← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) ν. Δήμου Γεωργιάδη, Αρ. Αγωγής: 596/05, 22/5/2013

Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) ν. Δήμου Γεωργιάδη, Αρ. Αγωγής: 596/05, 22/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 596/05 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) Εναγόντων και Δήμου Γεωργιάδη Εναγόμενου ------------- Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κα Κ. Γεωργιάδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 24.1.2005, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των £139.085,08 πλέον τόκο προς 9% από 1.7.2004 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των ενεχυριασθεισών μετοχών όπως περιγράφονται στην παράγραφο 8 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, καθώς και διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος σύμφωνα με τις παραγράφους (γ), (δ) και (ε) της παραγράφου 11 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 8.1.2009, οι ενάγοντες, ως τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης, περί τις 9.11.1999, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν στον εναγόμενο δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό, για περίοδο που ήθελαν αποφασίσει οι ενάγοντες κατά την κρίση τους, με όριο £100.000, το οποίο περί τα μέσα του 2000 μειώθηκε σε £90.000, ενόσω ταυτόχρονα ο εναγόμενος υπέγραψε το επενδυτικό σχέδιο ALPHA - CLR Stockbrokers (στο εξής «το επενδυτικό σχέδιο»), δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες παραχωρούν πιστωτικές διευκολύνσεις σε επενδυτές κατά την κρίση τους, υπό τους όρους που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Στις 9.11.1999 ο εναγόμενος υπέγραψε τους όρους συμμετοχής στο προαναφερθέν επενδυτικό σχέδιο καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Δυνάμει των όρων του επενδυτικού σχεδίου ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων τις μετοχές που περιγράφονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, υπογράφοντας και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων ως προς την είσπραξη των μερισμάτων των ενεχυριασθεισών μετοχών και την κατάθεση τους έναντι των υποχρεώσεων του εναγόμενου. Οι ενάγοντες άνοιξαν στον εναγόμενο δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας δεικνύει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή υπόλοιπο. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 2.11.2004 προς τον εναγόμενο τερμάτισαν τη συμφωνία λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους του. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του έναντι των εναγόντων προβάλλοντας και ανταπαίτηση έναντι της CLR Stockbrokers Ltd (στο εξής «οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι»), που καταχωρήθηκε στις 11.3.2010, ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται αρχικά ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται να εγείρουν και/ή να συνεχίσουν την παρούσα αγωγή καθότι οι εργασίες που σχετίζονται με την απαίτηση τους ασκούντο από αυτούς χωρίς να είναι μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ») και διαζευκτικά, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι μπορούσαν να ασκούν τέτοιες εργασίες, και πάλι εμποδίζονται να εγείρουν και/ή να συνεχίσουν την αγωγή καθότι κατά την ουσιώδη περίοδο απαγορεύετο σε τράπεζες να παρέχουν τέτοιου είδους διευκολύνσεις και/ή αυτές δόθηκαν κατά παράβαση ρητών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται ότι συνήφθη συμφωνία με τους ενάγοντες, όπως αυτοί ισχυρίζονται, και η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους έγινε γραπτά και προφορικά με βάση τις διαβεβαιώσεις που του δόθηκαν αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του υπό αναφορά σχεδίου και/ή του λογαριασμού. Αποτελούσαν ρητούς και/ή σιωπηρούς όρους και/ή διαβεβαιώσεις των εναγόντων και/ή των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ότι ο εναγόμενος δεν θα υπόκειτο σε προσωπική ευθύνη έναντι των εναγόντων παρά μόνο αναφορικά με την πιθανότητα να απωλέσει το αρχικό κεφάλαιο και/ή τίτλους αξιών που παρέδωσε στους ενάγοντες για εξασφάλιση του λογαριασμού καθώς και ότι οι ενάγοντες και/ή οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι θα έχουν την ευθύνη για την ορθή και προσοδοφόρα διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου αλλά και ότι θα επεδείκνυαν τη δέουσα φροντίδα και ικανότητα που αναμένεται από ένα επαγγελματία τραπεζίτη και/ή χρηματιστή στην παροχή των υπηρεσιών τους προς τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι οι συναλλαγές που έγιναν στο λογαριασμό του έγιναν χωρίς οδηγίες του και οι ενάγοντες προέβαιναν σε χρεώσεις τόκων πέραν των επιτρεπομένων από το Νόμο με αποτέλεσμα οι συναλλαγές που εμφαίνονται στο λογαριασμό του να είναι άκυρες. Προβάλλοντας περαιτέρω ισχυρισμούς ότι οι κατ' ισχυρισμό των εναγόντων συμφωνίες είναι άκυρες και/ή παράνομες και/ή ακυρώσιμες, δίδοντας λεπτομέρειες ως προς τον ισχυρισμό του ότι υπεγράφησαν υπό το καθεστώς πίεσης και/ή με ψευδείς παραστάσεις των εναγόντων και/ή των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να τερματίσουν τις διευκολύνσεις όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν πιστωτικό και/ή μηδενικό και/ή είχαν υποχρέωση να παγοποιήσουν τη λειτουργία του λογαριασμού του αν είχε χρεωστικό υπόλοιπο και να τον πληροφορήσουν ανάλογα, ώστε να μην υποστεί ο εναγόμενος ζημία και βλάβη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι περί τις 30.4.2000 ο λογαριασμός του εδείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £100.441,79 ενόσω η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £120.000 και λόγω των παραβιάσεων των εναγόντων, ο ίδιος απώλεσε τη δυνατότητα να αποκομίσει κέρδος από τον τερματισμό ή την παγοποίηση του λογαριασμού του και/ή λόγω της μη πληροφόρησης του από τους ενάγοντες απώλεσε τη δυνατότητα του να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν είχε πληροφόρηση για τα στοιχεία του λογαριασμού του και δεν γνώριζε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του μειώθηκε κάτω από το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Λόγω της αμέλειας και/ή παράβασης των καθηκόντων και/ή παράβασης ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας των εναγόντων καθώς και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του αφέθηκε να μειωθεί σε βαθμό που έγινε μικρότερη από το αξιούμενο εναντίον του ποσό, για το οποίο ο ίδιος δικαιούται την πλήρη συνεισφορά και κάλυψη από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους. Θεωρεί παράνομο τον τερματισμό της συμφωνίας και της λειτουργίας του λογαριασμού του εκ μέρους των εναγόντων, οι οποίοι επιπλέον παράνομα αποδέχθηκαν τις 190 μετοχές της Laiki Investement (Warrants) καθότι τέτοιες μετοχές δεν έπρεπε να γίνουν αποδεκτές ως αρχική εξασφάλιση αλλά και επέδειξαν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις ενέργειες τους. Προβάλλοντας σχετικές λεπτομέρειες ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες αποποιήθηκαν το δικαίωμα τους να προχωρήσουν με την υπό κρίση απαίτηση και/ή τον τερματισμό της συμφωνίας λόγω της μείωσης του περιθωρίου κάλυψης. Προβάλλοντας ακόμα τον ισχυρισμό ότι συνήφθη νέα συμφωνία με τους ενάγοντες καθώς και ότι η αγωγή είναι πρόωρη και ανεδαφική, ο εναγόμενος λόγω των παραβιάσεων των εναγόντων, ισχυρίζεται ότι απώλεσε τη δυνατότητα να αποκομίσει κέρδος από τις μετοχές που είχε δώσει προς εξασφάλιση, που είχαν αξία ύψους £215.000, ποσό το οποίο ανταπαιτεί. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος ανταπαιτεί εναντίον των εναγόντων το ποσό των £19.558,21 ως αποζημιώσεις συνεπεία της διαφοράς μεταξύ της αξίας του χαρτοφυλακίου του και του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του στις 30.4.2000 και διαζευκτικά το ποσό των £215.000 ως αποζημιώσεις για την αξία των μετοχών που έδωσε σε αυτούς για εξασφάλιση. Εναντίον των εναγομένων εξ ανταπαιτήσεως απαιτεί αποζημιώσεις σε συνάρτηση με το ποσό που τυχόν θα επιδικαστεί εναντίον του και υπέρ των εναγόντων καθώς και το ποσό των £215.000 ως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω εναντίον των εναγόντων και των εναγομένων εξ ανταπαιτήσεως ανταπαιτεί τη λήψη λογαριασμών για τις συναλλαγές και χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό του, δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι συναλλαγές είναι άκυρες και αποζημιώσεις για ζημία και απώλεια της δυνατότητας του εναγόμενου να αποκομίσει κέρδος. Με την τροποποιημένη απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, που καταχωρήθηκε στις 18.3.2010, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους και αρνούνται τους αντίθετους μ' αυτούς ισχυρισμούς του εναγόμενου, προβάλλοντας ότι αυτός κωλύεται λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα να προβαίνει στους αντίθετους με τα υπογραφέντα έγγραφα ισχυρισμούς του και απορρίπτοντας επίσης την ανταπαίτηση του. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας αποσύρθηκε εκ μέρους του εναγόμενου ανεπιφύλακτα και απορρίφθηκε η ανταπαίτηση του εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Ως εκ τούτου κρίνεται αχρείαστο να παρατεθούν οι ισχυρισμοί των τελευταίων στην τροποποιημένη υπεράσπιση τους που είχε καταχωρηθεί στις 24.3.

  1. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία της Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ1), του Κυριάκου Τζύρκα (ΜΕ2), της Νατάσας Παπαδοπούλου (ΜΕ3) και του Πανίκου Χριστοφόρου (ΜΕ4). Ο εναγόμενος προσέφερε τη μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ1) και του Δημήτρη Ζωδιάτη (ΜΥ2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν στο Τμήμα λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς, μία εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγόμενου, της είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του εν λόγω λογαριασμού, τα έγγραφα του οποίου έχει στην κατοχή της και υπό τον έλεγχο και φύλαξη της. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (βλ. Τεκμήριο 1). Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι στις 24.1.2012 καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση ότι οι ενάγοντες έχουν μετονομαστεί σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Κατόπιν γραπτής αίτησης του εναγόμενου ημερομηνίας 8.10.1999, με την οποία δήλωσε υπεύθυνα ότι συμφωνεί και αποδέχεται τους όρους συμμετοχής που ρυθμίζουν το επενδυτικό σχέδιο και ζήτησε να του παραχωρηθεί όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £140.000, οι ενάγοντες του παρεχώρησαν όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £100.000, λόγω του ότι η αξία των αρχικών ενεχυριάσεων ήταν ύψους £100.402 (βλ. Τεκμήριο 2(α)). Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 9.11.1999 (Τεκμήριο 3), συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες παρέχουν στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, ενόσω ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο που περιέχει τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 4), στους κύριους όρους του οποίου έγινε αναφορά. Περί τις 9.11.1999, ο εναγόμενος υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την εκ μέρους του αγορά, πώληση και μεταβίβαση κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, για την υπογραφή οποιουδήποτε αναγκαίου εγγράφου, για τον χειρισμό του τραπεζικού του λογαριασμού με τους ενάγοντες κ.λ.π. (βλ. Τεκμήριο 5). Υπέγραψε την ίδια ημερομηνία, επίσης, έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (βλ. Τεκμήριο 6) καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 7), ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι ενάγοντες με την πιο πάνω συμφωνία. Κατόπιν εξήγησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός του εναγόμενου με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου καθώς και του τρόπου καταχωρήσεων των σχετικών δεδομένων στο τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή, η ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη των πινακιδίων συναλλαγής (Contract Notes) μαζί με τη σχετική σελίδα της κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου, που σχετίζονται με τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, ως Τεκμήρια 8-
  2. Με επιστολή τους ημερομηνίας 2.10.2000 (Τεκμήριο 25), οι ενάγοντες κάλεσαν τον εναγόμενο να προβεί άμεσα σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις αξίας £110.335,11 υπό μορφή κατάθεσης μετρητών ή κινητών αξιών λόγω του ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £89.060,31, ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £46.225,
  3. Με επιστολή τους ημερομηνίας 6.7.2001 (Τεκμήριο 26) οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον εναγόμενο ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του είχε μειωθεί με βάση τις τρέχουσες τιμές του ΧΑΚ και ο λογαριασμός του βρισκόταν εκτός των ορίων της προαναφερθείσας συμφωνίας. Παρά τις συνεχείς ειδοποιήσεις των εναγόντων προς τον εναγόμενο για επιπρόσθετη ενεχυρίαση μετοχών ή κατάθεση μετρητών για να επανέλθει ο λογαριασμός του τελευταίου σε επιτρεπτά όρια, αυτός δεν ανταποκρίθηκε και στη συνέχεια οι ενάγοντες του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 2.11.2004 (Τεκμήριο 27) για τερματισμό του λογαριασμού του καλώντας τον να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, που τότε ανήρχετο στο ποσό των £139.085,08 πλέον τόκους από την 1.7.
  4. Ως Τεκμήριο 28 κατατέθηκε κατάσταση αποτίμησης χαρτοφυλακίου όπου εμφαίνεται η αξία των ενεχυριασμένων κινητών αξιών του εναγόμενου στις 13.12.2004, κατόπιν έρευνας που είχαν κάνει οι ενάγοντες στο ΧΑΚ και ως Τεκμήριο 29 κατατέθηκε δέσμη καταστάσεων λογαριασμού που εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων, όπου εμφαίνεται ότι το αξιούμενο ποσό ανέρχεται σε €314.545,11 πλέον τόκο προς 9% από 1.9.2008 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο, ποσό στο οποίο ανέρχεται η χρηματική αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου. Ο ΜΕ2, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων, ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος των πιστωτικών διευκολύνσεων για επενδυτικούς σκοπούς από το 1999 μέχρι τα μέσα του
  5. Όντας ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων, έχει πρόσβαση και στο φάκελο των εναγόντων που αφορά το λογαριασμό του εναγόμενου. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, τα έγγραφα που υπέγραφε ο εναγόμενος του εξηγούντο από τους μάρτυρες υπογραφής ενώπιον των οποίων αυτός υπέγραφε. Ο ΜΕ2 ανεγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 27, η οποία αποστάληκε συστημένη στον εναγόμενο και δεν έχει επιστραφεί, όπως όλες οι επιστολές που αποστάληκαν στον εναγόμενο συμπεριλαμβανομένων και των καταστάσεων λογαριασμού, στη διεύθυνση που ο τελευταίος δήλωσε ως τη διεύθυνση αλληλογραφίας του στην αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο. Κατέθεσε, τέλος, ως Τεκμήριο 31 αντίγραφο της αίτησης που υπέγραψε ο εναγόμενος ημερομηνίας 8.10.1999 για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο, το πρωτότυπο της οποίας απωλέσθηκε. Η ΜΕ3, υπάλληλος στο Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, αναφέρθηκε στην ύπαρξη της ιδιωτικής ταχυδρομικής θυρίδας 22059, η οποία ανήκει αδιαλείπτως στους Δήμο και Λία Γεωργιάδου από τις 12.5.1978 μέχρι τις 31.12.2012, έχουσα μέχρι τις 31.12.1998 τον αριθμό 2059 (βλ. Τεκμήριο 32). Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 33 δείγμα επιστολής του Τμήματος της με το οποίο ενημερώνοντο οι πελάτες τους για την αλλαγή των αριθμών των θυρίδων τους από τετραψήφιους σε πενταψήφιους από την 1.1.1999 και ως Τεκμήριο 34 επιστολή του Τμήματος της για τη δημοσίευση στον εγχώριο τύπο σχετικής ανακοίνωσης, η ΜΕ3 ανέφερε ότι σε περίπτωση που αποστέλλετο επιστολή με την καταγραφή του τετραψήφιου αριθμού θυρίδας, τουλάχιστον από το 2002 που η ίδια προσλήφθηκε, κατά τη διαλογή των ταχυδρομικών φακέλων οι συνάδελφοι της αν γνώριζαν την αλλαγή του αριθμού από τετραψήφιο σε πενταψήφιο, τοποθετούσαν τον φάκελο στην σωστή θυρίδα, ειδάλλως τον ταξινομούσαν ως άγνωστο και τον επέστρεφαν στον αποστολέα. Ο ΜΕ4, λειτουργός του ΧΑΚ, κατέθεσε ως Τεκμήριο 35 την ανάλυση πράξεων από 9.11.1999 μέχρι 2.11.2004 που αφορούν τις συναλλαγές του εναγόμενου και συγκεκριμένα τις αγορές και πωλήσεις των αξιών του σύμφωνα με τα στοιχεία του ΧΑΚ και ως Τεκμήριο 36 τα στοιχεία μερίδας ως επενδυτή του εναγόμενου όπου εμφαίνονται όλες οι αξίες που αυτός κατέχει συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τις οποίες υπάρχει σύσταση ενεχύρου, επεξηγώντας τα εν λόγω Τεκμήρια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, από τις χρεώσεις επί του Τεκμηρίου 29 φαίνεται ότι οι ενάγοντες είχαν αποφασίσει πριν από την 1.2.2001 να «μπλοκάρουν» το λογαριασμό του, δηλαδή να απαγορεύσουν τις αγοραπωλησίες μετοχών αλλά και ότι δεν του απέστελλαν καταστάσεις λογαριασμού, εφόσον αφενός το όριο 2% επί του εγκεκριμένου ορίου χρεώθηκε μόνο για τα έτη 1999 και 2000 και περαιτέρω η μόνη μηνιαία χρέωση για αποστολή κατάστασης λογαριασμού έγινε στις 30.9.2004 για ποσό £1, ενόσω μάλιστα δεν απεδείχθη ότι του απέστειλαν και οποιαδήποτε επιστολή. Από την αρχή λειτουργίας του λογαριασμού του μέχρι και τις 31.1.2001, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 29, ο λογαριασμός ήταν σχεδόν πάντοτε εντός του ορίου ενώ η κάλυψη σε πολλές περιπτώσεις ήταν κάτω από το 75%, κάτι που θα έπρεπε να οδηγήσει σε τερματισμό της συμφωνίας πολύ πριν από τις 2.11.
  6. Ουδέποτε οι ενάγοντες τον ενημέρωσαν ότι μειώθηκε το όριο του λογαριασμού του από το ποσό £100.000 σε £90.000, κάτι που δεν εδικαιούντο άλλωστε να πράξουν μονομερώς, ούτε επίσης ότι άλλαξε ο αριθμός του λογαριασμού του. Περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2001 εκ μέρους των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων τον ειδοποίησαν ότι οι ενάγοντες απαγόρευαν από την 1.2.2001 στον ίδιο και σε άλλους επενδυτές να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες μετοχών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο ίδιος να δώσει εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών στο λογαριασμό του. Θεωρώντας παράλογη την απαγόρευση απέστειλε στους ενάγοντες επιστολή ημερομηνίας 2.2.2001 ζητώντας τους να τον αφαιρέσουν από το «block» (Τεκμήριο 37), στην οποία δεν έλαβε απάντηση. Περί τα τέλη Μαρτίου 2001 του έδειξαν μια επιστολή ημερομηνίας 21.3.2001, που απέστειλαν οι ενάγοντες προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους (Τεκμήριο Α για αναγνώριση), όπου φαίνονται τα ονόματα αρκετών επενδυτών και δίπλα η λέξη «block» και ότι αυτοί μπορούσαν να κάνουν μόνο πωλήσεις μετοχών αλλά όχι αγορές. Κατά το έτος 1999 ήταν πολύ καλός πελάτης των εναγόντων και του πρότειναν να υπογράψει το σχετικό σχέδιο, όπως του εισηγήθηκε και ο γαμπρός του, δηλαδή ο ΜΥ2, που εργαζόταν τότε στην εταιρεία των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Όπως τον είχαν διαβεβαιώσει τότε δεν θα είχε καμιά προσωπική ευθύνη παρά μόνο την πιθανότητα να χάσει τις μετοχές που είχε βάλει στην αρχή αλλά και ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι θα είχαν την ευθύνη για ορθή και προσοδοφόρα διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Τις συμφωνίες υπέγραψε κατόπιν ψευδών παραστάσεων, με βάση τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις και χωρίς να του εξηγήσουν τους όρους του σχεδίου. Πριν την υπογραφή των συμφωνιών είχε υπόψη του τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας για να μην δίδονται από τις τράπεζες πιστωτικές διευκολύνσεις σε οποιαδήποτε μορφή για απόκτηση μετοχών στο ΧΑΚ, κατέθεσε δε πέντε εγκυκλίους ως Τεκμήρια 38-
  7. Όταν στη συνέχεια ζητούσε να πωλήσουν μετοχές του έλεγαν να περιμένει να ανεβεί η αξία τους για να έχει περισσότερο κέρδος. Ουδέποτε του απέστειλαν οποιαδήποτε επιστολή για να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως περαιτέρω εξασφάλιση αλλά ούτε και μετά που άρχισε η πτώση του ΧΑΚ δεν του ζήτησαν οποιοδήποτε ποσό. Πίστευε ότι απλά έχασε τις μετοχές που είχε βάλει ως εξασφάλιση καθώς και αυτές που κατά διαστήματα είχε αγοράσει. Τελικά προς μεγάλη του έκπληξη, του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Ως προς την ανταπαίτηση του, ο εναγόμενος ανέφερε ότι περί τις 9.11.1999 έδωσε στους ενάγοντες ενεχυριασμένες μετοχές ύψους £100.402, ποσό που ανταπαιτεί από τους ενάγοντες λόγω των όσων του είχαν αναφέρει κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας του επενδυτικού σχεδίου και επειδή δεν τον άφησαν να τις πωλήσει για να καλύψει το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Ανταπαιτεί, επίσης, το ποσό των £19.558,21, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας του χαρτοφυλακίου του και του υπόλοιπου του λογαριασμού του στις 30.4.2000, αν οι ενάγοντες πωλούσαν τις μετοχές. Ως προς τις αξίες των μετοχών θα καλέσει μάρτυρα για να εξηγήσει καθότι ο ίδιος δεν είναι ειδικός. Θα ήταν άδικο να κριθεί ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες καθότι αυτοί του επέβαλαν περιορισμούς στις αγοραπωλησίες μετοχών και παρέβησαν τους όρους λειτουργίας του επίδικου σχεδίου. Καθυστέρησαν, επίσης, υπέρμετρα και αδικαιολόγητα να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή, αφήνοντας τον να πιστεύει ότι δεν θα προχωρούσαν στην απαίτηση τους εναντίον του, ενόψει των Τεκμηρίων 25, 26 και
  8. Ο ΜΥ2, ως ανέφερε, από το 1995 μέχρι το 1999 εργαζόταν στην εταιρεία CLR ως υπεύθυνος του λογιστηρίου και των επενδυτικών λογαριασμών και από τις αρχές του 1999 έως το 2001 ήταν χρηματιστηριακός αντιπρόσωπος των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Γνωρίζει τα σχέδια της εν λόγω εταιρείας για επενδυτικούς λογαριασμούς. Για το επίδικο σχέδιο, όπως και για όλα τα επενδυτικά σχέδια που εγίνοντο τότε, αφήνετο να νοηθεί ότι οι πελάτες είχαν ευθύνη μόνο για τις εξασφαλίσεις που έβαζαν και γι' αυτό δεν χρειάζοντο εγγυητές ούτε υποθήκες σε ακίνητα. Ανεγνώρισε το Τεκμήριο Α για αναγνώριση, που στάληκε από τους ενάγοντες και αντίγραφο του είχε κοινοποιηθεί περί τα τέλη Μαρτίου 2001, αφού σβήστηκαν τα ονόματα αυτών που δεν ήταν πελάτες του, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Πριν από τη λήψη αυτής της επιστολής, περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2001 οι ενάγοντες ειδοποίησαν τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους με επιστολή τους ότι για συγκεκριμένους πελάτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εναγόμενος, απαγορεύοντο από την 1.2.2001 όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών. Η απόφαση αυτή των εναγόντων, για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους τους, συζητήθηκε έντονα καθότι υπήρχε αντίδραση τόσο του ίδιου όσο και των πελατών του. Περί τα τέλη Μαρτίου 2001 τους λέχθηκε ότι η απαγόρευση αφορούσε μόνο τις αγορές και γι' αυτό στάληκε η επιστολή - Τεκμήριο 43, με βάση την οποία μπορούσαν να γίνονται πλέον μόνο πωλήσεις μετοχών. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 44 αντίγραφο εγγράφου στο οποίο φαίνονται 48 πελάτες, στους οποίους απαγορεύετο να κάνουν χρηματιστηριακές συναλλαγές, από την 1.2.2001 όπως τους είχε προφορικά λεχθεί. Όπως ανέφερε, οι ενάγοντες πήραν αυτή την απόφαση επειδή όλοι οι τραπεζικοί οργανισμοί είχαν υπερβεί τα όρια τους και πλήρωναν πρόστιμα στην Κεντρική Τράπεζα, ενόψει των σχετικών εγκυκλίων. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους των εναγόντων δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια και για την ορθότητα όσων ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες των εναγόντων με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Ειδικότερα, η ΜΕ1 ήταν σαφής και σταθερή στη μαρτυρία της, που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, χωρίς άλλωστε να έχουν αμφισβητηθεί εκ μέρους του εναγόμενου τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην μεταβάλλεται η αντίληψη του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι η ΜΕ1 δεν είχε άμεση εμπλοκή κατά την ετοιμασία των εγγράφων, τα οποία άλλωστε και ο εναγόμενος ως αποδέχθηκε τα υπέγραψε και σχετίζονται με την επίδικη απαίτηση. Από τη μαρτυρία της ΜΕ1 προκύπτει ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 9.11.1999, δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παρεχώρησαν στον εναγόμενο δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις, ενόσω στο Τεκμήριο 4 καθορίζονται οι όροι συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο. Δυνάμει των Τεκμηρίων 6 και 2(α) ίδιας ημερομηνίας ενεχυριάσθησαν ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων οι μετοχές ιδιοκτησίας του εναγόμενου, όπως αυτές περιγράφονται στο Τεκμήριο 2(α). Με το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, που υπέγραψε ο εναγόμενος (Τεκμήριο 5), διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τη διενέργεια αγοραπωλησιών κινητών αξιών, εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, και με το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, που επίσης υπέγραψε ο εναγόμενος (Τεκμήριο 7), εξουσιοδότησε τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, να εισπράττουν οποιαδήποτε μερίσματα πληρωτέα δυνάμει των ενεχυριασθεισών μετοχών και να καταθέτουν το προϊόν τους έναντι των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς αυτούς. Αναμφισβήτητα, επίσης, ουσιαστικά παρέμειναν τα κατατεθέντα ως Τεκμήρια 8 - 24 έγγραφα που σχετίζονται με τις αγοραπωλησίες μετοχών που διενεργήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο καθώς και τις χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό που τηρούσαν οι ενάγοντες για τον εναγόμενο, ως και η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού κινήσεως- Τεκμήριο 29 με τις διευκρινίσεις που έδωσε η ΜΕ1 επ' αυτής. Όσον αφορά τους τόκους που χρεώθηκαν εκ μέρους των εναγόντων για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις είναι αποδεκτή η θέση της ΜΕ1 ότι ορθή χρέωση αποτελεί το εκάστοτε ποσό που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 29, από το οποίο προκύπτει ότι επιστράφηκε το ποσό κεφαλαιοποίησης των τόκων που για κάποιο χρονικό διάστημα γινόταν 2 φορές το χρόνο και το αξιούμενο ποσό ανέρχεται σε €314.545,11 πλέον τόκο προς 9% από 1.9.2008 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο. Όπως, επίσης, επεξήγησε η ΜΕ1 οι ενάγοντες χρέωσαν μόνο για τα 2 πρώτα έτη τα δικαιώματα διαχείρισης του λογαριασμού σύμφωνα με τις προνοούμενες χρεώσεις στο Τεκμήριο
  1. Η θέση της ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές βρίσκει έρεισμα στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 6, όπου ρητώς προνοείται ότι οι ενάγοντες θα έχουν το απόλυτο δικαίωμα να προβούν σε πώληση των εν λόγω μετοχών. Ως προς τα Τεκμήρια 25, 26 και 27 καθώς και τις καταστάσεις λογαριασμών-Τεκμήρια 8-24 που αποστέλλοντο στον εναγόμενο, είναι αποδεκτή η μαρτυρία της ότι μετά την αποστολή τους στον εναγόμενο ουδέποτε επεστράφησαν στους ενάγοντες. Παρόμοια αξιολογείται και ο ΜΕ2, ο οποίος κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την αλήθεια όσων υποστήριξε. Από τη μαρτυρία του επαναβεβαιώνονται οι θέσεις της ΜΕ1, τόσο ως προς τις χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού όσο και ως προς το ότι οι αποσταλείσες στον εναγόμενο επιστολές και καταστάσεις λογαριασμού ουδέποτε επεστράφησαν στους ενάγοντες, έχοντας αποσταλεί στη διεύθυνση που ήταν σε γνώση των εναγόντων καθότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης τους. Η διαφορά που παρατηρείται στον αριθμό της δηλωθείσας από τον εναγόμενο ταχυδρομικής του θυρίδας στο Τεκμήριο 31 και αυτής που αναγράφεται στις αποσταλείσες επιστολές, Τεκμήρια 25, 26 και 27, δεν μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την παραλαβή των επιστολών από τον εναγόμενο, όπως θα επεξηγηθεί και στη συνέχεια, ενόψει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας της ΜΕ3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 δέχθηκε ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 43 μοιάζει με τη δική του υπογραφή, χωρίς να μπορεί με βεβαιότητα να αναγνωρίσει την επιστολή αυτή υπό την μορφή που του παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση του, πλήρως δικαιολογημένα κατά την αντίληψη μου. Ήταν ωστόσο απόλυτος ότι η μόνη απαγόρευση στους επενδυτικούς λογαριασμούς κάποιων πελατών στις αρχές του 2001 αφορούσε τις αγορές μετοχών λόγω της υπέρβασης του παραχωρηθέντος ορίου συνεπεία της μείωσης της αξίας των παραχωρηθεισών εξασφαλίσεων. Αναμφισβήτητη κατά την αντεξέταση παρέμεινε και η μαρτυρία του ΜΕ4, η οποία είναι ως εκ τούτου πλήρως αποδεκτή. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται από τον ίδιο η ύπαρξη τόσο της επίδικης συμφωνίας με τους ενάγοντες, δηλαδή του Τεκμηρίου 3, όσο και των Τεκμηρίων 2(α), 4, 5, 6 και 7, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και σχετίζονται με τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου, έχοντας αποδεχθεί ότι υπέγραψε τόσο την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο-Τεκμήριο 31 όσο και τα προαναφερθέντα Τεκμήρια, όντας τότε δικηγόρος εν ενεργεία. Αποδέχθηκε ακόμη ότι έγιναν ορθά οι χρεώσεις επί του Τεκμηρίου 29 καθώς και ότι παρελάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλώνοντας ρητά κατά την αντεξέταση του ότι δεν πιέστηκε να λάβει μέρος στο επενδυτικό σχέδιο ούτε παραπλανήθηκε, είχε δε διαβάσει τους όρους του σχεδίου πριν το υπογράψει. Αξιολογώντας ωστόσο το σύνολο της μαρτυρίας του εναγόμενου είναι η αντίληψη μου ότι ο εναγόμενος προσπάθησε, ανεπιτυχώς όμως, να αποποιηθεί της ευθύνης του και της οφειλής του προς τους ενάγοντες αναφορικά με την επίδικη απαίτηση. Η αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγόμενου ως προς την απαίτηση των εναγόντων σχετίζεται ουσιαστικά με τη θέση του ότι απαγορεύθηκαν οι αγοραπωλησίες των μετοχών του περί τα τέλη Ιανουαρίου 2001, στην οποία βασίζεται και η ανταπαίτηση του έναντι των εναγόντων. Η θέση αυτή του εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στα στοιχεία που προσήξε η πλευρά του ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 43 και 44, από τα οποία, ακόμη και αν γίνουν αποδεκτά, προκύπτει ότι η όποια απαγόρευση αφορούσε τις αγορές μετοχών και όχι τις πωλήσεις. Έχοντας, επίσης, γίνει πλήρως αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ2 επί του θέματος αυτού, ο οποίος κρίθηκε απόλυτα αξιόπιστος, θεωρώ ότι η εμμονή του εναγόμενου στην πιο πάνω θέση του αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων με σκοπό να αποφύγει την επίδικη οφειλή του προς τους ενάγοντες. Αναφορικά με το Τεκμήριο 37, το οποίο ο εναγόμενος κατέθεσε για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί δήθεν «μπλοκαρίσματος» του λογαριασμού του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι αποστάληκε στους ενάγοντες εκ μέρους του, με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ως προς το θέμα αυτό αλλά και της αποδεκτής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, εκ των οποίων η ΜΕ1 διαβεβαίωσε ότι δεν στάληκε τέτοια επιστολή στους ενάγοντες ενόσω στον ΜΕ2 δεν τέθηκε καν κατά την αντεξέταση του τέτοιο θέμα , χωρίς να μου διαφεύγει και ότι ούτε ο ΜΥ2 γνώριζε για την ύπαρξη της. Παρόμοια αντικρίζεται και η θέση του εναγόμενου ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές- Τεκμήρια 25, 26 και 27, έχουσα αποκλειστικό σκοπό να δικαιολογήσει την αδράνεια του στις ειδοποιήσεις των εναγόντων να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με την συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο, έχοντας μάλιστα σταματήσει μετά τις 31.8.2000 τις αγοραπωλησίες μετοχών μέσω του επίδικου λογαριασμού, λόγω του ότι, όπως είπε, δεν ήταν συμφέρουσες οι συναλλαγές κατά τον χρόνο εκείνο. Όπως άλλωστε έχει εξηγηθεί, η θέση του εναγόμενου ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τη συμφωνία με αυτόν που τους υποχρέωνε να ρευστοποιήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή. Όσον αφορά τον ΜΥ2 είναι προφανές, κατά την αντίληψη μου, ότι κατέθεσε με σκοπό να βοηθήσει τον εναγόμενο και να υποστηρίξει τη θέση του ότι απαγορεύθηκαν οι αγοραπωλησίες των μετοχών του, χωρίς ωστόσο να συνάδει η μαρτυρία του με τα κατατεθέντα Τεκμήρια 43 και
  2. Είναι ορθή άλλωστε η εισήγηση της κας Κόκκινου ότι τα Τεκμήρια αυτά λόγω της μορφής τους δημιουργούν αμφιβολίες για τη γνησιότητα τους δεδομένου ότι ως ανέφερε ο ΜΕ2 πάντα υπάρχουν δύο υπογραφές στα έγγραφα που αποστέλλουν οι ενάγοντες (όπως π.χ. στα Τεκμήρια 25, 26 και 27), ενόσω ειδικότερα στο Τεκμήριο 44 δεν φαίνεται από ποιον και σε ποιον απευθύνεται, ούτε και φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία το έγγραφο αυτό. Είναι πολύ παράδοξο να έχει δει ο ΜΥ2, όπως ανέφερε, επιστολή που περιείχε τέτοιες οδηγίες των εναγόντων και ο ίδιος να έχει στην κατοχή του μόνο αυτές που κατέθεσε και που αναφέρονται σε μειώσεις ορίου των επενδυτικών λογαριασμών και σε δυνατότητα να γίνονται πωλήσεις μετοχών και όχι αγορές για κάποιους πελάτες. Θεωρώ ότι στη μαρτυρία του ΜΥ2 δεν θα πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, υπό τις περιστάσεις. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει παρατεθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ1, 2, 3 και 4 πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα, βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους των εναγόμενου της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν (Τεκμήριο 3) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον του εναγόμενου μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του από τους ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 2.11.2004 (Τεκμήριο 27). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της έγγραφης συμφωνίας, των δοθεισών εξασφαλίσεων και των καταστάσεων λογαριασμού ουσιαστικά παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η ΜΕ1, υπάλληλος των εναγόντων, είχε στην κατοχή της τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες, τα οποία κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι τα Τεκμήρια 2(α) - 7 είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους και η σύναψη τους επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του εναγόμενου, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Η μαρτυρία της ΜΕ1 και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από αυτήν (Τεκμήρια 8-24 και 29), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ειδικότερα, η κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 29 αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και ήταν σύμφωνη με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες όπως αναφέρθηκε από την ΜΕ1, της οποίας η μαρτυρία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της ως προς την ορθότητα τους (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Η μαρτυρία δε που έχει δοθεί από την ΜΕ1 αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης του Τεκμηρίου 29, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, το καθιστά αποδεκτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε (βλ. Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013). Η εισήγηση της κας Γεωργιάδου περί του αντιθέτου δεν μπορεί να ευσταθήσει, η δε νομολογία που επικαλέστηκε δεν εφαρμόζεται στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Τόσο στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1390 όσο και στην υπόθεση Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, οι εναγόμενοι αμφισβητώντας τους κατατεθέντες λογαριασμούς εκ μέρους των εναγόντων προσήξαν μαρτυρία που κατέδειξε ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους, ενώ κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ1, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τον εναγόμενο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 29. Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στη νομολογία η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων, όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2008, ημερομηνίας 21.12.2011). Ούτε η εισήγηση της κας Γεωργιάδου ότι η αγωγή είναι πρόωρη και πρέπει να απορριφθεί, μπορεί να ευσταθήσει. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον εναγόμενο με την προς αυτόν επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 2.11.2004 (Τεκμήριο 27). Η επιστολή αυτή, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, απεστάλη συστημένη και δεν επεστράφη, όπως είχαν αποσταλεί και οι επιστολές - Τεκμήρια 25 και 26 για να επανέλθει ο λογαριασμός του σε επιτρεπτά όρια, καθώς και οι καταστάσεις λογαριασμών που αποστέλλοντο με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στον εναγόμενο στον οποίο απευθύνοντο και δεν επεστράφησαν στους ενάγοντες με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται η παράδοση τους στον εναγόμενο, του οποίου η μαρτυρία ότι δεν τις παρέλαβε δεν έγινε αποδεκτή (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Περαιτέρω, η μαρτυρία κατέδειξε ότι αντικείμενο της συμφωνίας-Τεκμηρίου 3 στην παρούσα υπόθεση ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο. Όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Κόκκινου οι ενάγοντες κατέχουν άδεια να ασκούν τραπεζικές εργασίες από τις 14.10.1983, δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/97), εποπτεύονται δε από την Κεντρική Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 1). Η επίδικη συμφωνία δεν απαγορεύετο εκ του εν λόγω Νόμου να συναφθεί εκ μέρους των εναγόντων, δεδομένου και ότι δεν υπήρχε περιορισμός από την Κεντρική Τράπεζα για τη σύναψη της με βάση το καταστατικό των εναγόντων, αλλά και δεν περιελάμβανε οποιοδήποτε μη νόμιμο σκοπό σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Η εισήγηση της κας Γεωργιάδου ότι η επίδικη συμφωνία αντίκειται στη δημόσια πολιτική δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), με υιοθέτηση των ίδιων απόψεων που λέχθηκαν σχετικά στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν οδηγίες προς τις Τράπεζες σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών στο ΧΑΚ δεν δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική και συνεπώς η συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη στην περίπτωση εκείνη. Στην παρούσα υπόθεση οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που κατατέθηκαν από τον εναγόμενο ως Τεκμήρια 38-42 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα και με τα λεχθέντα στις πιο πάνω υποθέσεις, ότι δημοσιοποιούν δημόσια πολιτική εφόσον αφενός δεν απαγόρευαν τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά και αφετέρου δεν προέκυψε ότι οι ενάγοντες τις παραβίασαν. Ειδικότερα, με την εγκύκλιο - Τεκμήριο 38, ημερομηνίας 12.7.1999, η Κεντρική Τράπεζα σύστηνε στις Τράπεζες να περιορίσουν τα δάνεια αυτά και να είναι πιο προσεκτικές στον τρόπο λειτουργίας των εν λόγω δανείων. Με την εγκύκλιο - Τεκμήριο 39, ημερομηνίας 12.10.1999, εκφράστηκε η προσδοκία ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα προσέφεραν σε νέους πελάτες τους ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, κάτι που δεν αφορά τον εναγόμενο, ο οποίος αφενός ήταν παλαιός πελάτης των εναγόντων αλλά και είχε υποβάλει την αίτηση του, η οποία και είχε εγκριθεί προγενέστερα, δηλαδή στις 8.10.1999 (βλ. Τεκμήριο 31). Όσον αφορά τις μεταγενέστερες εγκυκλίους - Τεκμήρια 40, 41 και 42, οι οποίες εν πάση περιπτώσει φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες της σύναψης της επίδικης συμφωνίας, δεν θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι απαγόρευαν την παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και συνεπώς δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει. Όσον αφορά δε τον επίδικο λογαριασμό του εναγόμενου δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε παραβίαση των υπό αναφορά εγκυκλίων εκ μέρους των εναγόντων. Αντίθετα μάλιστα από τα Τεκμήρια 25 και 26 προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να προβεί σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις κινητών αξιών ή καταθέσεις μετρητών ώστε ο λογαριασμός του να επανέλθει εντός των όρων της επίδικης συμφωνίας. Η αναφορά του ΜΥ2 σε επιβολή διοικητικού προστίμου στους ενάγοντες από την Κεντρική Τράπεζα πέραν του ότι είναι ατεκμηρίωτη, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω διαπιστωθέντα αναφορικά με την νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας, ούτε και απαλλάσσει τον εναγόμενο της ευθύνης του έναντι των εναγόντων σε σχέση με την επίδικη οφειλή. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν θέμα ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τι συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Στην παρούσα υπόθεση, όπως σαφώς προνοείται στη συμφωνία του εναγόμενου με τους ενάγοντες ημερομηνίας 9.11.1999 (Τεκμήριο 3), οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο, όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν σ' αυτόν δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή όπως δίνουν πίστωση ή τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο κατά την κρίση τους, υπό τους όρους ότι το ποσό και ο τύπος των εν λόγω διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, θα χρεώνονται με τόκο προς 8% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και με τόκο προς 9% στα τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των καθοριζομένων ορίων, οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κατά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, θα έχουν δε το δικαίωμα οι ενάγοντες χωρίς προειδοποίηση προς τον εναγόμενο να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις καθώς και να ζητήσουν από αυτόν την άμεση πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Επιπρόσθετα, με βάση τους όρους συμμετοχής του εναγόμενου στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 4), σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 9.11.1999 ενεχυριάστηκαν αρχικά προς όφελος των εναγόντων οι μετοχές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 2(α) αξίας £100.402, ως εξασφάλιση των παραχωρηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων, έχοντας στη συνέχεια μεταβληθεί ως εμφαίνεται επί των Τεκμηρίων 28, 30 και 36. Αναμφίβολα η διαχείριση του επίδικου λογαριασμού και των αξιών χαρτοφυλακίου, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου (βλ. παραγρ. 14 και 15 του Τεκμηρίου 4), ανήκε στους χρηματιστές (βλ. και Τεκμήριο 5) με τις συμβουλές των οποίων, ως δήλωσε και ο εναγόμενος, εγίνοντο οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του. Η πρόνοια και οι χρεώσεις ετησίου δικαιώματος διαχείρισης, όπως εξηγήθηκε από την ΜΕ1, αφορούν την χρήση του ορίου και τα έξοδα των εναγόντων που προέκυπταν από την τήρηση του επίδικου λογαριασμού. Τα γεγονότα της υπόθεσης Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1042, την οποία επικαλέστηκε η κα Γεωργιάδου, ήταν διαφορετικά και η υπόθεση εκείνη διακρίνεται σαφώς από την παρούσα. Ως εκ τούτου οι νομικοί ισχυρισμοί της υπεράσπισης που αφορούν αμέλεια των εναγόντων σε σχέση με την διαχείριση του λογαριασμού και των αξιών κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι. Οι ρητοί όροι της συμφωνίας, τους οποίους είχε αποδεχθεί ο εναγόμενος, καταδεικνύουν το αβάσιμο των νομικών εισηγήσεων ότι δεν του εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι της συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο καθώς και ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να παράσχουν σωστές συμβουλές σ' αυτόν και παρέβησαν εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας. Πέραν του ότι ο εναγόμενος ρητά ανέφερε ότι δεν του ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση για να συμμετάσχει στο επίδικο σχέδιο, η θέση του αφενός ότι του απαγορεύθηκαν οι αγοραπωλησίες μετοχών και αφετέρου ότι δεν ειδοποιείτο για την κατάσταση του λογαριασμού του όταν πλέον δεν τηρούντο εκ μέρους του οι όροι του επίδικου σχεδίου, όπως πιο πάνω αναλύθηκε, δεν έγινε αποδεκτή, με αποτέλεσμα τα σχετικά επιχειρήματα της κας Γεωργιάδου να μην ευσταθούν. Δεν βρίσκουν ακόμη έρεισμα στη συμφωνία οι εισηγήσεις της κας Γεωργιάδου ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτών και του εναγόμενου και ενήργησαν με αμέλεια επιδεικνύοντας ολιγωρία ως προς τον τερματισμό της συμφωνίας ή την παγοποίηση του λογαριασμού ή ότι δεν έλαβαν μέτρα μείωσης της ζημιάς τους, έχοντας όλα τα μέσα θεραπείας για πλήρη εξόφληση του προς αυτούς χρέους του εναγόμενου. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία περί τα τέσσερα έτη μετά την παραβίαση της εκ μέρους του εναγόμενου δεν επενήργησε σε βάρος των συμφερόντων του, λαμβανομένου υπόψη και ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε λιγότερο από τρεις μήνες μετά τον τερματισμό της συμφωνίας (βλ. και Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (πιο πάνω)). Δεν συμφωνώ με τη θέση της κας Γεωργιάδου ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δεδομένου ότι, όπως εξήγησε η ΜΕ1, προέβαιναν στις ανάλογες χρεωπιστώσεις κατόπιν οδηγιών των χρηματιστών (βλ. και Τεκμήρια 8-24), επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους του εναγόμενου είναι εντός του συμφωνηθέντος ορίου και γνωστοποιώντας επανειλημμένα στον εναγόμενο αυτή την αναγκαιότητα (βλ. Τεκμήρια 25-26). Δεν συμφωνώ επίσης με τη θέση της κας Γεωργιάδου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών δεδομένου ότι, από τη μαρτυρία της ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι οι αγοραπωλησίες αξιών έγιναν από τους χρηματιστές, που είχε διορίσει ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του ο εναγόμενος έχοντας μάλιστα αποσύρει την ανταπαίτηση του εναντίον τους μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην υπόθεση. Τα δεδομένα άλλωστε της παρούσας υπόθεσης είναι σαφώς διαφορετικά από αυτά της υπόθεσης Suphire (Finance) Ltd ν. Παπαμιχαήλ Σάββα, Πολ. Έφ. Αρ. 258/2008, ημερομηνίας 22.9.2011. Ως προς τους τόκους, αν και στην έκθεση απαιτήσεως αξιώνεται τόκος προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1 φαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν εγκαταλείψει την απαίτηση τους για κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως. Συνεπεία των πιο πάνω οι τόκοι που ζητείται να επιδικασθούν εναντίον του εναγόμενου ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω)). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Τα πιο πάνω διαπιστωθέντα καταδεικνύουν ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Από τον όρο 7 της συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 6), προβάλλει το δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους του εναγόμενου που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους του (βλ. και παραγρ. 5, 8 και 9 του Τεκμηρίου 4). Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως εκ τούτου ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν βάσει της συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 6) υποχρέωση έναντι του εναγόμενου να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτόν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω) και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας (πιο πάνω), το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντες ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, ως είναι η εισήγηση της κας Γεωργιάδου. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση των εναγόντων για πώληση των αξιών καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγόντων και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Κατά συνέπεια, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποδοθούν στους ενάγοντες ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο, όπως αυτός ισχυρίζεται και ανταπαιτεί. Όσον αφορά το ποσό των £19.558,21 καθώς και το ποσό των £215.000 ή και το ποσό των £100.402, ως μειώθηκε με τη μαρτυρία του εναγόμενου και τα οποία ο εναγόμενος ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, από τη μαρτυρία συνάγεται ότι κανένα από τα ποσά αυτά δεν έχει αποδειχθεί. Αφενός το ποσό των £19.558,21 αποτελεί υποθετικό κέρδος εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου ήταν πάντοτε χρεωστικό. Αφετέρου το ποσό των £215.000 δεν αποδείχθηκε ότι αποτελεί την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών του εναγόμενου, ενόσω το ποσό των £100.402, αν και αποτελεί αυτήν την αξία κατά τον χρόνο έναρξης της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο, εφόσον οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των εναγόντων δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του, εν όψει των δεδομένων της υπόθεσης και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για αποζημιώσεις ως η ανταπαίτηση του. Δεν αποδείχθηκε επίσης συμπεριφορά των εναγόντων περιέχουσα ψευδείς παραστάσεις ως δικογραφείται στην υπεράσπιση του εναγόμενου (Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527 και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Οι λοιπές εισηγήσεις της κας Γεωργιάδου, πέραν του επαναλαμβανόμενου και συγκεχυμένου τρόπου προβολής τους στην μακροσκελή γραπτή της αγόρευση δεν χρήζουν ειδικής ενασχόλησης, υπό το φως των πιο πάνω αποφασισθέντων. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €314.545,11 πλέον τόκο προς 9% από 1.9.2008 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο, μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως οι παράγραφοι 11(β), (γ), (δ) και (ε) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.