένη 1, πότε εξετάστηκε, πώς καθορίστηκε το ύψος του ποσού της εκμίσθωσης, αν ζητήθηκαν αλλαγές ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Τίθεται δε υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο η Εναγομένη 1 υπέβαλε την αίτηση της για εκμίσθωση κρατικής γης νομότυπα και βάσει των προνοιών του Άρθρου 21
(1)των Κανονισμών καθότι οι ενέργειες της να καταστεί μισθωτής του επίδικου τεμαχίου έχουν επαναληφθεί το 2003 όπου και έτυχαν καθολικής απόρριψης από το Κτηματολόγιο και το Υπουργείο Εσωτερικών. (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13-16) (v) Το δικαίωμα κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των Αιτητών/Εναγόντων στο επίδικο τεμάχιο ήταν σε γνώση και των δύο Εναγομένων. Þ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναγνώρισαν πολλές φορές στο παρελθόν το ιδιοκτησιακό καθεστώς που διέπει το επίδικο τεμάχιο. Þ Υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά για το επίδικο τεμάχιο σε επιστολή ημερ. 21.7.59 του Τμήματος Κτηματολογίου που έστειλε προς τον τότε Διευθυντή Εκπαίδευσης. Η επιστολή αυτή αναφέρει ότι, κατόπιν αιτήσεως της Εναγομένης 1, οι Ενάγοντες/Αιτητές διά του Διευθυντή τους υπέδειξαν τη γη της Αγγλικής Σχολής που επέτρεπαν στο Junior School να χρησιμοποιήσει. Παρά την πιο πάνω άδεια για χρησιμοποίηση της γης της Αγγλικής Σχολής, η οποία δόθηκε προς την Εναγομένη 1 περί το 1959, φαίνεται από μεταγενέστερη αλληλογραφία η οποία ανταλλάχτηκε μεταξύ της Εναγομένης 1 με το Υπουργείο Παιδείας ότι η εν λόγω άδεια δεν έλαβε ουσιαστικά ισχύει ή αν έλαβε κάποια ισχύ αυτή ήταν σίγουρα πολύ περιορισμένη. Πάντοτε ενημερώνετο και ζητείτο η άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής για τις όποιες εργασίες ήθελε να προβεί η Εναγομένη 1 σχετικά με την εν λόγω γη. Þ Το γεγονός ότι η Εναγομένη 1 αναζητούσε πάντα την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων/Αιτητών καθώς και το ότι στις 5.7.12 υπεγράφη Συμφωνία Μίσθωσης με την Εναγομένη 2 σχετικά με το ίδιο τεμάχιο δείχνει ξεκάθαρα ότι η όποια άδεια δόθηκε στην Εναγομένη 1, για χρήση της εν λόγω γης έπαυσε και/ή δεν είχε οποιαδήποτε ισχύ. Þ Οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν πληροφόρηση ότι η Εναγομένη 1 έχει ολοκληρώσει όλες τις διαδικασίες που χρειάζονται για να ξεκινήσει τις οικοδομικές της εργασίες στο τεμάχιο και ότι ήδη έχει αποστείλει ηλεκτρονική αλληλογραφία προς τους γονείς και τους κηδεμόνες των μαθητών του σχολείου μέσω της οποίας τους ενημερώνει ότι θα προχωρήσει στην πληροφόρηση τους αναφορικά με τη μεταστέγαση της Δευτεροβάθμιας Σχολής τους μόλις ολοκληρωθούν οι νομικές διαδικασίες οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 33 - 35). Þ Παρόλο που δεν αναγράφεται ξεκάθαρα ότι οι πιο πάνω επιστολές αφορούν το επίδικο τεμάχιο υπάρχουν βάσιμες υποψίες εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών ότι οι πιο πάνω εργασίες έχουν άμεση σχέση με τη Συμφωνία ημερ. 5.7.12 και, συνεπώς, θα επηρεαστούν δραστικά τα δικαιώματα κατοχής, χρήσης και διαχείρισης τους επί των τεμαχίων που νόμιμα κατέχουν, χρησιμοποιούν και διαχειρίζονται. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση από μέρους Εναγόντων/Αιτητών Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και αφού δεν υπήρξε Ένσταση από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγομένων 1 και 2 κατεχωρήθη από μέρους των Αιτητών/Εναγόντων συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Αντώνη Βαλανίδη στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Η παρούσα Αίτηση αφορά τη διατήρηση της γης που ανήκει στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας καθότι με τη Σύμβαση ημερ. 5.7.12 σημαντικό μέρος αυτής της γης παραχωρείται στην Καθ΄ης η Αίτηση 1, η οποία οφείλει σύμφωνα με τη Συμφωνία να ανεγείρει κτίρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, κυλικείο κτλ εντός πέντε
(5)χρόνων από την υπογραφή της. Ø Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι: (
  1. i)Οι Αιτητές χάνουν ένα σημαντικό τμήμα /μέρος της γης που κατείχαν και/ή χρησιμοποιούσαν. (
  2. ii)Τα όποια περιστατικά ανεγείρει η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 θα λειτουργήσουν ανταγωνιστικά σε αντίστοιχα υποστατικά της Αγγλικής Σχολής. Ø Στην επιστολή ημερ. 4.10.11 που απέστειλαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 προς τον Υπουργό (Παράρτημα 12 της Ένορκης Δήλωσης της κ. Μ. Λάμπρου) φαίνεται ξεκάθαρα ο λόγος που η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 αιτήθηκε και έλαβε την έγκριση για να τους παραχωρηθεί κρατική γη εφόσον σ΄ αυτήν την επιστολή ρητά αναφέρεται ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 θέλει τη γη για να στεγάσει τη δευτεροβάθμια σχολή εκπαίδευσης της στον ίδιο χώρο με την πρωτοβάθμια. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Εναγομένη 1/Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία βασίζεται, περίπου, στην ίδια νομική βάση όπως και η Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι εξής: Ø Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση και παραμονή σε ισχύ των επιδίκων Διαταγμάτων. Ø Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη. Ø Δεν δικαιολογείται το κατεπείγον με βάση το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Ø Το επικαλούμενο προσωρινό Διάταγμα είναι υπέρμετρα δραστικό και/ή επηρεάζει περιουσία και/ή δικαιώματα που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής. Ø Η Αίτηση είναι παράτυπη, αστήρικτη και χωρίς υπόβαθρο. Ø Η δοθείσα εγγύηση είναι ανεπαρκής και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(2)του ΚΕΦ.
  1. Ø Η ζημία των Εναγόντων αποτιμάται σε χρηματική αποζημίωση και/ή οι Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ø Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι η Εναγομένη 1 προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε μόνιμη επέμβαση στο ακίνητο. Ø Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία εξουσιοδοτείται η ενοικίαση του επίδικου ακινήτου στους Εναγόμενους 1 αποτελεί διοικητική πράξη και η αμφισβήτηση της μπορεί να γίνει μέσω προσφυγής και όχι μέσω αστικής διαδικασίες. Ø Με την υπογραφή της επίδικης Σύμβασης τα δικαιώματα των Εναγομένων έχουν καταγραφεί και αποκρυσταλλωθεί και, κατά συνέπεια, είναι νομικά ανεπίτρεπτο με ενδιάμεση δικαστική παρέμβαση να ακυρωθούν τα νομικά αποτελέσματα αυτής της Σύμβασης. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Χαράλαμπου Ασσιώτη, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ü Η Εναγομένη 1 είναι μη κερδοσκοπική εταιρεία περιορισμένη δι΄ εγγυήσεως και ασχολείται μόνο με τον εκπαιδευτικό τομέα. ü Λειτουργεί σχολείο Δημοτικής Εκπαίδευσης και Μέσης εκπαίδευσης. Όλα τα έσοδα του σχολείου επενδύονται για έξοδα του σχολείου και τις ανάγκες των μαθητών του χωρίς να δίδεται οποιοδήποτε μέρισμα, αντιμισθία ή οικονομικό όφελος στα μέλη του που είναι οι εκάστοτε γονείς ή κηδεμόνες των παιδιών που φοιτούν στο σχολείο. ü Το σχολείο βρίσκεται κτισμένο σε τεμάχιο που αποτελεί αντικείμενο μίσθωσης στην Εναγομένη 1 από την Κυβέρνηση δυνάμει γραπτής Συμφωνίας ημερ. 23.3.50 για 199 χρόνια η οποία τροποποιήθηκε στις 14.7.10 με σκοπό να καταστεί δυνατή η υπογραφή της Μίσθωσης στα Αρχεία του Κτηματολογίου η οποία και, τελικώς, υπεγράφη. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ). ü Στα πλαίσια αναβάθμισης των υφισταμένων εγκαταστάσεων του Σχολείου κατόπιν αίτησης για εξασφάλιση Πολεοδομικής Άδειας εξασφαλίστηκε τέτοια άδεια στις 30.5.08 και, εν συνεχεία, Οικοδομική Άδεια από το Δήμο Στροβόλου στις 23.3.
  2. ü Μετά την εξασφάλιση των Αδειών έγινε προκήρυξη προσφορών από τις οποίες προέκυψε ότι το κόστος αντισεισμικής αναβάθμισης του Annex, που είναι ένα από δύο συγκρότημα των κτιριακών εγκαταστάσεων του Σχολείου, ήταν απαγορευτικά ψηλό. Αποφασίστηκε τότε η κατεδάφιση του Annex και ανέγερση σύγχρονης πτέρυγας. Το έργο, τελικώς, χωρίστηκε σε δύο ξεχωριστά τμήματα, τη «Φάση Α» που προνοούσε την ανακαίνιση και αντισεισμική αναβάθμιση του κυρίως κτιρίου (Main Building) και η «Φάση Β» που προνοούσε την κατεδάφιση του Annex και την κατασκευή νέας πτέρυγας στη θέση του. ü Η «Φάση Α» υλοποιήθηκε και τέθηκε σε λειτουργία το Main Building. ü Στις 6.10.10 υποβλήθηκε αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας κατά παρέκκλιση των προνοιών του Σχεδίου Ανάπτυξης για την υλοποίηση της «Φάσης Β». Οι δύο βασικές πτυχές της επιζητούμενης παρέκκλισης ήταν η υπέρβαση κατά 450τ.μ. περίπου του συντελεστή δόμησης και η μη ικανοποίηση των προνοιών του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας όσον αφορά το ελάχιστο εμβαδόν ακάλυπτων ελεύθερων χωρών αυλής και αθλοπαιδιών. ü Το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων είναι το κατά νόμο υπεύθυνο σώμα να εισηγηθεί έκκριση ή απόρριψη της αίτησης προς το Υπουργικό Συμβούλιο που θα πάρει την τελική απόφαση. Στις 21.11.12 το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί έγκριση της Πολεοδομικής Άδειας. Απομένει η τελική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Μετά την έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο θα πρέπει να υποβληθεί εκ νέου η αίτηση για Πολεοδομική Άδεια στην τελική της μορφή και μετά να υποβληθεί η αίτηση για Άδεια Οικοδομής. Κατασκευαστικές εργασίες μπορούν να αρχίσουν αφού εκδοθεί η Άδεια Οικοδομής. ü Ο Σύνδεσμος Αποφοίτων της Αγγλικής Σχολής τα τελευταία χρόνια κατείχε μέρος του επίδικου οικοπέδου στο οποίο υπήρχε λυόμενο υποστατικό που είχε ανεγείρει η Πυροσβεστική το οποίο εγκατέλειψε τις αρχές της δεκαετίας του
  3. Εν συνεχεία το χρησιμοποίησε ο Σύνδεσμος ο οποίος και το κατεδάφισε και έκτισε νέο κτίριο/υποστατικό. ü Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών της Φάσης Α δημιουργήθηκε μεγάλη ανάγκη για χώρους στάθμευσης, διδασκαλίας, αθλοπαιδιών, οπόταν αποφασίστηκε όπως το Σχολείο εκμισθώσει για κάποιες ώρες της ημέρας το επίδικο οικόπεδο μαζί με το νέο υποστατικό και το γήπεδο χόκεϋ και γι΄ αυτό όντως υπήρξε σύμβαση «ενοικίασης» του Σχολείου με τους Αιτητές/Ενάγοντες για το γήπεδο χόκεϋ και με το Σύνδεσμο για το επίδικο οικόπεδο και το νέο υποστατικό. Η Σύμβαση με την Αγγλική Σχολή αντί με την Κυπριακή Δημοκρατία έγινε λόγω άγνοιας του Διοικητικού Συμβουλίου αναφορικά με το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικού οικπέδου. ü Μέσα από διαβουλεύσεις με τον αρμόδιο Υπουργό και την έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο για το επίδικο ακίνητο το Σχολείο, τελικώς, το εκμίσθωσε από νόμιμο ιδιοκτήτη, την Κυπριακή Δημοκρατία. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ) ü Το Σχολείο μέσω επιστολής ημερ. 22.8.12 απευθυνόμενη προς το Σύνδεσμο τους ενημέρωνε ότι είχε εκμισθώσει το επίδικο ακίνητο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Με την επιστολή αυτή ο Σύνδεσμος παρακαλείτο να εκκενώσει και να παραδώσει το επίδικο οικόπεδο και το υποστατικό μέχρι τις 27.9.
  4. Η επιστολή αυτή δεν είχε σκοπό την άμεση «έξωση» του Συνδέσμου από το χώρο αλλά το να αντανακλά η κατοχή του επίδικου ακινήτου τη νέα νομική πραγματικότητα, δηλαδή ότι ενοικιαστής και νόμιμος κάτοχος του ακινήτου ήταν το Σχολείο και όχι ο Σύνδεσμος. ü Έγιναν προσπάθειες από μέρους της Εναγομένης 1 για φιλικό διακανονισμό επιθυμώντας η Εναγομένη 1 να βοηθήσει ώστε να βρεθεί κάποια λύση στο στεγαστικό πρόβλημα που θα δημιουργείτο στο Σύνδεσμο από τη Σύμβαση Μίσθωσης. ü Μεσολάβησε η επίδοση μονομερούς Διατάγματος ημερ. 29.11.12 στην αγωγή 8449/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορά μόνο το μέρος του τεμαχίου που μέχρι σήμερα κατείχε ο Σύνδεσμος. ü Οι Ενάγοντες γνωρίζουν πολύ καλά ότι η γη είναι της Κυπριακής Δημοκρατίας. ü Σε καμία περίπτωση οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν αποτελούν διαχειριστή ή κάτοχο ή χρήστη οποιουδήποτε τεμαχίου. Όλη η επίδικη γη είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία η οποία είναι ο απόλυτος, νόμιμος κάτοχος, ιδιοκτήτης και διαχειριστής της. ü Η Εναγομένη 1 δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να ενημερώσει τους Ενάγοντες/Αιτητές για τη Σύμβαση Μίσθωσης. Η μόνη υποχρέωση ήταν να ενημερώσει τον παράνομο κάτοχο μέρους του τεμαχίου, ήτοι το Σύνδεσμο, προκειμένου να λάβουν γνώση και να σταματήσουν να επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο. ü Η Σύμβαση Μίσθωσης αφορά μόνο αθλητικές εγκαταστάσεις, χώρους αυλής και κάποιες μικρές βοηθητικές εγκαταστάσεις (που εξυπηρετούν αυτές τις χρήσεις) και όχι κάποιο ογκώδες κτίριο με κύριες χρήσεις. ü Η προηγούμενη αίτηση των Αιτητών/Εναγόντων για ανέγερση δευτεροβάθμιας σχολής όντως απερρίφθη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η Εναγομένη 1 δεν θα ανεγείρει οποιοδήποτε κύριο κτίριο σχολείου στο επίδικο οικόπεδο. ü Οι Αιτητές/Ενάγοντες προκειμένου να βοηθήσουν ώστε ο Σύνδεσμος να συνεχίσει να απολαμβάνει παράνομα το υποστατικό και τη γη χωρίς να πληρώνει γίνεται τροχοπέδη σε σχέδια ανάπτυξης του Σχολείου το οποίο εξοικονομεί ετησίως στο κράτος περίπου €10.000.000 και παρεμποδίζει τα έργα αναβάθμισης του Σχολείου για τα οποία θα δαπανηθούν πέραν των €3.500.000, θα δημιουργήσουν εργασίες και θα προσφέρουν χρήματα στο Κράτος από τις εφαρμοστέες φορολογίες. ü Αν τα εκδοθέντα Διατάγματα παραμείνουν σε ισχύ το Σχολείο θα αντιμετωπίσει προβλήματα με την έγκριση της Πολεοδομικής Άδειας κατά παρέκκλιση και με την ομαλή λειτουργία του Σχολείου, ενώ τα παιδιά και οι γονείς θα ταλαιπωρηθούν. ü Αναμφίβολα θα προκύψουν μεγάλες οικονομικές ζημιές αναφορικά με την εκπλήρωση της Φάσης Β του Σχεδίου. ü Με τη μη έγκαιρη ολοκλήρωση των έργων και την παρατεταμένη συνέχιση του υφιστάμενου καθεστώτος των μη ολοκληρωμένων αναβαθμίσεων, η φήμη, υπόληψη και αξιοπιστία του Σχολείου έχει υποστεί και θα συνεχίσει να υπόκειται, όσο το Διάταγμα παρεμποδίζει την προώθηση των έργων, ανεπανόρθωτο πλήγμα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2 ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση και από μέρους της Εναγομένης 2/Καθ΄ης η Αίτηση. Στην Ένσταση της Εναγομένης 2 προβάλλονται διάφοροι λόγοι, μεταξύ των οποίων, ότι: ¨ Δεν απέδειξαν οι Αιτητές/Ενάγοντες ότι από τη Σύμβαση Μίσθωσης προέκυψε επηρεασμός των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων τους. ¨ Το Διάταγμα είναι υπερβολικά δραστικό. ¨ Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/
  5. ¨ Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγομένων. ¨ Ουδεμία βλάβη θα υποστούν οι Ενάγοντες από τη συνέχιση της ισχύος της Σύμβασης Μίσθωσης. ¨ Δε στοιχειοθετείται το κατεπείγον. ¨ Δεν αποκαλύπτονται ουσιώδη γεγονότα και οι Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια. Ως νομική βάση της Ένστασης είναι, ανάμεσα σε άλλα, ο Ν.14/60, το ΚΕΦ. 6, το ΚΕΦ. 167, το ΚΕΦ. 224 και σχετικοί Κανονισμοί, το Άρθρο 26 του Συντάγματος κ.λ.π. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Μαίρης Λάμπρου, πρώτης Διοικητικού Λειτουργού στο Υπουργείο Εσωτερικών, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: v Η επίδικη γη είναι ιδιοκτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. v Το υπό μίσθωση τεμάχιο με βάση τη Συμφωνία Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 αποτελεί μέρος της επίδικης γης. v Με τη Δ.Π. αρ. 833 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ημερ. 28.8.36 η επίδικη γη απαλλοτριώθηκε από την Κυβέρνηση για χρήση από την Αγγλική Σχολή. v Η επίδικη γη δεν είναι η ίδια γη με την αναφερόμενη στο Άρθρο 2
(1)του ΚΕΦ.
  1. v Με την επιστολή ημερ. 5.12.49 (Παράρτημα 2) ο Colonial Secretary της Αποικιοκρατικής Κυβέρνησης ενημέρωσε το Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου μέσω του Διευθυντή Εκπαίδευσης για την απόφαση της Κυβέρνησης να εκμισθώσει μέρος της κρατικής γης από το χώρο της Αγγλικής Σχολής προς το Junior School. Η Σύμβαση Μίσθωσης υπογράφτηκε στις 23.3.50 μεταξύ της Κυβέρνησης και του Junior School για περίοδο 199 ετών. (Παράρτημα 3). v Το The Junior School ενεγράφη στις 10.8.48 ως ΕΠΕ με εγγύηση (Παράρτημα 4). Θεωρείται δε ως μη κερδοσκοπικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. v Με επιστολή του προς το Υπουργείο Εσωτερικών ημερ. 4.10.11 (Παράρτημα 12) το Διοικητικό Συμβούλιο του Junior School εξηγεί ότι στο πλαίσιο των εργασιών που γίνονται για ανακαίνιση και αναβάθμιση των υφιστάμενων κτιριακών εγκαταστάσεων του Σχολείου ζητήθηκε η εξασφάλιση Πολεοδομικής Άδειας κατά παρέκκλιση. Κατά την υποβολή της αίτησης για Πολεοδομική Άδεια κατά παρέκκλιση κατέστη αναγκαία η υπογραφή Σύμβασης Μίσθωσης του μέρους της κρατικής γης που φαίνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο (Παράτημα 8) ούτως ώστε να καλύψει τις πρόνοιες του Τοπικού Σχεδίου και να καλύψει την μικρή υπέρβαση στο Συντελεστή Δόμησης των υφιστάμενων κτιρίων. v Μετά την υπογραφή της σχετικής Σύμβασης Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 (Παράρτημα 19) και κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησης του The Junior Schoοl για Πολεοδομική Άδεια κατά παρέκκλιση το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως εντόπισε υπέρβαση στο συντελεστή δόμησης/κάλυψης που προέκυψε από παράνομη οικοδομή, ήτοι το οίκημα που χρησιμοποιείται από το E.S.O.B.G.A που αφορά οίκημα που ανεγέρθη και λειτουργεί παράνομα και χωρίς τις απαιτούμενες άδειες και βρίσκεται εντός του χώρου που εκμισθώθηκε στο Junior School με τη Σύμβαση Μίσθωσης. v Έγιναν προσπάθειες για εξεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης σε σχέση με το πιο πάνω οίκημα. v Τα κτίρια στα οποία γίνεται αναφορά στη Σύμβαση Μίσθωσης δεν θα ανεγερθούν στο μέρος του τεμαχίου που εκμισθώθηκε με την εν λόγω Σύμβαση Μίσθωσης αλλά εντός του τεμαχίου που εκμισθώθηκε με τη Σύμβαση Μίσθωσης του
  2. Η αναφορά στη Σύμβαση Μίσθωσης σε κτίρια γίνεται γιατί θα χρησιμοποιηθεί μέρος του Συντελεστή Δόμησης/Κάλυψης του μέρους αυτού για την κάλυψη των υπερβάσεων στο υφιστάμενο κτίριο του Σχολείου στα πλαίσια αναβαθμίσεων και προσθηκών και μετατροπών στα ήδη υφιστάμενα κτίρια. v Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση λήψης συγκατάθεσης από τους Ενάγοντες πριν τη σύναψη της Συμφωνίας Μίσθωσης. Με βάση την ορθή ερμηνεία του ΚΕΦ. 167 αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διάθεση και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας της Αγγλικής Σχολής έχει μόνο το Υπουργικό Συμβούλιο. v Η εκμίσθωση στην Εναγομένη 1 έγινε κατ΄ εξαίρεση λαμβανομένου υπόψη παραγόντων όπως το καθεστώς του σχολείου με βάση το ιδρυτικό - καταστατικό του έγγραφο, το γεγονός ότι η ζητούμενη γη χρησιμοποιείται από το σχολείο από το 1959 και δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη λειτουργία της Αγγλικής Σχολής καθώς και την ανάγκη του σχολείου για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Υπουργείου Παιδείας για αντισεισμική αναβάθμιση των κτιρίων του και τις πρόνοιες του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας αναφορικά με την αναγκαία έκταση εξωτερικών χώρων/ανοικτών χώρων αθλοπαιδιών. v Το αίτημα για εκμίσθωση της ίδια Κρατικής γης το 2003 που απερρίφθη, αφορούσε την εκμίσθωση του χώρου για σκοπούς ανέγερσης Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης κάτι που απαγορεύεται από το πολεοδομικό καθεστώς του τεμαχίου (Ζώνη Προστασίας). v Σύμφωνα με το ΚΕΦ. 167 ολόκληρη η κινητή και ακίνητη περιουσία της Αγγλικής Σχολής μεταβιβάστηκε στον Άγγλο Κυβερνήτη που ανέλαβε να συνεχίσει τη λειτουργία της. Μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το 1960 τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του Κυβερνήτη έχει αναλάβει το Υπουργικό Συμβούλιο. Τόσο η κινητή όσο και η ακίνητη περιουσία της Σχολής ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο που έχει το δικαίωμα να πωλεί, ανταλλάσσει ή να διαθέτει την ακίνητη περιουσία της. Κατ΄ επέκταση οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής περιορίζονται στη διεύθυνση και έλεγχο της ίδιας της Σχολής ως σχολείο και όχι ως ακίνητη ιδιοκτησία και ουδεμία αρμοδιότητα έχει ως προς τη διαχείριση και διάθεση της ακίνητης ιδιοκτησίας της Σχολής ως η οποία ανήκει στη Δημοκρατία και ενεγράφη ως κρατική ιδιοκτησία. v Σε ουδεμία ζημιά υπόκεινται οι Ενάγοντες από τη συνέχιση της ισχύος της Σύμβασης Μίσθωσης επειδή το υπό μίσθωση ακίνητο θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως χώρος αθλοπαιδιών ως χρησιμοποιείται από το 1955 και/ή 1959 και εντεύθεν από την Εναγομένη 1 κατόπιν συνεννόησης της τότε αποικιοκρατικής Κυβέρνησης, των Εναγόντων και των Εναγομένων
  3. v Ουδόλως θα αλλάξει η χρήση του και ούτε κατά τρόπο που επηρεάζει τα δικαιώματα των Εναγόντων. v Δεν υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το κατεπείγον εφόσον:
  4. Η επίδικη Συμφωνία Μίσθωσης υπεγράφη στις 5.7.12, η επιστολή έξωσης από την Εναγομένη 1 προς τους Ενάγοντες είναι 22.8.12 και οι επιστολές της Εναγομένης 1 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 33-35 στην Ένορκη Δήλωση Βαλανίδη) ουδόλως δεικνύουν ότι η υλοποίηση και εκτέλεση της Συμφωνίας Μίσθωσης επίκειται.
  5. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35 καθιστά σαφές ότι η υλοποίηση της Συμφωνίας Μίσθωσης εξαρτάται από τη σχετική Πολεοδομική Άδεια κατά παρέκκλιση που ακόμη αναμένεται να εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. v Οι Ενάγοντες αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα:
  6. Οι Ενάγοντες παραπλανούν το Δικαστήριο ότι η πρόθεση της Εναγομένης 1 είναι να χρησιμοποιήσει το υπό μίσθωση τεμάχιο για ανέγερση νέου σχολείου Μέσης Εκπαίδευσης, ήτοι του Senior School, ενώ αυτό δεν ευσταθεί και το γνωρίζουν.
  7. Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν ότι υπάρχουν από το Σεπτέμβριο του 2012 διαβουλεύσεις μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης.
  8. Ενώ οι Ενάγοντες γνώριζαν πολύ καλά ότι το υπό μίσθωση τεμάχιο δεν θα χρησιμοποιηθεί για ανέγερση του Senior School, παραπλανούν το Δικαστήριο με τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 33-35 της Ένορκης Δήλωσης Βαλανίδη. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης οι διάδικοι περιορίστηκαν στις Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων όπου έγινε αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτού του είδους και την εφαρμογή τους στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο στις αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[3]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[4] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[5]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[6]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[7]. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6.Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[8], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (δική μου υπογράμμιση) ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Ενάγουσας/Αιτήτριας μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Επισημαίνεται ότι εκεί όπου φαίνεται κατά το στάδιο της έκδοσης Προσωρινού Διατάγματος να μην υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του Προσωρινού Διατάγματος. Προχωρώ τώρα να θέσω το σχετικό νομικό πλαίσιο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[9]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... ......................................... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Όπως τονίσθηκε συναφώς: «Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν, στην προκειμένη περίπτωση να αποκαλύψουν τη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ.Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι αποκάλυψαν την ύπαρξη της με την επισύναψη της φορτωτικής στην ένορκη ομολογία που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας θεμελιώθηκε η αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον σχετικό όρο της συμφωνίας ο οποίος καταγράφεται στην παράγραφο 27 της φορτωτικής. Ούτε η ύπαρξη του συσχετίζεται με το αίτημα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Αναφορά στη φορτωτική γίνεται στο μέρος της ενόρκου δηλώσεως όπου στοιχειοθετείται η απαίτηση. Η επισύναψη της δεν είχε σκοπό να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 27 και να τη σηματοδοτήσει ως ουσιώδες γεγονός για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ....... Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται είναι ότι η ύπαρξη ρήτρας για τη δικαιοδοσία Δικαστηρίου της αλλοδαπής παρασιωπάται στην ένορκη ομολογία.» Ανάλογο αποτέλεσμα υπήρξε στη Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 με αναφορά στη Demstar (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, στις σελ. 264-265: "H διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση ...". Στην Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)(απόφαση Ολομέλειας) το θέμα τέθηκε ως εξής: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ...". Επιπρόσθετα, η "... υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα" (Δέστε Fedossova Larissa κ.ά. Αίτηση για έκδοση Certiorari 62/97, ημερ. 16.10.97). Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94[10] σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου.Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important.» Αξίζει επιπρόσθετα να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 έχει διευκρινιστεί ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος[11]. Επιπλέον να σημειώσω ότι ο Αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σε αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης τόσο των Κυπριακών όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων στο όλο θέμα αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Ralph Gibson στην υπόθεση Brink`s Mat Ltd v. Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350 το οποίο επαναλήφθηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Behbehani and others v. Salem and Others
(1989)2 All E.R 143: "The Courts today are frequently asked to grant ex parte injunctions, either because the matter is too urgent to await a hearing on notice or because the very fact of giving notice may precipitate the action which the application is designed to prevent. On any ex parte application, the fact that the court is asked to grant relief without the person against whom the relief is sought having the opportunity to be heard makes it imperative that the applicant would make full and frank disclosure of all facts known to him or which should have been known to him had he made all such inquiries as were reasonable and proper in the circumstances. The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a twofold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v. Kensington Income Tax Comrs, exp Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B 486 at
  1. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realize that they have this duty of disclosure and of the consequence (which may include a liability in costs) if they fail in that duty." Πιο πρόσφατα στην υπόθεση αρ. 1855/2008 CYBARCO PLC κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. ημερ. 9/1/09 αποφασίστηκε ξανά ότι σε μονομερείς αιτήσεις μέσα στα πλαίσια της πλήρους αποκάλυψης όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. Επαναλήφθηκε περαιτέρω ότι ουσιώδη θεωρούνται τα γεγονότα εκείνα που, αν τα γνώριζε το Δικαστήριο, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. [12] Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα.[13] Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Ένας λόγος Ένστασης που προβλήθηκε είναι αυτός που αφορά το κατά πόσο υφίστατο ή όχι το στοιχείο του κατεπείγοντος στο στάδιο που μονομερώς οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούσαν την έκδοση από το Δικαστήριο των αιτουμένων Διαταγμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε, η επίδικη Συμφωνία Μίσθωσης υπεγράφη στις 5.7.12 και η επιστολή έξωσης από την Εναγομένη 1 προς τους Εναγόμενους είναι 22.8.
  2. Η πλευρά των Ενάγοντων/Αιτητών για τους σκοπούς της τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων στην παράγρ. 63 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Βαλανίδη προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η Εναγομένη 1 έχει ολοκληρώσει όλες τις διαδικασίες που χρειάζονται για να ξεκινήσει τις οικοδομικές της εργασίες στο επίδικο τεμάχιο και, στα πλαίσια αυτά, επικαλέστηκαν ηλεκτρονική αλληλογραφία που απέστειλε η Εναγομένη 1 προς τους γονείς των μαθητών του Σχολείου τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 33,34 και 35 . Η τελευταία δε αλληλογραφία είναι ημερ. 5.11.12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35) Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35 είναι σημαντικό, πιστεύω, να επισημανθεί ότι προκύπτει ότι η υλοποίηση της Συμφωνίας Μίσθωσης εξαρτάται από τη σχετική Πολεοδομική Άδεια κατά παρέκκλιση και ότι αναμένεται να εξεταστεί από το Συμβούλιο Παρεκκλίσεων. Όσον αφορά δε το θέμα των κατασκευαστικών εργασιών, στο εν λόγω Τεκμήριο αναφέρεται ότι αναμένεται να ξεκινήσουν το Μάρτιο του
  3. Παραθέτω τη σχετική αναφορά που έχει ως εξής: "Junior School Phase B building I am delighted to announce that the architectural and engineering details for the construction of Phase B of the Junior School have been completed.Approval of our application for a Relaxation Permit has been granted by the Stovolos Municipality. It has now been passed on to the Relaxation Board for their examination and approval. We shall soon be going out to tender and expect building work to commence in March
  4. Copies of the plans will be posted in the Reception Area if parents wish to view the proposed development." Όσον αφορά δε το θέμα της ανέγερσης του νέου κτιρίου της δευτεροβάθμιας σχολής, δηλ. του Senior School, στην επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35 αναφέρεται ότι ακόμη να υπογραφεί συμφωνία για μίσθωση γης για σκοπούς ανέγερσης του νέου Senior School και ότι οι γονείς θα ενημερώνονταν μόλις αυτή η συμφωνία θα υπογράφετο. Παραθέτω πιο κάτω τη σχετική περικοπή από την εν λόγω επιστολή: "Senior School new building. I have been asked by the Board to inform you that we have yet to sign the option for the lease of land on which to build the new Senior School. This has been delayed slightly as the Municipality and Town Planning Department still have to confirm the positioning of new roads on the land before the owners and School can sign. This has caused us much irritation but we have to be patient. I understand that the matter is being fast tracked and the outcome will be well worth waiting for. As soon as we have signed we can share the news of the venue with you." Από τα πιο πάνω έκδηλα προκύπτει, πιστεύω, ότι ακόμη και για το θέμα της ανέγερσης του νέου κτιρίου δευτεροβάθμιας σχολής, δηλ. του Senior School, που ισχυρίστηκαν οι Ενάγοντες/Αιτητές ότι επρόκειτο να ανεγερθεί εντός του επίδικου τεμαχίου και ότι επίκειντο οι σχετικές οικοδομικές εργασίες εντός του τεμαχίου, από τα ίδια τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ που επικαλέστηκε η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών και, ιδιαίτερα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35, δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα κατεπείγοντος εφόσον δεν είχε καν υπογραφεί η σχετική Συμφωνία Μίσθωσης, ενώ καθόσον αφορά τα έργα αναβάθμισης των υφιστάμενων κτιρίων του Σχολείου αναμένετο, ακόμη, η έγκριση της σχετικής Πολεοδομικής Άδειας κατά παρέκκλιση, ενώ οι κατασκευαστικές εργασίες δεν αναμένονταν να αρχίσουν πριν το Μάρτιο του
  5. ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Ανάμεσα στους λόγους που προβάλλουν οι Εναγόμενοι για σκοπούς ακύρωσης του εκδοθέντος Διατάγματος είναι και αυτοί που αναφέρονται στην μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Þ Συγκεκριμένα η πλευρά της Εναγομένης 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο κ. Βαλανίδης, ενόρκως δηλών στην Αίτηση των Εναγόντων, ήταν πλήρως ενήμερος ότι το Senior School δεν θα ανεγειρόταν εντός του επίδικου τεμαχίου, γεγονός που προκύπτει από την ανακοίνωση της Εναγομένης 1 η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Βαλανίδη. Είναι γεγονός ότι στην παράγρ. 21 της Ενορκης Δήλωσης του κ. Βαλανίδη, ενώ αναφέρεται στο γεγονός της έκδοσης κοινοποίησης από μέρους της Εναγομένης 1 ημερ. 11.12.12 και επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 την εν λόγω κοινοποίηση στην Ένορκη Δήλωση του, εντούτοις δεν έχει εφιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο της εν λόγω κοινοποίησης και ιδιαίτερα στο ότι σ' αυτήν δηλώνεται ότι το Senior School δεν θα κτιστεί στο χώρο του Junior School. Παραθέτω στο σημείο αυτό τις ακόλουθες παραγράφους από την εν λόγω ανακοίνωση: "6.On July 5th 2012, The Junior School signed an agreement with the Cyprus Government for the lease of a government plot of land (area 23.150m²) adjacent to the above mentioned plot. This plot was designated by the Government for use by the Junior School as early as 1959 - this was later ratified by a 1981 decision of the Council of Ministers and further ratified by another Council for Ministers in
  6. 7.The plot of land leased on July 5th 2012, lies in its entirety within the Planning Zone Δα1 (Protection Zone - green areas, parks, sport and entertainment facilities - with a building coefficient of 0.5% Coverage 0.5%, number of floors 1).The Junior School has NO intention or plans whatsoever of commissioning any kind of building facilities within this leased plot of forest land. The plot in question will be exclusively used as a, much needed, schoolyard and for sports facilities.
  7. ...................................... 9.The English School in an announcement addressed to the English School Parents, states that the Δα1 (Protection Zone) land leased to the Junior School has been recently re-zoned to a building coefficient of 50% (a 100 fold increase) and that the allowable uses now includes 'building various types of constructions'. Absolutely NO such upgrading has occurred. The leased land remains designated as it always has been a Protection Zone with approved uses being green areas, parks, sport and entertainment facilities.
  8. ..................................
  9. ..................................
  10. .................................
  11. .................................
  12. .................................
  13. ................................. 16.The Board of Governors in the past has explored the possibility of building the Senior School premises within the Junior School grounds but this idea was abandoned due zoning restrictions. We are currently in the final stages of securing a suitable plot for the new premises and will publicise the location once we have signed the legal documents." (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου για σκοπούς έμφασης) Παρά, δε το γεγονός ότι αναφερόμενος στην εν λόγω κοινοποίηση της Εναγομένης 1 λέει ότι αναφέρει ρητά ότι δεν σχεδιάζει να αναπτύξει ή να ανεγείρει οποιαδήποτε κτήρια επί του επιδίκου τεμαχίου γης και ότι, κατ' ακρίβεια, κάτι τέτοιο απαγορεύεται λόγω ζώνης και συντελεστή δόμησης της περιοχής, επαναλαμβάνω ότι, δεν έχει εφιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι στην εν λόγω κοινοποίηση δηλώνεται ρητά ότι το Senior School δεν πρόκειται να κτιστεί στο χώρο του Junior School. Μάλιστα, σε άλλο σημείο της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα στην παράγρ. 63 εκεί όπου επιχειρεί να αναδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων εξακολουθεί να δηλώνει με αναφορά στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 33-35, που αποτελούν επιστολές της Εναγομένης 1, στο ζήτημα της μεταστέγασης της Δευτεροβάθμιας Σχολής της Εναγομένης 1 και στο ότι προτίθεται να ξεκινήσει τις οικοδομικές της εργασίες στο επίδικο τεμάχιο. Þ Επιπλέον, ενώ ο κ. Βαλανίδης στις παραγρ. 39 και 40 της Ένορκης Δήλωσης του αναφέρεται στην επιστολή του Δρ Α. Παναγιώτου τέως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής ημερ. 19.2.03 απευθυνόμενος προς την κα Χριστοδουλίδου επίτιμο Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου του Junior School την οποίαν επιστολή του επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16, παραλείπει να δώσει την ολοκληρωμένη εικόνα επί του θέματος εφόσον δεν αναφέρθηκε στο γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή του Δρ Παναγιώτου είχε δοθεί απάντηση από την κα Χριστοδουλίδου η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΙΒ στην Ένορκη Δήλωση του κ. Ασσιώτη, ημερ. 3.3.
  14. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Βαλανίδη[14] αναφέρεται ότι στο αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν υπάρχει απαντητική επιστολή στην επιστολή του Δρ Παναγιώτου. Το γεγονός αυτό δεν διαφοροποιεί το όλο ζήτημα, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει το ότι δεν δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για το υπό εξέταση ζήτημα η ολοκληρωμένη εικόνα. Þ Ακόμη λέω, σε συμφωνία με τα όσα εισηγήθηκε η πλευρά της Εναγομένης 1, ότι ο κ. Βαλανίδης δεν έχει αποκαλύψει στην Ένορκη Δήλωσή του το γεγονός ότι υπήρχαν από το Σεπτέμβριο του 2012 διαβουλεύσεις μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών μέσα στα πλαίσια προσπάθειας για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης. Συγκεκριμένα, όπως προέκυψε από την Ένορκη Δήλωση της κ. Μαίρης Λάμπρου που υποστηρίζει την Ένσταση της Εναγομένης 2, μετά την υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 και της αποστολής επιστολής από την Εναγομένη 1 για εκκένωση του οικήματος του E.S.O.B.G.A έλαβαν χώρα οι ακόλουθες συναντήσεις: o Στις 4.9.12 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην παρουσία της Υπουργού Εσωτερικών και των Λειτουργών του Υπουργείου Εσωτερικών κ. Μαίρης Λάμπρου και Ανθής Λακκοτρύπη, της Μαγδας Νίκολσον, του Προέδρου του E.S.O.B.G.A, Γιάννη Ιωάννου, μέλος του E.S.O.B.G.A και Αντώνη Βαλανίδη του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής. o Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε στις 19.9.12 συνάντηση των Λειτουργών του Υπουργείου Εσωτερικών κ.κ. Λάμπρου και Λακκοτρύπη με εκπροσώπους του Διοικητικού Συμβουλίου του Junior School για ενημέρωση τους σε σχέση με τη συνάντηση της 4.9.12 στο γραφείο της Υπουργού Εσωτερικών. o Ακολούθως πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση στις 24.9.12 με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής στο γραφείο της κ. Μ. Λάμπρου στο Υπουργικό Συμβούλιο. o Στις 15.10.12 ακολούθησε συνάντηση της Υπουργού Εσωτερικών με εκπροσώπους της Αγγλικής Σχολής στις 15.10.12 με σκοπό την εξεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης σε σχέση με το οίκημα που χρησιμοποιείται από το E.S.O.B.G.A. o Στις 23.10.12 πραγματοποιήθηκε στο γραφείο της Υπουργού Εσωτερικών εκ νέου συνάντηση με εκπροσώπους του Διοικητικού Συμβουλίου της Aγγλικής Σχολής. Ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται σε σχέση με τις συναντήσεις που έγιναν στην παρουσία του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Αιτητών/Εναγόντων κ. Βαλανίδη (4.9.12, 15.10.12) παρά μόνο μια γενική και αόριστη αναφορά στην παράγρ. 14 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Βαλανίδη για συναντήσεις και διαβουλεύσεις με την Υπουργό Εσωτερικών χωρίς να γίνονται, επαναλαμβάνω, συγκεκριμένες αναφορές σε τέτοιες συναντήσεις που έλαβαν χώρα. Επιπλέον να επισημάνω ότι ανάμεσα στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από πλευράς Εναγομένης 2 ήταν και το ότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής, δηλ. ο ενόρκως δηλών στην υπό κρίση Αίτηση Αντώνης Βαλανίδης, ήταν γνώστης σχετικής αίτησης της Εναγομένης 1 για εξασφάλιση Πολεοδομικής Άδειας κατά παρέκκλιση και των κτιρίων που θα ανεγείρονταν με βάση την άδεια αυτή και ότι τέτοια κτίρια σε καμία περίπτωση θα ανεγείρονταν εντός του τεμαχίου που εκμισθώθηκε με τη Σύμβαση Μίσθωσης[15].Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός από μέρους της Εναγομένης 2 ότι τόσο Λειτουργός του Υπουργείου Εσωτερικών όσο και η ίδια η Υπουργός Εσωτερικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων ενημέρωσαν τον κ. Βαλανίδη προσωπικά για το θέμα της Αίτησης για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση και για το τι ακριβώς περιλαμβάνει η άδεια αυτή[16]. Τέλος, προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι ο κ. Βαλανίδης είδε σε συνάντηση που είχε με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων τα σχέδια του Junior School και ότι γνώριζε ακριβώς ότι δεν θα κτίζετο εκεί το Senior School[17]. Επισημαίνεται δε ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της κ. Μαίρης Λάμπρου για το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα δεν έχουν αμφισβητηθεί μέσω αντεξέτασης, ούτε αντικρούστηκαν με άλλη ικανοποιητική, για σκοπούς της Αίτησης, μαρτυρία από τους Αιτητές οι οποίοι έχουν και το σχετικό βάρος στην έκταση που η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία αφορά. Επισημαίνεται εδώ ότι το κατά πόσο είναι ουσιώδες ένα ζήτημα ή όχι προσδιορίζεται από το πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω στα πλαίσια σκιαγράφησης της νομικής πτυχής αδιαμφισβήτητα ένας αιτητής ο οποίος προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την εξασφάλιση συγκεκριμένης θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη θέτοντας ξεκάθαρα, μέσω της Ένορκης Δήλωσης του, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης και επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, κρίσιμα για την υπόθεση, στοιχεία. Η υποχρέωση στον Ενάγοντα που προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας, μονομερώς, θεραπεία είναι να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που ο Αιτητής θεωρεί αναμενόμενο να εγερθούν ή να προβληθούν από τον αντίδικο του, είτε σε σχέση με τη ουσιαστική απαίτηση, είτε σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή θεραπεία[18]. Να πω και κάτι τελευταίο. Η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Αιτητών να θέσει όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τους Ενάγοντες γεγονότα, στοιχεία και/ή τεκμήρια και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιτελέσουν σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση τους για αποκάλυψη γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή τους Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά των Αιτητών δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω με το επίπεδο καλής πίστης που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες όπως η υπό εξέταση οι οποίες έχουν τις καταβολές τους και στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας Αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι, επαναλαμβάνω, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. ("uberrima fides")[19] Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε v Αποτυχία των Εναγόντων να αποδείξουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και v Αποτυχία των Εναγόντων να εκπλήρωσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια η απόρριψη της Αίτησης και η ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος καθίσταται αναπόφευκτη. ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει και στην εξέταση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος σε περίπτωση που η απόφαση του Δικαστηρίου κριθεί κατ΄ έφεση λανθασμένη. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η οριστικοποίηση του Διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή βάση. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει Δήλωση ότι η επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 για εκμίσθωση κρατικής γης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο Παράρτημα Α της αγωγής, είναι άκυρη και χωρίς νόμιμο αποτέλεσμα και Δήλωση ότι οι Ενάγοντες είναι νόμιμοι κάτοχοι και διαχειριστές της κρατικής γης, όπως αυτή καθορίζεται στο Παράτημα Α. Περαιτέρω επιδιώκεται η εξασφάλιση Διατάγματος που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως παύσουν και/ή αναστείλουν και/ή μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή πράξεις που ως αποτέλεσμα θα έχουν την προώθηση των σκοπών που αναφέρονται στη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 και/ή θα διαφοροποιούν και/ή μεταβάλλουν ή τροποποιούν οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό καθεστώς σε σχέση με την κρατική γη και τα δικαιώματα των Εναγόντων επί του επίδικου τεμαχίου το οποίο οι Ενάγοντες κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν και/ή διαχειρίζονται από το
  15. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά επιδιώκονται αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για παράνομη επέμβαση και οχληρία και για ζημιές που οι Ενάγοντες υποστούν από πράξεις των Εναγομένων σε σχέση με την εφαρμογή των προνοιών της επίδικης Συμφωνίας ημερ. 5.7.12 σε σχέση με το αναφερόμενο τεμάχιο. Οι πιο πάνω θεραπείες, βασικά, περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι οι Ενάγοντες είναι οι νόμιμοι κάτοχοι και διαχειριστές της κρατικής γης, που είναι αντικείμενο της Σύμβασης Μίσθωσης μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2, την οποία χρησιμοποιούν και/ή διαχειρίζονται και/ή κατέχουν από το 1900 για τους σκοπούς του εκπαιδευτικού τους Ιδρύματος και ότι η επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 είναι άκυρη και χωρίς νόμιμο αποτέλεσμα. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά τα κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματα των Εναγόντων επί του επίδικου τεμαχίου και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό οι Ενάγοντες να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Οι Ενάγοντες πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δεν ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις Ένορκες Δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί εκατέρωθεν. Η πλευρά των Εναγόντων μέσω της Ένορκης Δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης ισχυρίζεται ότι είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί στη Λευκωσία απ το 1900 και ότι η διαχείριση και ο έλεγχος του αλλά και της περιουσίας του ρυθμίζεται από τον περί Αγγλικής Σχολής (Διοίκηση και Έλεγχος) Νόμος ΚΕΦ
  16. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Αγγλικής Σχολής διευθύνει και ελέγχει τη Σχολή και οποιαδήποτε περιουσία της. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές είναι οι νόμιμοι διαχειριστές και/ή κάτοχοι και/ή χρήστες του επίδικου τεμαχίου (Παράρτημα Α στην αγωγή) το οποίο κατέχουν, χρησιμοποιούν και διαχειρίζονται δυνάμει του περί Αγγλικής Σχολής (Διοίκηση και Έλεγχος) Νόμος ΚΕΦ. 167 από το
  17. Όσον αφορά την επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ της Εναγομένης 1 και 2 για εκμίσθωση του επίδικου τεμαχίου οι Ενάγοντες/Αιτητές ισχυρίζονται ότι αυτή είναι παράνομη και/ή νομικά άκυρη επικαλούμενοι τους ακόλουθους λόγους: (i) Αντίκειται στις διατάξεις του ΚΕΦ. 167 καθότι μέσω αυτής εκμισθώθηκε στην Εναγομένη 1 ακίνητη περιουσία την οποία διαχειρίζεται το Διοικητικό Συμβούλιο της Αγγλικής Σχολής χωρίς να ληφθεί εκ των προτέρων η συγκατάθεση ή να ζητηθεί η συμβουλή του. (ii) Για να δικαιούτο η Εναγομένη 2 να προβεί στη σύναψη τέτοιας Συμφωνίας με την Εναγομένη 1 θα έπρεπε πρώτα να σταματήσει η λειτουργία της Αγγλικής Σχολής. (iii) Η Εναγομένη 2 διαθέτει στην Εναγομένη 1, η οποία είναι εταιρεία ιδιωτικών συμφερόντων, κρατική γη κατά παράβαση των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμών του
  18. Η Εναγομένη 1 δεν αποτελεί ούτε αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, ούτε οργανισμό δημόσιας ωφέλειας αλλά ούτε και εμπίπτει σε οποιεσδήποτε άλλες κατηγορίες για να δικαιούται να της παραχωρηθεί κρατική γη. Επιπλέον οι Αιτητές/Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το δικαίωμα κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των Αιτητών/Εναγόντων στο επίδικο τεμάχιο ήταν σε γνώση και των δύο Εναγομένων και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναγνώρισαν πολλές φορές στο παρελθόν το ιδιοκτησιακό καθεστώς που διέπει το επίδικο τεμάχιο και παραπέμπουν σε σχετική αλληλογραφία[20]. Από την άλλη η Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση οι Αιτητές/Ενάγοντες αποτελούν διαχειριστή ή κάτοχο ή χρήστη οποιουδήποτε τεμαχίου και ότι η επίδικη γη είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία η οποία είναι ο απόλυτος και νόμιμος κάτοχος, ιδιοκτήτης και διαχειριστής της. Περαιτέρω αναφέρει ότι καμία νομική υποχρέωση είχε η Εναγομένη 1 να ενημερώσει τους Αιτητές/Ενάγοντες για την επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης. Επιπλέον Eναγομένη 1 αναφέρει ότι το σχολείο της βρίσκεται χτισμένο σε τεμάχιο που αποτελεί αντικείμενο μίσθωσης στην Εναγομένη 1 από την Κυβέρνηση δυνάμει γραπτής Συμφωνίας ημερ. 23.3.1950 για 199 χρόνια. Η Εναγομένη 1, αναφερόμενη ρητά στις επιστολές ΤΕΚΜΗΡΙΑ 17 ΚΑΙ 23 της Ένορκης Δήλωσης Βαλανίδη, ισχυρίζεται ότι αυτές αποτελούν εσφαλμένες και πεπλανημένες απόψεις πρώην μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων και ότι, ως τέτοιες, δεν τη δεσμεύουν όπως, επίσης, και οι πεπλανημένες διατυπώσεις των λειτουργών. Όσον αφορά την Εναγομένη 2 αυτή ισχυρίζεται ότι η επίδικη γη είναι ιδιοκτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι το υπό μίσθωση τεμάχιο με βάση τη Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 5.7.12 αποτελεί μέρος της επίδικης γης. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι με την Δ.Π. αρ. 833 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ημερ. 28.8.1936 η επίδικη γη απαλλοτριώθηκε από την Κυβέρνηση για χρήση από την Αγγλική Σχολή. Αναφερόμενη στο ΚΕΦ. 167 προβάλλει, περαιτέρω, τη θέση ότι ολόκληρη η κινητή και ακίνητη περιουσία της Αγγλικής Σχολής μεταβιβάστηκε στον Άγγλο Κυβερνήτη που ανέλαβε να συνεχίσει τη λειτουργία της και ότι μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το 1960 τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του Κυβερνήτη έχει αναλάβει το Υπουργικό Συμβούλιο. Καταλήγει δε αναφέροντας ότι τόσο η κινητή όσο και η ακίνητη περιουσία της Σχολής ανήκει στο Υπουργείο Εσωτερικών που έχει το δικαίωμα να πωλεί, ανταλλάσσει ή να διαθέτει την ακίνητη περιουσία της, ενώ οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου της Αγγλικής Σχολής, αναφέρει ότι περιορίζονται στη διεύθυνση και έλεγχο της ιδίας της Σχολής ως σχολείο και όχι ως ακίνητη ιδιοκτησία και ότι ουδεμία αρμοδιότητα έχει ως προς τη διαχείριση και διάθεσή της ακίνητης ιδιοκτησίας της Σχολής η οποία ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία και ενεγράφη ως κρατική ιδιοκτησία. Τονίζεται δε ότι, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, το Υπουργείο Εσωτερικών δεν είχε υποχρέωση λήψης συγκατάθεσης από τους Ενάγοντες πριν τη σύναψη της επίδικης Σύμβασης Μίσθωσης με την Εναγομένη
  19. Επιπλέον η Εναγομένη 2 αναφέρει ότι μέρος της κρατικής γης από το χώρο της Αγγλικής Σχολής εκμισθώθηκε στην Εναγομένη 1 με βάση Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 23.3.1950 που συνήφθη μεταξύ της Αποικιοκρατικής τότε Κυβέρνησης και της Εναγομένης 1 για περίοδο 199 ετών. Τονίζεται δε ότι η εκμίσθωση στην Εναγομένη 1 έγινε κατ' εξαίρεση λαμβανομένων υπόψη παραγόντων όπως το καθεστώς του σχολείου της Εναγομένης 1 με βάση το ιδρυτικό - καταστατικό του έγγραφο (μη κερδοσκοπικό Ίδρυμα), το γεγονός ότι η ζητούμενη γη χρησιμοποιείται από το 1959 και δεν επηρεάζει καθόλου τη λειτουργία της Αγγλικής Σχολής, καθώς και την ανάγκη του σχολείου της Εναγομένης 1 για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για αντισεισμική αναβάθμιση των κτιρίων του και τις πρόνοιες του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας αναφορικά με την αναγκαία έκταση εξωτερικών χώρων/ανοικτών χώρων αθλοπαιδιών κατ' αναλογία με τους μαθητές ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος[21]. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς, να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μία τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι δε αρκετό οι Ενάγοντες/Αιτητές προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 να παραθέσoυν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος Διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών στις Ένορκες Δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Βασικά αν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Ενάγοντες/Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση ή συνέχιση του Διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[22]. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[23]. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Για το θέμα αυτό οι μόνες αναφορές που υπάρχουν στην Ένορκη Δήλωση του κ. Βαλανίδη συμπεριλαμβάνονται στις παραγρ. 64 και 65 οι οποίες, στο βαθμό που ενδιαφέρουν, έχουν ως εξής: «Παράγρ. 64 ....... υπάρχουν βάσιμες και σοβαρές υποψίες εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών ότι οι πιο πάνω εργασίες έχουν άμεση σχέση με τη συμφωνία 05.07.2012 και συνεπώς θα επηρεαστούν δραστικά τα δικαιώματα κατοχής, χρήσης και διαχείρισης τους επί του τεμαχίου που νόμιμα κατέχουν, χρησιμοποιούν και διαχειρίζονται.» «Παράγρ. 65 .......... είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα στην παρούσα αίτηση διατάγματα, ως αναγκαίο για να διατηρηθεί το status quo και να αποτραπεί μια κατάσταση η οποία εξαιτίας των πράξεων των Εναγομένων τείνει να μετατραπεί σε μη αναστρέψιμη καθιστώντας το πάρα πολύ δύσκολο να αποκατασταθεί η ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες/Αιτητές.» Επισημαίνω ευθύς εξ' αρχής ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας των Αιτητών/Εναγόντων δεν προσδιορίζεται και ούτε στοιχειοθετείται το πώς θα προκύψει ανεπανόρθωτη ζημιά υπό την έννοια του να είναι πολύ δύσκολο να αποκατασταθεί. Οι αναφορές επί του εν λόγω ζητήματος, όπως εξάλλου προκύπτει ξεκάθαρα από τις παραγρ. 64 και 65 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Βαλανίδη, παρέμειναν γενικές και αόριστες και χωρίς να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε γεγονότα και/ή στοιχεία που να στοιχειοθετούν και/ή να αποδεικνύουν, στο βαθμό που είναι αναγκαίο στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης ή μη συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος. Σε περίπτωση δε που γίνουν οποιαδήποτε έργα επί του επιδίκου τεμαχίου, αν οι Ενάγοντες/Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, η Εναγόμενη 1 θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το επίδικο τεμάχιο, ενώ καθόσον αφορά τα όποια έργα τυχόν γίνουν σε αυτό θα μπορούσαν να κατεδαφιστούν, αν το επιθυμούσε η πλευρά των Αιτητών/Εναγόντων, οπόταν εδώ, σε μια τέτοια περίπτωση, η ζημιά που θα προκαλείτο θα ήταν τα έξοδα κατεδάφισης των κτιρίων και αποκατάστασης του χώρου στην προγενέστερη του κατάσταση, και άρα θα ήτο ένα είδος ζημιάς που θα βάρυνε την πλευρά της Εναγομένης 1. Να πω εδώ ότι δεν τέθηκε σ' οποιοδήποτε στάδιο ζήτημα αφερεγγυότητας της Εναγομένης 1. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προβλήθηκε στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Α. Βαλανίδη ότι τα όποια υποστατικά ανεγείρει η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 θα λειτουργήσουν ανταγωνιστικά σε αντίστοιχα υποστατικά της Αγγλικής Σχολής λέω, σε συμφωνία με τα όσα ισχυρίστηκε η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι τέτοια ζημιά είναι αποτιμητέα σε χρήμα, ενώ σε καμία περίπτωση έχει τεθεί από πλευράς Αιτητών/Εναγόντων ζήτημα αφερεγγυότητας της Εναγομένης 1/Καθ΄ ης η Αίτηση. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Παρά την πιο πάνω κατάληξη η οποία προδιαγράφει και την έκβαση της υπόθεσης, προχωρώ να εξετάσω και το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει και/ή να διατηρήσει το διάταγμα. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη[24]. Η ανάγκη προστασίας των Εναγόντων σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθούν οι Εναγόμενοι από ζημιά που θα ήταν δυνατόν να υποστούν στην άσκηση των δικών τους δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίσει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία[25]. Στην προκειμένη περίπτωση, σε αντίθεση με την πλευρά των Αιτητών/Εναγόντων οι οποίοι δεν έχουν εξηγήσει γιατί το εκδοθέν Διάταγμα ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας θα πρέπει να διατηρηθεί, δηλ. κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι δίκαιο ή κατάλληλο, η πλευρά της Εναγομένης 1 έχει εξειδικεύσει τη ζημιά που υπόκειται και θα υποστεί από την τυχόν συνέχιση του Διατάγματος στις παραγρ. 51-54 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Χ. Ασσιώτη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση A. Pieris (Alakatoudi) Court Ltd v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C 243: «Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Εναγόμενου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα.» Συνοπτικά η ζημιά που θα υποστεί η Εναγομένη 1, όπως την έχει εξειδικεύσει και προσδιορίσει, είναι η εξής: · Η Εναγομένη 1 θα αντιμετωπίσει προβλήματα με την έγκριση της Πολεοδομικής Άδειας κατά παρέκκλιση και με την ομαλή λειτουργία του Σχολείου με αποτέλεσμα πολλοί μαθητές που βρίσκονται σε λυόμενα υποστατικά να υποχρεωθούν να παραμείνουν σε τέτοια και να ταλαιπωρούνται και για το σχολικό έτος 2013-
  1. · Θα προκαλείται κυκλοφοριακή συμφόρηση στην περιοχή όπου οι Ενάγοντες και ο Σύνδεσμος δεν επιτρέπουν την κατοχή του επίδικου τεμαχίου από την Εναγομένη 1 το οποίο ως τώρα χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης λεωφορείων και κηδεμόνων των μαθητών. · Ως αποτέλεσμα της όλης κατάστασης με τα λυόμενα και τις ταλαιπωρίες που θα προκληθούν σε μαθητές και γονείς θα υπάρξουν λιγότερες εγγραφές μαθητών, και, συνακόλουθα, θα υπάρξει απώλεια εσόδων από την Εναγομένη
  2. · Δεν θα υπάρξει έγκαιρη ολοκλήρωση των έργων αναβάθμισης με κίνδυνο πρόκλησης οικονομικών ζημιών αλλά και πρόκληση ανεπανόρθωτου πλήγματος στην υπόληψη, φήμη και αξιοπιστία του Σχολείου της Εναγομένης
  3. Είναι η κρίση μου ότι αντιπαραβάλλοντας τη ζημιά που ενδέχεται να υποστούν οι αντίδικες πλευρές, υπό το φως των πιο πάνω, το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Εναγομένης
  4. Σε περίπτωση που οι Ενάγοντες/Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους η μόνη ζημιά που θα υποστούν είναι ότι θα υπάρχουν στο επίδικο τεμάχιο κτιριακές εγκαταστάσεις τις οποίες θα υποχρεούται να Εναγομένη 1 να κατεδαφίσει για να επανέλθει η προτέρα κατάσταση του χώρου. Αντίθετα, σε περίπτωση που διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό Διάταγμα η Εναγομένη 1, όχι μόνο ενδέχεται να υποστεί μεγάλες ζημιές από την πιθανή απώλεια μαθητών αλλά και ζημιά στην υπόληψη, αξιοπιστία και φήμη του Σχολείου η οποία πιθανόν να είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί σε χρήμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, ενώ η ισχύς του παρεμπίπτοντος Διατάγματος που εκδόθηκε τερματίζεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται τα έξοδα τους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται λοιπόν σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2/Καθ΄ ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της κυρίως υπόθεσης. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου- Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] Δέστε παράγρ. (Α) της Αίτησης. [2] Δέστε παράγρ. (Β) της Αίτησης. [3] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [4] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [5] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [6] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [7] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [8] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 11927 και 11928 ημερ. 22.9.05 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD Π.Ε. 11895 ημερ. 28.9.05, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 [9] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. 7«Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» [11] Δέστε, επίσης, Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 A.A.Δ. 836,
  1. [12] Δέστε, επίσης, την υπόθεση Harvardskiy v. Daventree, Πολ. Έφεση 9/07 ημερ. 10/7/08, και Dmitri Rybolovlev κ.α. ν. Elena Rybolevleva Π.Ε. 130 και 131/09, ημερ. 29.1.
  2. [13] Δέστε Βασιλική Χαραλάμπους ν. PETROS MICHAEL EXCLUSIF LTD κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. [14] Δέστε παράγρ. 7 συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Α. Βαλανίδη. [15] Δέστε παράγρ. 30 της Ένορκης Δήλωσης της κ. Μαίρης Λάμπρου. [16] Δέστε παράγρ. 31 της Ένορκης Δήλωσης της κ. Μαίρης Λάμπρου. [17] Δέστε παράγρ. 56 (iii) της Ένορκης Δήλωσης της κ. Μαίρης Λάμπρου. [18] Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean 10η έκδοση στη σελ. 83, παρα. 5.21: «A statement in support of an application for an injunction should contain a clear and concise statement of the following: (
  1. a)the facts relied on for the claim; (
  2. b)if the application is made without notice, the reasons for giving none: (
  3. c)all material facts of which the court should be aware, including any answer asserted by the defendant (or which he is thought likely to assert) either to the substantive claim or to the claim for interim relief, and any facts known to the applicant which might lead the court not to grant relief without notice." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) [19] Δέστε και την πιο πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd Π.Ε. 211/10, ημερ. 14.7.11 (απόφαση πλειοψηφίας που δόθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ). [20] Δέστε, μεταξύ άλλων, ΤΕΚΜΗΡΙΑ 17, 18 και 23. [21] Δέστε παράγρ. 38 της Ένορκης Δήλωσης της κ. Μαίρης Λάμπρου. [22] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 321. [23] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111 και Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 A.A.Δ 1121. [24] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [25] Δέστε American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση A. PIERIS (ALAKATOUDI) COURT LTD v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243: «Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Εναγομένου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.