ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α., Συνεκδικαζόμενες αγωγές αρ.5510/10-5514/2010, 28/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A197 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες αγωγές αρ.5510/10-5514/2010 Αγωγή αρ. 5510/10 Μεταξύ: ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας/ Αιτήτριας και ΙΩΑΝΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγομένης/ Καθ' ης η αίτηση Αγωγή αρ. 5511/10 Μεταξύ: ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας/ Αιτήτριας και JUPIWIND LTD Εναγομένης/ Καθ' ης η αίτηση Αγωγή αρ. 5512/10 Μεταξύ: ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας/ Αιτήτριας και TYGOONATO COFFEE LOUNGE LTD Εναγομένης/ Καθ' ης η αίτηση Αγωγή αρ. 5513/10 Μεταξύ: ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας/ Αιτήτριας και GOUMOUTI LTD Εναγομένης/ Καθ' ης η αίτηση Αγωγή αρ. 5514/10 Μεταξύ: ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας/ Αιτήτριας και ΧΡΥΣΩΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένης/ Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερ. 7/9/12 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 28 Μαίου, 2013. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Μ. Φράγκου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Διομήδους για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα/Αιτήτρια ζητά εναντίον των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως τα ειδικώς οπισθογραφημένα Κλητήρια Εντάλματα στις συνεκδικαζόμενες πολιτικές αγωγές με τους πιο πάνω αριθμούς και τίτλο. Οι πιο πάνω αγωγές καταχωρήθηκαν στις 28/6/10 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2,θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η υπό εξέταση Αίτηση, σε κάθε μία από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές, κατεχωρήθη, αφού προηγήθηκε καταχώρηση Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους στις 5/4/11 σε κάθε μία από τις πιο πάνω αναφερόμενες αγωγές. Να επισημάνω από την αρχή ότι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση μετά την καταχώρηση εμφάνισης ασφαλώς δεν μπορούσε να εμποδίσει τους Ενάγοντες από του να προχωρήσουν δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να αιτηθούν από το Δικαστήριο συνοπτική απόφαση.[1] Όπως αναφέρεται και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1959 (Annual Practice) σελ. 242 η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν αποστερεί από τον Ενάγοντα του δικαιώματος να προχωρήσει σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.18, θ.θ.1(α), 2 και 9(α), Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-3, 6-9, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43 του Ν.14/60 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από Ένορκη Δήλωση του Χρίστου Φανόπουλου, Διευθυντή στο Τμήμα Εποπτείας και Ρυθμίσεως Τραπεζικών Ιδρυμάτων στην Αιτήτρια. Σ΄ αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Με απόφαση της Αιτήτριας ημερ. 16/3/10 και, αφού ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία εξέτασης παραβάσεων από την Αιτήτρια, κρίθηκε ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 Ιωάννα Χριστοφή μαζί με τους Καθ΄ ων η Αίτηση Tygoonato Coffee Lounge Ltd, Goumouti Ltd, Jupiwind Ltd και Χρύσω Παπαϊωάννου ως συνεργάτες της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, παραβίασαν τις διατάξεις του Άρθρου 17
(1)(α)(ii) των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2009 καθότι όλοι μαζί κατείχαν ποσοστό πέραν του 10% (ήτοι 22,01%) του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας USB BANK PLC. Þ Με επιστολή της Αιτήτριας ημερ. 16/3/10 στάληκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση η πιο πάνω απόφαση ημερ. 16/3/10 και τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν μετά τη διαπίστωση της παράβασης για σκοπούς επιβολής κύρωσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Þ Με επιστολές τους ημερ. 22/3/10 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2, 4 και 5 εξέθεσαν τις θέσεις και εισηγήσεις τους σχετικά με την πιο πάνω απόφαση (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2Α, 2Β, 2Γ και 2Δ αντίστοιχα. Þ Η Αιτήτρια, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία και περιστατικά συμπεριλαμβανομένων και των γραπτών απόψεων των Καθ΄ ων η Αίτηση, στις 4/5/10 αποφάσισε και επέβαλε στους Καθ΄ων η Αίτηση διοικητικό πρόστιμο ως εξής: (α) Ιωάννα Χριστοφή: €40.000 πλέον €3.000 ημερησίως από τις 5/5/10 για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης. (β) Jupiwind Ltd: €15.000 πλέον €1.000 ημερησίως από τις 5/5/10 για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης. (γ) Tygoonato Coffee Lounge Ltd: €5000 πλέον €500 ημερησίως από τις 5/5/10 για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης. (δ) Goumouti Ltd: €5.000 πλέον €500 ημερησίως από τις 5/5/10 για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης. (ε) Χρύσω Παπαϊωάννου: €15.000. Þ Η Αιτήτρια κοινοποίησε στους Καθ΄ ων η Αίτηση την πιο πάνω απόφαση τους με επιστολή της ημερ. 4/5/10 με την οποία καλούσε τους Καθ΄ ων η Αίτηση να εμβάσουν προς την Αιτήτρια τα πιο πάνω ποσά μέχρι τις 7/5/10 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) Þ Με επιστολή της προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση ημερ. 14/5/10 η Αιτήτρια κάλεσε εκ νέου τους Καθ΄ ων η αίτηση να καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά προς την Αιτήτρια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) Þ Παρόλο που οι Καθ΄ ων η Αίτηση έλαβαν γνώση της απόφασης και υπάρχει υποχρέωση προς συμμόρφωση εντούτοις η παράβαση συνεχίζεται και αυτoί αρνούνται και/ή παραλείπουν μέχρι σήμερα να καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά. Þ Από νομικής συμβουλής που τυγχάνει ο ενόρκως δηλών οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν καμία υπεράσπιση στις παρούσες αγωγές και έχουν καταχωρήσει Υπεράσπιση απλώς και μόνο για να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Þ Από ενημέρωση που τυγχάνει ο ενόρκως δηλών από τους δικηγόρους της Αιτήτριας οι συνεκδικαζόμενες προσφυγές αρ. 791/10, 886/10, 887/10, 888/10 και 889/10, τις οποίες καταχώρησαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατά της πιο πάνω απόφασης της Αιτήτριας ημερ. 4/5/10, απορρίφθηκαν, στις 28/2/12 με έξοδα εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Εν πάση περιπτώσει, όπως τυγχάνει ενημέρωσης ο ενόρκως δηλών από τους δικηγόρους τους, η καταχώρηση προσφυγής εναντίον απόφασης της Διοίκησης δεν σταματά την υποχρέωση των Καθ΄ ων η Αίτηση για καταβολή των οφειλομένων δυνάμει της πιο πάνω απόφασης της Αιτήτριας ποσών και η διοικητική απόφαση παρέμεινε ισχυρή μέχρι την ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.18 θ.θ. 1(α), 2 και 9(α), Δ.39, Δ.48, θ.θ.1-4, 6-9, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στα Άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43 του Ν.14/60, στα Άρθρα 146
(1), 30, 12
(5)(α)(β)(γ)(δ), 23, 25, 26 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα Άρθρα 2 και 17
(1)(α)(β) του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, στις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158
(1)/99, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Η Αίτηση είναι πρόωρη ü Η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και δεν παρέχει το νομικό υπόβαθρο για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. ü Η Αίτηση παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. ü Η Αίτηση είναι κακόπιστη, επιδιώκει αλλότριους σκοπούς και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. ü Η Αίτηση έγινε πολύ καθυστερημένα. ü Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας του πραγματικού βάθρου που επικαλούνται οι Αιτητές, ήτοι της νομιμότητας της Διοικητικής Πράξης του Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας και, συνεπώς, δεν υπάρχει νόμιμο πραγματικό βάθρο που να δικαιολογεί την αιτούμενη θεραπεία. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Ιωάννας Χριστοφή στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Το επίδικο ποσό δεν έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Θα καταστεί πληρωτέο και απαιτητό μόνο σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης της έφεσης υπ΄αρ. 91/12 στην απόφαση που εκδόθηκε στην προσφυγή με αρ. 887/10 η οποία καταχωρήθηκε προσβάλλοντας το κύρος και/ή τη νομιμότητα της απόφασης της Ενάγουσας/Αιτήτριας με την οποία είχε επιβάλει το πρόστιμο, αντικείμενο των αγωγών. · Το επίδικο πρόστιμο έχει επιβληθεί παρανόμως και δεν δύναται να εισπραχθεί γιατί δεν έχει διατυπωθεί κατηγορητήριο και δεν έχει λάβει χώρα, κατ΄ αναλογία, η διαδικασία που ακολουθείται στην ποινική δίκη εφόσον η διαδικασία που έχει οδηγήσει στην επιβολή του αξιούμενου ποσού είναι πειθαρχικής φύσεως στην οποία τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 12 του Συντάγματος. · Ο Διοικητής, κατά παράβαση του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος και του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, έχει υποδυθεί τρεις ρόλους. Το ρόλο του ερευνητή, το ρόλο του διώκτη και το ρόλο του Δικαστή και έχει μετατραπεί δικαστής στης ιδίας αυτού υπόθεσης. Ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται η Ενάγουσα/Αιτήτρια να διεκδικεί το επίδικο ποσό. · Η επίδικη αξίωση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο εφόσον η αρμοδιότητα ανήκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας και όχι στο Διοικητή της. · Το επίδικο ποσό είναι το προϊόν απόφασης η οποία λήφθηκε ύστερα από πλάνη περί τα πράγματα και το Νόμο. · Το επίδικο ποσό είναι το προϊόν απόφασης η οποία λήφθηκε ύστερα από λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 17
(1)(α)(ii) των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων. · Στο βαθμό που η προσβαλλόμενη απόφαση βασίσθηκε στο Άρθρο 17
(1)(α)(ii) του πιο πάνω Νόμου, το εν λόγω Άρθρο είναι αντισυνταγματικό γιατί παραβιάζει τα Άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση η οποία βασίσθηκε σε αντισυνταγματικές διατάξεις. · Το επίδικο ποσό είναι το προϊόν απόφασης η οποία λήφθηκε ύστερα από νομική πλάνη αναφορικά με το βάρος και το μέτρο απόδειξης της ενοχής. Η Εναγόμενη κρίθηκε ένοχος της επίδικης παράβασης γιατί δεν έδωσε εξηγήσεις, ήτοι επειδή δεν απέδειξε την αθωότητα της. · Εφόσον το πολιτικό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την νομιμότητα μιας Διοικητικής Πράξης, εδώ των αποφάσεων του Διοικητή, η Αίτηση βασίζεται σε ανύπαρκτο πραγματικό βάθρο. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ Η Αιτήτρια, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, κατεχώρησε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση στην οποία, βασικά, αναφέρει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η αγωγή που καταχωρήθηκε πριν την έκδοση απόφασης στην Έφεση αρ. 91/2012 είναι πρόωρη καθότι η επιβολή διοικητικού προστίμου αποτελεί Διοικητική Πράξη η οποία παραμένει ισχυρή και παράγει τα έννομα αποτελέσματα της μέχρι την ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για εξέταση της Διοικητικής Πράξης ή με αναστολή της Διοικητικής Πράξης, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει, επίσης, ότι η απόφαση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 791 κ.α., παρόλο που έχει εφεσιβληθεί, παραμένει ισχυρή καθότι δεν έχει ανασταλεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση είναι καθαρές και δεν αμφισβητούνται. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως.[2] Η Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης.[3] Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του εγείρουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερομένων προκαταρκτικών προϋποθέσεων το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση.[4] ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2-θ.6 και οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλ. το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Η Δ.18-θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 η οποία πραγματεύεται το ζήτημα αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39-θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο Ενάγων/Αιτητής είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18,θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επανερχόμενη στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύοντας διαπιστώνω ότι διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή και την άμεση εμπλοκή του ιδίου στην παρούσα υπόθεση και της μελέτης από μέρους του εγγράφων που έχει στην κατοχή της η Αιτήτρια. Προκύπτει από τα λεχθέντα του ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18,θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα στα οποία αναφέρεται η ένορκη του δήλωση. Οι Ενάγοντες, συνεπώς, ικανοποιούν και τις τρεις προϋποθέσεις όπως θέτει η Δ.18-θ.1 και, ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης, σύμφωνα με τη νομολογία, μετατοπίζεται στους ώμους των Εναγομένων για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση.[5] Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφορά στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18 .......» Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί.[6] Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (Ι) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. (ΙΙ) Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18-θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου («condescend upon particulars»). H αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239[7], τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη (όπως ήταν τότε) που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (πιο πάνω), ο Εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.[8] Ο εναγόμενος, λοιπόν, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη δικασίμου θέματος, κριτήριο που δεν «.... ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.»[9] Έχοντας το βάρος μετακινηθεί στους ώμους των καθ΄ ων η Αίτηση παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα όσα ισχυρίζονται δίνουν τις επαρκείς εκείνες λεπτομέρειες που θα δικαιολογούσαν άδεια υπεράσπισης. Υπάρχουν στους ισχυρισμούς των εναγομένων και νομικά θέματα καθώς και γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό δικαιολογούν την άδεια. Προχωρώ να εξετάσω τα όσα εγείρουν οι Εναγόμενοι υποστηρίζοντας ότι συνιστούν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτά είναι βασικά τα ακόλουθα: (Ι) Αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης της Αιτήτριας/Ενάγουσας για μια σειρά από λόγους. (ΙΙ) Η ύπαρξη της Έφεσης υπ΄ αρ. 91/2012 στο Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση που εκδόθηκε στην προσφυγή με αρ. 887/10 η οποία καταχωρήθηκε προσβάλλοντας το κύρος και/ή τη νομιμότητα της απόφασης της Αιτήτριας/Ενάγουσας με την οποία έχει επιβάλει το πρόστιμο, αντικείμενο των συνεκδικαζόμενων αγωγών, έχει ως αποτέλεσα το επίδικο πρόστιμο να μην έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Το επίδικο πρόστιμο θα καταστεί πληρωτέο και απαιτητό μόνο σε περίπτωση τελεσίδικης απόφασης και απόρριψης της Έφεσης υπ΄ αρ. 91/2012. Ως εκ τούτου οι αγωγές είναι πρόωρες. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα που εγείρεται ανωτέρω εν πρώτοις να σημειώσω ότι με βάση τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 Ν.66(Ι)/97και, συγκεκριμένα, κατ΄ εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των Άρθρων 17
(10)(α) και 42 του Νόμου αυτού, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο λόγω παραβίασης, μεταξύ άλλων, των προνοιών του Άρθρου 17
(1)(α)(ii) του ιδίου Νόμου, όπως ήταν η προκειμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο λοιπόν των αρμοδιοτήτων του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας είναι και η επιβολή διοικητικών προστίμων σε παραβάτες του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν.66(Ι)/97. Η δε απόφαση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με την οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στους Καθ΄ ων η Αίτηση συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η ορθότητα της οποίας ελέγχεται μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του εξουσίας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 Α.Α.Δ. 589 σε σχέση με απόφαση επιβολής τελωνειακών δασμών στη σελίδα 592: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, με βάση τη νομολογία, οι αποφάσεις των τελωνειακών αρχών στην εκτέλεση των καθηκόντων τους για επιβολή δασμών ανάγονται στον τομέα του δημοσίου δικαίου και μπορούν να ελεγχθούν μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση τις αποκλειστικές εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 146 του Συντάγματος. Έτσι, εάν η χρηματική απαίτηση στην οποία αναφέρεται μία αγωγή είναι το αποτέλεσμα διοικητικής απόφασης για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ΄ ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της απόφασης, η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη.» Στην υπόθεση SIGMA RADIO TV LTD ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 909, η οποία αφορούσε απαίτηση στη βάση ποσού που αποτελούσε διοικητικό πρόστιμο που η εφεσίβλητη είχε επιβάλει στου εφεσείοντες για παράβαση του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου του 1998, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις τέτοιας φύσης που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα τους αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων Pouros & others v. Attorney General
(1980)1 CLR 411, Director of Customs and Excise v. Grecian Hotel
(1985)1 CLR 476, Χρίστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847 και Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 Α.Α.Δ. 589. Τα νομικά θέματα που εγείρονταν με την ένσταση (αλλά και με την έκθεση υπεράσπισης που είχε ήδη καταχωρηθεί) όπως για παράδειγμα η αντισυνταγματικότητα του Νόμου, η πάσχουσα σύνθεση του συλλογικού οργάνου και γενικά όλοι οι λόγοι για τους οποίους γινόταν ισχυρισμός ότι η επιβολή προστίμου είναι παράνομη, ήταν κάτι που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει, επειδή αφορούσε εκτελεστή διοικητική πράξη που αναγόταν στη σφαίρα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, όπου εξετάστηκαν τα θέματα που εγείρονται από τους εφεσείοντες για το παράνομο της απόφασης επιβολής του διοικητικού προστίμου, και στην παρούσα).» Επομένως, είναι σαφές ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την ορθότητα ή νομιμότητα της απόφασης της Αιτήτριας/Ενάγουσας βάση της οποία επεβλήθη το διοικητικό πρόστιμο, παρά μόνο προκύπτει θέμα είσπραξης του προστίμου. Για το παρών Δικαστήριο η χρηματική απαίτηση της Αιτήτριας/Ενάγουσας είναι δεδομένη και η εγκυρότητα της απόφασης βάση της οποίας επεβλήθη το διοικητικό πρόστιμο, επαναλαμβάνω, δεν μπορεί να εξεταστεί. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται ανωτέρω επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι από τα γεγονότα προέκυψε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση είχαν προσβάλει την απόφαση του Διοικητική της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 4/5/10 με τις συνεκδικαζόμενες προσφυγές με αρ. 791/10, 886/10, 887/10 και 889/10 και ότι οι προσφυγές αυτές απορρίφθηκαν με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 28/2/12.[10] Όπως είναι πάγια νομολογημένο η καταχώρηση προσφυγής εναντίον απόφασης της Διοίκησης με την οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δεν αναστέλλει την υποχρέωση για την καταβολή του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου, εκτός, βέβαια, αν το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα αναστολής στο πλαίσιο της προσφυγής που ασκήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με βάση τις εξουσίες που του παρέχονται από το Άρθρο 146 του Συντάγματος, έχει την εξουσία, στην κατάλληλη περίπτωση, να αναστείλει την εφαρμογή της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση της Αιτήτριας/Ενάγουσας με την οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στους Καθ΄ ων η Αίτηση συνιστά εκτελεστή Διοικητική Πράξη η οποία παράγει αποτελέσματα μέχρι να ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι εκκρεμεί η έφεση υπ΄αρ. 91/2012 εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στις πιο πάνω αναφερόμενες συνεκδικασθείσες προσφυγές δεν αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση SIGMA RADIO TV LTD v. Aρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2007 1 Α.Α.Δ. 909: «Στρεφόμενοι στη δική μας υπόθεση, η ορθότητα και νομιμότητα της επιβολής του διοικητικού προστίμου των €15.000 είναι θέμα διοικητικού δικαίου και μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια προσφυγής με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Αν η προσφυγή επιτύχει τότε θα υπάρχει η θεραπεία της αποζημίωσης των αιτητών, είτε με ικανοποίηση τους από την εφεσίβλητη με την επιστροφή των χρημάτων (προστίμου) ή με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, αν η εφεσίβλητη αρνηθεί να ικανοποιήσει την απαίτηση τους. Όπως είχαν τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου γεγονότα, όχι μόνο δεν έδειχναν ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αλλά ούτε και ήσαν τέτοια που να ενδείκνυτο η παραχώρηση άδειας υπεράσπισης της υπόθεσης.» Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλέστηκε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 140 για να εισηγηθεί ότι αυτή υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι πρόωρη σε αίτηση για συνοπτική απόφαση που στηρίχθηκε σε διοικητικό πρόστιμο όπου εκκρεμεί προσφυγή εναντίον της απόφασης με την οποία είχε επιβληθεί το διοικητικό πρόστιμο. Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε αίτηση για συνοπτική απόφαση σε αγωγή με την οποία επιδιώκετο η είσπραξη διοικητικού προστίμου το οποίο είχε επιβληθεί από την εφεσίβλητη Αρχή Ραδιοτηλεόρασης στον Εφεσείοντα. Η Εφεσείουσα είχε καταχωρήσει Υπεράσπιση με την οποία ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή ήταν πρόωρη καθ΄ όσον η απόφαση της Εφεσίβλητης είχε προσβληθεί δυνάμει του Άρθρου 146 και δεν ήταν τελεσίδικη. Στην υπόθεση αυτή το Εφετείο βρήκε ότι στο βαθμό που η κρίση αφορούσε τη νομιμότητα της απόφασης της Αρχής, η Έφεση δεν είχε έρεισμα. Όμως το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει όλους τους λόγους ένστασης και, συγκεκριμένα, κατά πόσο υπήρχε καλή υπεράσπιση και, συνεπώς, κατέληξε στο να απορρίψει την αίτηση για συνοπτική απόφαση δίδοντας στους Εφεσείοντες άδεια να υπερασπιστούν μόνο ως προς την ένσταση που δεν είχε εξεταστεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής που φαίνεται αποτέλεσαν τη βάση της πιο πάνω εισήγησης των Καθ΄ ων η αίτηση: «. Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται η αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική προσλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων» Η πιο πάνω υπόθεση σχολιάστηκε σε μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, συγκεκριμένα, τις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 3/08, 60/08 Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερ. 12/7/10 όπου το πιο πάνω απόσπασμα που παραθέσαμε από την υπόθεση Sigma Radio TV. Public Ltd v. Aρχής Ραδιοτηλεόρας Κύπρου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι δεν αποτελούσαν μέρος του λόγου της έφεσης αλλά εν παρόδω παρατηρήσεις (οbiter dicta) με τις οποίες διαφώνησε. Παραθέτω στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα: «Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο.» Υπό το φως των πιο πάνω η εισήγηση ότι η αγωγή στις πιο πάνω αναφερόμενες συνεκδικαζόμενες υποθέσεις είναι πρόωρη ενόψει του ότι εκκρεμεί αναθεωρητική έφεση κατά της απόφασης στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές όπου προσβλήθηκε η νομιμότητα της απόφασης της Ενάγουσας/Αιτήτριας με την οποία επιβλήθηκε το επίδικο διοικητικό πρόστιμο, δεν ευσταθεί. Ούτε εγείρεται, κατά την άποψή μου, στην προκειμένη περίπτωση το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας με τον τρόπο που το υποστήριξε η πλευρά των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση. Για να το θέσω πιο ξεκάθαρα, δεν προκύπτει θέμα αμφισβήτησης από την Αιτήτρια/Ενάγουσα του δικαιώματος των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση να προσφύγουν στο Δικαστήριο από το γεγονός ότι κατεχωρήθη η υπό κρίση Αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν την έκβαση της αναθεωρητικής έφεσης που ασκήθηκε στις πιο πάνω αναφερόμενες συνεκδικασθείσες προσφυγές. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Κατ΄ ακολουθίαν όλων όσων προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω είναι έκδηλο ότι με τα όσα τέθηκαν από πλευράς Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη Υπεράσπιση. Τίποτα από όσα οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν επικαλεστεί και κανένας ισχυρισμός που προέβαλαν στην παρούσα υπόθεση δεν αποκαλύπτει γεγονότα που να εγείρουν Υπεράσπιση. Ως αποτέλεσμα η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται, συνεπώς, απόφαση ως η παρα.(Α) της Αίτησης. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Ενάγουσα/Αιτήτρια δικαιούται τα έξοδα της. Επιδικάζονται, επομένως, τα έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ [1] Δέστε Μclardy v. Statern 24 Q.B.D.504. [2] Δέστε Jones v. Stones
(1984)A.C.122. [3] Δέστε Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603. [4] Δέστε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333. [5] Δέστε Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.B.262 και Knapp - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.500. [6] Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333. [7] Δέστε, επίσης, VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22. [8] Τίθεται δε στην ίδια απόφαση το ερώτημα όσον αφορά το πώς θα πρέπει ο Δικαστής να ικανοποιηθεί ώστε να αρνηθεί να δώσει συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Και η απάντηση στο ερώτημα δίδεται με το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Director etc of the Mutual Society (1879-80) 5 A.C. (H.L.) 685 από τη σελ.704: «Τhere may very well be facts brought before the judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes, with terms, that the Defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» 9 Δέστε N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912. [10] Δέστε Τεκμήριο 5 στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Φανόπουλου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο