← Κύπρος

Άθου Παρισινού κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5071/11, 20/5/2013

Άθου Παρισινού κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5071/11, 20/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5071/11 Μεταξύ:

  1. Άθου Παρισινού, εκ Λευκωσίας
  2. Έρσης Παρισινού, εκ Λευκωσίας
  3. Βερόνικας - Ελένης Στρέγγελ, εκ Λεκωσίας
  4. Τοm-Άντερς Στρέγγελ, εκ Λυθροδόντα νυν εις Φιλλανδία Εναγόντων-Καθ΄ ων η Αιτητών - Και -
  5. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  6. Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού
  7. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας Εναγομένων-Αιτητών ------------------------ Ημερομηνία: 20 Μαίου,
  8. Αίτηση ημερ. 12/2/13 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης - εκκρεμούσης έφεσης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή/Εναγόμενο 1: κα Μ. Στυλιανού για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κ. Ντ. Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε και κ.Θεοδώρου για Πεκρής & Θεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής, Γενικός Εισαγγελέας επιδιώκει την αναστολή της απόφασης ημερ. 10/2/12 μέχρι εκδικάσεως της έφεσης στην πιο πάνω αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.35, θ.θ. 18 και 19 και Δ.48, θ.θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, στο Άρθρο 7 του περί Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/62, τους περί Απαλλοτριώσεων Κανονισμούς του 1956, στους Κανόνες Επιείκειας και Φυσικής Δικαιοσύνης καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από Ένορκη Δήλωση της Ρίτας Χριστοφίδου, Κτηματολογικού Λειτουργού Β στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Στις 3.9.10 δημοσιεύτηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης με αριθμό 736 ημερ. 3/9/10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) όπου ακολούθησε έντυπη προσφορά προς τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ημερ. 27/12/10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Þ Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 6/7/11 καλούσαν τους Εναγόμενους/Εφεσείοντες είτε να καταβάλουν το ποσό της προσφοράς, είτε να τους επιστρέψουν το ακίνητο τους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Þ Οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά και επειδή η απαλλοτριούσα αρχή δεν τους κατέβαλε το ποσό καταχώρησαν αγωγή διεκδικώντας την άμεση καταβολή του, παρ΄ ότι το κτήμα ήταν και εξακολουθεί να βρίσκεται επ΄ ονόματι τους υπό την κυριότητα και την κατοχή τους. Þ Στις 10/2/12 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Þ Εναντίον της απόφασης καταχωρήθηκε έφεση η οποία έλαβε τον αριθμό 146/12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Þ Ένας από τους λόγους έφεσης ήταν το γεγονός πως το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι οι Ενάγοντες και η απαλλοτριούσα αρχή ήλθαν σε ιδιωτική συμφωνία στη βάση του Άρθρου 8 του περί Απαλλοτριώσεως Νόμου 15/
  9. Το εν λόγω Άρθρο, όμως, αναφέρεται σε ιδιωτική σύμβαση απαλλοτριούσας αρχής και ιδιοκτήτη που γίνεται μετά τη γνωστοποίηση αλλά πριν τη δημοσίευση διατάγματος απαλλοτρίωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση το διάταγμα απαλλοτρίωσης είχε ήδη δημοσιευθεί γεγονός που φανερώνει ότι δεν κατέληξαν σε συμφωνία κατά το στάδιο που διαρκεί η γνωστοποίηση και, επομένως, σε καμιά περίπτωση δεν ενεργοποιείται η εφαρμογή του Άρθρου 8 του Ν.15/62 αφού αυτό εφαρμόζεται σε χρόνο που προηγείται του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Ως εκ τούτου φαίνεται εκ πρώτης όψεως βάσιμος λόγος ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης. Þ Περαιτέρω ο συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε και περιόρισε κατά την έναρξη της ακρόασης τη βάση της αγωγής του διαγράφοντας ως αιτία αγωγής ότι υπάρχει οφειλή στη βάση ιδιωτικής συμφωνίας. Þ Ανεξάρτητα από τον ισχυρισμό με βάση νομικής συμβουλής που τυγχάνει η ενόρκως δηλούσα ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι λανθασμένη συμπληρωματικά ισχυρίζεται ότι πρέπει να δοθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης καθότι η ζημιά που θα προκύψει από την εκτέλεση της δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και θα καταστήσει την έφεση μη αποτελεσματική λόγω του ότι η απαλλοτριούσα αρχή ανακάλεσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης με διάταγμα ανάκλησης Δ.Π.603/21.Φ.12 ημερ. 21/9/12 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Þ Αυτό έχει ως συνέπεια το ακίνητο να είναι απαλλαγμένο από οποιοδήποτε διάταγμα και να εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την κατοχή και την κυριότητα των Εναγόντων. Þ Σε περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση εκτελεστεί και το ποσό των €5.000.000 καταβληθεί στους Ενάγοντες παρότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης έχει ανακληθεί το ποσό θα είναι δύσκολο να αναζητηθεί και/ή επιστραφεί εκ των υστέρων και η έφεση θα είναι άνευ αποτελέσματος. Þ Με την ανάκληση της Δ.Π. που αφορά το διάταγμα της απαλλοτρίωσης η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει αντικείμενο εφόσον με την ανάκληση του διατάγματος τίποτε δεν οφείλεται στους Ενάγοντες αφού κανένα ακίνητο δεν περιήλθε στην κατοχή ή κυριότητα της και ούτε πρόκειται να περιέλθει. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.35 θ.θ. 18 και 19, Δ.48, θ.θ.1-12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 23 και 30

(1)του Συντάγματος, στην Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, στο Άρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι εξής: ü Η Αίτηση παραβιάζει το δεδικασμένο και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και είναι κακόπιστη. ü Η Αίτηση παραβιάζει την Αρχή του Κράτους Δικαίου και την Αρχή της διάκρισης των εξουσιών ü Η Αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και τις αρχές της Επιείκειας. ü Ο Αιτητής κωλύεται λόγω συμπεριφοράς από του να επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. ü Ο Αιτητής επιδιώκει μέσω Δ.Π. να ακυρώσει και/ή παρακάμψει και/ή καταστήσει ανενεργή και αναποτελεσματική μια δικαστική απόφαση . ü Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο επιδιώκεται αναστολή είναι η οικονομική αδυναμία του Κράτους να καταβάλει την επιδικασθείσα αποζημίωση. ü Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση/Ενάγοντα 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Το επίδικο κτήμα στο οποίο οι Ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες, απαλλοτριώθηκε από τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού με τις Δ.Π.596 ημερ. 22/6/01 και 498 ημερ. 17/5/02 για σκοπούς ανέγερσης Δημοτικού Σχολείου στην ενορία Χρυσελεούσας στο Στρόβολο και τη διαμόρφωση του οδικού δικτύου. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες σαν αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του κτήματος το ποσό των Λ.Κ.600.
  1. · Λόγω του ότι ο πιο πάνω σκοπός δεν κατέστη εφικτός να πραγματοποηθεί οι Ενάγοντες ζήτησαν από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού την επιστροφή του κτήματος με την επιστροφή της αποζημίωσης που είχαν εισπράξει και μετά την άρνηση των Εναγομένων να επιστρέψουν το κτήμα προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο με την προσφυγή αρ. 643/
  2. · Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού να μην επιστρέψει το κτήμα στους Ενάγοντες με απόφαση του ημερ. 10/11/08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). · Μετά την πιο πάνω απόφαση οι Ενάγοντες επέστρεψαν στους Εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.600.000 το οποίο είχαν εισπράξει ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του κτήματος. · Κατόπιν τούτου με πρωτοβουλία των Εναγομένων και συγκεκριμένα με επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού ημερ. 31/3/09 άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για την αγορά του κτήματος από τους Εναγόμενους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). · Οι διάδικοι συμφώνησαν να γίνει νέα απαλλοτρίωση του κτήματος και οι Εναγόμενοι να καταβάλουν προς τους Ενάγοντες συμφωνημένη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του κτήματος €5.000.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). · Κατόπιν τούτου οι Εναγόμενοι προέβησαν σε εκ νέου απαλλοτρίωση του κτήματος με τη δημοσίευση Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης και Διατάγματος Απαλλοτρίωσης ημερ. 28/5/10 και 3/9/10 αντίστοιχα (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 7 και 8). · Οι Εναγόμενοι υπέβαλαν γραπτή προσφορά προς τους Ενάγοντες στις 27/12/10 προσφέροντας αποζημίωση €5.000.000 την οποία οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν υπογράφοντας και επιστρέφοντας τα σχετικά έντυπα αποδοχής (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9, 10, 11, 12 και 13). · Οι Ενάγοντες παρόλο ότι είχαν παρέλθει 6 και πλέον μήνες από την αποδοχή της προσφερθείσας συμφωνηθείσας αποζημίωσης και παρόλες τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων αρνήθηκαν και αμέλησαν να καταβάλουν το ποσό των €5.000.000 προς τους Ενάγοντες ή οποιοδήποτε μέρος αυτού. · Ένεκα των πιο πάνω οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 21/7/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή με αρ. 5071/11 με την οποία αξίωσαν το εν λόγω ποσό (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14). · Με απόφαση του ημερ. 10/2/12 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δικαίωσε τους Ενάγοντες και εξεδόθη απόφαση για το ποσό των €5.000.000 πλέον τόκο 9% ετησίως από 25/5/10 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. · Επειδή οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες το πιο πάνω ποσό οι Ενάγοντες εξασφάλισαν στις 21/3/12 - 39 μέρες μετά την πιο πάνω απόφαση - ένταλμα εκποίησης κινητών το οποίο εκκρεμεί έκτοτε. · Στις 23/10/12 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος λόγω του ότι η απαλλοτρίωση είχε ανακληθεί. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με απόφαση του ημερ. 31/12/12 απέρριψε την αίτηση αφού είχε προηγηθεί χορήγηση αναστολής της εκτέλεσης του εντάλματος στη βάση μονομερούς αίτησης που είχε καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους. · Στις 10/2/12 ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης ημερ. 10/2/
  3. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε έκταση στο όλο ιστορικό των προσπαθειών του για την εκτέλεση του εντάλματος με ιδιαίτερη αναφορά στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 21/2/13 στο Υπουργείο Οικονομικών και αφορούσαν προσπάθεια τεσσάρων Δικαστικών Επιδοτών να εκτελέσουν το ένταλμα και την κατάληξη που είχε το όλο θέμα. Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει παρέμβει προς διάφορες κατευθύνσεις για να αποτραπεί η εκτέλεση του εντάλματος. Γίνεται, επίσης, αναφορά σε προσπάθειες που έγιναν με την εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα για διευθέτηση της υπόθεσης για σκοπούς αποφυγής της εκτέλεσης του εντάλματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στηρίζεται στη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: «
  4. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Το νομικό πλαίσιο που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.35,θ.18 έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης είναι πρώτον, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου με παράλληλο γνώμονα την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Όπως έχει πάγια νομολογηθεί η καταχώρηση έφεσης δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35,θ.
  5. Περαιτέρω, όπως πάλι έχει κατ' επανάληψη τονιστεί στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης από τη μια και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από την άλλη συνιστούν τους παράγοντες που, κατά κύριο λόγο, επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσον και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου[1]. Περαιτέρω για να δικαιολογείται αναστολή απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης θα πρέπει να υπάρχουν ειδικές περιστάσεις[2]. Η Δ.35,θ.18 δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει τη διαδικασία γενικά. Με άλλα λόγια η Δ.35,θ.18 δεν δίδει εξουσία για αναστολή συνέχισης εκκρεμούσας διαδικασίας αγωγής αλλά μόνο για διαδικασία εκτέλεσης προς ικανοποίηση αυτοτελούς αποφάσεως[3]. Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης[4]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ότι της παρούσας Αίτησης προηγήθηκε η Αίτηση ημερ. 23/10/12 για αναστολή εκτέλεσης εντάλματος κινητών η οποία εκδικάστηκε και είχε ως αποτέλεσμα, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31/12/12, να απορριφθεί. Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση υποστήριξε ότι η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί δεδικασμένο και ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς του Αιτητή. Η πλευρά του Αιτητή διαφώνησε με την πιο πάνω θέση υποδεικνύοντας ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Δ.35, θ.18 σύμφωνα με την οποία παρέχεται η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρηθεί εναντίον της. Προσεκτική εξέταση και σύγκριση αφενός της υπό κρίση Αίτησης και αφετέρου της Αίτησης ημερ. 23/10/12 αποδεικνύει ότι και οι δύο βασίζονται στα ίδια γεγονότα. Πραγματικό έρεισμα τόσο της υπό εξέταση Αίτησης όσο και της Αίτησης ημερ. 23/10/12 που προηγήθηκε είναι η ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Όπως προέκυψε από την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, επιζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 10/2/12 για το λόγο ότι η απαλλοτριούσα αρχή ανακάλεσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης με το διάταγμα ανάκλησης Δ.Π. 603/21.9.12, ημερ. 21/9/12 με αποτέλεσμα μετά από αυτή την εξέλιξη, η εκτέλεση της απόφασης να μην έχει αντικείμενο και να μην μπορεί να εκτελεστεί εφόσον, όπως είναι ο σχετικός ισχυρισμός που προβάλλεται, με την ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης τίποτα δεν οφείλεται στους Ενάγοντες. Παραθέτω στη συνέχεια αυτούσια αποσπάσματα από ορισμένες παραγράφους της Ένορκης Δήλωσης της κας Ρίτας Χριστοφίδου: «
  6. . ισχυρίζομαι ότι πρέπει να δοθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης καθότι η ζημιά που θα προκύψει από την εκτέλεση της δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και θα καταστήσει την έφεση μη αποτελεσματική.
  7. Ο λόγος του πιο πάνω ισχυρισμού μου είναι το γεγονός ότι η απαλλοτριούσα αρχή ανακάλεσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης με διάταγμα ανάκλησης Δ.Π. 603/21.9.12 ημερ. 21.9.12 (Τεκμήριο 6). .......................................... ...................................
  8. Με την εξέλιξη της πιο πάνω υπόθεσης και ειδικότερα με την ανάκληση της Διοικητικής Πράξης που αφορά το διάταγμα απαλλοτρίωσης η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει αντικείμενο και δεν μπορεί να εκτελεστεί εφόσον με την ανάκληση του διατάγματος ουσιαστικά τίποτε δεν οφείλεται στους επιτυχόντες ενάγοντες. 15.. αν η εκτέλεση της απόφασης δεν ανασταλεί, η απαλλοτριούσα αρχή θα βρίσκεται υπό την παράδοξη θέση να πληρώσει €5.000.000 πλέον τόκους χωρίς να έχει λάβει οτιδήποτε σαν αντάλλαγμα και χωρίς να προσδοκά να λάβει, αφού το διάταγμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου Φ/Σχ. 21/61WI τεμ. 1203 έχει ανακληθεί. ........................................... .....................................
  9. Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω και συγκεκριμένα τα γεγονότα που ακολούθησαν την απόφαση που αφορούν την ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης και δεν μπορούσαν να δικογραφηθούν νωρίτερα, είναι η θέση μου έντιμη κυρία Δικαστά ότι η απόφαση πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της έφεσης υπ΄ αριθμό 146/12.» Παρόμοιες αναφορές υπάρχουν στην Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης ημερ. 23/10/
  10. Τις παραθέτουμε: 10 Με την εξέλιξη της πιο πάνω υπόθεσης και ειδικότερα με την ανάκληση της Διοικητικής Πράξης που αφορά το διάταγμα της απαλλοτρίωσης η εκτέλεση της απόφασης κατέστη άνευ αντικειμένου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελεστεί. ........................................... .................................. 12.. αν η εκτέλεση της απόφασης δεν ανασταλεί και κατ΄ επέκταση το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, η απαλλοτριούσα αρχή θα βρίσκεται υπό την παράδοξη θέση να πληρώσει €5.000.000 πλέον τόκους χωρίς να έχει λάβει οτιδήποτε σαν αντάλλαγμα και χωρίς να προσδοκά να λάβει αφού το διάταγμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου Φ/Σχ 21/61WI τεκμ. 1203 έχει ανακληθεί . ...........................................................................
  11. Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, τόσο η καταχώρηση της έφεσης όσο και των λόγων που ακολούθησαν και δη της ανάκλησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης που αφορά την πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγή καθώς και κατ΄ επέκταση την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος (writ) κατάσχεσης και πώλησης κινητής περιουσίας και της ακύρωσης αυτού.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η πλευρά του Αιτητή δεν επικαλείται στην υπό εξέταση Αίτηση νέα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την απόρριψη της προηγούμενης Αίτησης ημερ. 23/10/12 αλλά γεγονότα που προϋπήρχαν. Επανέρχεται ο Αιτητής σε θέματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την Αίτηση του ημερ. 23/10/12 και την οποία, όπως ήδη αναφέραμε, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε, απέρριψε την Αίτηση. Η μόνη διαφορά της παρούσας από την προηγούμενη διαδικασία είναι η νομική βάση εφόσον στην προηγούμενη διαδικασία ο Αιτητής επικαλέστηκε τη Δ.40,θ.11, ενώ στην παρούσα τη Δ.35, θ.θ. 18 και
  12. Είναι η θέση μου ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη δεδικασμένου ή όχι όλα τα πιο πάνω συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, ακόμη, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της[5]. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ 217 όπου στη σελ. 222 της απόφασης αναφέρονται τα εξής σημαντικά σε σχέση με τη διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή σχετικών καταχρήσεων: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL), αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ...". Όπως έχει αναφερθεί στην νομολογία που έχουμε επικαλεστεί, η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει μία ποικιλία μορφών. Αυτό δε που ξεκάθαρα δεν μπορεί ένας διάδικος να κάνει είναι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να επιδιώκει απόφαση του Δικαστηρίου την οποία έχει ήδη λάβει από το Δικαστήριο στο πλαίσιο παρόμοιας διαδικασίας που προηγήθηκε χωρίς να έχουν αλλάξει τα δεδομένα[6]. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει ότι η υπό κρίση Αίτηση για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, το επόμενο ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση ή αν θα διατάξει την αναστολή της ή, ενδεχομένως, αν μπορεί να πάρει άλλα διορθωτικά μέσα. Επισημαίνεται ευθύς εξ αρχής ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ευρισκόμαστε ενώπιον δύο παράλληλων διαδικασιών που η Αιτήτρια προωθεί αλλά σε διαδοχικά μέτρα με τα οποία ή μέσω των οποίων επιδιώκεται ο ίδιος στόχος. Πιο συγκεκριμένα, εκείνο το οποίο επιδιώκεται είναι η ανατροπή της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 31.12.12. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα επιλογής ανάμεσα σε δύο διαδικασίες και, συνεπακόλουθα, διαταγής του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας όπως ήταν η περίπτωση σε διάφορες αποφάσεις που ασχολήθηκαν με το θέμα της κατάχρησης και στις οποίες αναφερθήκαμε ανωτέρω. Όπως είναι νομολογημένο κάθε Δικαστήριο δικαιούται μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία εάν αυτή είναι καταπιεστική και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Η εν λόγω αρχή, έχω την άποψη, ότι βρίσκει πλήρη εφαρμογή στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. Ως εκ τούτου αυτό το οποίο θα πρέπει να γίνει στην προκειμένη περίπτωση είναι ο τερματισμός της διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως καταπιεστική και καταχρηστική. Παρά το γεγονός ότι υπό το φως όλων των ανωτέρω η παρούσα Αίτηση και η δυνάμει αυτής διαδικασία οδηγούνται στον τερματισμό τους κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ σε συντομία και με το θέμα κατά πόσο η νομική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η Αίτηση θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση στη βάση των γεγονότων που η πλευρά του Αιτητή έχει επικαλεστεί. Εξετάζοντας λοιπόν την παρούσα υπόθεση υπό το φως των προνοιών της Δ.35,θ.18 και τα όσα έχουμε ήδη επισημάνει στο στάδιο σκιαγράφησης της νομικής πτυχής ανωτέρω, ήτοι το ότι αναστολή της εκτέλεσης μιας απόφασης μπορεί να εγκριθεί έχοντας κατά νου τη διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης από τη μια και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από την άλλη, διαπιστώνω ότι με τα όσα ισχυρίζονται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 10/2/12 προς το σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων τους σε άλλη διαδικασία η οποία έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει, εκείνη της ανάκλησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Με άλλα λόγια στόχος και σκοπός της υπό κρίση Αίτησης δεν είναι η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ενόψει της εκκρεμότητας της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της αλλά για να αποφύγουν την καταβολή του ποσού της απόφασης λόγω της «ανάκλησης» της απαλλοτρίωσης. Και τούτο ανεξάρτητα από το ότι στην Ένορκη Δήλωση τους αναφέρονται σε λόγους που, κατά την άποψη τους, καθιστούν την έφεση τους βάσιμη. Μπορεί με την υπό κρίση Αίτηση και αφού απερρίφθη η προηγούμενη Αίτηση που καταχώρησαν στις 23/10/12 να γίνεται επίκληση του βάσιμου της έφεσης που άσκησαν εναντίον της απόφασης ημερ. 10/2/12 για να συνάδει, προφανώς, με τις πρόνοιες της Δ.35,θ.18 αλλά είναι διάχυτο από το σύνολο των όσων καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση τους ότι η πραγματική βάση της Αίτησης είναι το γεγονός ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 10/2/12 μεσολάβησε ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Μάλιστα όπως το θέτουν στην Ένορκη Δήλωση τους «μετά την ανάκληση της Διοικητικής Πράξης που αφορά το διάταγμα της απαλλοτρίωσης» η απόφασης δεν μπορεί να εκτελεστεί «εφόσον με την ανάκληση του διατάγματος ουσιαστικά τίποτα δεν οφείλεται στους επιτυχόντες ενάγοντες». Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι η Δ.35, θ.18 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων όσων προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω, η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και, συνεπώς, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, δηλ. επιδικάζονται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς οι Καθ' ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Ο Αιτητής να καταβάλει, επομένως, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 C.L.R. 592 και επίσης την υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147. [2] Δέστε Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R 6493, 652: "It is well settled that special circumstances should exist justifying the stay of execution of a judgment". [3] Δέστε Korina Fotiou and Other v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 και In Re E.S. & P. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384 και Αντζολέττα Χ"Ιωσήφ ν. Άννας Πετρίχου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 364. [4] Δέστε Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, 595. [5] Δέστε Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133. [6] Δέστε SAZEN FAST FOOD LTD ν. Χ΄ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ & ΣΙΑ ΛΤΔ κ.α. αρ. αγ. 5010/01 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 4.9.02 η οποία δόθηκε από τον Γ. Αρέστη, Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.