← Κύπρος

Επίσημος Εκκαθαριστής της Δημοκρατίας ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Prima Life Insurance Ltd κ.α. ν. Universal Life Insurance Co Ltd κ

Επίσημος Εκκαθαριστής της Δημοκρατίας ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Prima Life Insurance Ltd κ.α. ν. Universal Life Insurance Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7988/2004, 8/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7988/2004 Μεταξύ:

  1. Prima Life Insurance Ltd
  2. Σάββα Ζαχαριάδη
  3. Βαλεντίνης Συλλούρη Εναγόντων και
  4. Universal Life Insurance Co Ltd
  5. Χαράλαμπου Χωματένου Εναγομένων -------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 11.3.2009 Μεταξύ:
  6. Επίσημος Εκκαθαριστής της Δημοκρατίας ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της περιουσίας της Prima Life Insurance Ltd
  7. Σάββα Ζαχαριάδη
  8. Βαλεντίνης Συλλούρη Εναγόντων και
  9. Universal Life Insurance Co Ltd
  10. Χαράλαμπου Χωματένου Εναγομένων -------------- 8 Απριλίου,
  11. Για τους ενάγοντες: κ. Λ. Ιωάννου μαζί με κα Δ. Μαππή Για τους εναγόμενους: κ. Λ. Δημητριάδης μαζί με κα Ι. Λοΐζίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα 1, προτού τεθεί υπό εκκαθάριση, είχε ως αντικείμενο δραστηριοτήτων της εργασίες πρακτόρευσης ασφαλειών και ενεργούσε, μεταξύ άλλων, και ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 ασφαλιστικής εταιρείας. Οι ενάγοντες 2 και 3 ήταν, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοι της ενάγουσας
  12. Ο εναγόμενος 2 είναι ανώτερος υπάλληλος της εναγόμενης
  13. Συγκεκριμένα, εργοδοτήθηκε το 1991 ως οικονομικός διευθυντής και από το 1999 κατέχει τη θέση του διευθυντή επενδύσεων και μετόχων. Η αξίωση των εναγόντων αφορά διεκδίκηση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων και έχει ως βάση τον, κατ΄ ισχυρισμό, παράνομο και αντισυμβατικό τερματισμό συμφωνίας ασφαλιστικού αντιπροσώπου. Η επίδικη αυτή συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγόμενης 1 στις 4.7.1997 και κατατέθηκε ως Τεκμ.
  14. Περαιτέρω, αξιώνονται αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας και σταδιοδρομίας των εναγόντων 2 και 3, για διαφυγόντα κέρδη και απώλειες συνεπεία παράβασης συμφωνιών ασφαλιστικού αντιπροσώπου και αποζημιώσεις λόγω δόλου και απάτης. Ως προς τον εναγόμενο 2 είναι η θέση των εναγόντων ότι αυτός ευθύνεται ένεκα της πρόκλησης εκ μέρους του της παραβίασης της συμφωνίας ημερ. 4.7.1997 από την εναγόμενη
  15. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι είναι υπαίτιοι οποιασδήποτε παράνομης ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Προβάλλουν ως βασική τους θέση πως είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες που κατ΄ επανάληψη παρέλειπαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, γεγονός που αναγνώρισαν και το οποίο οδήγησε στην υπογραφή εκ μέρους τους του Τεκμ. 18 με το οποίο διευθετούντο όλες οι μέχρι τότε μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Στο περιεχόμενο και τη σημασία του τεκμηρίου αυτού θα αναφερθεί το Δικαστήριο στο αμέσως επόμενο στάδιο, δεδομένου ότι συνιστά και το ουσιαστικό υπόβαθρο στήριξης μίας εκ των προδικαστικών ενστάσεων των εναγομένων. Ως θέμα λοιπόν λογικής προτεραιότητας και δεδομένου ότι μέρος και μόνο της μαρτυρίας είναι αρκετό προκειμένου να καταλήξει σχετικά το Δικαστήριο, θα προηγηθεί εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στις δύο πρώτες παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης. Η πρώτη προδικαστική ένσταση αφορά τη στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου
  16. Η δεύτερη την, κατ΄ ισχυρισμό, πλήρη διευθέτηση των μεταξύ των μερών διαφορών, μέσω της υπογραφής από όλους τους ενάγοντες του Τεκμ.
  17. Καταγράφονται, για σκοπούς εύκολης παρακολούθησης, αυτολεξεί οι υπό αναφορά προδικαστικές ενστάσεις: «
  18. Οι Εναγόμενοι εγείρουν την προδικαστική ένσταση ότι η Έκθεσης Απαιτήσεως δεν περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι να δικαιολογούν, κατά νόμον, στην στοιχειοθέτηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου εναντίον του Εναγομένου 2, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων είναι (όπως είναι και η πραγματικότητα) ότι ο Εναγόμενος Αρ.2 είναι απλώς Διευθυντής Τμήματος των Εναγομένων, ήτοι ανώτερος υπάλληλος και, δεδομένων τούτων, η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθ΄ όσον δεν αφορά τον Εναγόμενον
  19. Οι Εναγόμενοι εγείρουν και δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται και αποκλείονται από του να υποβάλουν οποιανδήποτε απαίτηση εναντίον των Εναγομένων ή του ετέρου τούτων διότι οι Ενάγοντες εδέχθησαν εγγράφως την ή περί την 19ην Δεκεμβρίου 2001 (σε συμβιβασμό με τους Εναγόμενους) ότι ουδεμία άλλην απαίτηση έχουν εναντίον των Εναγομένων 1, ή οποιουδήποτε μέλους του προσωπικού τους ή Διευθυντών τους, από την μέχρι τότε συνεργασία τους με τους Εναγόμενους.» Το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 2 στηρίζεται στη θέση ότι ο εν λόγω διάδικος, ως οικονομικός διευθυντής των εναγομένων 1 καθ όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους, ήταν το πρόσωπο το οποίο εξώθησε ή και καθοδήγησε την εναγόμενη 1 να προχωρήσει σε σειρά παράνομων πράξεων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αντισυμβατική συμπεριφορά η οποία οδήγησε στην παραβίαση της μεταξύ των μερών επίδικης συμφωνίας. Προκαλώντας έτσι την παραβίαση της εν λόγω συμφωνίας ημερ. 4.7.1997 από την εναγόμενη
  20. Παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης συνιστά αστικό αδίκημα το οποίο οριοθετείται ως ακολούθως από το άρθρο 34 του Κεφ. 148: «34

(1)Πρόσωπο το οποίο .. εν γνώσει και χωρίς επαρκή δικαιολογία, προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική σύμβαση με τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του τρίτου.» Η φύση του αδικήματος, τα αναγκαία στοιχεία του, όπως αυτά προκύπτουν από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου και της Αγγλικής νομολογίας και οι τρόποι πρόκλησης της παράβασης, αναλύονται με σαφήνεια στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου,Τόμος 1,στις σελ. 109-112. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι αρκετό να λεχθεί ότι ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά από την προκληθείσα παράβαση της σύμβασης και ότι ο εναγόμενος ενήργησε γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Το μέτρο του βαθμού γνώσης ποικίλει από υπόθεση σε υπόθεση, σύμφωνα με τη φύση της διαγωγής του εναγόμενου. Το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί και όπου ο εναγόμενος επεμβαίνει στο αντικείμενο της σύμβασης με τρόπο που αν το έκανε ο ένας εκ των συμβαλλομένων θα συνιστούσε παράβαση της σύμβασης εκ μέρους του (G.W.K. Ltd v. Dunlop Rubber Co. Ltd
(1926)42 T.L.R. 376). Οι ενάγοντες, προκειμένου να στηρίξουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 2, επιχείρησαν να τον εμπλέξουν επικαλούμενοι, γενικά, ότι η διατάραξη των συμβατικών σχέσεών τους με τους εναγόμενους 1 ξεκίνησε κατά το χρόνο που ο εναγόμενος 2 ενεπλάκη στις επαγγελματικές σχέσεις των μερών. Επεκτείνοντας, ειδικότερα, ο ενάγοντας 2 κατέθεσε ότι έδειξε εμπιστοσύνη στον εναγόμενο 2 καθότι ήταν παιδικοί φίλοι και πως ο τελευταίος, ενώ τον διαβεβαίωνε ότι η συνεργασία τους προχωρούσε ομαλά, τον εξωθούσε ταυτόχρονα με ψευδείς παραστάσεις να του παραδίδει μεταχρονολογημένες επιταγές χωρίς να τις επιστρέφει όταν εισέπραττε το ανάλογο ποσό σε μετρητά προς εξόφλησή τους. Του καταλογίζουν, τέλος, οι ενάγοντες πως δεν πίστωνε με τα ποσά που πλήρωναν τους επίδικους λογαριασμούς και ότι είναι το πρόσωπο που υπέγραψε, στις 3.3.1999, τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας Τεκμ.
  1. Οι ενάγοντες, μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφεραν, απέτυχαν να καλύψουν τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του αστικού αδικήματος της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης. Η μαρτυρία που παρουσίασαν δεν περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ύπαρξη νομικής ευθύνης εναντίον του εναγόμενου
  2. Παραμένει αδιαμφισβήτητο πως ο συγκεκριμένος διάδικος ενεργούσε, ως υπάλληλος της εναγόμενης 1, καθ όλους τους ουσιώδεις χρόνους εκ μέρους και για λογαριασμό της, ακλουθώντας τις οδηγίες που λάμβανε και με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση των όποιων συμφερόντων των εργοδοτών του. Οι πράξεις του λάμβαναν χώρα μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και όπως εντοπίζεται από σειρά τεκμηρίων (Τεκμ. 4, 5, 18, 32, 39), δεν ήταν ο μόνος υπάλληλος που χειριζόταν τη μεταξύ των συμβαλλομένων συνεργασία. Σειρά άλλων προσώπων είχαν εμπλοκή, ανάλογα με τα θέματα που προέκυπταν και τα προβλήματα που αναφύονταν. Συνεπώς, η όλη διαγωγή του εναγόμενου 2 καλυπτόταν από τα όρια των καθηκόντων του ως υπαλλήλου της εναγόμενης 1 και δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς οποιαδήποτε επέμβασή του η οποία θα συνιστούσε αστικό αδίκημα. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση στηρίζεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός της υπογραφής από τους ενάγοντες του Τεκμ. 18, μέσω του οποίου αποδέχθηκαν το υπόλοιπο χρέους τους προς τους εναγόμενους 1 με βάση την απόφαση στην αγωγή 8510/1997 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τη μεταξύ τους και των εναγομένων 1 επίδικης συμφωνίας ημερ. 4.7.
  3. Περαιτέρω δε, και πιο σημαντικό, συμφώνησαν «ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχουμε ή διατηρούμε εναντίον της εταιρείας Universal Life Insurance Co Ltd ή εναντίον οποιουδήποτε μέλος του προσωπικού ή Διευθυντή της από την μέχρι σήμερα συνεργασία μας». Είναι η θέση των εναγόντων, όπως αυτή εντοπίζεται μέσα από σειρά παραγράφων της έκθεσης απαίτησής τους, αλλά και όπως επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί από εκτεταμένη μαρτυρία που παρουσίασαν, πως υποχρεώθηκαν να προβούν στην υπογραφή του Τεκμ. 18, κατόπιν παράνομης επιρροής των εναγομένων και ως αποτέλεσμα της πλήρους οικονομικής εξάρτησής τους από αυτούς συνεπεία σειράς δικαστικών διαδικασιών που προηγήθηκαν και οι οποίες καταχωρήθηκαν εκβιαστικά. Προσθέτουν πως οι εν λόγω δικαστικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων και ειδοποιήσεων πτωχεύσεως, δημιούργησαν συνθήκες αφόρητης πίεσης στους ενάγοντες και συνακόλουθης κυριαρχίας επί της θέλησης και βούλησής των, αφού τους οδηγούσαν σε οικονομική καταστροφή. Επικαλούνται, εν μέρει, οι ενάγοντες το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού. Το υπόλοιπο μέρος των θέσεών τους κινείται γύρω από τους ισχυρισμούς περί άσκησης ψυχικής πίεσης. Είναι, εκ των πραγμάτων, επιβεβλημένη η παράθεση της νομικής διάστασης των προβαλλόμενων υπερασπίσεων. Για να παράγει έννομα αποτελέσματα και έγκυρη νομική σχέση η υπογραφή εκ μέρους των εναγόντων του Τεκμ. 18, θα έπρεπε να ήταν αποτέλεσμα της δικής τους ελεύθερης βούλησης. Αν είναι προϊόν καταναγκασμού δεν είναι ούτε νομικά επιτρεπτή, ούτε βεβαίως και δεσμευτική. Ο οικονομικός καταναγκασμός είναι μορφή καταναγκασμού που έχει αναγνωριστεί ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα όπως και κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Η πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου από το συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση, εκτός εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεχθεί είτε να μειώσει το οφειλόμενο προς αυτόν ποσό, είτε να αυξήσει το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. Η κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που έχει όφελος από την άσκηση της πίεσης, αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού καταναγκασμού. Απαιτείται επίσης ύπαρξη συνθηκών, είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος, είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σε αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ανυπαρξία, ταυτόχρονα, λογικής διαζευκτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας και προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου. Ως απόρροια απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του είναι η άσκηση πίεσης σε συμβαλλόμενο για εγκατάλειψη ή τροποποίηση προς ζημιά του καθορισμένων συμβατικών δικαιωμάτων και προς όφελος του συμβαλλομένου που ασκεί την πίεση, πίεση την οποία το δίκαιο θεωρεί απαράδεκτη και άδικη (Γεώργιος Κούτας v. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 516). Η επικληθείσα υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης, είναι επίσης δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Όπως ήδη λέχθηκε, η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί απαραίτητο συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης. Η δε άσκηση ψυχικής πίεσης δεν συμβαδίζει με ελευθερία της συναίνεσης, την οποία, ουσιαστικά, αναιρεί. Η απόδειξη της ύπαρξης ψυχικής πίεσης οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αριστοτέλους
(2001)1 ΑΑΔ 750 και υιοθετήθηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Πούλλα κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 961, η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μία εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει το άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄ αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά, από την άλλη, είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα. Η ψυχική πίεση δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε. Στο άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149 καθορίζεται ότι σύμβαση θεωρείται ότι έλαβε χώρα συνεπεία ψυχικής πίεσης όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες, ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄ αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων, τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχική πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε. Κατά το δίκαιο της επιείκειας, η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης σκοπό έχει να εξασφαλίσει ότι δεν θα είναι επιτρεπτό σε κανένα να διατηρήσει το όφελος που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπου ο διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης. Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν δημιουργεί, χωρίς την ύπαρξη άλλων παραμέτρων, σχέση εμπιστοσύνης (Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως, ανωτέρω, σελ. 972). Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες επιχειρούν να εκφύγουν των συνεπειών της υπογραφής τους, επικαλούμενοι, όπως ήδη καταγράφηκε, συνθήκες αφόρητης πίεσης ως αποτέλεσμα εναντίον τους δικαστικών διαδικασιών. Τα όσα προέβαλαν δεν μπορούν να στηρίξουν νομικά τις θέσεις τους περί ύπαρξης εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης. Κατ΄ αρχάς δεν αποδείχθηκε σχέση εξάρτησης, τέτοια που να δημιουργεί ζήτημα άδικης επιρροής. Ούτε και αποδείχθηκε εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους ή επαχθής συναλλαγή. Η αδιαμφισβήτητη ύπαρξη δικαστικών διαδικασιών, είτε ποινικής είτε αστικής φύσης, δεν είναι παράγοντας που θα μπορούσε να ενταχθεί στα πλαίσια των προβαλλόμενων από τους ενάγοντες υπερασπίσεων. Οι ενάγοντες, καθ όλους τους ουσιώδεις χρόνους τύγχαναν νομικής συμβουλής και είχαν βεβαίως κάθε δικαίωμα να υπερασπιστούν, στο πιο κατάλληλο βήμα, στα δικαστήρια, και να προβάλουν τους όποιους ισχυρισμούς προκειμένου να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους. Ούτως ή άλλως, από το 1999 είχαν δεχθεί απόφαση και είχαν παραδεχθεί την οφειλή εκ μέρους τους του ποσού των τότε Λ.Κ.24.000. Συνεπώς τα οποιαδήποτε μέτρα είχαν δικαίωμα να λάβουν οι εναγόμενοι προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους, ούτε καταχρηστικά ούτε καταπιεστικά θα μπορούσαν υπό τις συνθήκες να χαρακτηριστούν. Η υπογραφή δε του Τεκμ. 18, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπό τις δεδομένες συνθήκες ως επαχθής για τους ενάγοντες, αφού τους παρείχετο χρόνος για πληρωμή των οφειλομένων και ταυτόχρονα, απεσύρθησαν οι εναντίον τους δικαστικές διαδικασίες και τα εμπράγματα βάρη. Τέλος, υπό το πρίσμα όλων των αναντίλεκτων γεγονότων, δεν τεκμηριώθηκε κακόπιστη, άδικη ή ασυνείδητη συμπεριφορά των εναγομένων. Η αποδοχή από το Δικαστήριο των προδικαστικών ενστάσεων σφραγίζει και την τύχη της αγωγής. Η απόρριψή της είναι αναπόφευκτη. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο όμως, ορθό είναι να εξεταστεί, συνοπτικά υπό τις συνθήκες, η ουσία της: Η ευθύνη δηλαδή για την παραβίαση της επίδικης συμφωνίας Τεκμ. 5 και το ζήτημα, ανάλογα, των αποζημιώσεων. Με δεδομένο τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας από την εναγόμενη 1, η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε εκτεταμένη μαρτυρία προκειμένου να αποδείξει αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων. Η ίδια όμως η υπογραφή εκ μέρους τους του Τεκμ. 18 και το περιεχόμενό του καταρρίπτει τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και επιβεβαιώνει τους λόγους για τους οποίους η εναγόμενη 1 προχώρησε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Ακόμη κι αν οι θέσεις των εναγόντων περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αντιδίκων τους γίνονταν αποδεκτές, η μαρτυρία την οποία παρουσίασαν δεν θα ήταν ικανοποιητική προκειμένου να αποδείξουν τις επικαλούμενες ζημιές τους. Το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 έχει ως εξής: «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Όπως δε επαναλαμβάνεται στην απόφαση Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά. v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, 687-8, υιοθετώντας την αρχή που ακολουθήθηκε στην Saab a.o. v. Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499: «Η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτησή του στη θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας.» Μέρος της προσφερθείσας μαρτυρίας σχετιζόταν με κονδύλια ειδικών αποζημιώσεων. Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η απόδειξη αυτής της μορφής αποζημιώσεων κινείται σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται, σε κάθε περίπτωση, στον ενάγοντα να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν την αξιούμενη ειδική ζημιά. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Bonhma-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.L.R. 177, 178, ο κάθε ενάγοντας πρέπει να κατανοήσει ότι σε περίπτωση έγερσης αγωγών για αποζημιώσεις αναμένεται από αυτόν η απόδειξη των ζημιών και δεν είναι αρκετό να αναφέρει τις λεπτομέρειες και να αναμένει από το Δικαστήριο την επιδίκαση αποζημιώσεων. Θα πρέπει να τις αποδεικνύει. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους των εναγόντων είναι αδύνατο να οδηγήσει σε ασφαλή κατάληξη ως προς το ύψος της αποζημίωσης λόγω της ασάφειας και της αοριστίας που την καλύπτει. Για μέρος δε των αξιώσεων, ήτοι για διεκδίκηση αποζημιώσεων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ με βάση την επικαλούμενη απώλεια σταδιοδρομίας και τη μείωση της φήμης και της προσωπικότητας των εναγόντων 2 και 3, καμία σχετική μαρτυρία προσφέρθηκε. Ως αποτέλεσμα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.