ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ESOBGA) μέσω της Μάγδας Νίκολσον (Α.Τ. 471864) και Ιωάννας Τάκη Βαρνάβα (Α.Τ. 584302) ν. THE JUNIOR SCHOOL (ΗΕ 362) κ.α., Αγωγή αριθ. 8449/12, 13/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αριθ. 8449/12 Μεταξύ: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (E.S.O.B.G.A) μέσω της Μάγδας Νίκολσον (Α.Τ. 471864) και Ιωάννας Τάκη Βαρνάβα (Α.Τ. 584302) Εναγόντων Και
- THE JUNIOR SCHOOL (ΗΕ 362)
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω του Γενικού Εισαγελέα Εναγομένων ------------------- Αίτηση εξαίρεσης ημερομηνίας 12.2.2013 Ημερομηνία: 13.5.2013 Για τους Αιτητές: κα Δ. Παπαμιλτιάδους (κα Μ. Λοϊζου μαζί με κ. Γαργαρέτο ασκούμενο δικηγόρο, για να ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η αίτηση 1: κ. Γ. Γεωργίου (κ. Γ. Ιωάννου για να ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η αίτηση 2: κ. Δ. Παπαδόπουλος (κα Χάματσου για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δικηγόρος της Δημοκρατίας που εμφανίζεται για την εναγομένη 2, καταχώρησε την παρούσα αίτηση, με την οποία για τους λόγους που εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Λοϊζου, επίσης δικηγόρου της Δημοκρατίας, που συνοδεύει την αίτηση, ζητά την εξαίρεση μου για σχόλια τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας έκανα, και εμφαίνονται στις παραγράφους 4, 9 και 11 της ένορκης δήλωσης της και τα οποία επιβάλλουν τρόπον τινά, την εξαίρεσή μου. Είναι σαφώς δύσκολο και ψυχοφθόρο να καλείται ένας Δικαστής να αποφαίνεται για την αμεροληψία του η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ, για την άσκηση του λειτουργήματος του. Από τη μια θα πρέπει να ισοζυγίσει την επιτέλεση του καθήκοντος του και να αρνηθεί να ενδώσει στην επιλογή του δικαστή από οποιοδήποτε διάδικο και από την άλλη, θα πρέπει σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας, να αυτοεξαιρείται για να φαίνεται ότι η δικαιοσύνη δεν απονέμεται μόνο αλλά και φαίνεται ότι απονέμεται. Το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης προνοεί ότι: «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πόσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.» Η ανεξαρτησία και αμεροληψία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου κατοχυρώνεται και με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο έχει κυρωθεί στην Κύπρο με το Νόμο αρ. 39/62 και προνοεί ότι, «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστομ, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.» Το ερώτημα της εξαίρεσης ενός Δικαστή έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων (ίδε Hadjicosta ν. Anastasiadis
(1982)1 C.L.R. 296, Kritiotis ν. Municipality of Paphos
(1983)3 C.L.R. 1460 και στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268) όπου τονίστηκε ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται και ότι Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Τονίζεται ότι, είναι πάγια νομολογημένο, ότι το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, ο Δικαστής Στυλιανίδης, υπό το πρίσμα του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου και τόνισε ότι: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Στην υπόθεση Delcourt
(1970)Series "A", No. 11, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβούλιου της Ευρώπης τόνισε ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία το δικαίωμα της ανεπηρέαστης απονομής της δικαιοσύνης από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο είναι υψίστης σπουδαιότητας. Ο τρόπος, όμως, εφαρμογής της αρχής αυτής εξαρτάται από τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε διαδικασίας. Στην υπόθεση Piersack, Series "A", No. 53, το ίδιο Δικαστήριο είπε ότι σε μια δημοκρατική πολιτεία ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να εμπνέει εμπιστοσύνη στο κοινό.» Η γνώμη ενός διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένα Δικαστήριο ή ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος είναι σημαντική αλλά όχι αποφασιστική. Το βασικό ερώτημα είναι αν η αμφιβολία για τη μη ύπαρξη αμεροληψίας είναι «υποκειμενικά δικαιολογημένη» (Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 837, 841). Το κριτήριο τούτο δεν είναι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή πράγματι να υπάρχει προκατάληψη ή αμεροληψία. Δεν είναι, δηλαδή, η πραγματική μεροληψία του εκδικάζοντος δικαστή που εξετάζεται σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα οδηγούσε σε παραδοξότητες, αφού θα καλούσε τον φυσικό δικαστή να υπερασπιστεί της πράγματι αμεροληψίας του, την οποία τεκμαίρεται ότι έχει. Το κριτήριο που θέτει η νομολογία είναι η πιθανότητα ένας μέσος, εχέφρων, τρίτος που γνωρίζει τα γεγονότα να αποκομίσει την εντύπωση ότι το Δικαστήριο ενεργεί με μεροληψία και/ή προκατάληψη. Χωρίς να είναι απαραίτητο τέτοια μεροληψία ή προκατάληψη να αποδειχτεί ως γεγονός. Στην Έφεση Οικογενειακού Δικαστηρίου Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1Α Α.Α.Δ 719, συνοψίστηκαν από τον Ναθαναήλ Δ. οι αρχές με βάση τις οποίες αποφασίζεται αίτηση εξαίρεσης: «Έχει πια εγκαθιδρυθεί στη συνείδηση όλων, σε σημείο που να μη χρειάζεται καν αναφορά σε νομικές αυθεντίες, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως από νόμιμο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Η βασική αυτή αργή κατοχυρώνεται τόσο στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, όσο και στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσής τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο, γιατί αλλιώς θα φτάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο, όπως επισημαίνεται και στις υποθέσεις Piersack ν. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber ν. Belgium [1984] 7 EHRR 236 και Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR 266, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Όπως έχει λεχθεί στην Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, το κριτήριο για την εξαίρεση δικαστή είναι η δημιουργία στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει τα γεγονότα, δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης δικαστή. Εικασίες μόνο, δεν είναι αρκετές. Παρά τις κάποιες ειδικές δικονομικές συνθήκες που δικαιολογούνται από την ιδιαίτερη φύση που έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο και το αντικείμενό του, οι βασικές αργές διατήρησης ίσων αποστάσεων μεταξύ των διαδίκων δεν θα πρέπει να καταπατούνται. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717 και επιβεβαιώθηκε στην Παπακυριακού κ.ά. ν. Αστυνομίας κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ. 133, 141, η φύση του δικαστικού λειτουργήματος καθιστά απαράδεχτη οποιαδήποτε επαφή ή συζήτηση των επιδίκων θεμάτων με οποιοδήποτε από τα μέρη έξω από το πλαίσιο της νενομισμένης διαδικασίας. Αυτό αποτελεί απόρροια του δικαστικού καθήκοντος και της ευπρέπειας που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του δικαστή, ανεξαρτήτως του κλονισμού που επιφέρει η απόκλιση από το αναμενόμενο επίπεδο συμπεριφοράς στην αμεροληψία του. Στην υπόθεση Παπακυριακού κ.ά. ν. Αστυνομίας κ.ά., ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η συμπεριφορά του δικαστηρίου να δεχτεί ουσιαστικό μάρτυρα κατηγορίας στο ιδιαίτερο γραφείο του, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν μεμπτή, με αποτέλεσμα ο Δικαστής να απωλέσει την αντικειμενική του αμεροληψία που είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Με τις πράξεις του αυτές ο συγκεκριμένος Δικαστής έδωσε εύλογα την εντύπωση στους διαδίκους και ιδιαίτερα στους εφεσείοντες, αλλά και σε οποιοδήποτε εχέφρονα και καλά πληροφορημένο τρίτο, ότι δεν τήρησε το υψηλό επίπεδο αμεροληψίας που αναμένεται σε κάθε περίπτωση από τους δικαστές.» Το κριτήριο που τίθεται είναι αντικειμενικό. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο σ΄ ένα μέσο , εχέφρονα πολίτη που ακούει αυτά τα σχόλια από ένα Δικαστή να δημιουργείται η δικαιοληγημένη εντύπωση ότι δεν πληρούνται τα εχέγγυα της αμεροληψίας. Υπάρχει σαφώς μια ιδιαιτερότητα στην παρούσα υπόθεση. Την αίτηση για εξαίρεση δικαστή υποβάλλει το κράτος (δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία). Το ίδιο κράτος που ενεπιστεύθη το Δικαστή στην απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των πολιτών. Παρά ταύτα τίθεται θέμα αντικειμενικής αμεροληψίας του δικαστηρίου. Η ιδιαιτερότητα στην παρούσα υπόθεση έγκειται στο γεγονός ότι το ίδιο το κράτος (εκτελεστική εξουσία) επενέβη στη διαφορά μεταξύ των πολιτών (νομικών και/ή φυσικών προσώπων) μεταξύ των οποίων υπάρχει παραδεκτά συμβατική σχέση (ενοικίασης η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ), για να επανακαθορίσει προς όφελος του ενός μέρους και εις βάρος του άλλου τα δικαιώματα τους επεμβαίνοντας ουσιαστικά και παρακάμπτοντας τη δικαστική εξουσία που είναι επιφορτισμένη με την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των αντισυμβαλλομένων μερών. Προσωπικά θεωρώ αδιανόητο η εκτελεστική εξουσία να υποκαθιστά τη δικαστική εξουσία και μάλιστα να ασκεί τα ισχυριζόμενα δικαιώματα της όταν οι σχέσεις των αντισυμβαλλομένων μερών (δικαιώματα και υποχρεώσεις) καθορίζονται από γραπτές εν ισχύ συμβάσεις και μάλιστα ετεροχρονισμένα. Θα έπρεπε να ήταν το ίδιο το κράτος που θα παρέπεμπε τους δύο αντισυμβαλλόμενους διαδίκους να διεκδικήσουν δικαιώματα και υποχρεώσεις από το δικαστήριο ή εν πάση περιπτώσει μετά τη λήξη, ή τον τερματισμό της συμβατικής μεταξύ τους σχέσης ή της μεταξύ εναγόντων και κράτους σχέσης, (μέσω της διαχειριστικής επιτροπής Αγγλικής Σχολής), το κράτος να επανακαθορίσει τη θέση του και σε περίπτωση διαφωνίας με τους ενάγοντες να προσφύγει στη δικαιοσύνη για να αποδοθούν τα δικαιώματα του επί της επίδικης γης και των κτιρίων. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι το κράτος είναι ο ιδιοκτήτης της γης, ούτε υπάρχει αμφισβήτηση ότι το κράτος την παραχώρησε τη δεκαετία του 1930 για τους σκοπούς της Αγγλικής Σχολής. Δεν υπάρχει επίσης αμφισβήτηση ότι από το 1973 το συγκεκριμένο τεμάχιο με το υποστατικό παραχωρήθηκε στους ενάγοντες από τη Διαχειριστική Επιτροπή της Αγγλικής Σχολής. Δεν υπάρχει επίσης αμφισβήτηση ότι υπάρχει συμβατική σχέση ενοικίασης (καλύτερα θα έλεγα άδεια χρήσης) του υποστατικού (κατά τις πρωινές ώρες) από τους ενάγοντες προς την εναγόμενη 1 από 1.1.2011 έως 31.12.2012 (η αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.11.2012) και η μίσθωση από την εναγόμενη 2 προς την εναγόμενη 1 υπεγράφη στις 5.7.2012). Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι εμίσθωσε το ακίνητο το 1950 για 199 χρόνια και ενέγραψε τη σύβαση μίσθωσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας το 2010 και γεννάται δικαιολογημένα το ερώτημα γιατί ενοικίασαν το υποστατικό από τους ενάγοντες αφού οι ίδιοι ήσαν νόμιμοι κάτοχοι του; Μέσα σ΄ αυτό το πλέγμα, το κράτος χωρίς ενημέρωση και από τις δύο πλευρές (όπως παραδέχεται ο αρμόδιος Υπουργός) θα έπρεπε να προσφύγει στη δικαιοσύνη για να αποφανθεί για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου, των νόμιμων κατόχων, χρηστών ή υπενοικιαστών του. Αντ΄ αυτού, το κράτος αντί να αφήσει τη διαφορά των διαδίκων να λυθεί στο δικαστήριο, εμφανίζεται στη διαδικασία και ως βασιλικότερος του Βασιλέως, ζητά την εξαίρεση του Δικαστή όχι γιατί έχασε την υποκειμενική του αμεροληψία αλλά γιατί έθιξε τη Λειτουργό του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα προς την οποία η συμπεριφορά του κατά τους ισχυρισμούς της ήταν ανάρμοστη. Ο Λειτουργός της δικαιοσύνης που εμφανίζεται για το κράτος επιβάλλεται να μην επιτρέπει παρέμβαση οποιασδήποτε κρατικής υπηρεσίας (πολύ δε περισσότερο Υπουργού ή του Υπουργικού Συμβουλίου) προς όφελος ενός των αντισυμβαλλομένων μερών όπου μεταξύ των προκύπτει διαφορά παρακάμπτοντας τη δικαιοσύνη και όχι να αποφασίζει και να εμμένει στην απόφαση του ζητώντας την εξαίρεση του Δικαστή. Η δικαιοσύνη έχει πληγεί από την επέμβαση της Εκτελεστικής Εξουσίας (η οποία βεβαίως έχει δικαιώματα αλλά τα άσκησε ετεροχρονισμένα) σε μια διαφορά μεταξύ δύο αντισυμβαλλομένων μερών οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα μεταξύ των οποίων καθορίζονται με εν ισχύ σύμβαση ενοικίασης με την υιοθέτηση των θέσεων της μιας πλευράς και απόφαση της που επηρεάζει τα συμβατικά δικαιώματα της άλλης πλευράς με πλήρη παραγνώριση της δικαιοσύνης. Τα σχόλια του δικαστηρίου τείνουν να καταδείξουν ότι το κράτος δεν έπρεπε να εμπλακεί στη διαφορά με τον τρόπο που το έπραξε. Ο μέσος εχέφρων πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει καλά τα γεγονότα. Η διαφορά έπρεπε να λυθεί στα δικαστήρια στα οποία το ίδιο το κράτος θα έπρεπε είτε να παραπέμψει τη διαφορά είτε ασκώντας το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα να εξώσει αρχικά με προσφυγή πάλι στα δικαστήρια όσους δεν επιθυμεί να κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν κρατική γη και μετά να την παραχωρήσει με μίσθωση όπου επιθυμεί. Η ενέργεια του κράτους, η οποία αποτελεί παράκαμψη της δικαιοσύνης, έχει πλήξει τη δικαιοσύνη σ΄ ένα κράτος δικαίου. Το λιγότερο που θα ανέμενε κάποιος από τη λειτουργό ήταν να παραθέσει τα γεγονότα και να αφήσει το δικαστήριο να αποφασίσει τη διαφορά, όχι να ταυτίζεται απόλυτα με τον ένα διάδικο θεωρώντας ότι είναι καθήκον της να υπερασπίζεται κυβερνητικές παρεμβάσεις στο έργο της δικαιοσύνης. Το κράτος έπραξε σύμφωνα με τα δικαιώματα που παρέχονται στην εκτελεστική εξουσία κατά την προσωπική μου γνώμη σ΄ ένα δύσκολο νομικό θέμα χωρίς να ακούσει και τις δύο πλευρές και χωρίς να λάβει υπόψη τις μεταξύ τους νομικές σχέσεις και τις εξ αυτών συνέπειες. Το κράτος όμως ουσιαστικά δεν είναι διάδικος και δεν μπορεί να προασπίζει τα οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά του δικαιώματα στην παρούσα διαδικασία, αφού ουσιαστικά αποφάσισε υπέρ του ενός διαδίκου, υλοποίησε την απόφαση του και εκ των υστέρων επιβάλλεται να αφήσει τη δικαιοσύνη απερίσπαστη να αποφανθεί και όχι να συνεχίζει να ταυτίζεται με τον ένα διάδικο υπερασπιζόμενη την απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας. Θα ανέμενα λογικά την αίτηση εξαίρεσης μου από τους εναγόμενους 1 σε περίπτωση που οι ίδιοι εθεωρούσαν μεροληπτικές εις βάρος τους τις όποιες δηλώσεις μου. Το κράτος, επαναλαμβάνω, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν έπρεπε να επέμβει στη διαφορά με τη λήψη της απόφασης μίσθωσης της γης στους εναγόμενης 1 και ενώπιον του δικαστηρίου δεν θα έπρεπε να πάρει ουσιαστικά θέση στη διαφορά των διαδίκων εκτός της παράθεσης των γεγονότων που οδήγησαν στη μίσθωση αφήνοντας το θέμα στην κρίση του δικαστηρίου (και όχι να συνεχίζει την προσπάθεια να προκαταλάβει αυτή την κρίση ενισχύοντας τη θέση του ενός διαδίκου). Το κράτος δίκην αυτόκλητου διαιτητή ή δικαστή προαποφάσισε να παραχωρήσει αυτό που δεν κατείχε σ΄ ένα πολίτη που αντλούσε δικαιώματα κατοχής ή χρήσης από συμβατική εν ισχύ σχέση με άλλο πολίτη προς τον οποίο το ίδιο το κράτος τα είχε παραχωρήσει. Ο μέσος εχέφρων πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα και ο δικηγόρος της Δημοκρατίας είναι αδιανόητο να ταυτίζεται με τον πολίτη. Είναι ένα θέμα αν η συμπεριφορά του δικαστηρίου εκλαμβάνεται ως ανάρμοστη από το Λειτουργό της Δικαιοσύνης που αντιπροσωπεύει το κράτος και είναι ένα άλλο θέμα πως ένας μέσος εχέφρων πολίτης μπορεί να κρίνει αυτή τη συμπεριφορά μεροληπτική αν γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εδώ οι πολίτες (οι ουσιαστικοί διάδικοι) κατέληξαν στο δικαστήριο για επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς στην οποία το κράτος δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να παρέμβει ουσιαστικά ούτε τότε πόσο μάλλον τώρα εναντίον του δικαστηρίου. «Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου και της Διοικήσεως και της Δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως». Άρθρο 28
(1)του Συντάγματος. Προτού οι διάδικοι προσφύγουν στη δικαιοσύνη προς διάγνωσιν των αστικών τους δικαιωμάτων, η διοίκηση αγνοώντας αυτήν την συνταγματικήν επιταγή του άρθρου 28
(1)του συντάγματος, επροστάτευσε και εμεταχειρίστηκε μερικούς εξ αυτών ως περισσότερο ίσους μεταξύ των ίσων. Αυτή τη συνταγματική εκτροπή δεν πρόκειται να συνεχίσει το Δικαστήριο γιατί «πάντες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, της Διοικήσεως και της Δικαιοσύνης». Η αίτηση για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών και προς όφελος των εναγόντων Καθ΄ ων η αίτηση. Προέχει το καθήκον του δικαστηρίου στην επίλυση μιας διαφοράς στην οποία το Κράτος δεν θα έπρεπε να ήταν καν διάδικος. Τα έξοδα εις βάρος των εναγομένων 2 και προς όφελος των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το Διάταγμα ημερομηνίας 28.11.2012 ορίζεται για ακρόαση 29.5.2013. Παραμένει σε ισχύ. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο