ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΪΜΗ ν. ΑΛΕΚΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3513/07, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3513/07 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΪΜΗ Ενάγοντος και ΑΛΕΚΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Εναγομένου και FARAO ESTATES LTD Τριτοδιάδικου _________________ 31 Μαΐου 2013 Αίτηση ημερομηνίας 12.09.12 για τροποποίηση της υπεράσπισης Για τον αιτητή/εναγόμενο: κα Χ''Ιωάννου Για τους καθ΄ων η αίτηση/ενάγοντες: κα Ανδρέου Για τον τριτοδιάδικο: κα Στυλιανού Ενδιάμεση Απόφαση Η επίδικη αγωγή καταχωρίστηκε την 23.5.07. Ακολούθως, την 21.10.08, ο εναγόμενος καταχώρισε υπεράσπιση. Δυνάμει διατάγματος προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου, διάταγμα ημερομηνίας 30.10.08, ο εναγόμενος άρχισε διαδικασία εναντίον της εταιρείας FARAO ESTATES LTD, στη συνέχεια ο τριτοδιάδικος, με αποτέλεσμα την καταχώριση υπεράσπισης από τον τελευταίο την 12.5.09. Η επίδικη αίτηση είναι ημερομηνίας 14.11.12. Με αυτήν ο εναγόμενος αιτείται τροποποίηση του τίτλου και του σώματος του δικογράφου που έχει καταχωρίσει, δηλαδή της υπεράσπισης. Ζητά εν προκειμένω αντικατάσταση συγκεκριμένων παραγράφων της υπεράσπισης, καθώς επίσης προσθήκη νέων, ώστε να μετεξελιχθεί σε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η νεοφανής ανταπαίτηση που προβάλλει ο εναγόμενος στρέφεται τόσο κατά του ενάγοντα όσο και του τριτοδιαδίκου, ενώ οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η προσθήκη, προωθούν τους ισχυρισμούς στους οποίους εδράζεται η ανταπαίτηση του εναγομένου. Ως εκ των πιο πάνω ο εναγόμενος επιδιώκει να καταστεί ο ίδιος ενάγων εξ ανταπαιτήσεως και να καταστήσει εναγομένους εξ ανταπαιτήσεως τον ενάγοντα και τον τριτοδιάδικο. Η αίτηση του εναγομένου εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.9 κ.10, Δ.21 κ.8, Δ.25 κκ.1 έως 6 και Δ.48 κκ.1 έως 4 και 9, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του εναγομένου. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Ο ενάγων δεν συναίνεσε στο αίτημα και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.21, Δ.23, Δ.25 και Δ.48 κ.4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Σε αυτή την περίπτωση η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Το περιεχόμενο τούτης δεν είναι τίποτα άλλο από επανάληψη των λόγων ένστασης, λόγοι οι οποίοι μεταφέρονται αυτούσιοι. «(
- a)Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και σε μακρό χρόνο και μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και αφού στο μεταξύ η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένες φορές για ακρόαση, αρχής γενομένης την 29.10.2009. (β) Δεν παρέχεται καμία και/ή ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ούτε γιατί δεν προβλήθηκε σε προγενέστερο χρόνο. (γ) Η παρούσα αίτηση γίνεται κακή τη πίστη (Mala Fide) καθότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση τροποποίησης ήταν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους δικηγόρους του Εναγομένου και/ή τον Εναγόμενο κατά την διαδικασία της καταχώρησης της Υπεράσπισης του. (δ) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με την παροχή δεύτερης ευκαιρίας στον Εναγόμενο να παρουσιάσει στα δικόγραφα του ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά πλήρη ανατροπή της ήδη καταχωρηθείσας υπεράσπισης και ουσιαστικά ζητείται η πλήρης μεταβολή της βάσης της. (στ) Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης είναι γενικό, αόριστο και ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της επιτυχίας της αίτησης » Ο τριτοδιάδικος δεν καταχώρισε ένσταση και ούτε συμμετείχε στην ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε. Οι συνήγοροι δεν ζήτησαν αντεξέταση των προσώπων που ορκίζονται τις ένορκες δηλώσεις και έτσι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν επαναλαμβάνω ό,τι αναφέρθηκε από τους συνηγόρους, παρατηρώ όμως ότι και οι δύο περιορίστηκαν σε ανάλυση της Δ.25 και δεν έστρεψαν την προσοχή τους στον κ.8 της Δ.21. Υπό τις περιστάσεις η επισήμανση δεν είναι τυχαία και ούτε δίχως σημασία. Η υπό κρίση αίτηση δεν είναι απλή αίτηση τροποποίησης. Παρ' ότι οι θέσεις και απαιτήσεις του εναγομένου εντάσσονται στο πλαίσιο αίτησης τροποποίησης, δεν εγκαταλείπουν και δεν διαφοροποιούν τον εγγενή τους χαρακτήρα. Εν ολίγοις, οι θεραπείες που ο εναγόμενος ζητά με την επίδικη αίτηση δεν διέπονται, αποκλειστικά, από τις αρχές τροποποίησης. Η τροποποίηση συνιστά μόνο το δικονομικό μέσο εφαρμογής των θεραπειών που ως εκ της φύσεως τους υπόκεινται στον έλεγχο του κ.8 της Δ.21. Όπως αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο του κ. 8 της Δ.21 "8.-
(1)Where a defendant by his defence sets up any counterclaim which raises questions between himself and the plaintiff along with any other persons, he shall add to the title of his defence a further title similar to the title in a statement of claim, setting forth the names of all the persons who, if such counterclaim were to be enforced by cross-action, would be defendants to such cross-action, and shall deliver his defence to such of them as are parties to the action within the period within which he is required to deliver it to the plaintiff" Η εν λόγω διάταξη έτυχε διαπραγμάτευσης στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.α. ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787. Στην εν λόγω υπόθεση η προσοχή του δικαστηρίου επικεντρώθηκε, όπως και εδώ, σε ερμηνεία της φράσης along with any other person, και το πεδίο εφαρμογής τούτης. Η ακόλουθη περικοπή, από τη σελίδα 802 της απόφασης, με ευκρίνεια αποδίδει ό,τι απασχόλησε το δικαστήριο. «Στο Annual Practice 1960, σελ. 505, επεξηγείται ως εξής το πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Αγγλικού θ.11 Δ.21:............ Σε μετάφραση: "Περιορισμοί στην ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού:
(1)Ο ενάγων πρέπει να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση (Harris v. Gamble, 6 Ch. D. 748· Furness v. Booth, 4 Ch. D. 587), άλλως πρέπει να καταφύγουμε στη Δ.16Α στην περίπτωση αξίωσης για αποζημίωση εναντίον συνεναγομένου (Central African Co. v. Grove, 48 L.J. Ex. 510). Ωστόσο το γεγονός ότι ο τριτοδιάδικος δεν μπορούσε να ήταν εναγόμενος στην αξίωση του ενάγοντα δεν κάμνει διαφορά (Turner v. Hednesford Gas Co. 3 Ex. D. 145).
(2)Ο θεσμός αυτός δεν εφαρμόζεται εκεί που η αξίωση του εναγομένου εναντίον του τρίτου προσώπου είναι μόνο διαζευκτική της αξίωσης του εναντίον του ενάγοντα και όχι 'μαζί με αυτή' (Times Cold Storage Co. v. Lowther, [1911] 2 K.B. 100· βλ. Evans v. Buck, 4 Ch. D. 432). Ωστόσο αξίωση εναντίον του ενάγοντα και ενός τρίτου προσώπου από κοινού ή διαζευκτικά κεχωρισμένα είναι επιτρεπτή (Smith v. Buskell [1919] 2 K.B. 362· βλ. Child v. Stenning, 7 Ch. D. 413· Dear v. Sworder, 4 Ch. D. 476).
(3)Ένα τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος δεν μπορεί να συνενωθεί ως συνεγάγων με τον εναγόμενο ... ... ... ... ... ... ... ... ... .
(4)Η ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού πρέπει να αξιώνει θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα ... ... ... ... ... ... ... ... ...". Η πιο πάνω προϋπόθεση με αρ. 2 έχει αποτελέσει τη βάση των επιχειρημάτων της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων. Υποστήριξε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η πιο πάνω παράγραφος γιατί μια προσεκτική ανάγνωση των παραγ. 6, 7, 8 και 14 του δικογράφου των εναγομένων πείθει ότι όλοι οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων αφορούν και τους δύο εφεσείοντες από κοινού ή διαζευκτικά. Έχουμε εξετάσει προσεκτικά το μέρος του επίδικου δικογράφου των εφεσιβλήτων-εναγομένων (παρατίθεται στη σελ. 2, πιο πάνω). Έχουμε την άποψη ότι αποτελεί αξίωση εναντίον του ενάγοντα και του Νίκου Χαραλάμπους από κοινού ή διαζευκτικά. Είναι επομένως επιτρεπτό (βλ. δεύτερο σκέλος της παραγ. 2 πιο πάνω). Ακολουθεί πως οι εναγόμενοι μπορούσαν να επικαλεσθούν το θ.8 της Δ.21 και η περί του αντιθέτου θέση των εφεσειόντων δεν ευσταθεί.» Έχοντας υπόψιν τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές στρέφομαι σε διερεύνηση των δικογράφων της υπό κρίση υπόθεσης. Η υπόθεση του ενάγοντα υποστηρίζει ότι είναι ιδιοκτήτης συγκεκριμένου χώρου στάθμευσης, στον οποίο επεμβαίνει ο εναγόμενος σταθμεύοντας το όχημά του. Μέχρι σήμερα η θέση του εναγομένου εξαντλείτο σε άρνηση των ισχυρισμών της έκθεσης απαιτήσεως και προώθηση του ισχυρισμού ότι ιδιοκτήτης του επίδικου χώρου στάθμευσης είναι ο ίδιος και κανένας άλλος. Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητά να προσθέσει λεπτομέρειες για δύο συμφωνίες που υπέγραψε με τον τριτοδιάδικο. ότι με τη μεταβίβαση αντιλήφθηκε ότι στον τίτλο ιδιοκτησίας που του δόθηκε αναγράφετο αριθμός άλλος από εκείνο που συμφώνησε με τον τριτοδιάδικο. και ότι από το 1996 μέχρι και το 2002 χρησιμοποιούσε τον επίδικο χώρο στάθμευσης και ότι όταν ο ενάγων τοποθέτησε αλυσίδα και εμπόδισε την είσοδο κάλεσε την αστυνομία στην οποία υπέδειξε τις συμφωνίες που υπέγραψε με τον τριτοδιάδικο και τότε ο ενάγων απολογήθηκε. Επιπλέον, επεξηγεί ποιο διαμέρισμα κατέχει έκαστος των διαδίκων και υποστηρίζει ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν μπορεί να προχωρήσει, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του τα έτη 2002 και
- Οι δε αξιώσεις που ζητά να ενσωματώσει στην υπεράσπιση και ανταπαίτησή του εντοπίζονται στις παραγράφους 15 έως και 17 και αναφέρουν ότι «
- Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παράλειψη του εναγομένου 2 στην ανταπαίτηση να εγγράψει στον τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης στο χώρο στάθμευσης που συμφωνήθηκε με τις συμφωνίες ημερ. 10.4.95 και 7.6.95 συνιστά παράβαση συμφωνίας στην εκτέλεση της οποίας ο εναγόμενος επιμένει και επιδιώκει τα κατωτέρω απαιτούμενα διατάγματα και δηλώσεις.
- Διαζευκτικά και μόνο σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα απαιτούμενα διατάγματα και δηλώσεις ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις ύψους €20.000,00 για τις ζημιές που υφίσταται λόγω της παράβασης συμφωνίας επιπλέον δε οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί να πληρώσει στον ενάγοντα
- Και ο εναγόμενος ανταπαιτεί: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του χώρου στάθμευσης αρ.8 στο ισόγειο της πολυκατοικίας επί του ΤΕΜ.770 του Φ/ΣΧ.21/54W1 Τμήμα Β στην Έγκωμη (οδός Πνυταγόρου 4) ανήκει στην εγγραφή Β1320 του διαμερίσματος αρ.1 στον 2ον όροφο της πολυκατοικίας επ' ονόματι του εναγομένου και ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως αποκλειστικός χρήστης του ιδίου ως άνω χώρου στάθμευσης και. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου διατάσσον την εγγραφήν του αποκλειστικού διαμερίσματος χρήσης του ιδίου ως άνω χώρου στάθμευσης αρ.8 επ' ονόματι του εναγομένου διά της διορθώσεως της εγγραφής αρ. Β1320 στην Έγκωμη διά της αντικαταστάσεως του Χώρου Στάθμευσης αρ.2 στο ισόγειο με τον Χώρο Στάθμευσης αρ.8 στο Ισόγειο. Διαζευκτικά και μόνον αν δεν μπορούν αν αποδοθούν οι πάνω θεραπείες: Γ. €20.000,00 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή πρόκληση παράβασης συμφωνίας. Δ. Εναντίον του εναγομένου 2 στην ανταπαίτηση επιπλέον παν ότι τυχόν υποχρεωθεί ο εναγόμενος να πληρώσει στον ενάγοντα. Ε. Νόμιμον Τόκον. ΣΤ. Έξοδα και ΦΠΑ.» Απλή και μόνο ανάγνωση των παραγράφων που ο εναγόμενος ζητά να προσθέσει στο υφιστάμενο δικόγραφό του, αποκαλύπτει ότι η αξίωση που προβάλλει δεν στρέφεται και δεν αφορά και τους δύο εναγομένους εξ ανταπαιτήσεως, δηλαδή τον ενάγοντα και τον τριτοδιάδικο. Δεν είναι κοινή ή έστω διαζευκτική για τους δύο εναγομένους. Δεν παραγνωρίζω ότι το περιεχόμενο των παραγράφων της ανταπαίτησης που προκρίνεται με την τροποποίηση δεν αποσαφηνίζει εναντίον ποιού στέφεται η αξίωση. Εν τούτοις, αυτό δεν διαφοροποιεί το συμπέρασμα ότι η προκρινόμενη τροποποίηση δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του κ.8
(1)της Δ.
- Παρεμβάλλω εδώ ότι η φράση along with δεν είναι απλή δικονομική υποχρέωση, αλλά ουσιαστική. Ό,τι εννοώ είναι πως η σχετική διάταξη δεν ικανοποιείται για μόνο λόγο ότι λεκτικά ο εναγόμενος στρέφει την αξίωση του εναντίον και των δύο, ενάγοντα και τριτοδιαδίκου, ανεξαρτήτως ότι εναντίον του ενός εκ των δύο η αξίωση είναι παντελώς ανυπόστατη, συμπέρασμα που προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφο. Αν ίσχυε αυτό ο κανονισμός θα καταντούσε έρμαιο νομικίστικων προσεγγίσεων και επιτηδευμένων απαιτήσεων. Ως εκ τούτου για να επιτραπεί τέτοια αξίωση πρέπει η έγερσή της εναντίον και των δύο διαδίκων να είναι εύλογη και δικαιολογημένη. Στην προκείμενη περίπτωση είναι ηλίου φαεινότερον ότι τα διατάγματα που ζητά ο εναγόμενος δεν αφορούν τον τριτοδιάδικο αλλά μόνο τον ενάγοντα. Πως άλλωστε να αφορά τον τριτοδιάδικο τη στιγμή που ο περί ου ο λόγος χώρος στάθμευσης εγγράφηκε επ' ονόματι του ενάγοντα και ουδεμία πλέον σχέση έχει με τον τριτοδιάδικο. Αυτή η εγγραφή δεν είναι εικασία αλλά παραδεχτό γεγονός εφόσον ο ίδιος ο εναγόμενος το αποδέχεται στην υπεράσπιση και ανταπαίτησή του. Εν κατακλείδι, η απαίτηση του εναγομένου εναντίον του τριτοδιαδίκου εδράζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας και εξαντλείται σε αποζημιώσεις ύψους €20.000, απαίτηση που ουδόλως αφορά τον ενάγοντα. Παραδόξως, ο εναγόμενος φαίνεται να συμμερίζεται και να κατανοεί τα πιο πάνω συμπεράσματα εφόσον στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως αναφέρει ότι «
- Ως με συμβουλεύουν οι νέοι δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω είναι αναγκαίον να γίνουν ισχυρισμοί περί του ιστορικού και γεγονότων και κωλύματος και στην Υπεράσπιση ούτως ώστε να κριθεί κατά πόσον τα γεγονότα στοιχειοθετούν καλήν υπεράσπιση στην απαίτηση περαιτέρω δε επειδή διεκδικώ το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του χώρου στάθμευσης αρ. 8 ως δικό μου θα πρέπει να εγερθεί ανταπαίτηση τόσον εναντίον του ενάγοντα όσον και εναντίον των FARAO ESTATES LTD. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω η διαδικασία τρτοδιαδίκου δεν μπορεί να μου εξασφαλίσει το ως άνω δικαίωμα αφού το μόνον που μπορεί να επιτευχθεί είναι κάλυψη οποιωνδήποτε ποσών δυνατόν να υποχρεωθώ να πληρώσω στον ενάγοντα.» Δέχεται λοιπόν ότι η αξίωσή του εναντίον του τριτοδιαδίκου περιορίζεται σε συνεισφορά, κάτι το οποίο δεν αφορά τον ενάγοντα, τον οποίο αφορούν τα διατάγματα που δεν στρέφονται εναντίον του τριτοδιαδίκου. Αυτή η θέση αποκαλύπτει του λόγου το ασφαλές, δηλαδή ότι οι αξιώσεις που ζητείται να προστεθούν με την τροποποίηση δεν είναι κοινές για τους δύο εναγομένους. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η ανταπαίτηση που ο εναγόμενος επιθυμεί να εγείρει εναντίον του ενάγοντα και του τριτοδιαδίκου δεν αφορά και τους δύο, υπό την έννοια ότι δεν είναι κοινή, έστω διαζευκτικά, αλλά διαφορετική και εντελώς ανεξάρτητη. Συνακόλουθα θα συνιστούσε αντινομία αν το δικαστήριο, προστάτης της δικονομικής τάξης, ενέκρινε τροποποίηση που θα οδηγούσε σε κατάρτιση δικογράφου που καταστρατηγεί τους δικονομικούς κανόνες. Γι' αυτό το λόγο η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Εφόσον το ζήτημα δυνατό να προχωρήσει και σε δεύτερο βαθμό, κρίνω ότι είναι ορθό να εκφράσω άποψη και για το αίτημα τροποποίησης αυτό καθ' εαυτό. Δικαίως οι συνήγοροι αναφέρουν ότι η έκδοση διατάγματος τροποποίησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
- Η θεμελιακή αρχή με ευκρίνεια αποδίδεται στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, 938 όπου αναφέρθηκε ότι. «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here."................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Παρά την ομολογουμένως φιλελεύθερη προσέγγιση η νομολογία καθιέρωσε παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης και καθορίζουν την τύχη του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ.223, 228 η οποία περιόρισε την άσκηση της γενικής αρχής ως ακολούθως. "Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι αμέλεια δικηγόρου να θέσει από την αρχή το ζήτημα στο σωστό πλαίσιο, και υποβολή αιτήματος μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν αποτελούν εμπόδιο έγκρισης του, νοουμένου ότι κρίνεται δίκαιο να διαταχθεί η τροποποίηση (βλ. Χριστοδούλου, πιο πάνω). Δεν παραγνωρίζεται εντούτοις ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, δηλαδή ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο αλλά η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Ένας εκ των λόγων ένστασης είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει εκ βάθρων την υπεράσπιση του εναγομένου. Περί τούτου, δηλαδή ριζικής διαφοροποίησης, δεν υπάρχει αμφιβολία. Προηγουμένως η υπεράσπιση του εναγομένου συνίστατο σε στεγνή άρνηση ενώ με την τροποποίηση ζητείται η προσθήκη ουσιωδών λεπτομερειών και ισχυρισμών που υποστηρίζουν ανταπαίτηση. Παρ' όλα αυτά, η διαπίστωση και μόνο ότι προωθείται νέα βάση υπεράσπισης δεν οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας, 25.04.12, όπου αναφέρθηκε ότι. «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707).» Ως εκ των πιο πάνω, η εισαγωγή και μόνο νέας βάσης υπεράσπισης, δεν είναι καταστροφικό για την αίτηση. Στη δοσμένη περίπτωση δεν διαπιστώνω λόγο απόκλισης από την πιο πάνω νομολογιακή αρχή και έτσι οι σχετικές αιτιάσεις του ενάγοντα απορρίπτονται. Ό,τι αποκτά ιδιαίτερη σημασία είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου στην τρίτη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, ότι η τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία μετά την αλλαγή δικηγόρου. Ο εναγόμενος επεξηγεί ότι αν και ανέφερε όλα τα σχετικά γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο που προσέλαβε, η έγερση ανταπαίτησης δεν κρίθηκε αναγκαία, ενώ στη συνέχεια ο δεύτερος δικηγόρος, δηλαδή ο νυν δικηγόρος του εναγομένου, έκρινε τούτη απολύτως απαραίτητη. Δεν αποτελεί καινοτομία ότι σφάλμα δικηγόρου δεν συνιστά λόγο τροποποίησης. Ανάλογα ισχύουν και για την αλλαγή δικηγόρου. Τέτοιο αίτημα υπεβλήθη στο δικαστήριο στην υπόθεση Γραμμές Στριντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 και απεφασίσθη ότι. «Η μόνη εξήγηση η οποία παρέχεται στην ένορκη ομολογία η οποία υποστηρίζει την αίτηση, για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Ο νέος δικηγόρος των εναγομένων κρίνει την τροποποίηση αναγκαία μετά από επαναθεώρηση της υπόθεσης των πελατών του. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση.» Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Όλα τα ουσιώδη γεγονότα ήταν γνωστά στον εναγόμενο από την πρώτη στιγμή, δηλαδή από την 21.10.08 που καταχώρισε την υπεράσπισή του. Η υποβολή του αιτήματος μετά πάροδο 4 ετών εδραζώμενη στο λόγο που επικαλέστηκε, δηλαδή αλλαγή δικηγόρου, κρίνω ότι δεν συνιστά επαρκή αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Ως εκ τούτου, και γι' αυτό τον πρόσθετο λόγο δεν θα επέτρεπα την αιτούμενη τροποποίηση. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του εναγομένου και υπέρ του ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο