Μαρία Θεοφάνους ν. Ασφαλιστική Εταιρεία Μινερβα Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8188/11, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8188/11 Μεταξύ: Μαρία Θεοφάνους Ενάγουσας και
- Ασφαλιστική Εταιρεία Μινερβα Λτδ
- Ασφαλιστική Εταιρεία DEMCO LTD Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.10.12 για οδηγίες, δυνάμει του κ.12 της Δ.10 30.4.2013 Για ενάγουσα: κα Πάλλη και κα Ανδρέου Για εναγομένη 1-καθ' ης η αίτηση: κα Τταουξιή Για εναγομένη 2-αιτήτρια: ο κ. Γεωργίου Ενδιάμεση Απόφαση Η επίδικη αγωγή αφορά αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκησαν τρία οχήματα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση και οι αιτητές, αντίστοιχα) είναι ασφαλιστικές εταιρείες και είναι υπό αυτή την ιδιότητα που ενάγονται, εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο κάλυπταν τη χρήση δύο εκ των οχημάτων που εμπλέκονται στο δυστύχημα. Η ενάγουσα επικαλείται εν προκειμένω το άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/
- Με την επίδικη αίτηση η αιτήτρια, δηλαδή η εναγομένη 2, καλεί το δικαστήριο να δώσει οδηγίες αναφορικά με την πάρα πέρα πορεία της αγωγής μεταξύ των εναγομένων. Ό,τι αιτείται έχει ως ακολούθως «(Α) Όπως η εναγομένη 2 παραδώσει την έκθεση απαιτήσεως της εναντίον της εναγομένης 1 εντός 15 ημερών και όπως η εναγομένη 1 καταχωρίσει την υπεράσπιση της εις αυτήν εντός 15 ημερών από της τοιαύτης παραδόσεως της εκθέσεως απαιτήσεως. (Β) Όπως η αξίωση της εναγομένης 2-αιτήτριας εναντίον της εναγομένης 1 για πλήρη αποζημίωση (full indemnity) ή/και συνεισφορά (contribution) ως εμφαίνεται στην ειδοποίηση προς συνεναγόμενο που καταχωρήθηκε από την εναγόμενη 2 στις 6.7.12 εκδικασθεί κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής. (Γ) Όπως το επίδικο θέμα της ευθύνης της εναγομένης 1 να αποζημιώσει και/ή συνεισφέρει στην εναγομένη 2 για την απαίτηση της ενάγουσας, εκδικασθεί στην παρούσα αγωγή. (Δ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. » Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.10 κκ.7, 8 και 12 και Δ.48 κκ. 2 και 9 και υποστηρίζεται από δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, οι τυχόν ζημίες που υπέστηκε η ενάγουσα δεν οφείλονται σε αμέλεια του οδηγού που καλύπτεται από την αιτήτρια, αλλά σε αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού που καλύπτεται από την καθ' ης η αίτηση. Πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η αιτήτρια δεν επέδωσε την αίτηση μόνο στην καθ' ης η αίτηση, αλλά και στην ενάγουσα. Εντούτοις, η τελευταία δεν καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης και ούτε τοποθετήθηκε υπέρ ή εναντίον του αιτήματος. Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης καταχωρίστηκε μόνο από την καθ' ης η αίτηση, δηλαδή την εναγομένη
- Η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.10 κ.12
(1)και
(2), Δ.39 κ.2, Δ.48 κκ. 2 έως 7 και Δ.64, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές εξουσίες, δικαιοδοσία και πρακτική του δικαστηρίου. Και η ένσταση τυγχάνει υποστήριξης από δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος που εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ό,τι εκεί αναφέρεται εφόσον το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως συνιστά επανάληψη των λόγων ένστασης. Τούτοι οι λόγοι έχουν ως ακολούθως. «
- Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και αντίκειται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή/και στην Δ.10 θ. 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή/και στη σχετική νομολογία.
- Κανένα νομικό ή/και ουσιαστικό υπόβαθρο υπάρχει για την καταχώριση της παρούσα αίτησης αφού η εναγόμενη 1 στην παρούσα υπόθεση ουδεμία υποχρέωση συνεισφοράς ή κάλυψης έχει προς την εναγόμενη 2 ή/και οι εναγόμενοι 1 και 2 αντίστοιχα είναι ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτον την αστική ευθύνη έναντι τρίτου δύο συνυπεύθυνων ή/και συναδικοπραγούντων οδηγών για ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα (joint tortfeasors) ή/και ουδεμία άλλη σχέση υφίσταται μεταξύ των δύο εναγομένων για την οποία η εναγόμενη 2 να νομιμοποιείται να αξιώνει συνεισφορά ή γενική κάλυψη εναντίον της εναγόμενης
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι υπό τις περιστάσεις αχρείαστη ή/και σκοπό έχει μόνο την καθυστέρηση ή/και την παρακώλυση της διαδικασίας αφού όλα τα εγειρόμενα θέματα και μαρτυρία μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 βρίσκονται ήδη ενώπιον του δικαστηρίου ή/και η επίδοση της ειδοποίησης συνεναγομένου προς την εναγόμενη 1 ήταν αρκετή για να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου όλα τα θέματα και οι θέσεις των πλευρών επί των οποίων το δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει με το πέρας της υπόθεσης.
- Η αίτηση είναι νομικά ή/και ουσιαστικά αβάσιμη ή/και η νομική της βάση είναι λανθασμένη.
- Η αίτηση είναι υπό τις περιστάσεις κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και επιδιώκει αλλότριο σκοπό.
- Τυχόν έγκριση της υπό εξέταση αίτησης θα θεωρείται παρατυπία και θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία ή/και οποιοδήποτε βήμα ή/και έγγραφο ή/και διάταγμα της διαδικασία αυτής.» Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο κ.12 της Δ.10 μεριμνά για επίλυση ζητημάτων που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ συνεναγομένων, καθώς και για τη διαδικασία που επιβάλλεται να προηγηθεί ώστε τέτοια ζητήματα να καταστούν επίδικα. Ο κανονισμός 12 και συγκεκριμένα η παράγραφος
(1)παραθέτει όλες εκείνες τις περιπτώσεις, ή καλύτερα τις αξιώσεις, που επιτρέπουν σε εναγόμενο να ακολουθήσει την εκεί προβλεπόμενη διαδικασία. Εναγόμενος που επιθυμεί να πράξει τούτο εκδίδει, και μάλιστα χωρίς άδεια, και ακολούθως επιδίδει στο συνεναγόμενό του, ειδοποίηση η οποία τον πληροφορεί για την αξίωση του ενάγοντα, την υπεράσπιση του ιδίου, και εν τέλει την απαίτηση που έχει από το συνεναγόμενό του. Ο αντίστοιχος αγγλικός κανονισμός είναι ο κ. 12 της Δ.16α. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου αποκαλύπτει ότι το λεκτικό του είναι ταυτόσημο με εκείνο του οικείου κανονισμού. Συνεπεία τούτου καθοδήγηση δυνατό να αντληθεί από όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 Vol. 1 σελίδα 398. Ό,τι αναφέρεται εκεί κάτω από τον τίτλο Application of the rule, είναι πως. «Except where the two defendants are sued as joint tortfeasors liable in respect of the same damage, it is necessary for a defendant who claims against his co-defendant relief of any of the kinds mentioned in the rule to issue and serve upon him a third party notice under this rule and a summons for third party directions under r.7.» Αυτό ακριβώς το απόσπασμα επικαλείται η αιτήτρια προς υποστήριξη του ότι στη δοσμένη περίπτωση οι εναγόμενοι δεν είναι συναδικοπραγήσαντες, δηλαδή joint tortfeasors. Θέση του κου Γεωργίου είναι πως η εμπλοκή των εναγομένων στην επίδικη διαδικασία οφείλεται στο ότι είναι η ασφαλιστική εταιρεία που ασφάλισε δύο εκ των οχημάτων που εμπλέκονται στο δυστύχημα. Το αγώγιμο δικαίωμα, υποστήριξε ο κος Γεωργίου, προκύπτει από το νόμο και όχι από ενέργεια αυτών καθ' εαυτών των εναγομένων. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της αιτήτριας πως η αίτηση τους εμπίπτει στην εξαίρεση του κανόνα, ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, και συνεπώς η έκδοση οδηγιών για επίλυση των διαφορών μεταξύ των δύο συνεναγομένων κατά τον τρόπο που προβλέπεται στον κ. 7 και 8 της Δ.10, είναι επιβεβλημένη. Αντίθετη είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο τούτης στην επίδικη αγωγή οι εναγόμενοι δεν μπορεί παρά να εκληφθούν ως συναδικοπραγήσαντες. Έχω την αίσθηση ότι η απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος δεν αποτελεί προϋπόθεση για επίλυση της επίδικης αίτησης. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια ζητούμενο δεν είναι η ερμηνεία του όρου joint tortfeasor. Η δε εφαρμογή του κανόνα δεν περιορίζεται σε άτεγκτους κανόνες αλλά εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Εν πάση όμως περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας και μόνο σημειώνω ότι το ερώτημα που έχει τεθεί απαντάται από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Graham Thomas Preece ν. Εστία Ασφαλιστική & Αντασφαλιστική Εταιρεία Α.Ε.
(1991)1 Α.Α.Δ.
- Η απόφαση είναι άκρως ενδιαφέρουσα για όλα τα θέματα που εκεί αναλύονται. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το απόσπασμα στη σελίδα
- Ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως. «Το δικαίωμα που δημιουργείται από το Άρθρο 10, (βλ. ανωτέρω το κείμενο του Νόμου), των δύο νομοθεσίων δεν είναι ex delicto ούτε ακριβώς και ex contractu. Είναι ένα ιδιόρυθμο δικαίωμα το οποίο απορρέει από το νόμο και είναι οιωνεί ex contractu. Δεν έχει άμεση σχέση με το αστικό αδίκημα που προκάλεσε το θάνατο ή τις προσωπικές βλάβες του θύματος. Με το Κοινοδίκαιο ο παθών δεν είχε δικαίωμα αγωγής εναντίον των ασφαλιστών οι οποίοι ανέλαβαν να αποζημιώσουν το αδικοπραγούντα (βλ. Halsbury's Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 25, σελ. 768). Η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει ενοχή από αστικό αδίκημα. Τόσο η ασφάλιση των μηχανοκινήτων οχημάτων, όσο και η ενοχή των ασφαλιστικών εταιρειών για προσωπικές βλάβες τρίτου, επιβάλλονται από το νόμο. Η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον του ασφαλιζομένου είναι ενοχή εκ συμβάσεως ή από δικαιοπραξία. Το άμεσο δικαίωμα του τρίτου - παθόντος - εναντίον ασφαλιστικής εταιρείας βάσει της συμβάσης ασφάλειας βασίζεται στο νόμο και στη σύμβαση, στη οποία δεν είναι συμβαλλόμενος, και οι διατάξεις αυτές αποτελούν οιωνεί συμβατικές ρήτρες.» Από τα πιο πάνω που συνάγεται ότι σε υποθέσεις ως η επίδικη το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας δεν προκύπτει από αδικοπραξία (tort), αλλά από το νόμο, λόγω της σύμβασης που συνομολόγησε η εταιρεία με τον οδηγό για κάλυψη τούτου σε περίπτωση δυστυχήματος. Ως έχει επεξηγηθεί πρόκειται για ενοχή εκ συμβάσεως ή δικαιοπραξίας. Ως εκ τούτου οι συνεναγόμενοι στην επίδικη αγωγή δεν είναι joint tortfeasors εφόσον δεν συμμετείχαν αφεαυτών στο δυστύχημα, δηλαδή στην πράξη που ο νόμος καθιστά αδίκημα (tort). Παρά την πιο πάνω κατάληξη έχω την άποψη ότι η διερεύνηση της αίτησης δεν οδηγείται σε τέλμα. Αυτό γιατί στην επίδικη αίτηση ζητούμενο δεν είναι το καθεστώς συμμετοχής των συνεναγομένων αλλά η αναγκαιότητα ή μη έκδοσης οδηγιών, ως οι αιτούμενες από την αιτήτρια. Η εν λόγω θέση υποστηρίζεται από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Clayson v. Rolls Royce Ltd and another
(1950)2 All E.R. 884. Σύνοψη των γεγονότων της υπόθεσης επεξηγά την κατάληξη και έτσι παρατίθεται. Η ανήλικη ενάγουσα εργάζετο στο γνωστό εργοστάσιο κατασκευής οχημάτων Rolls Royce. Η αγωγή που ήγειρε εναντίον της αυτοκινητοβιομηχανίας ήταν για διεκδίκηση αποζημιώσεων λόγω σωματικών βλαβών που υπέστηκε σε ελαττωματικό ανελκυστήρα, οφειλόμενες, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, σε παραβίαση νόμιμου καθήκοντος και αμέλειας της εταιρείας ή των αντιπροσώπων της και/ή λόγω αμέλειας των δεύτερων εναγομένων. Ας σημειωθεί ότι η σχέση των δύο εναγομένων διέπετο από σύμβαση που είχαν συνάψει. Οι δεύτεροι εναγόμενοι ήταν εκείνοι που εγκατέστησαν τον ανελκυστήρα στα υποστατικά των πρώτων και που προέβαιναν, σύμφωνα με την αυτοκινητοβιομηχανία, σε τακτικούς ελέγχους. Η υπογραφή της συμφωνίας ήταν παραδεχτή από τους δεύτερους εναγόμενους, οι οποίοι, όμως, αρνούντο ότι ήτο αμελείς. Κανείς εκ των εναγομένων απέστειλε ειδοποίηση για συνεισφορά ή αποζημίωση. Αίτηση που υποβλήθηκε από τους δεύτερους εναγόμενους για έκδοση οδηγιών αναφορικά με ερωτηματολόγιο (interrogatory) απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Η συζήτηση, τόσο πρωτόδικά όσο και στο εφετείο, περιστράφηκε γύρω από τη Δ.16α και τον κ.12, δηλαδή ό,τι απασχολεί και εδώ. Υιοθετώντας την πρωτόδικη απόφαση ο Λόρδος Somervell ανέφερε ότι. «I had to ask counsel for the second defendants during the course of the argument how the question of a contribution would arise, and what form it might take. There also is a contract between the first and the second defendants which on the face of it might be relevant if a court was asked to decide as to any liability as between one defendant and the other. I think where issues as to discovery arise the procedure which was perfectly satisfactory in Croston's case
(1)is not satisfactory and that the party seeking discovery should serve his notice so that the court, when it comes to deal with his claim, can have a record of what issues he seeks to raise. In the present case it may be that neither side is relying on the contract, but it may be that, if the issue of the liability of the first defendant to the second defendant is raised by a notice, one or other side may rely on that. For those reasons I think the appeal fails and must to be dismissed.» (υπογράμμιση δική μου) Ακολουθώντας την ίδια γραμμή πλεύσης ο Λόρδος Denning ανέφερε. «In ordinary cases where a defendant claims contribution from a co-defendant under s.6
(2)of the Act of 1935, it is not necessary for the full third party procedure to be followed, and since Croston v. Vaughan
(1)it never has been. It is, I think, desirable that notice should be given by letter that a claim for contribution will be made, but even this is not essential in ordinary collision cases where the issues between two defendants are plain and do not need further definition. Exceptional cases may, however, arise, like the present one, in which one of the defendants desires to obtain particulars, or discovery of documents, or interrogatories, from his co-defendant. Then it is essential for him to serve a notice claiming contribution and to apply for directions so that the issues may be clearly defined, but this expense should not be incurred unless it is necessary for fairly disposing of the matter, and the master should, I think, refuse to direct pleadings as between the two defendants or to give other directions except where he is satisfied they are necessary. In the present case, as a necessary foundation for the application to administer interrogatories, I think it was essential that a notice claiming contribution should be served. As it was not served before the application was heard by the master of the judge, I agree that this appeal should be dismissed» (υπογράμμιση δική μου) Παρεμβάλλω εδώ ότι στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 558, την οποία και οι δύο πλευρές επικαλούνται, στην σελίδα 567 αναφέρθηκε ότι. « Στην παρούσα περίπτωση ο Εφεσείων είχε καθήκον όσο και δικαίωμα να υποβάλει την απορριφθείσα αίτηση για οδηγίες ενόψει του γεγονότος ότι η απαίτηση του εναντίον του συνεναγομένου του αφορούσε πλήρη κάλυψη του ποσού της αποζημίωσης αναφορικά με το οποίο εκκρεμούσε απαίτηση εναντίον του όχι υπό την ιδιότητα του αδικοπραγήσαντα μαζί με το συνεναγόμενό του, αλλά λόγω ευθύνης του εκ προστήσεως που πήγαζε από τη σχέση εργοδότη- εργοδοτούμενου που υφίστατο μεταξύ του και του οδηγού του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο». Από τα τρία αυτά αποσπάσματα εναργώς αποκαλύπτεται ότι κάθε περίπτωση εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων γεγονότων που την περιβάλλουν. Στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται οιαδήποτε ιδιάζουσα σχέση μεταξύ των συνεναγομένων, φέρειπειν συμβατική ώστε κάποιος εξ αυτών να δύνανται να επικαλεστεί όρους της μεταξύ τους σύμβασης που δεν είναι ενώπιον του δικαστηρίου, ή εκ προστήσεως ώστε παράλειψη ή αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενός να απαλλάσσει ή περιορίζει την ευθύνη του άλλου, εν ολίγοις σε απλές καθημερινές υποθέσεις, ordinary cases και ordinary collision cases σύμφωνα με το Λόρδο Denning, που τα επίδικα θέματα μεταξύ των συνεναγομένων είναι απλά και εξαντλούνται στη σχέση τούτων με τον ενάγοντα, φέρειπειν αμέλεια όπου η μόνη απαίτηση είναι συνεισφορά ή ολοκληρωτική κάλυψη της απαίτησης, δεν επιβάλλεται ανταλλαγή δικογράφων. Ανταλλαγή δικογράφων επιβάλλεται εκεί όπου ιδιαίτερο νομικό ή πραγματικό ζήτημα διέπει τη σχέση των συνεναγομένων. Σε τέτοια περίπτωση η ανταλλαγή δικογράφων είναι επιβεβλημένη ώστε η κάθε πλευρά να καταστεί κοινωνός της θέσης της άλλης, αλλά και το δικαστήριο να είναι εις θέση να εποπτεύσει τη διαδικασία. Είμαι της γνώμης ότι το απόσπασμα που αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practise, πιο πάνω, δεν πρέπει να εκληφθεί ως άτεγκτος κανόνας. Όπως έχω προαναφέρει, σημασία δεν έχει η φύση του αγώγιμου δικαιώματος αλλά οι ιδιαιτερότητες, νομικές ή πραγματικές, μεταξύ των συνεναγομένων. Στην υπόθεση Ιωαννίδης, πιο πάνω, οι εναγόμενοι ήταν συναδικοπραγήσαντες και όμως η έκδοση οδηγιών κρίθηκε απαραίτητη. Στον αντίποδα, στην υπόθεση Clayson, πιο πάνω, οι δύο εναγόμενοι δεν ήταν συναδικοπραγήσαντες. Επειδή όμως ουδείς προτίθετο να επικαλεστεί τις ιδιαιτερότητες της μεταξύ τους σύμβασης, η έκδοση οδηγιών δεν ήταν αναγκαία. Στη δοσμένη περίπτωση το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ότι οι δύο εναγόμενοι, αιτήτρια και καθ' ης η αίτηση, έχουν ήδη ανταλλάξει την ειδοποίηση που προβλέπει ο κ.12
(1)της Δ.10. Επιπλέον, οι ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα εντός του φακέλου καθιστούν σαφές ότι το μόνο ζήτημα που ανακύπτει μεταξύ των συνεναγομένων εξαντλείται σε μερική ή ολική συνεισφορά για αποζημιώσεις, και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι η ενάγουσα θα αποδείξει ότι οι ενέργειες τους συνιστούν αμέλεια. Μοναδικό δηλαδή ζήτημα είναι η οδηγική συμπεριφορά ενός έκαστου, ζήτημα που είναι ήδη επίδικο με την αξίωση της ενάγουσας. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν αφήνει περιθώριο έγκρισης του αιτήματος. Η δοσμένη υπόθεση αποτελεί καλό παράδειγμα απλής και καθημερινής υπόθεσης, και παρ' ότι οι συνενεγόμενοι δεν είναι συναδικοπραγήσαντες οι αιτούμενες οδηγίες είναι αχρείαστες και το μόνο που θα επιτύχουν είναι να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα και να καθυστερήσουν την πορεία της αγωγής. Ως εκ των πιο πάνω η αίτηση της αιτήτριας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου για έγκριση. Ως χρόνος καταβολής των εξόδων καθορίζεται η αποπεράτωση της αγωγής. Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο