← Κύπρος

GAP AKIS EXPRESS ν. KRONOS EXPRESS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1708/13, 14/5/2013

GAP AKIS EXPRESS ν. KRONOS EXPRESS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1708/13, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1708/13 Μεταξύ: G.A.P. AKIS EXPRESS Εναγόντων -και-

  1. KRONOS EXPRESS LTD και άλλων ως ο συνημμένος πίνακας στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής Εναγομένων ------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 6.3.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Μαΐου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Π. Χριστοδουλίδης Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Αρ. Βρυωνίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται, αφορά απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω οικονομικών ζημιών των εναγόντων, συνεπεία του παράνομου τρόπου λειτουργίας των εναγομένων 1 σε σχέση με την διεξαγωγή της επιχείρησης τους για παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών ή και υπηρεσιών ταχυμεταφορών ή και παραλαβή ή και μεταφορά ή και παράδοση δεμάτων ή και φακέλων ή και οποιωνδήποτε αντικειμένων αλληλογραφίας σε σύμπραξη με τους λοιπούς εναγόμενους, μέσω περιπτέρων ή άλλων απαγορευμένων από το νόμο εγκαταστάσεων, ενόσω ζητούνται διατάγματα με τα οποία αφενός να διατάσσονται οι εναγόμενοι, ή και μέσω των διευθυντών, υπαλλήλων τους και οποιωνδήποτε άλλων, να παύσουν και αφετέρου να απαγορεύεται σ' αυτούς να προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες μέσω περιπτέρων ή άλλων απαγορευμένων από το νόμο εγκαταστάσεων. Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων στις 6.3.2013 παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, με το οποίο διατάσσονται αφενός οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση 1, ή και μέσω των διευθυντών, υπαλλήλων τους και οποιωνδήποτε άλλων, να παύσουν την παροχή των προαναφερθεισών υπηρεσιών και τους απαγορεύεται να διεξάγουν τις υπηρεσίες αυτές μέσω περιπτέρων ή και καταστημάτων διαρκούς εξυπηρέτησης και αφετέρου οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση 2 μέχρι και 19, ή και μέσω των διευθυντών, υπαλλήλων τους και οποιωνδήποτε άλλων, να παύσουν να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες μέσω περιπτέρων ή και των προαναφερθέντων καταστημάτων. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 13.3.2013, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας, αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 12.3.
  2. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Παρεμβάλλεται σε αυτό το σημείο ότι με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.2013, απορρίφθηκε αίτηση των αιτητών-εναγόντων ημερομηνίας 19.3.2013 για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων εκ μέρους των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν η Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 21 και 26 του περί Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμου (Ν. 155/2006), καθώς και το άρθρο 6 της σχετικής ΚΔΠ 440/06, ο περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος (Ν. 112/2004), το άρθρο 3 του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 (Ν. 13(Ι)/2008), οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο Γιώργος Χριστοφίδης, γενικός διευθυντής των εναγόντων, με καθήκοντα διοικητικά και όσα σχετίζονται με τη διαχείριση και λειτουργία της εταιρείας, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αναφέροντας γεγονότα που γνωρίζει τόσο συνεπεία της προσωπικής του εμπλοκής στην υπόθεση αλλά και από πληροφορίες που συνέλεξε σχετικά και έχοντας τη νομική συμβουλή του δικηγόρου των εναγόντων. Οι ενάγοντες ως εταιρεία ταχυμεταφορών, προσφέρουν υπηρεσίες περισυλλογής, διαλογής, μεταφοράς και διανομής αντικειμένων αλληλογραφίας εσωτερικού, ενόσω οι εναγόμενοι 1 προσφέρουν παρόμοιες υπηρεσίες. Οι εναγόμενοι 2-7 και 9-19 είναι ιδιωτικές εταιρείες, ενόσω οι εναγόμενοι 8 είναι συνεταιρισμός, όλοι δε ασχολούνται με επιχειρήσεις περιπτέρων. Επεξηγώντας τον τρόπο λειτουργίας των εναγόντων αναφορικά με την εκτέλεση των υπηρεσιών ταχυμεταφορών, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τέτοιες εταιρείες λειτουργούν με βάση τον περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμο (Ν. 112(Ι)/2004), δυνάμει του οποίου δημιουργήθηκε ο θεσμός του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, από τον οποίο παραχωρήθηκε άδεια για παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών τόσο στους ενάγοντες (Τεκμήριο 1) όσο και στους εναγόμενους 1 (Τεκμήριο 2). Οι ενάγοντες διαθέτουν σε όλη την Κύπρο 25 γραφεία καθώς και 100 οχήματα και 130 άτομα ως προσωπικό για την εξυπηρέτηση του κοινού, έχοντας επενδύσει περί τα €5.000.000 για τη δημιουργία αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ταχυμεταφορών, με λειτουργικά έξοδα που ξεπερνούν το ποσό των €3.500.000 ετησίως. Το ποσοστό κέρδους σε τέτοιες εταιρείες είναι πολύ χαμηλό και η βιωσιμότητα τους εξαιρετικά δύσκολη γι' αυτό και απαιτείται υγιής ανταγωνισμός μεταξύ τους. Με αναφορά στο ότι οι διαφορές μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 προέκυψαν συνεπεία του παράνομου τρόπου λειτουργίας των τελευταίων, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι περί τις 17.2.2013 σε συνέντευξη του γενικού διευθυντή των εναγομένων 1 τόσο στα έντυπα όσο και στα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης (Τεκμήριο 3), διαφημίζεται η προσφορά νέας υπηρεσίας μέσω περιπτέρων, τα οποία αποτελούν καταστήματα διαρκούς εξυπηρέτησης, παγκύπρια, καθημερινά, κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 24ωρου και για 365 μέρες τον χρόνο (βλ. και Τεκμήριο 4). Με βάση τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των περιπτέρων, αυτά ως ειδικά καταστήματα έχουν άδεια 24ωρης λειτουργίας αλλά και αυστηρούς περιορισμούς στο είδος των προϊόντων και υπηρεσιών που δικαιούνται να παρέχουν. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του περί Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμου (Ν. 155/2006), τα προϊόντα που διατίθενται προς πώληση και οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα ειδικά καταστήματα καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται από τον Υπουργό. Δυνάμει του εν ισχύ υπό αναφορά διατάγματος (ΚΔΠ 440/2006 - Τεκμήριο 5) και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 6 αυτού, η προσφορά υπηρεσιών ταχυμεταφορών ή οποιασδήποτε ταχυδρομικής υπηρεσίας δεν περιλαμβάνεται και συνεπώς είναι παράνομη. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι 1 χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους προσφοράς της υπηρεσίας τους και ως εκ τούτου δεν ανταγωνίζονται με νόμιμο τρόπο τους ενάγοντες, οι τελευταίοι υπέβαλαν μέσω του δικηγόρου τους παράπονα στις αρμόδιες αρχές του κράτους, με επιστολές τους ημερομηνίας 5.2.2013 και 19.2.2013 (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα). Οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν περί τις 21.2.2013 από τις αρμόδιες αρχές, που προέβησαν σε έρευνα επί του θέματος, ότι όντως το σχετικό διάταγμα που αφορά τα περίπτερα και τα καταστήματα διαρκούς εξυπηρέτησης δεν περιλαμβάνει την προσφορά υπηρεσιών ταχυμεταφορών και όπου διαπιστώνεται παράβαση του Νόμου το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προβαίνει στις απαιτούμενες ενέργειες (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Ως Τεκμήριο 10 ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει δέσμη εγγράφων που αποτελούν αποδείξεις που έλαβαν άτομα, τα οποία προέβησαν σε αποστολή ταχυδρομικών αντικειμένων μέσω των περιπτέρων των εναγομένων 2-19, στις οποίες εμφαίνονται τα στοιχεία φορολογικής ταυτότητας των εναγομένων
  3. Ως Τεκμήριο 11 επισυνάπτεται δέσμη εγγράφων που αποτελούν φωτογραφίες από τα περίπτερα των εναγομένων 2, 3 και 9-14, όπου εμφαίνεται ο τρόπος που προωθείται στο κοινό η ύπαρξη σημείου εξυπηρέτησης των εναγομένων 1 μέσα στα περίπτερα αυτά, ενόσω σε όλα τα περίπτερα των εναγομένων 2-19 παρουσιάζονται παρόμοιου τύπου πινακίδες. Όπως, επίσης, προκύπτει από την διαδικτυακή σελίδα των εναγομένων 1 (Τεκμήριο 12) αυτοί διαφημίζουν τα σημεία εξυπηρέτησης που διαθέτουν σε όλη την Κύπρο, τα οποία έχουν επισκεφθεί μέλη του προσωπικού των εναγόντων και έχουν διαπιστώσει ότι το κοινό εξυπηρετείται με ταχυδρομικές υπηρεσίες που προσφέρονται από τους εναγόμενους
  4. Επίσης, με διαφήμιση των εναγομένων 1 στην έκδοση της εφημερίδας «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ημερομηνίας 6.3.2013, αυτοί παροτρύνουν το κοινό να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τους ακόμα και αργά το βράδυ (Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η τακτική των εναγομένων 1 να εκμεταλλεύονται χωρίς ουσιαστικό κόστος τη χρήση μη εξουσιοδοτημένων υποστατικών για 24ωρη εξυπηρέτηση του κοινού, η οποία μπορεί να επεκταθεί λόγω του δικτύου διανομής τύπου που διατηρεί η αδελφική τους εταιρεία, εφόσον αποτελεί παράνομη προσφορά υπηρεσιών θα πρέπει να αρθεί άμεσα λόγω της σοβαρής και ορατής πιθανότητας να υποστούν οι ενάγοντες καταστροφικές οικονομικές συνέπειες, συνεπεία του ελάχιστου περιθωρίου κέρδους που έχουν οι εταιρείες ταχυδρομικών υπηρεσιών, εφόσον υπάρχει υψηλό κόστος διατήρησης της επιχείρησης αλλά και χαμηλές τιμές προσφοράς των υπηρεσιών τους. Οι συγκεκριμένες ενέργειες των εναγομένων παραβιάζουν το άρθρο 3 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 (Ν.13(Ι)/2008), εφόσον οι εναγόμενοι 1 συμβάλλονται με τους λοιπούς εναγόμενους, δηλαδή τα περίπτερα, κατά τρόπο που δημιουργεί συνθήκες ανόμοιων συναλλαγών με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τίθενται σε μειονεκτική θέση από άποψη ανταγωνισμού. Πέραν του παράνομου χαρακτήρα των πράξεων των εναγομένων, η μη ορθή και μη ελεγχόμενη προσφορά των ταχυδρομικών υπηρεσιών μπορεί να είναι επικίνδυνη για την υγεία και την ασφάλεια του κοινού λόγω του ενδεχομένου διακίνησης επικίνδυνων προϊόντων σε χώρους που είναι προσβάσιμοι από το κοινό ευρύτερα και όπου δεν υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές για την ορθή και ασφαλή φύλαξη αντικειμένων, αλλά και λόγω αδυναμίας των διαχειριστών των χώρων αυτών να γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες της φύσεως της προσφερόμενης υπηρεσίας, με σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή υλικής ζημιάς. Αν δεν αποτραπεί η συνέχιση των παράνομων ενεργειών των εναγομένων, η καταστροφή της επιχείρησης των εναγόντων είναι δεδομένη και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της αγωγής εφόσον δεν θα μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση με χρηματική αποζημίωση. Με τη θέση ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις, όπως καθορίζονται από τη νομολογία, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 12.3.2013, ως νομικό υπόβαθρο έχει τα άρθρα 4- 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, τα άρθρα 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 και Δ.48, καθώς και τη νομολογία και την πρακτική του Δικαστηρίου, ως λόγοι δε ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: § το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Νόμων και Κανονισμών που επικαλούνται οι αιτητές § οι αιτητές δεν αποκάλυψαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και/ή επικαλούνται ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αποκρύπτοντας γεγονότα με αποτέλεσμα ενσυνείδητα να παραπλανούν το Δικαστήριο § δεν αποκαλύπτονται και/ή αποκρύπτονται και/ή παραποιούνται ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με το κατεπείγον του αιτήματος και/ή την έκδοση και/ή τη συνέχιση του αιτουμένου διατάγματος και § καμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση. Την ένσταση συνοδεύουν δύο ένορκες δηλώσεις ίδιας ημερομηνίας. Στην ένορκη του δήλωση ο Παντελής Αθηνής, διευθυντής των εναγομένων 1, ο οποίος ως αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αναφέρει ότι διαφωνεί σε πάρα πολλά σημεία με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών. Αρχικά υποστηρίζει ότι η υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον των εναγομένων 8 καθότι αυτοί αποτελούν συνεταιρισμό και η οποιαδήποτε διαδικασία θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον των ομόρρυθμων συνεταίρων. Με αναφορά στους βασικούς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι εσκεμμένα και ενσυνείδητα έγινε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου με απόκρυψη της αλήθειας ώστε να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα. Οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι αυτοί πρώτοι επεχείρησαν να δημιουργήσουν δίκτυο παροχής υπηρεσιών ταχυμεταφορών μέσω περιπτέρων και άλλων υποστατικών που παρέχουν άλλες υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, από τα τέλη του 2011 συνεργάστηκαν με μεγάλο περίπτερο που βρίσκεται στην Πάνω Δευτερά αναρτώντας και μεγάλη διαφημιστική πινακίδα τους, αλλά η συνεργασία τερματίστηκε 8 μήνες αργότερα λόγω της πώλησης του περιπτέρου και της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Συνεπώς οι ισχυρισμοί ότι η συνεργασία των εναγομένων 1 με διάφορα περίπτερα δημιούργησε μειονεκτικές συνθήκες στους ενάγοντες, οι οποίοι δήθεν αιφνιδιάστηκαν, είναι αναληθείς. Κατ' επέκταση είναι μετέωροι και παραπλανητικοί οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι τίθενται θέματα ασφάλειας και υγείας με την χρησιμοποίηση των περιπτέρων για τέτοιου είδους υπηρεσίες, δεδομένης της δικής τους συνεργασίας με το περίπτερο που προαναφέρθηκε αλλά και επειδή σε όλη την Ευρώπη τα καταστήματα διαρκούς εξυπηρέτησης αποτελούν βασικό πυλώνα στον τομέα των ταχυμεταφορών χωρίς πρόβλημα. Άλλωστε οι ενάγοντες συνεργάζονται με διάφορους άλλους επαγγελματίες όπως με ιδιοκτήτη καταστήματος ειδών υγιεινής, με επιχειρηματία ενοικίασης αυτοκινήτων, με άτομο που ασχολείται με ασφαλιστικές εργασίες κλπ. σε διάφορα μέρη της Κύπρου, απ' όπου παρέχουν υπηρεσίες στους πελάτες τους. Ανεξάρτητα των πιο πάνω οι εναγόμενοι 1 έχουν προβλέψει ασφαλιστικές δικλείδες για αποτροπή οποιουδήποτε κινδύνου σε θέματα υγείας και ασφάλειας κατά την διακίνηση των αντικειμένων. Ως προς τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι η λειτουργία των εναγομένων 1 μέσω της συνεργασίας τους με τους λοιπούς εναγόμενους πλήττει τον υγιή ανταγωνισμό, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι καταναλωτές έχουν ευεργετηθεί εφόσον λειτούργησε ο υγιής ανταγωνισμός και οι παρεχόμενες υπηρεσίες έχουν χαμηλότερη τιμή, δεδομένου ότι κατά την έναρξη των υπό κρίση εργασιών των εναγομένων 1, οι ενάγοντες προέβησαν σε διαφημιστικές ανακοινώσεις για χρέωση μεταφοράς φακέλου εντός της Κύπρου του ποσού του €1 αντί των €2,40 που χρέωναν προηγουμένως (βλ. Τεκμήριο 1). Στη συνέχεια δε όταν οι εναγόμενοι 1, μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ανακοίνωσαν την αναστολή προσωρινά της συνεργασίας τους με τα περίπτερα, οι ενάγοντες επανέφεραν την τιμή στις παρεχόμενες υπηρεσίες στο προηγούμενο ύψος των €2,40 (βλ. Τεκμήριο 2). Διερωτούμενος πώς αντιλαμβάνονται οι ενάγοντες τον υγιή ανταγωνισμό εν όψει των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι το θέμα θα έπρεπε να αχθεί ενώπιον της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, που είναι η μοναδική αρμόδια υπηρεσία για λήψη μέτρων σε τέτοιες περιπτώσεις και όχι τα Δικαστήρια. Με αναφορά στο Τεκμήριο 9 που συνοδεύει την αίτηση, όπου ο διευθυντής του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων πληροφορεί τους ενάγοντες ότι όπου διαπιστώνεται παράβαση που αφορά τα περίπτερα σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών ταχυμεταφορών θα γίνονται οι απαιτούμενες ενέργειες, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι πριν από την έναρξη των επίδικων εργασιών των εναγομένων 1, ο ίδιος συζήτησε δύο τουλάχιστον φορές το θέμα με τον εν λόγω διευθυντή και κατέληξαν ότι παρόλο που δεν γίνεται ρητή αναφορά σε τέτοιου είδους υπηρεσίες στο Υπουργικό διάταγμα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαγόρευση στην παροχή τέτοιων υπηρεσιών από τα περίπτερα. Επί του παρόντος βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία διερεύνησης του θέματος για να ληφθεί οριστική απόφαση για την νομιμότητα της παροχής τέτοιων υπηρεσιών από τα περίπτερα, ενόσω η διαδικασία που προτίθενται να ακολουθήσουν οι εναγόμενοι 1 με τη διαμόρφωση ειδικού χώρου στα συνεργαζόμενα περίπτερα για την παροχή των υπό αναφορά υπηρεσιών, ικανοποιεί πλήρως το Υπουργείο. Ακόμα και αν γίνει καταγγελία από το Υπουργείο Εργασίας για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών σε κάποιο περίπτερο, δεν συνάγεται ότι υπάρχει παρανομία ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Κατόπιν των επιστολών των εναγόντων σε διάφορα κυβερνητικά τμήματα με τα Τεκμήρια 6 και 7 της αίτησης, ζητήθηκε από τους εναγόμενους 1 (βλ. Τεκμήριο 3) να δώσουν τις δικές τους απόψεις ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, προτού γίνουν οι εισηγήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών, ενόσω οι ενάγοντες έσπευσαν να καταχωρήσουν την παρούσα υπόθεση. Με την εισήγηση ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας λόγω των ατεκμηρίωτων και υποθετικών ισχυρισμών των εναγόντων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και η οποιαδήποτε ζημιά των εναγόντων είναι υλική και/ή οικονομική με δυνατότητα μεταγενέστερης αποζημίωσης, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Στη δεύτερη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο Μιχάλης Στυλιανού, υπάλληλος των εναγομένων 1, ο οποίος ως αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκη του δήλωση, διαφωνεί επίσης με πάρα πολλά σημεία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι και τον Ιούνιο του 2012 ήταν εργοδοτούμενος των εναγόντων κατέχοντας τη θέση του διευθυντή στον τομέα ταχυμεταφορών στην επαρχία Λευκωσίας και από τον Ιούλιο του 2012 εργοδοτήθηκε από τους εναγόμενους 1, που μόλις είχαν ιδρυθεί με σκοπό την έναρξη εργασιών ταχυμεταφορών στην Κύπρο. Θεωρεί ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών απέκρυψε σημαντικά στοιχεία που αφορούν τον τομέα ταχυμεταφορών αλλά και διαστρέβλωσε πολλά γεγονότα που οδήγησαν σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες, που διατηρούν το μεγαλύτερο μερίδιο στην Κυπριακή αγορά ως εταιρεία ταχυμεταφορών, αποφάσισαν πρώτοι να προβούν στη συνεργασία με άλλους επαγγελματίες για την ανάληψη και παράδοση δεμάτων. Όντας τότε ο ίδιος υπεύθυνος της επαρχίας Λευκωσίας προέβη στις αναγκαίες εργασίες για τη δημιουργία του πρώτου συνεργαζόμενου σημείου σε περίπτερο στην Πάνω Δευτερά όπου εγκαταστάθηκαν τα αναγκαία λογισμικά προγράμματα και τοποθετήθηκε μεγάλη διαφημιστική πινακίδα περί τα τέλη Νοεμβρίου
  5. Μέχρι και τον Ιούνιο του 2012 εξακολουθούσε να λειτουργεί η εν λόγω συνεργασία ενόσω οι ενάγοντες είχαν πρόθεση να επεκταθούν σε συνεργασία και με άλλα περίπτερα. Συνεπώς οι ισχυρισμοί των αιτητών περί παρανομίας, αθέμιτου ανταγωνισμού και προβλημάτων ασφάλειας και υγείας δεν απασχόλησαν ουδέποτε τους ενάγοντες και η προαναφερθείσα συνεργασία διεκόπη μετά την πώληση του περιπτέρου σε άλλο ιδιοκτήτη. Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια που ο ίδιος εργοδοτείτο από τους ενάγοντες δημιουργήθηκαν σε όλη την Κύπρο αρκετά άλλα σημεία παροχής υπηρεσιών ταχυμεταφορών κατόπιν συνεργασίας με επαγγελματίες που δεν είχαν σχέση με τον τομέα των ταχυμεταφορών, αναφέροντας συγκεκριμένες περιπτώσεις τέτοιων συνεργατών στην επαρχία Λευκωσίας και στην επαρχία Αμμοχώστου. Θεωρεί ως εκ τούτου αναληθείς τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών για επικινδυνότητα της παροχής των επίδικων υπηρεσιών μέσω περιπτέρων, υποστηρίζοντας ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν περιλάβει όρους και κανονισμούς για τη διακίνηση αντικειμένων στην πίσω όψη των δελτίων αποστολής (βλ. Τεκμήριο 4), ενόσω δημιουργούνται ξεχωριστοί χώροι στα συνεργαζόμενα περίπτερα για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, επισυνάπτοντας σειρά φωτογραφιών περιπτέρου στην Πάφο, όπου αποπερατώθηκε ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος (βλ. Τεκμήριο 5). Κατά τον ενόρκως δηλούντα οι ενάγοντες δημιούργησαν το όλο θέμα λόγω της αποτυχίας τους στη συνεργασία με περίπτερα, σε αντίθεση με τους εναγόμενους 1 και ορμώμενοι εκδικητικά εναντίον των τελευταίων. Προέβησαν μάλιστα σε ενέργειες για να αποτρέψουν την εν λόγω συνεργασία, αποστέλλοντας ανώνυμη επιστολή σε όλα τα συνεργαζόμενα περίπτερα λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των εργασιών τους με τους εναγόμενους 1 (βλ. Τεκμήριο 6). Με τη θέση ότι το επίδικο διάταγμα εξασφαλίστηκε κατόπιν παραπλάνησης του Δικαστηρίου εκ μέρους των εναγόντων, ο ενόρκως δηλών ζητά την ακύρωση του. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι τους, των οποίων οι εισηγήσεις θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ενόσω το άρθρο 5 που επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης δεν είναι σχετικό με το αιτητικό της, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas

(1984)1 A.A.Δ. 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 A.A.Δ. 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 A.A.Δ. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 A.A.Δ. 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. ...» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπει Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. ΄Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Οπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2) και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947). Στην παρούσα υπόθεση προέχει η εξέταση του ισχυρισμού των καθ' ων η αίτηση περί μη αποκάλυψης εκ μέρους των αιτητών ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, έχοντας ήδη επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος (βλ. και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις Ιερά Μητρόπολις Πάφου ν. Aristo Developments Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 211/2010, ημερομηνίας 14.7.2011 και CTO Public Company Limited κ.α. ν. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφ. 263/2009, ημερομηνίας 16.2.2012). Η εισήγηση του κ. Βρυωνίδη είναι ότι οι αιτητές στην υπό κρίση αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα, ο κ. Χριστοδουλίδης εισηγήθηκε ότι οι αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα χωρίς να αποκρύψουν οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και τη προσαχθείσα μαρτυρία βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών και των Τεκμηρίων που τις συνοδεύουν, έχω σχηματίσει την αντίληψη ότι οι αιτητές κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, δεν απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εξ αντικειμένου είχαν βαρύνουσα σημασία και μπορούσαν να επηρεάσουν καταφανώς την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, όσα δε οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αναφέρθηκαν από τους αιτητές για παραπλάνηση του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να έχουν τέτοιο αποτέλεσμα. Οι αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όσα αφορούν τις ενέργειες των εναγομένων 1 σε σχέση με τη συνεργασία τους με τους λοιπούς εναγόμενους για παροχή των επίδικων υπηρεσιών κατά τρόπο που δεν συνάδει με τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των περιπτέρων ή των καταστημάτων διαρκούς εξυπηρέτησης. Το γεγονός ότι οι αιτητές από τα τέλη Νοεμβρίου του 2011 μέχρι και τον Ιούνιο του 2012, σε χρόνο δηλαδή πολύ προγενέστερο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, είχαν συνεργασία με περίπτερο στην Πάνω Δευτερά για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών μέσω του περιπτέρου, ανεξάρτητα από τους λόγους που διεκόπη η συνεργασία αυτή, ακόμα και αν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές κατά την έκδοση μονομερώς του υπό κρίση διατάγματος, δεν μπορεί κατά την αντίληψη μου να θεωρηθεί ότι θα επηρέαζε εξ αντικειμένου την κρίση του Δικαστηρίου ή και θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος. Δεν συμφωνώ, επίσης, με τον κ. Βρυωνίδη ότι οι αιτητές δεν αιφνιδιάστηκαν με τις ενέργειες των εναγομένων. Όπως παρατέθηκε πιο πάνω, οι αιτητές εξέθεσαν μέσω του ενόρκως δηλούντος όσα σταδιακά αντιλήφθηκαν σε σχέση με την υπό αναφορά συνεργασία των εναγομένων 1 με 18 περίπτερα ταυτόχρονα, καθώς και τις ενέργειες των εναγόντων προς τις αρμόδιες αρχές για την παύση της παράνομης, κατά την αντίληψη τους, παροχής των επίδικων υπηρεσιών που επηρέαζαν τις δικές τους εργασίες. Ούτε και η μη αναφορά των αιτητών στην ανώνυμη επιστολή προς τους ιδιοκτήτες των περιπτέρων μπορεί να θεωρηθεί ως απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, δεδομένου ότι το περιεχόμενο της επιστολής αυτής (βλ. Τεκμήριο 6 της ένστασης) είναι σχεδόν ταυτόσημο με το περιεχόμενο της επιστολής-καταγγελίας των αιτητών προς τις αρμόδιες αρχές, που έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 6 στην αίτηση. Ακόμα δε και αν οι αιτητές συνεργάζονται με διάφορους άλλους επαγγελματίες για παροχή των επίδικων υπηρεσιών, πέραν του ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει το μη επιτρεπτό τέτοιας συνεργασίας ή και τον τρόπο διεξαγωγής της ή ακόμη και ότι οι εναγόμενοι 1 έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για να παύσει αυτή η συνεργασία αν την θεωρούσαν ανεπίτρεπτη, δεν θεωρώ ότι η μη αναφορά του γεγονότος αυτού από τους αιτητές στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του επίδικου διατάγματος αποτελεί μη αποκάλυψη γεγονότος ουσιώδους σημασίας, που θα είχε στο παρόν στάδιο ως συνέπεια την ακύρωση του σύμφωνα με τη νομολογία. Παρόμοια αντικρίζεται και η αναφορά των αιτητών στους κινδύνους ασφάλειας και υγείας που εμπεριέχονται στην παροχή των επίδικων υπηρεσιών μέσω των περιπτέρων και δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου εν όψει των ισχυρισμών αυτών των αιτητών. Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει. Ως προς τις τρεις προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και οι οποίες σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλίδη συντρέχουν εν προκειμένω, μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι παραβιάζουν τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των περιπτέρων ή καταστημάτων διαρκούς εξυπηρέτησης, όπως αναλυτικά πιο πάνω παρατέθηκε στη σύνοψη της μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους των αιτητών, δεδομένου ότι το σχετικό διάταγμα δεν περιλαμβάνει τις υπηρεσίες ταχυδρομικών υπηρεσιών ή και υπηρεσιών ταχυμεταφορών μεταξύ των επιτρεπομένων υπηρεσιών που μπορούν να παρέχονται στα περίπτερα ή στα εν λόγω καταστήματα. Οι καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται τις πράξεις που τους αποδίδουν οι αιτητές, προβάλλουν ωστόσο ότι δεν απαγορεύεται ρητά η παροχή τέτοιων υπηρεσιών καθώς και ότι το θέμα τυγχάνει έρευνας από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Όπως υπέδειξε ο κ. Χριστοδουλίδης, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων για αποζημιώσεις, σύμφωνα με τις αξιώσεις τους στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πηγάζει από τον παράνομο τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης όλων των εναγομένων που δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 (Ν.13(Ι)/2008)και η δυνατότητα έγερσης αγωγής σε τέτοιες περιπτώσεις προβλέπεται και από το άρθρο 40 του Νόμου αυτού. Δεν θα ήταν ορθό ή σκόπιμο να προβώ σε ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι πιο πάνω παρατεθείσες θέσεις των αιτητών και χωρίς να παραγνωρίζονται οι αντίθετες θέσεις των καθ' ων η αίτηση δεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση, επίσης, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση ενόψει των ισχυρισμών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές και δεδομένου ότι όσα υποστήριξαν οι καθ' ων η αίτηση, όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, δεν μπορούν να αποκλείσουν τέτοια πιθανότητα. Όσον αφορά δε την τρίτη προϋπόθεση, η εισήγηση του κ. Χριστοδουλίδη είναι ότι οι αιτητές-ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον η συνέχιση των επίδικων κατ' ισχυρισμόν παράνομων ενεργειών των εναγομένων 1 μέσω των περιπτέρων των λοιπών εναγομένων, ιδιαίτερα λόγω του ελεύθερου ωραρίου λειτουργίας των περιπτέρων ως ειδικών καταστημάτων σύμφωνα με τη νομοθεσία, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τους αιτητές, οι οποίοι δεν θα μπορούν να ανταγωνιστούν τους εναγόμενους 1 και να επιβιώσουν στον τομέα τους. Όπως επίσης εισηγήθηκε ο κ. Χριστοδουλίδης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει τη συνέχιση μιας παράνομης κατάστασης πραγμάτων. Στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, λέχθηκε ότι υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Όπως επαναλήφθηκε δε στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Στην προκειμένη περίπτωση επιζητείται η άρση μιας μη επιτρεπτής από το Νόμο κατάστασης πραγμάτων, η οποία δημιουργήθηκε με τις πράξεις των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή, μετά την σχετική καταγγελία των εναγόντων, έχει απαντήσει σ' αυτούς ότι η παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών από τα περίπτερα συνιστά παράβαση του Νόμου (βλ. Τεκμήριο 9). Ανεξάρτητα από τυχόν ποινική δίωξη που θα μπορούσε να ασκηθεί εναντίον των παρανομούντων αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να διαφυλάττει το κράτος δικαίου χωρίς να διαχωρίζεται η αστική και η ποινική πτυχή μιας διαφοράς (βλ. Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Η συνέχιση αυτής της παραβαίνουσας το Νόμο κατάστασης ενδέχεται να οδηγήσει σε αδυναμία να αποζημιωθούν οι αιτητές-ενάγοντες πλήρως με χρήματα αν επιτύχουν στην αγωγή τους εφόσον, όπως επικαλούνται και έμεινε ουσιαστικά αναμφισβήτητο, όχι μόνο η διατήρηση της υπάρχουσας συνεργασίας με τους λοιπούς εναγόμενους αλλά και η ενδεχόμενη επέκταση της εν λόγω συνεργασίας των εναγομένων 1 με άλλα περίπτερα ή καταστήματα διαρκούς εξυπηρέτησης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβανομένου υπόψη του τρόπου και ιδιαίτερα του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων αυτών, θα οδηγήσει τους ενάγοντες ουσιαστικά σε οικονομική καταστροφή. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στην κρίση ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση καθότι εάν οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο. Δεδομένου ότι έχει κριθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται ότι αυτό κλίνει υπέρ των αιτητών-εναγόντων εφόσον επιζητούν την άρση μιας αντίθετης με το Νόμο κατάστασης πραγμάτων που δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού με κίνδυνο να μην είναι θεραπεύσιμη η ζημιά τους με την καταβολή αποζημιώσεων, όπως ήδη επισημάνθηκε. Αντίθετα, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν θα υποστούν δυσχέρεια ή ζημιά εφόσον αφενός άρχισαν πολύ πρόσφατα τις υπό αναφορά συνεργασίες αλλά και επειδή μπορούν να ασκούν τις επίδικες υπηρεσίες μέσω καταστημάτων ή χώρων ανάλογα διαμορφωμένων χωρίς να παραβιάζεται η σχετική νομοθεσία. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, ενώ οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν αντέταξαν οτιδήποτε το ουσιαστικό έναντι των ισχυρισμών των αιτητών προς ακύρωση του διατάγματος. Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ότι αν και στην ένορκη δήλωση του Π. Αθηνή εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφέρεται ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 8 είναι συνεταιρισμός και η αγωγή θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον των ομόρρυθμων συνεταίρων αυτού, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 8 εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα διαδικασία χωρίς να εγείρουν οποιοδήποτε τέτοιο θέμα ούτε και λήφθηκε οποιοδήποτε σχετικό δικονομικό διάβημα εκ μέρους τους. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 6.3.2013 οριστικοποιείται, με έξοδα υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.