Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ ν. Γεώργιου Χατζηγεωργίου, Αρ.Αιτ. 1384/12, 20/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ.Αιτ. 1384/12 Μεταξύ: Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ Αιτητών και Γεώργιου Χατζηγεωργίου Καθ΄ου η αίτηση Αίτηση ημερ. 13.7.12 για Εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Μαΐου 2013. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κ.Κατσουρίδης για Χρ.Μ.Τριανταφυλλίδη Για τον καθ'ου η Αίτηση : κα Λ.Χρίστου για Α.Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν «Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10.3.05 εναντίον του καθ΄ου η αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας», πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Η αίτηση στηρίζεται επί του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, άρθρα 2 και 52, επί των Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, επί του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφάλαιο 4, άρθρα 2 και 21 επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1-9 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Έλενας Παλλή. Στην ένορκη δήλωση της η κα Παλλή αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των αιτητών, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σημειώνει ότι την 1.1.2009 με έγγραφη συμφωνία το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ως αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχθη εξ΄ολοκλήρου το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Είναι η θέση της ότι την 10.3.2005 εξεδόθη διαιτητική απόφαση προς όφελος των αιτητών και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση δια το ποσό των €3.664,88 (ΛΚ2.144,96) πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.2005 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €76,88 (ΛΚ 45) έξοδα διαιτησίας. Η διαιτητική απόφαση η οποία εξεδόθη δυνάμει γραμματίου υπ΄αριθμόν 13178-6 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε ή γνωστοποιήθηκε στον καθ΄ου η αίτηση με προσωπική επιστολή Τεκμήριο Β. Δεν ασκήθηκε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Αναφέρει επίσης ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό έναντι της ως άνω διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα. Ο καθ'ου η αίτηση στις 11.2.13 καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85άρθρο 52
(1)(β) και 52
(2)(β), στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 2, 20
(2)και 21, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.15 και Δ.27
(1)και Δ.48 1,2,3,4,8 και 9 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς ως επίσης και επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30.
- Οι λόγοι της ένστασης είναι οι εξής: « Η διαιτητική διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν σωστή καθότι δεν ήταν με βάση συνυποσχετικό αλλά με βάση νομοθετική πρόνοια επρόκειτο για νομοθετική διαιτησία και όχι διαιτησία βάση συνυποσχετικού. Η απόφαση της οποίας επιζητείται η εγγραφή περιέχει δικαιώματα και ποσά ανατοκισθέντα κατά παράβαση των προνοιών του περί Τόκου Νόμου και το ποσό που αναφέρεται δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα. Η αίτηση βασίζεται σε αναληθή γεγονότα. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι τα έγγραφα δεν επιδόθηκαν προσωπικά στον καθ΄ου η αίτηση. Η απόφαση και τα λοιπά τεκμήρια ουδέποτε επιδόθηκαν στον καθ΄ου η αίτηση. Τα παράτυπα επιδοθέντα έγγραφα και τα τεκμήρια είναι δυσανάγνωστα και δεν είχαν τις απαραίτητες πιστοποιήσεις. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική. Η αίτησης είναι παράτυπη και αντικανονική. Η αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά και εκβιαστικά και αποσκοπεί στην άσκηση πίεσης. Η αίτηση υποβάλλεται σε Δικαστήριο που δεν έχει δικαιοδοσία αφού ο τόπος διαμονής του καθ΄ου η αίτηση ήταν και παραμένει η Λάρνακα. Οι αιτητές οφείλουν ποσό εξόδων στους καθ΄ων η αίτηση συνεπεία της απόσυρσης των προηγούμενων αιτήσεων στις υποθέσεις 340/06 και 754/
- Η απόφαση ουδέποτε επιδόθηκε στον καθ΄ου η αίτηση προσωπικά.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του καθ'ου η αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνει και επεκτείνει τους λόγους ένστασης. Αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και άντλησε πληροφόρηση από έγγραφα που έχει στη κατοχή του αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Ισχυρίζεται ότι η ενόρκως δηλούσα στην δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης και πληροφόρησης της, ότι καμία σχέση, γνώση και εμπλοκή δεν έχει, το αρμόδιο πρόσωπο που εμφανίστηκε στη διαδικασία σύμφωνα με την απόφαση ήταν άλλο άτομο και αυτά καθιστούν την ένορκη δήλωση παράτυπη και αντικανονική και πρέπει να αγνοηθεί. Προβάλλει τη θέση ότι η διαδικασία στην οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ήταν παράτυπη και αντικανονική καθότι ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά και κανονικά ούτε και του έδωσαν δικαίωμα συμμετοχής. Αναφέρει ότι οι αιτητές έχουν καταδικαστεί σε 2 προηγούμενες αιτήσεις που έκαναν αναφορικά με το ίδιο θέμα στην καταβολή εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ του και το χρέος στο οποίο αναφέρονται, είναι πολύ μικρότερο, γεγονός που οι αιτητές απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση είναι λανθασμένη και το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό που όπως ισχυρίζεται δεν αποδέχεται, είναι πολύ χαμηλότερο και η απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί ως έχει. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η απόφαση ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά και κανονικά και οι αιτητές κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζουν για την κατ΄ισχυρισμό επίδοση αντίθετα η επισυναπτόμενη γνωστοποίηση αποδεικνύει ότι δεν έχει κοινοποιηθεί σ΄αυτόν ποτέ η εν λόγω απόφαση αφού η υπογραφή δίπλα από το όνομα του δεν είναι δική του. Σε σχέση με τη θέση των αιτητών ότι δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή απαντά ότι δεν εφεσιβλήθηκε η απόφαση αφού ουδέποτε του έχει κοινοποιηθεί σωστά και κανονικά. Προσθέτει ότι το ποσό της απόφασης δεν είναι οφειλόμενο αφού πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είχαν αποσυρθεί οι αιτήσεις 340/06 και 754/06 που αφορούσαν το ίδιο θέμα με διαταγή όπως τα έξοδα επιβαρύνουν τους αιτητές και επιδικαστούν προς όφελος του. Προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α το πρακτικό απόσυρσης της αίτησης 340/06 και ισχυρίζεται ότι κι αν θα εγγραφεί η διαιτητική απόφαση, πρέπει να εγγραφεί μόνο για το τυχόν υπόλοιπο, το οποίο οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει στο Δικαστήριο αφού φέρουν το βάρος απόδειξης του. Τέλος ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο καθότι ουδέποτε διέμενε ή διαμένει στη Λευκωσία αλλά ανέκαθεν ο τόπος διαμονής του ήταν η Λάρνακα, ότι οι αιτητές εμποδίζονται να προωθήσουν την παρούσα αίτηση, η οποία είναι καταχρηστική, πιεστική και εκδικητική και πολύ καθυστερημένη. Ως εκ τούτου πιστεύει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του και εναντίον των αιτητών. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, αναφέρω στο σημείο αυτό ότι δόθηκαν αρκετές αναβολές τόσο για την καταχώρηση της ένστασης αλλά και για την ακρόαση της αίτησης οι οποίες όπως φαίνεται και από τα πρακτικά που είναι εντός του φακέλου αφορούσαν κυρίως το πρόσωπο του καθ΄ου η αίτηση. Τελικά ολοκληρώθηκε η ακρόαση στις 3.4.2013 με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από τους συνήγορους των δύο πλευρών. Στις γραπτές τους αγορεύσεις οι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους για τα ζητήματα τα οποία ανεφύησαν στα πλαίσια της παρούσας. Ήταν η θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι οι διάδικοι με γραπτή συμφωνία, συγκεκριμένα τη συμφωνία δανείου δυνάμει του γραμματίου με αριθ. 72-13178-6 συμφώνησαν να παραπέμψουν την οποιαδήποτε διαφορά τους σε διαιτησία η οποία δεδομένα έγινε βάση του άρθρου 52
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85και που έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 10.3.05 της οποίας οι αιτητές επιδιώκουν την εγγραφή. Είναι επίσης η θέση τους ότι η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 21 και επομένως η ένσταση του αιτητή που αφορά την διεξαγωγή διαιτησίας είναι εντελώς αβάσιμη. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του ότι δεν του επιδόθηκε η πρόσκληση σε διαιτησία και δεν του δόθηκε το δικαίωμα συμμετοχής σ΄αυτήν, είναι η θέση του συνηγόρου των αιτητών ότι από το κείμενο της απόφασης του διαιτητή προκύπτει ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε σε όλους τους ενδιαφερόμενους αλλά μόνο η πρωτοφειλέτιδα παρουσιάστηκε η οποία αναγνώρισε το χρέος της και συνεπώς ο καθ΄ου η αίτηση είχε δεόντως ειδοποιηθεί και παρέλειψε να εμφανιστεί, πράγμα το οποίο ήλεγξε και επιβεβαίωσε ο διαιτητής. Σε ό,τι αφορά την θέση του καθ΄ου η αίτηση ότι δεν του επιδόθηκε ούτε η ειδοποίηση για την έκδοση απόφασης υπάρχει τεκμήριο στο οποίο αναφέρεται ότι ο καθ΄ου η αίτηση έλαβε γραπτώς την απόφαση του διαιτητή και υπάρχει υπογραφή παραλήπτη και ημερομηνία. Επομένως, ούτε και αυτή η θέση του ισχύει. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης ότι είχαν προηγηθεί άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες δεν πέτυχαν είναι η θέση των αιτητών ότι αυτό δεν ευσταθεί, σε ό,τι αφορά την ένσταση για την κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου είναι η θέση τους ότι με βάση την αρχή του Δικαίου ότι ο χρεώστης οφείλει να πληρώσει τα χρέη του στην διεύθυνση του δανειστή του που στην προκειμένη περίπτωση είναι η Λευκωσία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα διαφορά ενώ αναφορικά με τον λόγο ένστασης ότι το σημερινό υπόλοιπο είναι κατά πολύ χαμηλότερο από αυτό που αναφέρεται στη διαιτητική απόφαση και σίγουρα δεν είναι το ποσό που οι αιτητές επιδιώκουν να εγγράψουν, είναι η θέση των συνηγόρων των αιτητών ότι επιδιώκεται να εγγραφεί η απόφαση του διαιτητή ως έχει και τυχόν θέση του καθ΄ου η αίτηση ως προς το ύψος της απαίτησης αφορά την εκτέλεση της και όχι την εγγραφή της. Αντίθετα, οι συνήγοροι του καθ΄ου η αίτηση στην γραπτή τους αγόρευση προωθούν κυρίως τους λόγους ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά καθότι ο καθ΄ου η αίτηση διαμένει και πάντοτε διέμενε στη Λάρνακα και επομένως με βάση το Κεφ. 10 που αφορά εγγραφή αλλοδαπής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης και που είναι κατά τη θέση τους ο Νόμος που εφαρμόζεται κατ΄αναλογία στην παρούσα περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας θα ήταν το αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την διαφορά των μερών. Επισημαίνουν επίσης ότι για το ίδιο γραμμάτιο έγινε ξανά προσπάθεια από τους αιτητές να εγγράψουν την απόφαση εναντίον του καθ΄ου η αίτηση η οποία όμως δεν κατέληξε θετικά και εισηγούνται ότι οφείλονται στον καθ΄ου η αίτηση έξοδα από τους αιτητές για τις άλλες αυτές προσπάθειες τους και συνεπώς η οφειλή που ισχυρίζονται οι αιτητές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Θεωρούν επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι ο καθ΄ου η αίτηση έλαβε δεόντως την ειδοποίηση να λάβει μέρος στη διαδικασία διαιτησίας ούτε και ότι του γνωστοποιήθηκε η απόφαση του διαιτητή η οποία σε ό,τι τον αφορά αναφέρουν ότι υπογράφτηκε από την σύζυγο του. Είναι επομένως η θέση τους ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει καν να εξετάσει την αίτηση της οποίας ζητούν την απόρριψη αφού πέραν των όσων έχουν ήδη αναφέρει η ένορκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν φαίνεται να είχε λάβει κανένα μέρος στη διαδικασία ούτε και επισυνάπτει τα τεκμήρια που πρέπει ενώπιον του Δικαστηρίου για να τεκμηριώσει την θέση της. Με βάση τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών καθώς και τα τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την αίτηση υπό το φως της ένστασης. Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του Διαιτητή. Ο καθ'ου η αίτηση εγείρει θέματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης και δεν έχει υποδείξει πού βασίζει την άποψη ότι τέτοια θέματα μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, εφόσον δεν έχει εφεσιβληθεί, είναι τελική και δεσμευτική για τον καθ'ου η αίτηση (βλ. άρθρο 52
(5)του Νόμου 22/85) και δεν δικαιολογείται η ακύρωση της ή η προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης επί της ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο Δικαστής Κωνσταντινίδης στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 για έκδοση διατάγματος certiorari αναφέρει τα εξής στη σελίδα 831: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή .. . Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή. . Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» Σε ό,τι αφορά τα ζητήματα που ήγειρε ο καθ'ου η αίτηση και αφορούν την μη ορθή ειδοποίηση του για εμφάνιση του κατά τη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Διαιτητή και την επίδοση της διαιτητικής απόφασης σ΄αυτόν φαίνεται ότι δεν ευσταθούν έχοντας υπόψη ότι από το σώμα της απόφασης του Διαιτητή, η οποία δεν έχει προσβληθεί, προκύπτει ότι έγινε επίδοση στον καθ'ου η αίτηση της σχετικής ειδοποίησης για εμφάνιση του κατά τη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης (βλ. απόφαση του Διαιτητή ημερ. 10.3.05 η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση) και είχε τη δυνατότητα να λάβει μέρος στη διαδικασία και ως εκ τούτου δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα του να ακουσθεί. Φαίνεται επίσης ότι έγινε επίδοση της απόφασης σ΄αυτόν, σχετικό είναι το έγγραφο που επίσης επισυνάπτεται στην αίτηση και το οποίο αποτελεί δήλωση για γραπτή γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή ημερομηνίας 10.3.05 και για το οποίο ο ίδιος αναφέρει ότι η υπογραφή δίπλα από το όνομα του ανήκει στη σύζυγο του και συνεπώς με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η επίδοση είναι ορθή. Συνεπώς εξάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο καθ΄ου η αίτηση είχε την δυνατότητα να εφεσιβάλει την απόφαση εντός 21 ημερών, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Σε ό,τι αφορά την θέση του ότι το υπόλοιπο το οποίο οφείλεται σήμερα δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην απόφαση του Διαιτητή ημερ. 10.3.05 αλλά πολύ μικρότερο και ότι οι αιτητές δεν αναφέρουν ότι έχουν γίνει πληρωμές έναντι του ποσού αυτού αλλά ούτε και αναφέρουν ότι και οι ίδιοι έχουν καταδικαστεί σε έξοδα σε σχέση με άλλες διαδικασίες όπου και πάλι είχαν επιχειρήσει να εγγράψουν την απόφαση εναντίον του, αναφέρω ότι ούτε αυτοί οι λόγοι ένστασης ευσταθούν καθότι το τι επιχειρείται είναι η εγγραφή της απόφασης του διαιτητή ημερ. 10.3.05 σαν πρώτο στάδιο και αργότερα κατά το στάδιο εκτέλεσης της τίθενται τα θέματα που αφορούν το ύψος της οφειλής σήμερα. Το γεγονός δε ότι οι αιτητές καταδικάστηκαν σε έξοδα τα οποία οφείλουν στον καθ΄ου η αίτηση σε σχέση με άλλες διαδικασίες που έγιναν κατά την προσπάθεια τους να εγγράψουν την υπό κρίση διαιτητική απόφαση εναντίον του, δεν επηρεάζουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο την απόφαση του διαιτητή καθότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε εφαρμογή της αρχής του συμψηφισμού (set off) στην Κύπρο, κάτι το οποίο με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σχετικές είναι οι υποθέσεις, Νικόλαος Αντωνίου δια της πληρεξουσίου αυτού αντιπροσώπου Γιαννούλλας Παπαδοπούλου v. Τhe Cyprus Popular Bank Ltd,
(1994)1ΑΑΔ 720 και Ηeatron Co Ltd v. Πολυκάρπου Νικολάου
(1999)1 (A) ΑΑΔ 577, δεν επιτρέπεται. Η Έλενα Παλλή είναι στην υπηρεσία των αιτητών και ορκίζεται ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επισυνάπτει δε σ΄αυτήν τα δύο τεκμήρια που χρειάζεται το Δικαστήριο για να εξετάσει την αίτηση, δηλαδή την απόφαση του Διαιτητή στο σώμα της οποίας ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την γνωστοποίηση της διαδικασίας διαιτησίας στους ενδιαφερόμενους όπως και το έγγραφο για την επίδοση της απόφασης του διαιτητή και θεωρώ επομένως ότι οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση ότι η ενόρκως δηλούσα δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί την αίτηση δεν ευσταθούν. Μια από τις κυριότερες ενστάσεις του καθ΄ου η αίτηση αφορά την κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι ο ισχυρισμός του ότι εφόσον όπως προκύπτει και από το σώμα της αίτησης αλλά και από την ένσταση ο ίδιος διαμένει και πάντα διέμενε στην Λάρνακα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο κατά τόπο να εξετάσει την αίτηση κατ΄εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.10 περί Εκτέλεσης Αλλοδαπών Αποφάσεων Νόμου που καθορίζει ότι ο τόπος διαμονής του εναγόμενου είναι αυτός που καθορίζει και την επαρχία στο Δικαστήριο της οποίας πρέπει να αχθεί η διαφορά. Είναι η θέση μου ότι ο παραλληλισμός της παρούσας διαδικασίας μ΄αυτή που προνοεί το Κεφ.10 στη περίπτωση εγγραφής, για σκοπούς εκτέλεσης, αλλοδαπών αποφάσεων δεν είναι ορθός καθότι οι αιτητές είναι νομικό πρόσωπο με έδρα την Λευκωσία το οποίο είναι αναντίλεκτο γεγονός και όχι πρόσωπο στην αλλοδαπή το οποίο έχει πετύχει απόφαση εναντίον προσώπου που βρίσκεται εντός της Δημοκρατίας και συνεπώς εφαρμογή στη παρούσα περίπτωση έχει ο γενικός κανόνας δικαίου τον οποίο επικαλούνται και οι συνήγοροι των αιτητών ότι ο οφειλέτης οφείλει να πληρώσει τον δανειστή του στον τόπο διαμονής του δανειστή, στην προκειμένη περίπτωση στη Λευκωσία, εκτός εάν υπάρχουν άλλοι παράγοντες που να δείχνουν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο άλλης επαρχίας είναι αρμόδιο όπως για παράδειγμα εκεί που συνομολογήθηκε η συμφωνία ή εκεί που εκτελέστηκε. Προκύπτει εδώ ότι και η διαδικασία διαιτησίας έγινε στη Λευκωσία και ελλείψει οποιασδήποτε θέσης της καθ΄ου η αίτηση ότι η συμφωνία δανείου έγινε για παράδειγμα στη Λάρνακα ή οπουδήποτε αλλού ο ισχυρισμός του ότι επειδή ο ίδιος διαμένει στην Επαρχία Λάρνακας συνεπώς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο δεν ευσταθεί και επίσης απορρίπτεται. Υιοθετώ επίσης την θέση των συνηγόρων των αιτητών ότι η διαιτητική διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι ορθή καθότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει γραπτώς μάλιστα για παραπομπή της τυχόν διαφοράς τους σε διαιτησία η οποία βέβαια γίνεται με βάση των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο Ν.22/85άρθρο 52 η οποία διεξάγεται στη βάση των προνοιών του άρθρου 21 του Κεφ.4, περί Διαιτησίας Νόμου. Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι οι λόγοι ένστασης που έχει προβάλει ο καθ΄ου η αίτηση αναφορικά με την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δεν ευσταθούν και συνεπώς απορρίπτονται και εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η διαιτητική απόφαση ημερ. 10.3.05 να καταχωρηθεί και να εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της υπόθεσης κρίνω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από τον συνήθη κανόνα που είναι όπως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).................... Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο