Γιάννη Λύτρα κ.α. ν. SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD κ.α., Συνενωμένες Αγωγές 731/03, 732/03, 730/03, 884/03, 20/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A185 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: I. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές 731/03, 732/03, 730/03, 884/03 Αγωγή αρ. 731/03 Μεταξύ: Γιάννη Λύτρα Ενάγοντα - και - SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΑΡΚΟΣ
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΛΟΣ
- ΜΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
- ΛΟΙΖΟΣ Α. ΛΟΙΖΟΥ
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ & ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΕΛΕΓΚΤΕΣ
- ΠΙΕΡΗΣ ΜΑΡΚΟΥ
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΑΘΩΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
- ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
- ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγομένων Αγωγή αρ. 732/03 Μεταξύ: Mάρθας Λύτρα Ενάγουσας - και -
- SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΑΡΚΟΣ
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΛΟΣ
- ΜΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
- ΛΟΙΖΟΣ Α. ΛΟΙΖΟΥ
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ & ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΕΛΕΓΚΤΕΣ
- ΠΙΕΡΗΣ ΜΑΡΚΟΥ
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΑΘΩΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
- ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
- ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγομένων Αγωγή αρ. 730/03 Μεταξύ: GOLDEN CAPITAL LTD Ενάγουσας - και -
- SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΑΡΚΟΣ
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΛΟΣ
- ΜΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
- ΛΟΙΖΟΣ Α. ΛΟΙΖΟΥ
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ & ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΕΛΕΓΚΤΕΣ
- ΠΙΕΡΗΣ ΜΑΡΚΟΥ
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΑΘΩΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
- ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
- ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγομένων Αγωγή αρ. 884/03 Μεταξύ: REMARKABLE HOLDINGS LTD Ενάγουσας - και -
- SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΑΡΚΟΣ
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΛΟΣ
- ΜΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
- ΛΟΙΖΟΣ Α. ΛΟΙΖΟΥ
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ & ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΕΛΕΓΚΤΕΣ
- ΠΙΕΡΗΣ ΜΑΡΚΟΥ
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΑΘΩΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
- ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
- ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 20.5 2013 Για Ενάγοντες: Κος Α. Παπαντωνίου (κα Γ. Γεωργίου για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 1, 2, 3, 5-10: Kα Α. Αθανασιάδου για κκ. Γεωργιάδη & Πελίδη (κα Γ. Στυλιανού για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κ. Γιάννης Λύτρας, η κα Μάρθα Λύτρα, η Golden Capital Ltd και η Remarkable Holdings Ltd αγόρασαν από τρίτα πρόσωπα χρηματιστηριακές αξίες της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Σε μεταγενέστερο στάδιο τις πώλησαν σε τρίτα πρόσωπα σε χαμηλότερες τιμές με αποτέλεσμα να ζημιώσουν. Για τη ζημιά αυτή θεωρούν υπεύθυνους τους Εναγομένους με αποτέλεσμα να καταχωρίσουν τις αγωγές που εκτίθενται πιο πάνω, και οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου. Με αυτές αξίωναν εναντίον 20 εναγομένων διάφορες θεραπείες στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Σε κάποιο στάδιο οι αγωγές αποσύρθηκαν εναντίον κάποιων Εναγομένων και παρέμειναν μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9 και
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης: "
- O Eναγόμενος 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και σύμφωνα με την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση ήταν Πρόεδρος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Διευθυντής της Εναγομένης 1, ένας εκ των κύριων μετόχων της Εναγομένης 1 και ο οποίος και υπόγραψε τον «Ενοποιημένο Ισολογισμό» της, που φαίνεται στην πιο πάνω Ετήσια Έκθεση.
- Ο Εναγόμενος 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και σύμφωνα με την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση ήταν Αντιπρόεδρος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικός Οικονομικός Διευθυντής της Εναγομένης 1, ένας εκ των κύριων μετόχων της Εναγομένης 1, και υπόγραψε τον «Ενοποιημένο Ισολογισμό» της που φαίνεται στην πιο πάνω Ετήσια Έκθεση.
- Οι Εναγόμενοι 4 και 5 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και σύμφωνα με την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση ήταν Εκτελεστικά Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 και εκ των κύριων μετόχων της Εναγομένης
- Οι Εναγόμενοι 6, 7, 8 και 9 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και σύμφωνα με την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση ήταν Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης
- Ο Εναγόμενος 10 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και σύμφωνα με την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση ήταν ο Αρχιλογιστής του Συγκροτήματος της Εναγομένης 1, ο οποίος και υπόγραψε τον «Ενοποιημένο Ισολογισμό» της που φαίνεται στην πιο πάνω Ετήσια Έκθεση.» Ο Ενάγων στην αγωγή 731/03 Γιάννης Λύτρας, αξιώνει ΛΚ88.538,96 ως αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης, αμέλειας «και κατά παράβασης των νομίμων και από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων» των Εναγομένων 1 - 3 και 5 - 10 αναφορικά με την αγορά 220 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών και 67.370 μετοχών. Η Ενάγουσα στην αγωγή 732/03 Μάρθα Λύτρα, σύζυγος του Γιάννη Λύτρα, αξιώνει ΛΚ47.144,44 ως αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης, αμέλειας «και κατά παράβασης των νομίμων και από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων» των Εναγομένων 1 - 3 και 5 - 10 αναφορικά με την αγορά 1550 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών και 15.600 μετοχών. Η Ενάγουσα στην αγωγή 730/03 Golden Capital Ltd αξιώνει ΛΚ4.452,52 ως αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης, αμέλειας «και κατά παράβασης των νομίμων και από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων» των Εναγομένων 1 - 3 και 5 - 10 αναφορικά με την αγορά 7.000 μετοχών. Η Ενάγουσα στην αγωγή 884/03 Remarkable Holdings Ltd αξιώνει ΛΚ746,42 ως αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης, αμέλειας «και κατά παράβασης των νομίμων και από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων» των Εναγομένων 1 - 3 και 5 - 10 αναφορικά με την αγορά 800 μετοχών. Αναφέρω από τώρα πως όλοι οι Ενάγοντες με τα δικόγραφα τους επιρρίπτουν την ίδια ευθύνη στους Εναγομένους. Στην παρούσα απόφαση θα παραθέσω μόνο τα όσα αναφέρει η Ενάγουσα Μάρθα Λύτρα στην αγωγή 732/03, χωρίς να αγνοώ τα όσα αναφέρουν οι υπόλοιποι Ενάγοντες στις αγωγές τους. Η Μάρθα Λύτρα, αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης της ότι αγόρασε σε διάφορες ημερομηνίες δικαιώματα αγοράς μετοχών της εναγόμενης 1 και μετοχές της εναγόμενης 1, ως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι αγόρασε τις εν λόγω μετοχές και ή μέρος αυτών και ή δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) και τα οποία εξάσκησε και ή πείστηκε να αγοράσει, με βάση τα δεδομένα και ή στοιχεία και ή παραστάσεις και ή διαβεβαιώσεις που αναφέρονταν στην Ετήσια Έκθεση του 1999 της Εναγόμενης 1 την οποία εξέδωσε και κυκλοφόρησε προς το κοινό στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της στις 24.5.00, στην Εξαμηνιαία Έκθεση του 2000 (30.6.00) της εναγόμενης 1 την οποία δημοσίευσε κατά ή περί τις 22.9.00, στα προκαταρκτικά αποτελέσματα του 2000 που η εναγόμενη 1 εξέδωσε και κυκλοφόρησε προς το κοινό κατά ή περί τις 27.3.2001 και σε διάφορες δημόσιες ανακοινώσεις της εναγόμενης
- Στην παράγραφο 15 η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Eίναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και τα οποία εξάσκησε και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και τα οποία εξάσκησε συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, οι οποίες συνίσταντο στην συμπερίληψη στην πιο πάνω Ετήσια Έκθεση ψευδών και/ή παραπλανητικών δεδομένων και/ή στοιχείων και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων». Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμόν απάτης και των κατ' ισχυρισμόν ψευδών παραστάσεων κ.λ.π. εκ μέρους της Εναγόμενης
- Αυτές καλύπτουν γύρω στις 16 δακτυλογραφημένες σελίδες. Δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση, αναφέρω όμως από τώρα ότι τις έχω θέσει ενώπιον μου. Στην παράγραφο 16 η Ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και τα οποία εξάσκησε και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και εξασκήσει συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, που συνίσταντο στην απόκρυψη από την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση των εξής γεγονότων και/ή στοιχείων και/ή δεδομένων τα οποία βρίσκονται στην γνώση της Εναγόμενης 1 και/ή όφειλε να τα γνωρίζει». Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμόν απάτης και των κατ' ισχυρισμόν ψευδών παραστάσεων κ.λ.π. εκ μέρους της εναγόμενης 1 αναφορικά με απόκρυψη γεγονότων και ή στοιχείων και ή δεδομένων από την πιο πάνω Ετήσια Έκθεση. Αυτές καλύπτουν γύρω στις 5 περίπου δακτυλογραφημένες σελίδες. Δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση, αναφέρω όμως από τώρα ότι τις έχω θέσει ενώπιον μου. Στην παράγραφο 17 η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, οι οποίες συνίσταντο στην συμπερίληψη στην πιο πάνω Εξαμηνιαία Έκθεση ψευδών και/ή παραπλανητικών δεδομένων και/ή στοιχείων και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων." Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Στην παράγραφο 18 η Ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Eίναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, που συνίσταντο στην απόκρυψη από την πιο πάνω Εξαμηνιαία Έκθεση των εξής γεγονότων και/ή στοιχείων και/ή δεδεομένων τα οποία βρίσκονταν στη γνώση της Εναγομένης 1 και/ή όφειλε να τα γνωρίζει.» Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Στην παράγραφο 19 η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Eίναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, οι οποίες συνίσταντο στη συμπερίληψη στα πιο πάνω Προκαταρκτικά Αποτελέσματα 2000, ψευδών και/ή παραπλανητικών δεδομένων καιι/ή στοιχείων και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων.» Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Στην παράγραφο 20 η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Eίναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατά παράβασης των εκ του Νόμου και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, που συνίσταντο στην απόκρυψη από τα πιο πάνω Προκαταρκτικά Αποτελέσματα 2000, των εξής γεγονότων και/ή στοιχείων και/ή δεδομένων τα οποία βρίσκονταν στην γνώση της Εναγομένης 1 και/ή όφειλε να τα γνωρίζει.» Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Στην παράγραφο 21 η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές κα/ή μέρος αυτών και/ή Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και τα οποία εξάσκησε και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και εξασκήσει συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1, που συνίσταντο στην απόκρυψη από διάφορες αντίστοιχες Ανακοινώσεις των εξής γεγονότων και/ή στοιχείων και/ή δεδομένων τα οποία βρίσκονταν στη γνώση της Εναγομένης 1 και/ή όφειλε να τα γνωρίζει.» Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Στην παράγραφο 22 η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα: "Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) τα οποία εξάσκησε και/ή πείστηκε να αγοράσει τις πιο πάνω μετοχές και/ή μέρος αυτών και/ή Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Warrants) και εξασκήσει συνεπεία απάτης και/ή παραβίασης των εκ του Νόμου και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων 1-10, που αφορούσαν στην επιτήδεια και παράνομη χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της Εναγομένης 1.». Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και δεν θα τις παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2-9 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, ενώ ο Εναγόμενος 10 ήταν ο αρχιλογιστής του συγκροτήματος της Εναγόμενης
- Η Ενάγουσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης της τους λόγους που θεωρεί ότι οι εναπομείναντες Εναγόμενοι έχουν προσωπική ευθύνη. Εν κατακλείδι η θέση της Ενάγουσας είναι ότι η Εναγόμενη 1 ετοίμασε την Ετήσια Έκθεση του 1999, την Εξαμηνιαία Έκθεση του 2000, τα προκαταρκτικά αποτελέσματα του 2000 και τις ανακοινώσεις της «με σκοπό και πρόθεση εξαπάτησης και με τρόπο επιτήδειο και παραπλανητικό». Στη συνέχεια παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες. (δες παράγραφο 29 της Έκθεσης Απαίτησης). Ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές ως ακολούθως: (Α) ΛΚ23.942,
- Το ποσό αυτό είναι η ζημιά που υπέστη από την αγορά (α) 175 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (Warrants) cum-bonus της Εναγομένης 1, για την αγορά και εξάσκηση των οποίων η Ενάγουσα πλήρωσε ΛΚ4.762,65 (β) 15.600 μετοχών της Εναγομένης 1 για τις οποίες η ενάγουσα πλήρωσε ΛΚ20.774,47 Συνεπεία παράβασης συμφωνίας και/ή λόγω συμφωνίας συνομολογηθείσας συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπλανητικών στοιχείων και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. (Β) ΛΚ36.060,
- Το ποσό αυτό είναι η ζημιά που υπέστη από την αγορά 1330 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (Warrants) cum-bonus της Εναγομένης 1, τα οποία εξάσκησε συνεπεία παράβασης συμφωνίας και/ή λόγω συμφωνίας συνομολογηθείσας συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων κα/ή παραπλανητικών στοιχείων και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι με το δικόγραφο τους αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες και ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προέβη σε αγορές μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς αξιών πολλών δημόσιων εταιρειών βασιζόμενη στις δικές της εκτιμήσεις. Αναφέρουν ακόμη ότι οι ίδιοι δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε παράσταση και ή διαβεβαίωση προς την Ενάγουσα, η οποία ουδέποτε βασίστηκε και ή επηρεάστηκε από το περιεχόμενο της Ετήσιας Έκθεσης, της Εξαμηνιαίας Έκθεσης, των Προκαταρκτικών Αποτελεσμάτων και των Ανακοινώσεων. Είναι τέλος η θέση τους ότι η Ενάγουσα καταχώρισε την αγωγή λόγω της δραματικής πτώσης των τιμών στο ΧΑΚ για την οποία δεν ευθύνονται οι Εναγόμενοι. Παρόμοιοι ισχυρισμοί τόσο εκ μέρους των Εναγόντων όσο και εκ μέρους των Εναγομένων υπάρχουν και στις άλλες αγωγές. Συνεπώς δεν θα παραθέσω στην παρούσα απόφαση λεπτομέρειες από αυτές. Τέλος, πρέπει να σημειώσω ότι ο κ. Παπαντωνίου στο στάδιο των αγορεύσεων απέσυρε, και ορθά, τις αξιώσεις όλων των Εναγόντων για επιδίκαση τόκων και περιόρισε αυτές σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης των αγωγών. Προσαχθείσα Μαρτυρία - Αξιολόγηση αυτής Έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο, όταν θα την αξιολογώ. Αναφέρω από τώρα ότι παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά,
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ,
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 869). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, ως επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Είναι βεβαίως γνωστό πως είναι δυνατόν το Δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει μέρος αυτής, όταν όμως ο μάρτυρας έχει κριθεί γενικά αξιόπιστος. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στη υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 499 όπου στη σελ. 503 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ως ορθή τη μαρτυρία ατόμου ως προς ένα σημείο ή πτυχή των γεγονότων που αναφέρονται σ΄ αυτή και να την απορρίψει αναφορικά με άλλο σημείο ή πτυχή της υπόθεσης. Αυτό βέβαια γίνεται εφόσον ο μάρτυρας κριθεί γενικά αξιόπιστος. Όταν κριθεί αξιόπιστος είναι δυνατό η μαρτυρία του σε ένα μέρος της να κριθεί ορθή ενώ σε άλλο λαθεμένη, μετά που θα συγκριθεί με το ενδεχομένως υπάρχον υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Δεν μπορεί όμως όταν ένας μάρτυρας κριθεί από το Δικαστήριο γενικά αναξιόπιστον να θεωρηθεί πως μέρος της μαρτυρίας του είναι αληθές και άλλο όχι». Στην Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που επιβεβαιωνόταν από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία και απέρριψε το μέρος της μαρτυρίας του που παρέμεινε χωρίς επιβεβαίωση. Η πιο πάνω προσέγγιση κρίθηκε ορθή από το Εφετείο. Στην υπόθεση Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59 το Εφετείο σχολιάζοντας τη μαρτυρία μάρτυρα που κρίθηκε αναξιόπιστος από το Κακουργιοδικείο και επειδή είχε δώσει μαρτυρία που ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με αστυνομική του κατάθεση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 71: «.... Έχοντας διεξέλθει την όλη μαρτυρία του πρώην συγκατηγορουμένου του εφεσείοντος, όντως αυτή έπασχε από λογική ανακολουθία, ενώ ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την αστυνομική του κατάθεση Τεκμ.32. Επομένως, το Κακουργιοδικείο ενεργώντας στα πλαίσια της νομολογίας και της λογικής, απέκλεισε την όλη μαρτυρία ως μη δυνάμενη να αποτελέσει υλικό αξιολόγησης». Στην υπόθεση Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 278 και 279: ".. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι εξεταζόμενη συνολικά η μαρτυρία του παραπονούμενου, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, καθιστούσε αδύνατο ή τελείως ακροσφαλές και αβέβαιο το έργο της διάκρισης μεταξύ ψεύδους και πραγματικότητας. Και επρόκειτο ασφαλώς για την πλέον κρίσιμης σημασίας μαρτυρίας στην όλη υπόθεση, στην οποία το Δικαστήριο εκαλείτο να βασισθεί για να συνθέσει την ακριβή εικόνα του επίδικου επεισοδίου. Κατά την άποψη μας ο παραπονούμενος δεν μπορούσε παρά να είχε κριθεί ως αναξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του ως ανάξια επιλογής αποδεκτών και μη μερών, αλλά αντίθετα έπρεπε να κριθεί απορριπτέα στο σύνολο της...» Aναφέρω από τώρα πως ο βασικός μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων ήταν ο κ. Γιάννης Λύτρας και των Εναγομένων ο κ. Φ. Λάρκος. Ορθά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων επικεντρώθηκαν σε αυτούς τους δύο μάρτυρες. Οι υπόλοιποι μάρτυρες που κλήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων, κλήθηκαν είτε για να καταθέσουν έγγραφα είτε για να καταθέσουν για γεγονότα που δεν είχαν να κάνουν άμεσα με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποκτήθηκαν από τους Ενάγοντες οι επίδικες χρηματιστηριακές αξίες. Κάποιοι δε, δεν κατέστη δυνατό να δώσουν μαρτυρία για τους λόγους που εμφαίνονται στα πρακτικά. Αποδέχομαι τους μάρτυρες αυτούς των Εναγόντων, η μαρτυρία των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Για τον κ. Γ. Λύτρα, για τον κ. Φ. Λάρκο και για τους μάρτυρες των Εναγομένων θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ξεκινώ από τον κ. Γιάννη Λύτρα, Ενάγοντα στην αγωγή 731/03. Ως ελέχθη, αυτός ήταν ουσιαστικά ο βασικός μάρτυρας όλων των Εναγόντων αφού οι επίδικες χρηματιστηριακές πράξεις έγιναν από τον ίδιο τόσο για δικό του λογαριασμό όσο και για λογαριασμό των άλλων Εναγόντων. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κ. Γιάννης Λύτρας υπήρξε δραστήριος επενδυτής σε χρηματιστηριακές αξίες. Είναι κάτοχος πτυχίου Οικονομικών/Λογιστικών του Πανεπιστημίου Leeds και κατέχει δίπλωμα Λογιστικής. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρξε και συνεχίζει να είναι τραπεζικός υπάλληλος. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι αγόρασε μετοχές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και δικαιώματα αγοράς μετοχών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας βασιζόμενος στο Τεκ.11 (Ετήσια Έκθεση της Εναγόμενης 1 για το 1999) στο Τεκ.12 (Εξαμηνιαία Έκθεση) και στο Τεκ.61 (Ανακοίνωση ημερ. 25.5.00) κ.λ.π.. Ισχυρίστηκε πως επειδή εδώ επένδυσε μεγάλα ποσά μελέτησε τα εν λόγω έγγραφα, ενώ όταν επένδυε μικρά ποσά (όπως £2.000) δεν μελετούσε έγγραφα των εταιρειών. Λίγο αργότερα ανέφερε πως πάντοτε στηριζόταν στα επίσημα έγγραφα και ποτέ δεν στηριζόταν σε παπαγαλάκια και κουβέντες του αέρα γιατί όπως χαρακτηριστικά ανέφερε γνώριζε τις ευθύνες των εταιρειών και των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων και «εάν παραβίαζαν τους Νόμους είναι αυτονόητο ότι είχαν ευθύνες και αν μου πήγαινε κάτι στραβό θα μπορούσα να τους επιρρίψω ευθύνες να διεκδικήσω τα νόμιμα δικαιώματα μου γι' αυτό και δεν επένδυα με κουβέντες του αέρα ή λεγόμενα του οποιουδήποτε». Δεν έχω πεισθεί για την αλήθεια των πιο πάνω ισχυρισμών του. Ως ελέχθη, ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν ένας περιστασιακός «παίκτης» (για το θέμα αυτό δες Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1238, 1259). Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε «Τον καιρό της μανίας του ΧΑΚ . δυστυχώς ασχολήθηκα και εγώ.». Τόση δε ήταν η μανία του που έφθασε στο σημείο να δανείζεται κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες λίρες και μάλιστα από διάφορα νομικά πρόσωπα για να αγοράζει χρηματιστηριακές αξίες. Μάλιστα αγόραζε μετοχές της Εναγόμενης 1, και όχι μόνο, πριν από την έκδοση και την κυκλοφορία των πιο πάνω εγγράφων. Σχετικά είναι τα Τεκ.31 και
- Με άλλα λόγια ο κ. Γιάννης Λύτρας επένδυε σε μετοχές της Εναγόμενης 1, καταβάλλοντας μάλιστα σημαντικά ποσά, πριν από την έκδοση των εγγράφων (Τεκ.11, 12, 61) χωρίς να επηρεάζεται από τα επίσημα έγγραφα της Εταιρείας. Το ίδιο ισχύει και για τη Μάρθα Λύτρα, η οποία και αυτή αγόραζε και πωλούσε μετοχές της Εναγόμενης 1 πριν από την έκδοση των Τεκ.11, 12 και
- Σχετικό είναι το Τεκ.
- Με δεδομένο, και όχι μόνο, ότι ο κ. Γιάννης Λύτρας και η κα Μάρθα Λύτρα υπήρξαν δραστήριοι επενδυτές σε τίτλους της Εναγόμενης 1 από προηγουμένως, δεν έχω πεισθεί ότι όταν αγόραζαν μετοχές της Εναγόμενης 1 μετά το 1999, καταβάλλοντας μεγάλα ποσά, στηρίζονταν πάντα στα επίσημα έγγραφα της Εταιρείας. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού του κ. Λύτρα είναι και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κ. Λύτρας είχε κάνει αμετάκλητη αίτηση για αγορά μετοχών της White Knight καταβάλλοντας σημαντικό ποσό χωρίς να στηριχθεί σε οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο της White Κnight αφού δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο τέτοιο επίσημο έγγραφο της White Knight. Δεν έχω πεισθεί ότι ο κ. Γιάννης Λύτρας και κατ' επέκταση οι άλλοι Ενάγοντες οι οποίοι μέσω του ασκούσαν χρηματιστηριακές δραστηριότητες, αποφάσισε ξαφνικά, όπως περίπου άφησε να νοηθεί, να μελετήσει σε βάθος τα της λειτουργίας της Εναγόμενης 1 για να συνεχίσει να επενδύει στην Εταιρεία. Παραδέχθηκε πως έχει υποστεί ζημιές και από άλλα επενδυτικά σχέδια λόγω της γενικότερης πτώσης των τιμών των μετοχών, αλλά ισχυρίστηκε ότι ο τρόπος που υπολόγισε τις ζημιές εδώ, είναι τελείως διαφορετικός. Με άλλα λόγια προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι οι ζημιές του εδώ δεν οφείλονται στη γενικότερη πτώση των τιμών των μετοχών. Παραπέμφθηκε στο επενδυτικό σχέδιο που έκανε με τη Euroinvestment. Παραδέχθηκε πως δανείστηκε σημαντικό ποσό από αυτή την Εταιρεία για να αγοράσει χρηματιστηριακές αξίες. Παραδέχθηκε πως η Εταιρεία καταχώρισε αγωγή εναντίον του με την οποία αξιώνει το ποσό του δανείου. Αρχικά ανέφερε ότι προσφέρθηκε να εξοφλήσει το χρέος του προς αυτήν. Όταν του ζητήθηκε να δώσει διευκρινίσεις, φάνηκε πως ουδέποτε προσφέρθηκε να εξοφλήσει το χρέος του αλλά θεωρούσε πως η Εuroinvestment είχε υποχρέωση να πωλήσει μετοχές που ήταν δεσμευμένες για εξασφάλιση του δανείου, και επειδή δεν το έπραξε, αυτό σημαίνει ότι προσφέρθηκε. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Euroinvestment τέτοια υποχρέωση δεν είχε αλλά δικαίωμα, απέφυγε ουσιαστικά να απαντήσει λέγοντας ότι το θέμα τίθεται με πολύ νομικό τρόπο. Τα όσα ανέφερε γύρω από την Ετήσια Έκθεση για το έτος 1999 (Τεκ.11) και συγκεκριμένα ότι με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης οι Εναγόμενοι είχαν πρόθεση να εξαπατήσουν και να παραπλανήσουν τους Ενάγοντες, δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Η Νομοθεσία την οποία επικαλείται δεν επιβάλλει υποχρέωση στην Εταιρεία να ενημερώνει το κοινό για τη γενική κατάσταση του Χρηματιστηρίου και ότι γενικά οι τιμές των μετοχών στο ΧΑΚ έχουν ανέλθει σε εξωπραγματικά επίπεδα. Η Νομοθεσία αφορά σε πληροφορίες που αφορούν τους τίτλους του συγκεκριμένου εκδότη και όχι ανακοινώσεις, εκτιμήσεις και προβλέψεις για το χρηματιστήριο γενικά. Τα σχετικά αποσπάσματα από την Ετήσια Έκθεση του 1999 στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Λύτρας, δεν αποτελούν διαβεβαίωση και ή υπόσχεση για ο,τιδήποτε. Συνιστούν μέρος της ανασκόπησης του Προέδρου (Εναγόμενος 2) προς τους μετόχους, πελάτες, συνεργάτες και προσωπικό του Συγκροτήματος. (Για το θέμα αυτό θα επανέλθω στη συνέχεια). Παρακολουθώντας τον να καταθέτει μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν έτοιμος να προβάλει κάθε ισχυρισμό για να πείσει το Δικαστήριο ότι ουσιαστικά οι Εναγόμενοι τον εξαπάτησαν και ή τον ώθησαν να αγοράσει τις επίδικες χρηματιστηριακές αξίες τις οποίες, ας σημειωθεί, δεν αγόρασε από τους Εναγομένους αλλά από άλλα πρόσωπα που κατείχαν τις αξίες με τα οποία τόσο αυτός όσο και οι άλλοι Ενάγοντες είχαν συμβληθεί. Ο κ. Λύτρας ισχυρίστηκε ότι οι τιμές των μετοχών στο ΧΑΚ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν «φουσκωμένες». Αυτό βεβαίως το λέει εκ των υστέρων, γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν φαίνεται να είχε περάσει από το μυαλό του κάτι τέτοιο παρόλο που ήταν άνθρωπος με γνώσεις γύρω από τα οικονομικά και λογιστικά και με εμπειρίες στις αγοραπωλησίες των χρηματιστηριακών αξιών. Ούτε βεβαίως τον προβλημάτισε τότε το γεγονός ότι ξαφνικά οι τιμές όλων των εισηγμένων στο ΧΑΚ αξιών, είχαν αυξηθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα λόγω του τεράστιου επενδυτικού ενδιαφέροντος, το οποίο βεβαίως όταν έπαυσε να υπάρχει, οδήγησε στην πτώση των τιμών. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να επενδύει καταβάλλοντας σημαντικά ποσά με πρόθεση να κερδίσει όσο το δυνατό περισσότερα χρήματα. Να σημειωθεί εδώ πως παραδέχθηκε ότι υπήρχαν κατά την επίδικη περίοδο διάφορα άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες τα οποία έλεγαν ότι οι τιμές των μετοχών στο ΧΑΚ ήταν φούσκα και εντούτοις δεν φαίνεται να τα έλαβε υπόψη αφού συνέχιζε να αγοράζει χρηματιστηριακές αξίες. Ούτε λίγο ούτε πολύ ουσιαστικά εισηγήθηκε πως η Εναγόμενη 1 και οι αξιωματούχοι αυτής, όφειλαν κατά τον ουσιώδη χρόνο να ανακοίνωναν προς το επενδυτικό κοινό ότι η μετοχή της Εναγόμενης 1 ήταν υπερτιμημένη καλώντας το να μην την αγοράσει στη συγκεκριμένη τιμή όταν όλοι αγόραζαν τη μετοχή της Εναγόμενης 1 στη συγκεκριμένη τιμή, και όταν υπήρχαν διάφορα άρθρα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του και τα οποία έλεγαν ότι οι τιμές των μετοχών ήταν εξωπραγματικές. Ορθά η κα Αθανασιάδου τον ρώτησε γιατί δεν προβληματίστηκε τη στιγμή που έβλεπε ότι μια μετοχή σήμερα αξίζει £2.- και σε έξι μήνες εκτοξεύεται στα ύψη και αξίζει £20.- και επιμένει ότι τότε δεν είχε ιδέα ότι οι τιμές ήταν φουσκωμένες. Η απάντηση του ήταν ότι τότε δεν είχε την ικανότητα να αξιολογήσει τη τιμή μιας μετοχής και πίστευε στις προοπτικές του Χρηματιστηρίου. Βρίσκω ότι ο κ. Λύτρας αντιλαμβανόταν πολύ καλά τι γινόταν τότε (να σημειωθεί ότι είναι κάτοχος πτυχίου Οικονομικών-Λογιστικών) και ορθά του υπέβαλε η κα Αθανασιάδου ότι εύκολα μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μεγάλη ζήτηση για αγορά και ο όγκος των συναλλαγών ήταν αυτά που δημιούργησαν αυτή την απότομη άνοδο στις τιμές και συνεπώς δεν ήταν θέμα αύξησης της αξίας των εταιρειών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ισχυρίστηκε ότι για να αντιληφθεί κάποιος την πραγματική αξία μιας μετοχής, πρέπει να έχει μεταπτυχιακό στα Χρηματοοικονομικά. Αυτό λέει, το αντιλήφθηκε εκ των υστέρων. Παρόλο που δεν δέχομαι τη μαρτυρία του, θα έλεγα πως αν τον ενδιέφερε η πραγματική αξία των μετοχών κατά το χρόνο που τις αγόραζε, θα μπορούσε να είχε συμβουλευθεί ειδικό, και δεν μπορεί γι' αυτή του την παράλειψη να επιρρίπτει ευθύνη στους Εναγομένους. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι από τον Αύγουστο του 1999 η μετοχή της Εναγόμενης 1 ήταν εξωπραγματική, όμως δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια πότε αυτή σταμάτησε να είναι εξωπραγματική. Παραδέχθηκε επίσης ότι ούτε και σήμερα μπορεί να πει ποια είναι η πραγματική αξία της μετοχής αφού πρέπει να μιλήσει με ειδικό για να κάνει ειδική εκτίμηση. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι παραδέχθηκε πως για τον ίδιο ήταν ξεκάθαρο ότι η πτώση της τιμής της μετοχής της Εναγόμενης 1 αρχίζει από τις αρχές Ιουλίου του 2000 και ότι αυτό τον προβλημάτισε και τον ανησύχησε. Ορθά η κα Αθανασιάδου του υπέβαλε τα ακόλουθα: «E. Kαι παρόλο που άρχισε να πέφτει η τιμή της μετοχής και παρόλο που όπως είπατε σε άλλες περιπτώσεις όταν το βλέπατε αυτό το πράγμα πωλούσατε αμέσως τις μετοχές, εδώ δεν πράξατε το ίδιο και συνεχίζατε να αγοράζετε». Η απάντηση που έδωσε ήταν ότι εντυπωσιάστηκε από την ανακοίνωση ότι θα γινόταν έκδοση μετοχών σε επενδυτές του εξωτερικού, σε θέσμιους επενδυτές στην τιμή των £2.- σε βαθμό που η εταιρεία θα διπλασίαζε το κεφάλαιο της. Η ανακοίνωση όμως αυτή δεν περιέχει οποιαδήποτε υποχρέωση εκ μέρους της εταιρείας για έκδοση τέτοιων μετοχών. Για το θέμα αυτό κάνω αναφορά πιο κάτω. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως τα όσα ανέφερε ο κ. Λύτρας συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων, οι οποίες προβλήθηκαν μετά την κατρακύλα του Χρηματιστηρίου η οποία δυστυχώς παρέσυρε και αυτόν. Στην προσπάθεια του να επανακτήσει τα χρήματα από τις εκ των υστέρων αποτυχημένες του επενδύσεις, επινόησε ο,τιδήποτε θα έδιδε πίστη στις θέσεις του ότι εξαπατήθηκε από τους Εναγομένους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων με την αγόρευση του ανέφερε επανειλημμένα ότι οι συνήγοροι των εναγομένων δεν αντεξέτασαν τον πελάτη του κ. Γ. Λύτρα επί συγκεκριμένων θεμάτων της μαρτυρίας του, στα οποία αναφέρθηκε, και συνεπώς αυτή η παράλειψη αντεξέτασης συνιστά αποδοχή των ισχυρισμών του. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο κ. Λύτρας αντεξετάστηκε και μάλιστα έντονα από την άλλη πλευρά η οποία ανάμεσα σε άλλα του υπέβαλε ότι η καταχώριση όλων των αγωγών συνιστούσε σκέψεις εκ των υστέρων σε μια προσπάθεια των εναγόντων να βρουν εξιλαστήριο θύμα για την πτώση του Χρηματιστηρίου η οποία είχε δυσμενή αντίκτυπο και πάνω στους ενάγοντες. Τώρα εάν κάποιοι ισχυρισμοί του κ. Λύτρα δεν αμφισβητήθηκαν με συγκεκριμένο τρόπο δεν σημαίνει και αποδοχή των θέσεων των Εναγόντων, ως ανέφερε ο κ. Παπαντωνίου. Εν πάση περιπτώσει στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 491 λέχθηκε στη σελίδα 496 ότι «Χρειάζεται πάντως και γενικότερα να παρατηρήσουμε πως δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για τον λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση όταν το Δικαστήριο έχει σχηματίσει δυσμενή εντύπωση γι' αυτήν.». Εδώ το Δικαστήριο έχει σχηματίσει αρνητική εντύπωση για τον κ. Λύτρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων με την αγόρευση του, η οποία καλύπτει 172 δακτυλογραφημένες σελίδες, ανέφερε , ανάμεσα σε άλλα, και τα ακόλουθα: "Eπειδή οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσουν κάποιους από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι με βάση τα όσα έχουν αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πολύ πρόσφατη απόφαση ..». Πρόκειται για την απόφαση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Στην εν λόγω υπόθεση, η οποία αφορούσε σε υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία για να υποστηρίξουν την υπεράσπιση τους, κάτι που δεν συμβαίνει εδώ και συνεπώς η πιο πάνω απόφαση δεν έχει θέση στα γεγονότα των υπό εκδίκαση αγωγών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε, με κάποια γενικότητα οφείλω να αναφέρω, ότι «επειδή σημαντικό μέρος της μαρτυρίας των Εναγομένων δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα τους, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ενδεικτικά μέρος από την πλούσια νομολογία μας για τη σχέση των δικογράφων και της μαρτυρίας, ως πιο κάτω.» (Στη συνέχεια παραθέτει σχετική Νομολογία). Δεν έχει φανεί ότι συγκεκριμένη μαρτυρία των Εναγομένων δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και ως εκ τούτου η πιο πάνω θέση είναι αβάσιμη. Οι Ενάγοντες με τα δικόγραφα τους ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι και ή ορισμένοι από αυτούς γνώριζαν και ή θα έπρεπε να γνωρίζουν για την τότε επικείμενη κατάρρευση του ΧAK. Γνώριζαν και ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τόσο μεγάλο ήταν το παραφούσκωμα του ΧΑΚ που έστω και μείωση των επιτοκίων να γινόταν η κατά την ουσιώδη περίοδο επικείμενη κατάρρευση του ΧΑΚ ήταν αναπόφευκτη. Γνώριζαν και ή έπρεπε να γνωρίζουν για την τότε επικείμενη κατάρρευση του ΧΑΚ και τον κατ' επέκταση δυσμενή επηρεασμό τόσο ποσοτικά, όσο και ποιοτικά στα κέρδη της Εναγόμενης
- Γνώριζαν και ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι με την πτώση του ΧΑΚ δεν θα υπήρχαν κέρδη από τη διαχείριση κεφαλαίων, τα οποία στην πραγματικότητα ήταν εξαρτώμενα από τις κινήσεις της χρηματιστηριακής αγοράς. Αυτές τις θέσεις προώθησε ο κ. Γιάννης Λύτρας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Για το θέμα αυτό θα αρκεστώ να παραπέμψω στα όσα ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Μ. Χριστοδούλου στις συνενωμένες αγωγές 940/02, 939/02 και 9026/02 υπό Γιάννη Λύτρα κ.ά. ν. CYVENTURE CAPITAL LTD κ.ά.. Πρόκειται για την απόφαση ημερομηνίας 31.5.11 όπου στη σελίδα 57 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "To δεύτερο παράπονο που κρίνει χρήσιμο το Δικαστήριο να σχολιάσει αφορά τον ισχυρισμό ότι η Εταιρεία γνώριζε την επερχόμενη δραματική πτώση των τιμών στο ΧΑΚ και όχι μόνο την απέκρυψε, αλλά με το Ε.Δ. προέτρεψε τους ενάγοντες να αγοράσουν και να ασκήσουν τα δικαιώματα. Πρόκειται κατά την άποψη μου για ισχυρισμό που προσδίδει μαντικές ικανότητες στους συντάκτες του Ε.Δ., χωρίς τις οποίες δεν θα είχαν τέτοια γνώση. Γιατί όμως θα έπρεπε να γνωρίζουν αυτό το πράγμα δεν το έχω αντιληφθεί και κατά την άποψη μου ο πρώτος ενάγοντας ως προσοντούχος οικονομολόγος, τραπεζίτης και μακροπρόθεσμος επενδυτής ήταν περίπου στην ίδια θέση με τους συντάκτες του Ε.Δ. να εκτιμήσει την πορεία του ΧΑΚ.» Ούτε είναι ορθή η θέση του κ. Λύτρα ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία απέκρυψε από την Ετήσια Έκθεση του 1999 ότι οι τιμές των μετοχών στο ΧΑΚ ανήλθαν σε εξωπραγματικά ψηλά επίπεδα και ότι το ΧΑΚ είχε εισέλθει εκτός ελέγχου. Τα αποσπάσματα της ανασκόπησης του Προέδρου, Εναγόμενου 2, στην Ετήσια Έκθεση δεν αποτελούν διαβεβαίωση και ή υπόσχεση. Σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν διαβεβαίωση και ή υπόσχεση προς τους επενδυτές και ειδικότερα προς τον κ. Λύτρα, ο οποίος εκ των υστέρων προσπαθεί να επιρρίψει ευθύνες επικαλούμενος ακόμη και το πιο πάνω γεγονός αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του Χρηματιστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα του Εναγόμενου 2 στα οποία έκανε αναφορά ο κ. Λύτρας. Τα εν λόγω άρθρα αναφέρονται κυρίως στα γενικότερα προβλήματα που αφορούν στη λειτουργία του ΧΑΚ. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ερμηνευθούν, όπως τα ερμήνευσε ο κ. Λύτρας, ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία γνώριζε για τις υπερφουσκωμένες τιμές στο ΧΑΚ και συνεπώς δεν έπρεπε στις οικονομικές της καταστάσεις να χρησιμοποιήσει για την αποτίμηση των τρεχουσών επενδύσεων της σε μετοχές αγοραίες τιμές, αλλά άλλες τεχνικές αποτίμησης. Ορθά η κα Αθανασιάδου του υπέβαλε πως αν κάποιος αγόραζε μετοχές τον Ιούλιο του 1999 και τις πωλούσε δύο ή τρεις μήνες μετά θα είχε τεράστιο κέρδος και συνεπώς αν άκουε τις προειδοποιήσεις που έγιναν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο με τα δημοσιεύματα του Εναγόμενου 2, θα μπορούσε και να κατηγορήσει τον Εναγόμενο 2 γιατί ουσιαστικά τον απέτρεψε από το να κάνει κέρδος αφού οι τιμές των μετοχών αυξήθηκαν. Ανακοίνωση της Εναγόμενης 1 ημερ. 25.5.00 (Τεκ.61) Ο κ. Λύτρας ισχυρίστηκε ότι παραπλανήθηκε και αγόρασε αξίες βασιζόμενος και στην πιο πάνω ανακοίνωση η οποία, ως ανέφερε, τον έκανε να πιστέψει ότι η Εταιρεία ήταν μια υποσχόμενη Εταιρεία. Το ότι ο κ. Λύτρας εμπιστευόταν την Εναγόμενη Εταιρεία και επένδυε σε αυτή είναι αδιαμφισβήτητο αφού πολύ πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω ανακοίνωσης είχε ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά στην εν λόγω Εταιρεία. Παρόλο που η μαρτυρία του, επαναλαμβάνω, έχει κριθεί αναξιόπιστη, εντούτοις η πιο πάνω ανακοίνωση σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να τον παραπλανήσει, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Αντεξεταζόμενος αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως η Ανακοίνωση δεν περιείχε δεσμεύσεις εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας. Με την εν λόγω ανακοίνωση δεν παρατίθενται αποφάσεις που εγκρίθηκαν από τη Γενική Συνέλευση της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Σε αυτή απλά αναφέρεται ότι θα τεθούν προς έγκριση αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου από τη Γενική Συνέλευση. Να σημειωθεί εδώ πως η πρώτη και η δεύτερη απόφαση εγκρίθηκαν από τη Γενική Συνέλευση και υλοποιήθηκαν (σχετικά είναι τα Τεκ.80 και 25). Το ίδιο ισχύει και για την τέταρτη απόφαση. Η τρίτη απόφαση εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση ημερ. 21.6.00 με το ψήφισμα που περιέχεται στο Τεκ.
- Προκύπτει από το πιο πάνω ψήφισμα πως οι μετοχές θα εκδίδονταν εφόσον υπήρχαν επενδυτές του εξωτερικού, θεσμικοί επενδυτές και πελάτες του συγκροτήματος που θα έδειχναν ενδιαφέρον για να τις αγοράσουν και εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον αυτής. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η απόφαση για έκδοση των μετοχών υλοποιήθηκε σε μικρό μέρος με την έκδοση στην Αθηνά Επενδυτική Λτδ 2.500.000 μετοχών οι οποίες δόθηκαν ως αντιπαροχή απόκτησης ποσοστού στην εν λόγω Εταιρεία (Τεκ.27). Δεν κατέστη δυνατό να εξευρεθούν επενδυτές που να ενδιαφέροντο να επενδύσουν στην Εναγόμενη 1, όμως δεν μπορεί να επιρρίπτεται οποιαδήποτε ευθύνη σε αυτή. Κατ' επέκταση στερούνται σοβαρότητας οι ισχυρισμοί του κ. Λύτρα ότι η εν λόγω ανακοίνωση τον παραπλάνησε «ως προς την πραγματική αξία της μετοχής της και την έκταση του ενδιαφέροντος για την τιμή των ΛΚ2.». Σε κάποιο μέρος της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε πως δεν έπρεπε να γίνει ανακοίνωση για 17.500 εκατομμύρια μετοχές, αλλά για 2.500 εκατομμύρια και ότι σε τέτοια περίπτωση θα ήταν διαφορετικό το ενδιαφέρον του. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν αφορά την Εναγόμενη Εταιρεία αλλά τη μανία με την οποία ο ίδιος αγόραζε μετοχές. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε πως το παράπονο του σε σχέση με την πιο πάνω Ανακοίνωση ήταν ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν ενημέρωσε το επενδυτικό κοινό για τη μη υλοποίηση των όσων περιέχονται σε αυτή, η οποία από μόνη της, επαναλαμβάνω, δεν είχε κάτι δεσμευτικό για την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Η μαρτυρία του πότε άρχισε να ανησυχεί από το γεγονός ότι τα 15 εκατομμύρια μετοχών δεν είχαν εκδοθεί, ήταν εσκεμμένα γενική και αόριστη. Την παραθέτω: «Ε. Πότε ανησυχήσετε; A. Mετά το Νοέμβριο του 2000 και ειδικά περί τα μέσα του 2001 ή αρχές του 2001, δεν θυμούμαι συγκεκριμένη ημερομηνία να σας πω.». Εν πάση περιπτώσει ενώ ανησυχούσε, ως ισχυρίστηκε, συνέχιζε να αγοράζει μετοχές της Εναγόμενης Εταιρείας. Βρίσκω πως ο κ. Λύτρας είχε αντιληφθεί πολύ καλά το περιεχόμενο της Ανακοίνωσης ευθύς εξ αρχής, όμως στην προσπάθεια του να γίνει εύκολα και σύντομα πλουσιότερος έσπευσε να αγοράσει χρηματιστηριακές αξίες της Εναγόμενης
- Γι' αυτή του όμως την επιλογή, η οποία εκ των υστέρων φάνηκε να είναι αποτυχημένη, δεν μπορεί να επιρρίπτει ευθύνες στους Εναγομένους και μάλιστα με αφορμή την πιο πάνω Ανακοίνωση. Πότε σταμάτησε ο κ. Λύτρας να αγοράζει μετοχές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας: Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως όταν ήλθε σε γνώση του το Τεκμήριο 14 (Ετήσια Έκθεση του 2000) περί τα τέλη Μαϊου του 2001, σταμάτησε να αγοράζει μετοχές της Εναγόμενης 1 και ότι μετά τα τέλη Μαϊου δεν έκανε άλλες αγορές. Αμέσως η κα Αθανασιάδου τον παρέπεμψε στο Τεκμήριο 31 από το οποίο φαίνεται πως στις 27.9.2001 έγιναν αγορές 2.000 μετοχών της Εναγόμενης
- Τότε ο κ. Λύτρας προσπάθησε για άλλη μια φορά να καλύψει τα κενά. Παραθέτω αυτολεξεί τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις που ακολούθησαν: «E. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 31 φαίνονται αγορές 2.000 μετοχών της Εναγόμενης 1 στις 27.9.
- Α. Να σας απαντήσω. Υπήρχαν κάποιες μετοχές που είτε αγοράστηκαν μέσω της συμφωνίας διαχείρισης είτε μέσω των πληρεξουσίων που είχα στο Χρηματιστή. Κάποιες μεμονωμένες αγορές. Ε. Είπετε στη προηγούμενη δικάσιμο ότι σε όλα τα Επενδυτικά Σχέδια που είχατε, τις αποφάσεις επενδύσεων τις είχατε εσείς και όχι ο Χρηματιστής σας .. Α. Υπήρχαν περιπτώσεις που μπορεί να αγόραζε ο Χρηματιστής μόνος του είτε κατά λάθος, κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις με βάση το πληρεξούσιο που του είχα δώσει. Δικαστήριο προς μάρτυρα: E. 27.9.2001 τι έγινε; Aυτό είναι που θέλει η κα Αθανασιάδου. Α. Είναι μέσω του Επενδυτικού Σχεδίου Universal Financial Services .. Εκεί ο Χρηματιστής, γι' αυτό δεν το έγραψα στις επίδικες συναλλαγές. Δηλαδή το πρωί μπορεί να του έλεγα αγόρασε κάτι έτσι για μικρά ποσά. Αντεξέταση συνεχίζεται: E. Σας υποβάλλω ότι λέτε ψέματα επειδή στην προηγούμενη δικάσιμο μας είπατε ότι όλες τις επενδυτικές αποφάσεις τις επαίρνατε εσείς και όχι ο Χρηματιστής σας αναφορικά με όλα τα Επενδυτικά Σχέδια που είχατε. Α. Όλες τις επενδυτικές αποφάσεις για τις επίδικες συναλλαγές σίγουρα τις έλαβα εγώ. Υπήρχαν όμως μεμονωμένες περιπτώσεις για μικρά ποσά που έλεγα στο Χρηματιστή κάνε κάτι όπως νομίζεις εσύ σήμερα, μικρά ποσά και όχι μόνο σε αυτή την περίπτωση και σε άλλες περιπτώσεις άλλων εταιρειών, μικρά ποσά. ... Εκείνη η μεμονωμένη αγορά ήταν κάτι ξεχωριστό όπως ήδη έχω απαντήσει. Συνέβαιναν και λάθη και πιο συγκεκριμένα αυτή η συναλλαγή είναι για £400 περίπου.» Να υπενθυμίσω εδώ πως προηγουμένως όταν είχε ερωτηθεί αν τον συμβούλευε κάποιος για τις αγοραπωλησίες ή έπαιρνε αποφάσεις μόνος του, είχε αναφέρει ότι μιλούσε με τους Χρηματιστές στους οποίους έδιδε τις εντολές αλλά ο ίδιος αποφάσιζε, και ότι ποτέ δεν στηριζόταν σε παπαγαλάκια και κουβέντες του αέρα. Πώληση μετοχών από Εναγομένους Ο κ. Λύτρας σχολιάζει και το γεγονός ότι αρκετοί από τους Εναγόμενους άρχισαν να πωλούν μετοχές που κατείχαν στην Εναγόμενη
- Δεν υπάρχει όμως τίποτε που να απαγορεύει κάτι τέτοιο. Η μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου επιβάλλει υποχρέωση στην Εταιρεία να ανακοινώνει συναλλαγές με τα συνδεδεμένα της πρόσωπα εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις του Νόμου. Ανταλλαγή μετοχών της Εναγόμενης 1 και της White Knight Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα O κ. Γιάννης Λύτρας στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τις εκ των υστέρων αποτυχημένες αποφάσεις του γύρω από τις αγοραπωλησίες αξιών της Εναγόμενης 1, έκανε αναφορά και στο πιο πάνω θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο καθορισμός της τιμής της μετοχής της Εναγόμενης 1 υπολογίστηκε στην τιμή που η μετοχή διαπραγματευόταν στο ΧΑΚ κατά τον επίδικο χρόνο. To άρθρο 81 του ΔΛΠ32 προβλέπει πως «Όταν ένα χρηματοοικονομικό μέσο εμπορεύεται σε ενεργητική και εύρωστη αγορά, η αγοραία τιμή του παρέχει την καλύτερη μαρτυρία για δίκαιη αξία. Η κατάλληλη αγοραία τιμή ενός υπάρχοντος περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης που θα εκδοθεί είναι συνήθως η τρέχουσα τιμή αγοράς και για περιουσιακό στοιχείο που θα αγοραστεί ή υπάρχουσα υποχρέωση, είναι η τρέχουσα τιμή πώλησης. .». Το άρθρο 82 του ΔΛΠ32 προβλέπει πως: «Όταν υπάρχει μη τακτική δραστηριότητα στην αγορά, η αγορά δεν είναι καλώς καθιερωμένη . οι αναφερόμενες αγοραίες αξίες δεν μπορούν να είναι ενδεικτικές της δίκαιης αξίας του χρηματοοικονομικού μέσου. Σε αυτές τις περιπτώσεις . τεχνικές υπολογισμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της δίκαιης αξίας .». Η αξιόπιστη μαρτυρία του κ. Λάρκου κατέδειξε ότι κατά το χρόνο που έγινε η επίδικη ανταλλαγή, στο ΧΑΚ υπήρχαν ψηλοί όγκοι συναλλαγών και ρευστή και αξιόπιστη αγορά. Κατ' επέκταση, είχε εφαρμογή το άρθρο 81 του ΔΛΠ32 σύμφωνα με το οποίο όπου ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο διατίθεται σε μια ενεργό και ρευστή αγορά, η αγοραία τιμή αποτελεί την καλύτερη εκτίμηση της δίκαιης αξίας. Συνεπώς δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 82 όπως εισηγήθηκε ο κ. Λύτρας. Εν πάση περιπτώσει η κατ' ισχυρισμό παράνομη συναλλαγή (σύμφωνα με τον κ. Λύτρα αν γινόταν ανεξάρτητη εκτίμηση για τον καθορισμό της δίκαιης αξίας της μετοχής της Εναγόμενης 1 αυτή θα ήταν πολύ πιο χαμηλή από τις ΛΚ20.- δεν διευκρινίζει βεβαίως ποια ακριβώς θα ήταν αυτή) ήταν εν τέλει επωφελής για την Εναγόμενη 1, μετοχές της οποίας ο κ. Λύτρας και οι άλλοι Ενάγοντες αγόρασαν. Αυτό το παραδέχθηκε και ο κ. Λύτρας στην αντεξέταση του. Με βρίσκουν σύμφωνο τα όσα ανέφερε ο κ. Λάρκος στην κυρίως εξέταση του γύρω από το πιο πάνω θέμα και τα παραθέτω αυτολεξεί: "Ειλικρινά αδυνατώ να αντιληφθώ το σκεπτικό του Ενάγοντα όπως αυτό έχει αναπτυχθεί στις σελίδες 19, 20 και 21 της γραπτής του κατάθεσης. Ο Ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αγωγή γιατί ως ισχυρίζεται σε επίσημα έγγραφα υπήρχαν εσφαλμένα και/ή παράνομα στοιχεία τα οποία τον παραπλάνησαν να αγοράσει μετοχές στην Εναγόμενη 1 τις οποίες διαφορετικά δεν θα αγόραζε. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τον Ενάγοντα έγινε μια συναλλαγή εις βάρος του αντισυμβαλλομένου και προς όφελος της Εναγομένης 1 (και άρα προς όφελος των μετόχων της (και άρα και προς όφελος του Ενάγοντα) και προς όφελος όσων ήθελαν να επενδύσουν στην Εναγομένη 1) αλλά το σωστό θα ήταν η συναλλαγή να γίνετο όχι προς όφελος της Εναγομένης 1!!!! Και επειδή το σωστό θα ήταν η συναλλαγή να γινόταν με λιγότερο ευνοϊκούς για την Εναγομένη 1 όρους, αυτός παραπλανήθηκε! Δηλαδή ο Ενάγοντας προσπαθεί να πείσει το Δικαστήριο ότι αν η συναλλαγή γινόταν με πιο επαχθείς για την Εναγομένη 1 όρους, αλλά με «δίκαιες τιμές» (όπως φυσικά αυτός ερμηνεύει τον όρο αυτό) αυτός δεν θα παραπλανείτο και δεν θα είχε παράπονο;» Όλοι οι μάρτυρες που κλήθηκαν εκ μέρους των Εναγομένων, μου έκαναν καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Βεβαίως ο βασικός μάρτυρας τους, ήταν ο κ. Φ. Λάρκος, ο οποίος ανάμεσα σε άλλα κατέχει τους τίτλους του Chartered Accountant και Certified Accountant. To 1988 ίδρυσε τη Share Link Stockbrokers & Investment Consultants μαζί με τον Εναγόμενο
- Ειδικεύεται στον τομέα του Investment Banking, Corporate Finance and Asset/Risk Management. Στις 25.4.00 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Sharelink Securities and Financial Services Ltd (πρώην Sharelink Securities Ltd). Στις 5.1.99 διορίστηκε και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της White Knight Holdings Ltd. Ο κ. Λάρκος δεν δίστασε να αναφέρει και μάλιστα στην κυρίως εξέταση του ότι αυτό που οδήγησε στις αυξήσεις των τιμών των μετοχών όλων των εισηγμένων μετοχών κατά τον επίδικο χρόνο ήταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, το τρελό επενδυτικό ενδιαφέρον που υπήρχε τότε. Για να συνεχίσει ως εξής, «Ναι μεν οι τιμές όλων των εισηγμένων μετοχών ήταν υπερτιμημένες, ναι μεν υπήρξαν εταιρείες που δεν άξιζαν και προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν την τότε ροή των τιμών στο ΧΑΚ και την απουσία της σωστής θεσμικής υποδομής, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν εταιρείες όπως π.χ. η Εναγομένη, οι Τράπεζες, αλλά και αρκετές άλλες εταιρείες οι οποίες είχαν πράγματι αξία, είχαν υποδομή, ήταν σωστά στελεχωμένες και είχαν ιδιαίτερες επιχειρησιακές δυνατότητες. Το ότι οι τιμές όλων των εισηγμένων μετοχών είχαν πτώση από το Γεννάρη του 2000, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι εταιρείες αυτές ήταν φούσκες .... Και φυσικά δεν θα πρέπει να παραλειφθεί να αναφερθεί ότι ένας λόγος της πτώσης αυτής ήταν και το ότι αυτή η παράλογη φρενίτιδα των επενδυτών που ήθελαν να γίνουν πλούσιοι από τη μια μέρα στην άλλη, δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα, όχι φυσικά γιατί ο κόσμος αυτός σταμάτησε να θέλει να γίνει εκατομμυριούχος ...». Η πιο πάνω μαρτυρία του, καθώς και η υπόλοιπη που έδωσε, γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.2 κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου, η μαρτυρία του οποίου ουσιαστικά περιστράφηκε γύρω από την κατάθεση και εξήγηση του εγγράφου που ο ίδιος ετοίμασε (Τεκ.90), μου έκανε καλή εντύπωση και τον δέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός ορθά δεν αμφισβητήθηκε. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Υ.3 κ. Παναγιώτης Πελετιέ, ο οποίος κατάθεσε ως πραγματογνώμονας και για τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και την εφαρμογή τους. Ο κ. Παπαντωνίου στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι αυτός δεν είναι εμπειρογνώμονας χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητεί τα προσόντα του. Αδυνατώ να αντιληφθώ αυτή την εισήγηση. Η δε Νομολογία στην οποία παρέπεμψε δεν υποστηρίζει την εισήγηση του. Ούτε με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ότι η μαρτυρία του είναι μηδενικής αξίας επειδή ήταν και είναι ελεγκτής εταιρειών του Ομίλου της Εναγόμενης 1 και εδώ και λίγο καιρό και ελεγκτής της Εναγόμενης
- Η ιδιότητα του αυτή από μόνη της δεν τον καθιστά αναξιόπιστο μάρτυρα ούτε τον εμποδίζει να καταθέσει ως μάρτυρας σε Δικαστήριο, όπως περίπου εισηγήθηκε ο κ. Παπαντωνίου. Παρακολούθησα τον μάρτυρα αυτό με ιδιαίτερη προσοχή χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω και τη σχέση του με την Εναγόμενη
- Επαναλαμβάνω, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι Ενάγοντες αποφάσισαν να αγοράσουν τις επίδικες χρηματιστηριακές αξίες, η ουσιώδης μαρτυρία προέρχεται από τον κ. Γιάννη Λύτρα, ο οποίος έχει κριθεί από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστος μάρτυρας. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Αντώνης Σάββα ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Πολ. Έφεση 17/08, ημερ. 24.3.
- Στη σελίδα 8 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: « Eνόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε που να μας επιτρέπει να επέμβουμε στο εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων ήταν αναξιόπιστος και κατ' επέκταση ότι απέτυχε να δείξει ότι οι εφεσίβλητοι ευθύνονταν για το ατύχημα. Είναι γεγονός ότι άλλη μαρτυρία για τον τρόπο που έγινε το ατύχημα δεν υπήρχε, αλλά από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστο τον εφεσείοντα, ήταν ορθή και η κατάληξη του ότι δεν είχε πεισθεί ότι το ατύχημα έγινε σε συνθήκες που είχαν ευθύνη οι εφεσίβλητοι.» Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται γύρω από τις περιστάσεις αγοράς των χρηματιστηριακών αξιών αφού ο κ. Λύτρας έχει κριθεί αναξιόπιστος μάρτυρας, δεν χρειάζεται να σχολιάσω άλλους ισχυρισμούς τους. Παρόμοια προσέγγιση έγινε και στην υπόθεση CYVENTURE CAPITAL LTD (πιο πάνω), όπου στις σελίδες 57, 58 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Όπως γίνεται αντιληπτό η απόρριψη της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα και η αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 προδιαγράφει και την τύχη των αγωγών. Και αυτό χωρίς να απαιτείται η ενασχόληση με τις πρόνοιες των άρθρων 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα οποία θέτουν το νομικό πλαίσιο για στοιχειοθέτηση απάτης, δόλου ή ψευδών παραστάσεων, αφού οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των όσων καταλόγισαν στους εναγόμενους.» Ο κ. Παπαντωνίου στο στάδιο των αγορεύσεων έκανε αναφορά στην υπόθεση Ανδρέας Λοϊζου κ.ά. ν. Ανδρέα Πατσαλίδη Πολ. Έφεση 87/09, απόφαση ημερ. 26.6.
- Στην εν λόγω υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστο μάρτυρα τον Ενάγοντα και τους μάρτυρες που κάλεσε. Η προσπάθεια των Εναγομένων στο Εφετείο να ανατρέψουν αυτή την κρίση, απέτυχε. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα βρήκε ότι οι παραστάσεις που τον ώθησαν στην απόφαση να αγοράσει το επίδικο ομόλογο, ήταν η διαβεβαίωση ότι η ιδιοκτήτρια χρειαζόταν χρήματα και δεν μπορούσε να περιμένει την ένταξη της Εταιρείας στο Χρηματιστήριο, πληροφορία η οποία δεν ήταν ακριβής αφού ο πραγματικός ιδιοκτήτης του ομολόγου δεν ήταν η Εναγόμενη 5 αλλά ο Εναγόμενος
- Βρήκε επίσης ότι οι δηλώσεις αυτές επηρέασαν τον Ενάγοντα αφού αυτός απέδιδε σημασία στον πραγματικό ιδιοκτήτη του ομολόγου. Εν κατακλείδι ήταν η εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι απέκρυψαν από τον Ενάγοντα-Εφεσίβλητο τον πραγματικό ιδιοκτήτη του ομολόγου, πληροφορία η οποία σίγουρα θα τον επηρέαζε. Εδώ το Δικαστήριο έχει απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του κ. Γιάννη Λύτρα γύρω από τις περιστάσεις που τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι Ενάγοντες αγόρασαν τις επίδικες χρηματιστηριακές αξίες, οι οποίες, επαναλαμβάνω, αγοράστηκαν από άλλα πρόσωπα και όχι από τους Εναγομένους. Στις υπό εκδίκαση υποθέσεις, ουδέποτε οι Εναγόμενοι είχαν προτρέψει τους Ενάγοντες και ειδικότερα τον κ. Γιάννη Λύτρα να αγοράσει ή πωλήσει χρηματιστηριακές αξίες της Εναγόμενης 1 Εταιρείας από τρίτα πρόσωπα. Ο κ. Γιάννης Λύτρας ήταν αυτός που αποφάσιζε πότε θα αγόραζε και πότε θα πωλούσε τις χρηματιστηριακές αξίες. Ισχυρίστηκε βεβαίως ότι αγόρασε αυτές έχοντας κατά νου τα διάφορα έγγραφα και το περιεχόμενο αυτών, για τα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Η μαρτυρία του όμως αυτή έχει απορριφθεί. Ως ελέχθη, οι Ενάγοντες μετά την απόρριψη της μαρτυρίας του κ. Λύτρα απέτυχαν να αποδείξουν τα όσα καταλογίζουν στους Εναγομένους. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμη αποδείκνυαν ότι οι Εναγόμενοι είχαν παραβιάσει τα θεσμοθετημένα καθήκοντα τους και όλα τα άλλα που τους καταλογίζουν, δεν έχουν αποδείξει ότι οι κατ' ισχυρισμό ζημιές προκλήθηκαν από αυτή την παράβαση. Τουναντίον η αξιόπιστη μαρτυρία των Εναγομένων, κατέδειξε ότι οι ζημιές από τις αγοραπωλησίες των επίδικων χρηματιστηριακών αξιών οφείλονται στη γενικότερη πτώση των τιμών, όλων των χρηματιστηριακών αξιών και στο χρόνο που οι Ενάγοντες αποφάσισαν να πωλήσουν τις επίδικες χρηματιστηριακές αξίες. Σε σχέση με το τελευταίο αυτό θέμα, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην αξιόπιστη μαρτυρία του κ. Λάρκου, από την οποία προκύπτει πως αν οι Ενάγοντες πωλούσαν τις μετοχές τους ενωρίτερα, θα είχαν, ανάλογα με το χρόνο πώλησης, κέρδος ή λιγότερη ζημιά ή καθόλου ζημιά (σχετικό είναι το Τεκ.26). Κατέδειξε επίσης πως η πορεία της μετοχής της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, κατά το χρόνο που οι Ενάγοντες αποφάσισαν να πωλήσουν τις επίδικες χρηματιστηριακές αξίες, ήταν παράλληλη με την πορεία του Γενικού Δείκτη Μετοχών του ΧΑΚ η οποία κατά την επίδικη περίοδο ήταν πτωτική. Με άλλα λόγια, δεν ήταν μόνο οι επίδικες χρηματιστηριακές αξίες που είχαν μειωμένες τιμές, αλλά και άλλες άλλων εταιρειών. Είναι ορθή η θέση της κας Αθανασιάδου ότι οι Ενάγοντες δεν έδωσαν καμία εξήγηση γιατί αποφάσισαν να πωλήσουν τις επίδικες μετοχές κατά το χρόνο που τις πώλησαν και όχι προηγουμένως. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ποια ήταν η πραγματική αξία των χρηματιστηριακών αξιών κατά τον χρόνο που αυτοί τις αγόραζαν από τρίτα πρόσωπα. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι αξίες κατά το χρόνο που τις αγόραζαν είχαν κάποια τιμή. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αναφέρουν ή να προσκομίσουν άλλη μαρτυρία σε σχέση με την πραγματική αξία των χρηματιστηριακών αξιών (όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται) κατά το χρόνο που αυτοί τις αποκτούσαν από τρίτα πρόσωπα. Αρκέστηκαν να αναφέρουν ότι έχουν υποστεί ζημιές και τις ζημιές αυτές τις υπολογίζουν στη βάση των τιμών των αξιών που οι ίδιοι αποφάσισαν να πωλήσουν σε χρόνο που και πάλι οι ίδιοι επέλεξαν. Σε σχέση με τον υπολογισμό των ζημιών έχω θέσει ενώπιον μου και τα όσα ανέφερε ο κ. Παπαντωνίου στην αγόρευση του με αναφορά σε Νομολογία. Στο σύγγραμμα «The Digest» 3rd Reissue, 10
(1), σελ. 289, με αναφορά στην υπόθεση Pοtts v. Miller
(1940)64 CLR 282 στην οποία παρέπεμψε ο κ. Παπαντωνίου αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «Difference between price paid for shares - And real value at date of allotment» τα ακόλουθα: "The measure of damage in a case in which a person is induced by fraud to take up shares in a company is the difference between the amount he paid for the shares and the real value of the shares at the time of allotment, and not at any subsequent period, although subsequent events may throw light on the value at the time of allotment." (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Στο ίδιο σύγγραμμα κάτω από τον τίτλο «Difference between price paid for shares - And real value at date of purchase" αναφέροντα τα ακόλουθα: "In an action for deceit against the directors of a company by a person who has been induced to take shares by a misrepresentation contained in the prospectus, the measure of damages is the difference between the price paid for the shares and their real value at the date of the purchase, but the real value is not necessarily the price for which the shares would sell on the market; it may be ascertained by the light of subsequent events showing that the company was originally worthless". (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Mε άλλα λόγια σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι κάποιος εξαπατάθηκε και αγόρασε μετοχές μιας Εταιρείας, η ζημιά συνίσταται στη διαφορά του ποσού που κατέβαλε για τις μετοχές και της πραγματικής αξίας των μετοχών κατά την ημερομηνία της αγοράς τους. Να σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες ουδεμία αναφορά κάνουν γύρω από αυτό το θέμα στα δικόγραφα τους, ούτε βεβαίως η προσαχθείσα μαρτυρία έχει στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση. Οι Ενάγοντες ουσιαστικά θεωρούν πως είχαν δικαίωμα να πωλήσουν οποτεδήποτε τις μετοχές τους και να αξιώσουν τη διαφορά της τιμής των μετοχών κατά το χρόνο πώλησης τους. Ούτε από μόνο του το γεγονός ότι τις πώλησαν σε μεταγενέστερο στάδιο σε χαμηλότερη τιμή μπορεί να βοηθήσει εδώ στο να διαπιστωθεί η πραγματική αξία των μετοχών, όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται, κατά το χρόνο αγοράς τους, όταν μάλιστα είναι αδιαμφισβήτητο ότι σε προγενέστερο χρόνο οι μετοχές είχαν μεγαλύτερη αξία από αυτή που είχαν κατά το χρόνο που οι Ενάγοντες αποφάσισαν να τις πωλήσουν. Στη Χ"Ζαχαρία κ.ά. ν. L.K. Globalsoft Com Ltd
(2010)1 (B) A.A.Δ. 1225, οι Εφεσείοντες απέκτησαν από την Εφεσίβλητη Εταιρεία μετοχές δυνάμει συμφωνίας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι η Εταιρεία διέρρηξε τη συμφωνία. Σε σχέση με τη βάση καθορισμού της αξίας των μετοχών στην ελεύθερη αγορά, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα όσα λέχθηκαν στις σελίδες 1236-1237: " Οι εφεσείοντες με τη διαπίστωση της διάρρηξης είχαν δικαίωμα είτε να συνεχίσουν τη συμφωνία είτε να την τερματίσουν και εφόσον θεωρούσαν ότι αυτοί ήταν το αναίτιο μέρος, είχαν ταυτόχρονα και την υποχρέωση να ενεργήσουν δεόντως ώστε να μειώσουν τη ζημιάς τους. Προφανώς οι εφεσείοντες αδράνησαν, αφήνοντας να περάσει μεγάλο και άγονο χρονικό διάστημα μετά τις 15.12.2000 και ιδιαίτερα μετά τις 5.8.2001 που οι μετοχές μετατράπηκαν σε συνήθεις. Οι εφεσείοντες είχαν υποχρέωση υπό τις περιστάσεις να πωλήσουν τις συνήθεις μετοχές στην καλύτερη δυνατή τιμή οπότε σε τέτοια περίπτωση η ζημιά θα ήταν αποκρυσταλλωμένη, γεγονός το οποίο θα διευκόλυνε τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Αυτό που ουσιαστικά έπραξαν οι εφεσείοντες ήταν να κρατήσουν τις μετοχές για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, πέντε και πλέον χρόνια, αφότου επήλθε η διάρρηξη χωρίς ποτέ να αποκηρύξουν ή να τερματίσουν τη συμφωνία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επισημαίνει ότι η αξία £5,31 ανά μετοχή δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για καθορισμό οποιασδήποτε υποτιθέμενης ζημιάς των εφεσειόντων αφού στο Χ.Α.Κ. ήταν τότε εισηγμένες μόνο το 25% των ειδικών μετατρέψιμων μετοχών οι οποίες είχαν προηγουμένως μετατραπεί σε συνήθεις. Η υποτιθέμενη εισαγωγή του υπολοίπου 75% δηλαδή 21.403.200 μετοχών αναμφιβόλως θα επηρέαζε αρνητικά την τιμή. Η όποια προσπάθεια τεκμηρίωσης της πραγματικής τιμής θα ήταν αυθαίρετη αφού όλα τα στοιχεία θα βρίσκονταν στη σφαίρα της υποθετικής διαπραγμάτευσης των τιμών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Εδώ οι Ενάγοντες πώλησαν τις χρηματιστηριακές αξίες σε χρόνο που οι ίδιοι επέλεξαν και σε καμία περίπτωση αυτή η επιλογή τους δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για καθορισμό οποιασδήποτε κατ' ισχυρισμό ζημιάς τους για την οποία επιρρίπτουν ευθύνη στους Εναγομένους. Συμπέρασμα: Η απόρριψη της μαρτυρίας του κ. Γιάννη Λύτρα και η αποδοχή της μαρτυρίας του κ. Λάρκου, ως επίσης και της μαρτυρίας που προσκομίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων, προδιαγράφει την τύχη των συνενωμένων αγωγών, οι οποίες θα πρέπει να απορριφθούν αφού οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν αυτά τα οποία καταλογίζουν στους Εναγομένους. Με άλλα λόγια, δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι πριν καταλήξουν στην απόφαση να αγοράσουν τις επίδικες χρηματιστηριακές αξίες, βασίστηκαν πάνω σε ψευδείς παραστάσεις, βεβαιώσεις, παραπλανητικά δεδομένα - στοιχεία, κ.λ.π., όπως αυτά περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, και ότι με τη μεταγενέστερη πώληση των χρηματιστηριακών αξιών έχουν υποστεί ζημιές για τις οποίες ευθύνονται οι Εναγόμενοι. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των τεσσάρων αγωγών οι οποίες απορρίπτονται. Οι Ενάγοντες καταδικάζονται στα έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ (Civil/Other Actions/Final) (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Χρηματιστήριο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο