ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α. ν. LOIS BUILDERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2282/07, 23/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2282/07 Μεταξύ:
- ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
- ΑΧΙΛΛΕΑ ΣΤΑΥΡΟΥ Εναγόντων - Και - LOIS BUILDERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Μαΐου,
- Αίτηση ημερ. 3/12/12 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/Ενάγοντες: κος Ν. Γεωργιάδης για Α. Γεωργιάδης & Ν.Α.Π. Γεωργιάδης ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγόμενους: κος Α. Δημητρίου και κα Ν. Πετρίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως το επισυνημμένο στην Αίτηση ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.25, θ.θ.1-5 και Δ.48, θ.θ.2-4, 7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Υποστηρίζεται δε από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 2 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Μετά από σοβαρές διαφωνίες μας με τον προηγούμενο δικηγόρο ανέλαβαν την υπόθεση οι κ.κ. Α. Γεωργιάδης και Ν.Α.Π. Γεωργιάδης ΔΕΠΕ. Þ Μετά από συνεχείς συναντήσεις στην παρουσία και των πραγματογνωμόνων τους και κατόπιν συζήτησης και επεξεργασίας του μαρτυρικού υλικού έχει διαφανεί ότι στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης δεν εξειδικεύονται με λεπτομέρεια οι απαιτήσεις των Εναγόντων και τα παράπονά τους. Προφανώς έχουν γίνει λάθη στη διατύπωση λόγω κακής συνεννόησης με τον προηγούμενο δικηγόρο τους τα οποία επιθυμούν να διορθώσουν. Þ Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις έχουν ως στόχο να εξειδικεύσουν και να παραθέσουν τις δέουσες λεπτομέρειες. Αυτό θα καταστήσει την Απαίτηση πληρέστερη και ευκρινέστερη αφού θα προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Θα αποφευχθεί σύγχυση κατά τη δίκη. Επιδιώκεται η παράθεση όλων των αναγκαίων ισχυρισμών και γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου. Þ Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και ανταποκρίνονται στο μαρτυρικό υλικό και επιστολές των Εναγόντων που, ως επί το πλείστον, κατέχουν οι Εναγόμενοι, είτε τους κοινοποιήθηκε μέσω του «καταλόγου εγγράφων» ημερ. 24/11/10 που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο. Þ Αυτό σημαίνει ότι δεν θα βρεθούν προ εκπλήξεως αλλά αντίθετα θα γνωρίζουν τι θα αποδειχθεί από πλευράς των Εναγόντων κατά τη δίκη. Þ Οι αιτούμενες τροποποιήσεις που γίνονται με καλή πίστη είναι αναγκαίες για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει και επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα και διαφορές των διαδίκων και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.25, θ.θ.1-5 και Δ.48, θ.θ. 1-4, 8, 9 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 30
(2)και 30
(3)του Συντάγματος και επί της γενικής πρακτικής και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Εξειδικεύονται δε σ΄ αυτή και αριθμός λόγων Ένστασης μεταξύ των οποίων και οι εξής: ü Οι Ενάγοντες δεν δίδουν κανένα εύλογο λόγο γιατί προβαίνουν σε ένα τόσο προχωρημένο στάδιο στην παρούσα αίτηση. ü Επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης για να δικογραφηθούν ισχυρισμοί οι οποίοι ουδέποτε δικογραφήθηκαν στην ήδη τροποποιημένη Ένορκη Δήλωση ü Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση επιδιώκουν σε ιδιαίτερα προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης να προσθέσουν νέα βάση αγωγής. ü Οι Ενάγοντες με την αιτούμενη τροποποίηση ουσιαστικά εισαγάγουν υπό μορφή ειδικών ζημιών θεραπείες οι οποίες ουδέποτε περιλαμβάνονταν στο κλητήριο ένταλμα τους ημερ. 29/3/07. ü Δεν αιτιολογείται η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης. ü Δεν προσδιορίζεται κατά πόσο τα γεγονότα που οι Αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν στην Έκθεση Απαίτησης προέκυψαν πριν ή μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και/ή της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Σωτήρη Θεοφάνους, αρχιτέκτονα-μηχανικού ο οποίος ήτο ο Διευθυντής του έργου εκ μέρους του εργολάβου, δηλ. των Εναγομένων. Σ΄ αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε πριν από έξι
(6)χρόνια και στο ενδιάμεσο διάστημα οι Ενάγοντες έχουν κατ΄ επανάληψη επιδείξει παντελή αδιαφορία και αμέλεια κατά την προώθηση της Απαίτησης τους. · Οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν πότε προέκυψαν διαφωνίες με το δικηγόρο τους και πότε διαπιστώθηκε από αυτούς και τους πραγματογνώμονες τους ότι στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης δεν εξειδικεύονταν με λεπτομέρεια οι απαιτήσεις των Εναγόντων και τα επίδικα θέματα. · Τα γεγονότα που ζητούν οι Ενάγοντες να εισαγάγουν στην Έκθεση Απαίτησης τους είναι γεγονότα τα οποία οι Ενάγοντες γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν κατά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης τους και/ή της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης τους. · Με την αιτούμενη τροποποίηση και ειδικότερα με την προσθήκη των νέων παραγράφων 3Α, 3Β, 10Α-10Γ οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισαγάγουν μαρτυρία στα δικόγραφα τους γεγονός δικονομικά ανεπίτρεπτο. · Με την προτεινόμενη τροποποίηση και εισαγωγή της παραγρ. Θ
(3)του Παραρτήματος οι Ενάγοντες ουσιαστικά εισαγάγουν υπό μορφή ειδικών ζημιών θεραπείες οι οποίες ουδέποτε περιλαμβάνονταν στο κλητήριο ένταλμα. · Με την προτεινόμενη προσθήκη των παρ. 9Α και 9Β του Παραρτήματος οι Αιτητές επιχειρούν ουσιαστικά την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, ήτοι την αξίωση ειδικών αποζημιώσεων για καθυστερήσεις από τους Εναγόμενους. · Η Αίτηση θα προκαλέσει κωλυσιεργία και καθυστέρηση στην ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25,θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 29/3/
- Στις 31/5/07 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη προώθησης της αγωγής ένεκα μη καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η Έκθεση Απαίτησης κατεχωρήθη την 1/11/
- Μετά από αίτηση των Εναγομένων ημερ. 6/12/07 για διαγραφή στις 6/2/08 εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή. Οι Ενάγοντες επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να προβούν σε καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους και δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως αυτό γίνει εντός 30 ημερών από εκείνη την ημερομηνία. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 14/4/08 αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. Η Έκθεση Απαίτησης κατεχωρήθη στις 5/6/
- Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 31/3/
- Στις 5/6/09 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Τελικώς οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Απάντηση στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 11/9/
- Στις 29/6/10 έγινε αίτηση ορισμού και η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες για πρώτη φορά στις 24/9/
- Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18/4/11 και εν συνεχεία, αφού αναβλήθηκε, επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 7/10/11, για να αναβληθεί και να ορισθεί εκ νέου για ακρόαση στις 12/3/12 και στη συνέχεια στις 17/10/12, ημερομηνία κατά την οποία ανεβλήθη ξανά για να ορισθεί για οδηγίες στις 8/11/12 και ξανά για οδηγίες στις 4/12/
- Την 1/11/12 έγινε αλλαγή δικηγόρου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών όπως αναπτύχθηκαν με τις ικανές και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων, προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον κατά πόσο οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισαγάγουν νέα επίδικα θέματα ή νέα βάση αγωγής με αποτέλεσμα να οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και, συνακόλουθα, να επηρεάζονται δυσμενώς οι Ενάγοντες. Δεύτερον κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Þ Σε σχέση με το πρώτο προχωρώ να εξετάσω ξεχωριστά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Σ΄ ό,τι αφορά τις προτεινόμενες παραγράφους 3 και 3Α λέω, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Αιτητών, ότι αφορούν τον προσδιορισμό της Συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και την περιγραφή όλων των σχετικών εγγράφων που την απαρτίζουν και την αποτελούν. Δεν διαπιστώνω να εισάγεται εδώ οτιδήποτε καινούργιο ή να αλλάζει η βάση της αγωγής καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Σ΄ ό,τι αφορά την εισαγωγή λεπτομερειών στην παρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνω ότι οι Αιτητές επιδιώκουν εδώ τη συμπερίληψη για πρώτη φορά των αναγκαίων λεπτομερειών ούτως ώστε να εξειδικεύσουν τις ειδικές ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν. Η εξειδίκευση αυτών των ειδικών ζημιών κρίνεται, προφανώς, αναγκαία από τους Ενάγοντες ενόψει του ότι, όπως πολύ σωστά επισημαίνεται από τους Εναγόμενους, όταν ένας Ενάγοντας έχει υποστεί ειδική ζημιά αυτή θα πρέπει να δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης με όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και δεν θα επιτραπεί στον Ενάγοντα κατά τη δίκη να προσκομίσει μαρτυρία οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς η οποία δεν θα απαιτείται επακριβώς στην Έκθεση Απαίτησης ή στις λεπτομέρειες. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Βullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση σελ. 60: "But whenever the plaintiff has suffered any 'special damage', this must be alleged in the statement of claim with all necessary particulars and the plaintiff will not be allowed at the trial to give evidence of any special damage which is not claimed explicitly in his statement of claim or particulars. Special damage in the sense of monetary loss which the plaintiff has sustained up to the date of trial must be pleaded and particularized, otherwise it cannot be recovered." Όσον αφορά τις προτεινόμενες προς εισαγωγή παραγράφους 9Α και 9Β η πλευρά των Εναγομένων ισχυρίσθηκε ότι η οποιαδήποτε απαίτηση για ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράτασης χρόνου αποτελεί νέα βάση αγωγής και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί «εξειδίκευση των απαιτήσεων» των Εναγόντων και ότι, συνεπώς, καταχρηστικά προσπαθούν οι Ενάγοντες να εισάγουν αυτούς τους ισχυρισμούς στο στάδιο αυτό. Από την άλλη η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι οι προτεινόμενες νέες παράγραφοι 9Α και 9Β αφορούν την απαίτηση των Εναγόντων για αμέλεια και ότι, επίσης, αφορούν αναγκαία εξειδίκευση τονίζοντας ότι δεν προστίθενται νέες βάσεις αγωγής. Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες προτεινόμενες τροποποιήσεις, αν και εκτενείς, πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα σχέσεων των διαδίκων και επιδιώκεται από τους Ενάγοντες να παρουσιάσουν την απαίτηση τους σφαιρικά επί όλου του πλέγματος των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων. Χωρίς αμφιβολία με τις προτεινόμενες αυτές τροποποιήσεις και την εισαγωγή απαίτησης στη βάση της πρόκλησης καθυστέρησης στη διάρκεια του έργου ένεκα μη επίδειξης από μέρους των Εναγομένων της δέουσας επιμέλειας, οργάνωσης και προγραμματισμύ, όπως είναι ο σχετικός ισχυρισμός των Εναγόντων, τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε, κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελ. 624 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο "Amendment by Either Party of his own Pleading" "Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v.North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof of special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D., 394) or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it where refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation)
(1910), 74 J.P. 196, C.A.). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith. Thus, if either party seeks to amend his pleading, by introducing for the first time allegations of fraud, etc., the Court will ask why this new case was not presented originally; and may require to be satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment (Lawrance v. Norreys, 39 Ch. D. 213; see judgment of Stirling, J., p. 221, and of Bowen, L. J. p. 235)". (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Όσον αφορά την προτεινόμενη νέα παρα.12Β και τις τροποποιήσεις στην υφιστάμενη παρα.13 διαπιστώνεται ότι εξειδικεύονται οι ζημιές των Εναγόντων με βάση τις λεπτομέρειες που επιχειρείται να εισαχθούν μέσω των προτεινόμενων νέων παραγράφων 9Α και 9Β και των προτεινόμενων προσθηκών στην υφιστάμενη παράγραφο 9. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.[9] Þ Μένει να εξεταστεί το αποδεικτικό βάρος που φέρουν οι Αιτητές/Ενάγοντες ένεκα του καθυστερημένου σταδίου υποβολής του αιτήματος τους. Σ' ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. ΄Εστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της αντικατάστασης του προηγούμενου δικηγόρου των Εναγόντων λόγω της ύπαρξης σοβαρών διαφωνιών μαζί του και την καταχώρηση, μετά την αλλαγή δικηγόρου, της υπό κρίση Αίτησης, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγόντων, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[10]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και, συγκεκριμένα, κάλυψη κενών και παραλείψεων που διαπιστώνονται στην Έκθεση Απαίτησης, δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[11]. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης. Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Εναγόμενοι, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση προβλήθηκε από πλευράς Εναγόντων ότι λόγω κακής συνεννόησης με τον προηγούμενο δικηγόρο τους έχουν γίνει λάθη στη διατύπωση της Έκθεσης Απαίτησης. Επισημαίνεται ότι η Αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε σε σύντομο χρόνο μετά την ανάθεση της υπόθεσης σε νέους δικηγόρους και αφού μεσολάβησαν συνεχείς συναντήσεις των Εναγόντων στην παρουσία και των πραγματογνωμόνων τους, όπου έγινε συζήτηση και επεξεργασία του μαρτυρικού υλικού. Όσον αφορά το λόγο Ένστασης των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να τροποποιήσουν την ήδη καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης καθότι με την αιτούμενη τροποποίηση ουσιαστικά εισαγάγουν υπό μορφή ειδικών ζημιών θεραπείες οι οποίες ουδέποτε περιλαμβάνονταν στο Κλητήριο Ένταλμα τους δεν συμφωνώ ότι υφίσταται τέτοιο κώλυμα. Ο Ενάγοντας δύναται να αλλάξει, τροποποιήσει ή επεκτείνει την απαίτηση του χωρίς να ζητήσει τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης. Στη Δ.20 1Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνονται τα εξής: "1A. Whenever a statement of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ". Επισημαίνεται ότι κάτω από αυτή τη Διάταξη ο Ενάγοντας δύναται στην Έκθεση Απαίτησης του να ζητήσει θεραπεία η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στη γενική οπισθογράφηση, νοουμένου ότι αποτελεί θεραπεία στην οποία δικαιούται στη βάση της αιτίας αγωγής που αναφέρεται στο Κλητήριο του. Ωστόσο δεν δικαιούται να προσθέσει απαίτηση στηριζόμενη σε εντελώς καινούργια και διαφορετική βάση αγωγής, εκτός κατόπιν αδείας. Και σε περίπτωση που δοθεί άδεια, το Κλητήριο θα πρέπει να τροποποιηθεί.[12] Όσον αφορά τη θέση των Εναγομένων ότι εγείρεται στην προκειμένη περίπτωση θέμα παραδοχών στις οποίες προέβησαν μέσω του δικογράφου τους και οι οποίες δημιουργούν εξ υποσχέσεως κώλυμα θεωρώ ότι δεν προκύπτει τέτοιο ζήτημα. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται το δικαστικό αυτό κώλυμα για να ισχυρισθούν ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση εφόσον, όπως το θέτουν, οι Εναγόμενοι προσάρμοσαν τη θέση τους και κατεύθυναν το χειρισμό της υπόθεσης τους βασιζόμενοι στις δηλώσεις των Εναγόντων, ενώ αν οι ισχυρισμοί που επιθυμούν οι Ενάγοντες να προσθέσουν με την παρούσα Αίτηση προβάλλονταν από την αρχή, τότε η υπόθεση θα είχε διαφορετική πορεία. Η σύντομη απάντηση του Δικαστηρίου στα πιο πάνω είναι ότι ουδόλως τυγχάνει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής το εξ υποσχέσεως κώλυμα[13] γιατί δεν τίθεται θέμα ύπαρξης παραστάσεων ή παραδοχών από τους Ενάγοντες αλλά ευρισκόμαστε ενώπιον δικογραφημένων ισχυρισμών που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών. Ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παρα.
(1)αυτής. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί σε 15 μέρες από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί καθόσον αφορά τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται για την καταχώρηση των δικογράφων που έπονται. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25,θ.θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα υπόθεση, εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης και της έγκρισης της, και, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης (costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγομένων και εναντίον των Αιτητών/ Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε Κallice Holding Co. Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.162. [10] Δέστε την αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principles applies here." [11] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 [12] Δέστε Αnnual Practice 1961, Volume 1, σελίδα 623 κάτω από τον τίτλο "General Indorsement". [13] Δέστε Cybarco Ltd κ.α. v. Rawnsello Trading Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 726 Τιμόθεος Αντωνίου ν. Νικολάου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Εταιρεία Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94 Σοφοκλέους ν. Λαϊκή Σπόρτινγκ Κλαπ κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 69 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο