← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία LINKCRAFT LTD, Αρ. Αίτησης: 557/2011, 31/5/2013

Αναφορικά με την Εταιρεία LINKCRAFT LTD, Αρ. Αίτησης: 557/2011, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 557/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Αναφορικά με την Εταιρεία LINKCRAFT LTD και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας ALPIX TRADE & INVESTMENTS LTD, για την εκκαθάριση της πιο πάνω εταιρείας 31 Μαΐου, 2013 Για την αιτήτρια: κος Γ. Γεωργιάδης Για τις καθ' ών η αίτηση: κος Πολ. Παναγίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση στρέφεται εναντίον της εταιρείας LINKCRAFT LTD (στη συνέχεια η εταιρεία) και υποβάλλεται από την ALPIX TRADE & INVESTMENTS LTD (στη συνέχεια η ALPIX). Ενδιαφερόμενο μέρος είναι άλλες δύο εταιρείες. Είναι τούτες. η LINKHOLD LTD (στη συνέχεια η LINKHOLD) και η ABACUS (CYPRUS) LIMITED (στη συνέχεια η ABACUS). Αντικείμενο της αίτησης είναι η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας και ο διορισμός του Μάριου Πρώιου ως εκκαθαριστή τούτης. Η αίτηση εδράζεται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και συγκεκριμένα τα άρθρα 209, 211 (στ), 213, 214, 215, 216, 217 και 218, στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, κκ 3, 4, 6 και 8, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς, κ. 92, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ 1, 4, 5, 6 και 9, Δ.30 κκ 1-5 και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Ας σημειωθεί από τώρα ότι η αίτηση υποστηρίζεται από δήλωση που ορκίζεται ο Anton Pilagov (στην συνέχεια ο Pilagov). Το περιεχόμενο τούτης πραγματεύομαι πιο κάτω. Οι εταιρείες LINKHOLD και ABACUS, δηλαδή τα ενδιαφερόμενα μέρη, δεν συναίνεσαν στο αίτημα και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Και σε αυτή την περίπτωση η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση την οποία ορκίζεται ο Alexander Sokolov (στη συνέχεια ο Sokolov). Το περιεχόμενο αυτής της δήλωσης επίσης πραγματεύομαι πιο κάτω. Για την ώρα σημειώνω ότι η ένσταση εδράζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 126-128, 141-157, 177-178, 203-210, 211(στ), 212-218 και 214

(2), στους περί Εταιρειών Κανονισμούς 1-12, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς κ 92, στον περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμο Ν.101/87άρθρο 8, στον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο Ν.84/79άρθρο II
(3)του πίνακα, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ 1-4 και 8 στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στη σχετική νομολογία. Δεν κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους τους εκτεταμένους και πολυσχιδής λόγους ένστασης, η απόφαση που ακολουθεί αναδεικνύει ό,τι έχει εγερθεί. Εφόσον καμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση η μαρτυρία περιορίστηκε στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, και η ακροαματική διαδικασία στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν επαναλάβω ό,τι οι συνήγοροι ανέφεραν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους εφόσον πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο, σχολιάζω τις σχετικές εισηγήσεις. Μνεία όμως οφείλεται στις προεκτάσεις της επιλογής των συνηγόρων να μην αντεξετάσουν τους ομνύοντες των ενόρκων δηλώσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας, ιδιαίτερα του Sokolov, να παραμείνει αναμφισβήτητο. Εστιάζω την προσοχή μου στη μαρτυρία του Sokolov εφόσον η ένορκη δήλωση τούτου ακολούθησε τη δήλωση του Pilagov, και ήγειρε νέους ισχυρισμούς οι οποίοι έμειναν αναπάντητοι και αναμφισβήτητοι. Περαιτέρω, από αντιπαραβολή των εν λόγω ισχυρισμών με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού διαπιστώνω ότι όχι μόνο δεν είναι εξωπραγματικοί, αλλά και ότι υποστηρίζονται από τη μαρτυρία, δηλαδή την ένορκη δήλωση του Pilagov και τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν από τους ομνύοντες Pilagov και Sokolov. Τέλος, σημειώνεται ότι η πλειοψηφία των ισχυρισμών που προωθούνται με την αίτηση είναι παραδεχτή. Ως εκ των πιο πάνω, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού διαπιστώνω τα ακόλουθα. Η εταιρεία συστάθηκε την 13.6.07. Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Pilagov. Εκείνος που προέβη στη σύσταση της εταιρείας είναι η LINKHOLD και όχι η LINΚHOLD μαζί με την ALPIX. Για κάθε ουσιώδη χρόνο το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 3, Julia House, Λευκωσία. Ο σκοπός της εταιρείας διαπιστώνεται από το καταστατικό της (βλ. τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Για ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία σημασία έχει ότι η κύρια απασχόληση της εταιρείας έχει να κάνει με εμπορικές δραστηριότητες που αφορούν ακίνητη περιουσία. Για κάθε ουσιώδη χρόνο αξιωματούχοι της εταιρείας είναι ο Σωτηράκης Κουπεπίδης και η Στέλλα Ραουνά, διευθυντές, και η εταιρεία ZET SECRETARIAL LTD, γραμματέας (βλ. τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Με την ίδρυση της εταιρείας μοναδικός μέτοχος ήταν η εταιρεία ABACUS, η οποία κατείχε το σύνολο των εκδοθέντων μετοχών, ήτοι 2.000 μετοχές, εξ ονόματος της LINKHOLD. Το ονομαστικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι €10.000 διαιρεμένο σε 10.000 μετοχές προς €1 έκαστη. Ο κατάλογος των μετόχων διαφοροποιήθηκε την 5.12.07. Τότε ήταν που η ALPIX κατέστη μέτοχος της εταιρείας, δηλαδή απέκτησε 1.500 μετοχές. Κατά τον ίδιο χρόνο το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε από 2.000 σε 3.000 και κατ' επέκταση, το ήμισυ του εκδοθέντος κεφαλαίου αποκτήθηκε από την ALPIX ενώ το υπόλοιπο, δηλαδή οι άλλες 1.500 μετοχές, παρέμειναν στην κατοχή της ABACUS, και πάλιν εξ ονόματος της LINKHOLD. Ως εκ τούτου, από την 5.12.07 και εντεύθεν οι εταιρείες ALPIX (δηλαδή η αιτήτρια) και ABACUS κατέχουν ίσο αριθμό μετοχών του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Η ABACUS κατέχει τις μετοχές όχι για ίδιον όφελος αλλά εξ ονόματος της LINKHOLD. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν έχει διαφοροποιηθεί μέχρι και σήμερα και αυτός είναι και ο λόγος που οι δύο τελευταίες εταιρείες, ABACUS και LINKHOLD, συμπορεύονται στην ένσταση κατά της αίτησης. Για ό,τι αφορά την ALPIX σημειώνεται ότι ιδρύθηκε στις 10.8.01, το εγγραμμένο γραφείο της είναι στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, και ότι από την ίδρυση της μέχρι σήμερα διευθυντής τούτης είναι ο Hans Buchel (βλ. τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Η δε LINKHOLD συστάθηκε την 21.06.07 και το εγγεγραμμένο γραφείο της είναι το ίδιο με εκείνο της εταιρείας. Ανάλογα ισχύουν και για τους δύο διευθυντές της LINKHOLD. Είναι τούτοι τα ίδια πρόσωπα με τους διευθυντές της εταιρείας. Αναμφισβήτητα είναι και τα γεγονότα που περιβάλλουν τη συμφωνία των εταιρειών ALPIX και LINKHOLD για αγορά μέρους του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας από την πρώτη. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η LINKHOLD ήταν ιδιοκτήτρια μεγάλης ακίνητης περιουσίας στο χωριό Gukovka της επαρχίας Odintsovski στην ευρύτερη περιοχή της Μόσχας. Το Σεπτέμβριο του 2007 πρόθεση της LINKHOLD να αξιοποιήσει την εν λόγω ακίνητη περιουσία ανεγείροντας κτηριακό συγκρότημα την οδήγησε σε συνομιλίες με την ALPIX που είχε την τεχνογνωσία και εμπειρία. Εκ μέρους της ALPIX συμμετείχε στις συζητήσεις ο Nikolay Pilagov, ιδιοκτήτης της ALPIX και θείος του ομνύοντα τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και εκ μέρους της LINKHOLD ο Sokolov, δηλαδή ο ομνύων την ένσταση. Την 23.11.07 οι δύο εταιρείες, ALPIX και LINKHOLD, υπέγραψαν συμφωνία τιτλοφορούμενη Agreement of Purchase and Sale of Securities (βλ. τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Pilagov-στη συνέχεια η πρώτη συμφωνία). Τους όρους τούτης της συμφωνίας πραγματεύομαι πιο κάτω. Για την ώρα δεν έχει σημασία τι ακριβώς διαλάμβανε η πρώτη συμφωνία, όπως ούτε ποιο ήταν το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των μετοχών που αγοραστήκαν. Σε αυτό το στάδιο εκείνο που αξίζει να αναφερθεί είναι πως οι δύο εταιρείες συμφώνησαν ότι η LINKHOLD θα μεταβίβαζε στην εταιρεία, δηλαδή την LINKCRAFT, την πιο πάνω ακίνητη περιουσία, και ότι η ALPIX θα αγόραζε το ήμισυ των εκδοθέντων μετοχών της εταιρείας-κατά τον ίδιο χρόνο εκδόθηκαν άλλες 1.000 μετοχές αυξάνοντας έτσι το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο στις 3000 μετοχές - έναντι του ποσού των USD3.000.000, ποσό που θα καταβάλλετο στην LINKHOLD. Μεταξύ των ετών 2006 και 2007 η αξία της ακίνητης περιουσίας που κατείχε η LINKHOLD, η οποία εν τέλει μεταβιβάστηκε στην εταιρεία, ανέρχετο σε USD7.863.900. Κατά τον ίδιο χρόνο η αξία των ακινήτων στη Ρωσσία είχε ανοδική πορεία (βλ. τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας οι δύο εταιρείες συνήψαν και δεύτερη συμφωνία. Τούτη η δεύτερη συμφωνία, ημερομηνίας 15.2.08, είναι η συμφωνία μετόχων (Shareholders Agreement, βλ. τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Pilagov-στη συνέχεια η δεύτερη συμφωνία). Αντικείμενο της συμφωνίας μετόχων είναι ο προσδιορισμός των υποχρεώσεων ενός έκαστου, δηλαδή ALPIX και LINKHOLD, στην κοινή πορεία που έχουν στην εταιρεία. Παρ' ότι σε αυτό το στάδιο δεν πραγματεύομαι το σύνολο των όρων της συμφωνίας μετόχων, για καλύτερη αντίληψη όσων ακολουθούν σημειώνω ότι η συμφωνία διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και αντισταθμιστικά μέτρα σε περίπτωση που οι σχέσεις των μερών οδηγηθούν σε αδιέξοδο, Deadlock Correction (βλ. παραγράφους 5 έως 5.4 στο τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Από την αναμφισβήτητη μαρτυρία του Sokolov ευκρινώς προκύπτει ότι τα μέρη, ALPIX και LINKHOLD, κατέληξαν στη δεύτερη συμφωνία αφού πρώτα συμφώνησαν τον τρόπο ανάπτυξης και αξιοποίησης της γης (project concept). Το τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του Sokolov υποστηρίζει την ορθότητα του σχετικού ισχυρισμού. Το εν λόγω τεκμήριο είναι ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Pilagov σε συνεργάτη του Sokolov και εισηγείται διαχωρισμό της γης σε δύο ίσα μέρη. Τα δε αρχιτεκτονικά σχέδια αποτελούν μέρος του μηνύματος και αποκαλύπτουν ότι συμφωνήθηκε ανέγερση ενός ανεξάρτητου κτηρίου σε κάθε ένα των δύο τεμαχίων που θα προέκυπταν από το διαχωρισμό. Άλλο ένα στοιχείο που αναδεικνύει τις συζητήσεις που προηγήθηκαν μεταξύ των εταιρειών ALPIX και LINKHOLD και οι οποίες οδήγησαν στη δεύτερη συμφωνία, είναι τα τεκμήρια 4 και 6 στην ένορκη δήλωση του Sokolov. Είναι τούτα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξαν τα μέρη, το περιεχόμενο των οποίων αποκαλύπτει συγκλήσεις επί συγκεκριμένων ζητημάτων που εν τέλει ενσωματώθηκαν στη δεύτερη συμφωνία. Σημειώνεται ότι τα τεκμήρια 4 και 6 είναι ημερομηνίας 14.2.08 και 7.2.08 αντίστοιχα τη στιγμή που η δεύτερη συμφωνία υπεγράφη την 15.2.08, καθώς ότι τα εν λόγω μηνύματα παραπέμπουν σε όρους της συμφωνίας σε περίπτωση κατάστασης αδιεξόδου και στην operating ή development εταιρεία που θα συστήνετο από τα μέρη. Επιπλέον, η δεύτερη συμφωνία, ημερομηνίας 15.2.08, κάνει λόγο σε project (βλ παράγραφο (
  1. d)της συμφωνίας-τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Pilagov), στοιχείο που φανερώνει ότι μαζί με τη συμφωνία συμφωνήθηκε και η μεθοδολογία ανάπτυξης του έργου, ενώ οι αναφορές στις παραγράφους 5.2, 5.2.1 και 5.2.2 της συμφωνίας, ότι σε περίπτωση αδιεξόδου έκαστος των μετόχων θα καταστεί ιδιοκτήτης ενός εκ των δύο οικοπέδων που θα προκύψουν και ότι η εταιρεία θα παραμείνει ιδιοκτήτης εκείνου του μέρους που θα χρησιμοποιηθεί για κατασκευή δρόμου, φανερώνει, εμμέσως, ότι αυτή ήταν και η απόφαση που λήφθηκε για ανάπτυξη της γης, ανεξαρτήτως αδιεξόδου. Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι πριν την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, ημερομηνίας 15.2.08, οι δύο πλευρές συμφώνησαν το σχέδιο ανάπτυξης (project concept) και ότι βασικό χαρακτηριστικό τούτου ήταν πως η ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας θα διαιρείτο σε δύο οικόπεδα και ότι σε καθ' ένα εξ αυτών θα κτίζετο ένα ανεξάρτητο κτήριο (βλ. αρχιτεκτονικά σχέδια-τεκμήρια 10 και 11 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Πέραν των πιο πάνω την 3.1.08 οι εταιρείες ALPIX και LINKHOLD χορήγησαν την εταιρεία PricewaterhouseCoopers Ltd με πληρεξούσιο (Letter of Engagement) να διευθύνει την περί ου ο λόγος εταιρεία (βλ. τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Στο τεκμήριο 5 επισυνάπτεται πίνακας προσώπων που οι ενδιαφερόμενοι κατονόμασαν και εξουσιοδότησαν την PricewaterhouseCoopers να αποδέχεται την υπογραφή τους. Ό,τι αναδεικνύεται από το τεκμήριο 5 είναι η επανάληψη της πρόθεσης των μερών ότι θα συνέστηναν ή προσελάμβαναν τρίτη εταιρεία-Operating ή Development company- η οποία θα αναλάμβανε την ανέγερση των κτηρίων καθ' ον χρόνο η ιδιοκτησία της γης θα παρέμενε στην εταιρεία, δηλαδή την LINKCRAFT. Παρεμβάλω εδώ ότι η σχετική πρόθεση των μερών επαναλήφθηκε τόσο στη δεύτερη συμφωνία (βλ. παραγράφους c και d του προοιμίου της συμφωνίας ημερομηνίας 15.2.08), όσο και στο τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Sokolov, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα που αντάλλαξαν τα μέρη. Την 11.3.08 η εταιρεία χορήγησε τον Pilagov με πληρεξούσιο-βλ. τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Pilagov- που τον εξουσιοδοτούσε να την αντιπροσωπεύει ενώπιον ομοσπονδιακών και τοπικών αρχών αναφορικά με εγγραφή στην αρμόδια φορολογική αρχή, αλλαγή χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας και προώθηση και επίλυση διάφορων αναγκαίων διαδικασιών. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι όλως παραδόξως η ALPIX δεν κάνει καμία αναφορά στα γεγονότα που μεσολάβησαν από την 11.3.08 μέχρι και την 17.11.08, ημερομηνία που πραγματοποιήθηκε η πρώτη έκτακτη γενική συνέλευση που ζήτησε η ALPIX. Ανέφερα παραδόξως καθ' ότι η μαρτυρία του Sokolov αποκαλύπτει πως σε αυτό το μεσοδιάστημα εκτυλίχθηκαν γεγονότα που διαδραμάτισαν σοβαρό ρόλο στις σχέσεις των δύο μερών. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι την 18.6.08, δηλαδή τέσσερις μόλις μήνες μετά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, η ALPIX απέστειλε στην LINKHOLD επίσημη ειδοποίηση αδιεξόδου-Deadlock Notice- (βλ. τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Μάλιστα, της επίσημης ειδοποίησης προηγήθηκε πρόχειρο δείγμα ημερομηνίας 28.5.08 (βλ. τεκμήριο 8 στη ένορκη δήλωση του Sokolov). Σε αυτή την πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου η LINKHOLD απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 25.6.08 (βλ. τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Με την επίσημη ειδοποίηση αδιεξόδου, τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Sokolov, η ALPIX ισχυρίστηκε ότι οι μέτοχοι επέλεξαν την εταιρεία Sundrio Development Inc ως operating company, και ότι στην εν λόγω εταιρεία ανατέθηκαν καθήκοντα υλοποίησης του σχεδίου (project). Υποστήριξε περαιτέρω ότι η εν λόγω εταιρεία (Sundrio) προέβη σε επιλογή αρχιτεκτονικών σχεδίων που αφορούν το έργο που θα ανεγείρετο. Αυτό μάλιστα σε συνεργασία με συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό γραφείο (StoryConsultGroup). Στην ίδια επιστολή η ALPIX ισχυρίστηκε ότι αν και η ίδια ενέκρινε τις πιο πάνω εργασίες, η LINKHOLD δεν έπραξε κάτι ανάλογο και αυτό παρ' ότι οι συζητήσεις που διεξήχθησαν διάρκεσαν πέραν του ενός μηνός. Καταλήγει εν προκειμένω ότι σε περίπτωση ένστασης από την LINKHOLD δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι η διαδικασία βρίσκεται σε τέλμα και ζητά όπως η εν λόγω επιστολή εκληφθεί ως ειδοποίηση αδιεξόδου. Στην ίδια επιστολή επισυνάπτονται και τα αρχιτεκτονικά σχέδια που η ALPIX επικαλείται στην επιστολή της και κύριο χαρακτηριστικό τούτων είναι ότι το κτήριο είναι ένα και ενιαίο. Στην απαντητική επιστολή της LINKHOLD προς την ALPIX (τεκμήριο 9) τίθεται αριθμός ζητημάτων και ενστάσεων αναφορικά με το περιεχόμενο της ειδοποίησης αδιεξόδου. Βασική ένσταση που εγείρεται είναι. πότε απεφάσισαν οι μέτοχοι της εταιρείας, δηλαδή της LINKCRAFT, το διορισμό της εταιρείας Sundrio ως operating company, επί του προκειμένου η LINKHOLD ισχυρίζεται ότι ουδέποτε λήφθηκε τέτοια απόφαση, και περαιτέρω, για ποιο λόγο διαφοροποιήθηκε η ιδέα του προγράμματος (project concept), δηλαδή από δύο κτήρια σε δύο οικόπεδα μετατράπηκε σε ένα επί του όλου της ακίνητης περιουσίας. Αναφορικά με την αλλαγή του αρχιτεκτονικού σχεδίου σχετικές είναι και οι ενέργειες της ALPIX ημερομηνίας 26.6.08. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι εκείνη την ημερομηνία, 26.6.08, η εταιρεία παρουσιάστηκε σε προγραμματισμένη ακρόαση ενώπιον της αρμόδιας τοπικής αρχής. Παρ' ότι στο φάκελο της υπόθεσης ευρίσκοντο κατατεθειμένα αρχιτεκτονικά σχέδια που δείκνυαν ανέγερση δύο κτηρίων, αντιπρόσωπος της ALPIX προσκόμισε νέο και διαφορετικό αρχιτεκτονικό σχέδιο, δηλαδή σχέδιο που απεκάλυπτε ότι θα ανεγείρετο ένα ενιαίο κτήριο. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε αναστάτωση που οδήγησε σε αναβολή της ακρόασης. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον της τοπικής αρχής, τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του Sokolov. Πέραν του τεκμηρίου 9, επιστολή ημερομηνίας 25.6.08, η LINKHOLD απέστειλε στην ALPIX άλλες δύο επιστολές με τις οποίες ζητούσε εξηγήσεις για την πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου. Η πρώτη επιστολή είναι ημερομηνίας 22.7.08 και είναι το τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του Sokolov, ενώ η επόμενη είναι ημερομηνίας 22.10.08 και είναι το τεκμήριο 15 στην ίδια ένορκη δήλωση. Αντί απάντησης η ALPIX αποτάθηκε στην PricewaterhouseCoopers, σε τρεις περιπτώσεις, ζητώντας επιβεβαίωση ότι υφίστατο κατάσταση αδιεξόδου. Οι τρεις επιστολές της ALPIX προς την PricewaterhouseCoopers, ημερομηνίας 30.6.08, 19.7.08, και 17.7.08 είναι το τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του Sokolov. Εν τέλει οι επιστολές της LINKHOLD αναφορικά με την επιστολή αδιεξόδου που απέστειλε η ALPIX, απαντήθηκαν από την τελευταία την 18.11.08 (βλ. τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Στην εν λόγω επιστολή η ALPIX εξέφρασε τη βούληση να συζητήσει με τη LINKHOLD, τόνισε όμως ότι από την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας η τελευταία ουδεμία πρόταση προώθησε. Επιπλέον, πρόβαλε τη θέση ότι δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας η operating company δεν θα ήταν τίποτα άλλο από όχημα υλοποίησης του απώτερου στόχου, αφήνοντας να νοηθεί ότι δια αυτό το λόγο οι ενέργειες της παρέκαμψαν αυτή την πτυχή της συμφωνίας, και τόνισε περαιτέρω, ότι η εταιρεία, δηλαδή η LINKCRAFT, χρειάζεται ποσό USD800.000 ώστε να χρηματοδοτήσει την αρχιτεκτονική εργασία, ανεξαρτήτως σύστασης ή μη της operating company. Εις αντίδραση τούτης της επιστολής, τεκμήριο 16, η LINKHOLD απέστειλε στην ALPIX την επιστολή ημερομηνίας 13.1.09, με την οποία επαναλάμβανε και επεξηγούσε τις ενστάσεις που ήγειρε στην πρώτη επιστολή αδιεξόδου (βλ. τεκμήριο 17 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Στην εν λόγω επιστολή η LINKHOLD ανέφερε ότι ο λόγος δια τον οποίον συνεταιρίστηκε με την ALPIX ήταν η τεχνογνωσία της σε οικοδομικά έργα και η ικανότητα της να εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους. Γι' αυτό άλλωστε, τόνισε η LINKHOLD, οι μετοχές της εταιρείας πωλήθηκαν με σημαντική έκπτωση. Δυνάμει των συμφωνιών αναμένετο από την ALPIX να προβεί σε προτάσεις, εφόσον εκείνη είχε τον πρώτο λόγο, οι οποίες όμως θα ήτο στο πλαίσιο των διατάξεων των σχετικών συμφωνιών. Επί του προκειμένου, θέση της LINKHOLD είναι ότι η operating company που θα συστήνετο σκοπούσε σε αναχαίτιση οικονομικών επιδρομέων που θα προσπαθούσαν να καταλάβουν την εταιρεία. Γι' αυτό λοιπόν το λόγο η αντίθετη αντιμετώπιση από την ALPIX παραβιάζει τη σχετική συμφωνία. Επιπλέον, συμφώνα πάντα με την LINKHOLD, η δεύτερη συμφωνία προνοούσε για δύο ανεξάρτητα κτήρια και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις της ALPIX παραβιάζουν τη συμφωνία. Εν τούτοις, η LINKHOLD διατυμπάνιζε την πρόθεσή της για συνέχιση της συνεργασίας των μερών στο πλαίσιο των δύο συμφωνιών. Ας σημειωθεί ότι η σχετική επιστολή απεστάλη στην ALPIX όχι μόνο εις απάντηση της επιστολής ημερομηνίας 18.11.08 αλλά και ως αντίδραση στην απαίτηση της ALPIX για σύγκληση δεύτερης έκτακτης γενικής συνέλευσης. Για τις έκτακτες γενικές συνελεύσεις διαπιστώνω τα ακόλουθα. Την 17.11.08 και 15.1.09 συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας κατόπιν αιτήματος της ALPIX. Οι επιστολές που οδήγησαν στις γενικές συνελεύσεις είναι το τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του Pilagov. Η ημερομηνία που φέρουν τούτες οι επιστολές είναι 25.9.08 και 3.12.08 αντίστοιχα. Στις δύο αυτές γενικές συνελεύσεις η ALPIX πρότεινε την έκδοση επιπρόσθετων μετοχών προς τους υφιστάμενους μετόχους ώστε, όπως υποστήριξε, να αντληθούν κεφάλαια για αποπληρωμή συγκεκριμένων εξόδων και για χρηματοδότηση του σχεδιασμού του οικοδομικού έργου που θα ανεγείρετο. Περαιτέρω, η ALPIX πρότεινε πρόσληψη της εταιρείας ZAO Story consult group ως αρχιτέκτονα του οικοδομικού έργου. Και στις δύο γενικές συνελεύσεις η LINKHOLD δεν συναίνεσε στις προτάσεις της ALPIX. Τo πρακτικό της πρώτης έκτακτης γενικής συνέλευσης είναι το τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του Pilagov, ενώ το πρακτικό της δεύτερης έκτακτης γενικής συνέλευσης είναι το τεκμήριο 13 στην ίδια ένορκη δήλωση. Σε αυτό το τελευταίο τεκμήριο (τεκμήριο 13) ενσωματώνεται και γραπτώς η αντίθεση της LINKHOLD στην πρόταση της ALPIX. Παρεμβάλω εδώ ότι στο μεσοδιάστημα, συγκεκριμένα την 20.11.08, ο Pilagov απέστειλε σε αξιωματούχο της LINKHOLD, συγκεκριμένα στη Στέλλα Ραουνά, ηλεκτρονικό μήνυμα που επιβεβαίωνε ότι διορίστηκε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της LINKCRAFT, ότι προέβη σε αριθμό ενεργειών δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου, και ότι ήτο πρόθυμος, αν του ζητείτο από τους πληρεξουσιοδότες, δηλαδή τους διευθυντές της LINKCRAFT όπως αναφέρει, να παραδώσει υπόμνημα με τις ενέργειές του. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα είναι το τεκμήριο 18 στην ένορκη δήλωση του Sokolov. Στη συνέχεια, την 4.2.09 η ALPIX απέστειλε στην LINKCRAFT και στην LINKHOLD επιστολή στην οποία εξιστορούσε την εμπλοκή που είχε στην προώθηση των σκοπών της εταιρείας, τους λόγους δια τους οποίους συγκάλεσε τις δύο γενικές συνελεύσεις, τα προβλήματα -τεχνικά και οικονομικά- που αντιμετώπιζε η εταιρεία, την άρνηση που συνάντησε από την LINKHOLD, καθώς ότι, κατά την αντίληψή της, η όλη διαδικασία βρίσκετο σε κατάσταση αδιεξόδου (deadlock), ως αυτή ερμηνεύεται στον όρο 5 της δεύτερης συμφωνίας (βλ. τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Το εν λόγω τεκμήριο είναι η δεύτερη επιστολή αδιεξόδου. Την 6.4.09 η ALPIX απέστειλε στις LINKCRAFT και LINKHOLD νέα επιστολή, τιτλοφορούμενη Re Deadlock, και πρότεινε ενεργοποίηση σχετικής ρήτρας της δεύτερης συμφωνίας, δηλαδή της παραγράφου 5.2.01, η οποία διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση αδιεξόδου η ακίνητη περιουσία της εταιρείας διαμοιράζεται μεταξύ των μετόχων (Shareholders Agreement, βλ. τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Επιπλέον, με την επιστολή 6.4.09 αναφέρετο ότι η εταιρεία υποχρεούτο να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις στην αρμόδια αρχή και να πληρώσει τις αντίστοιχες φορολογίες, και γι' αυτό το λόγο ζητείτο από την LINKHOLD να δώσει οδηγίες στους διευθυντές της εταιρείας να υπογράψουν τις σχετικές δηλώσεις και να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά. Πέραν τούτης της επιστολής η ALPIX απέστειλε άλλες τρεις επιστολές που σχετίζοντο με την δεύτερη επιστολή αδιεξόδου. Τούτες οι επιστολές, ημερομηνίας 20.4.09, 14.5.09 και 23.9.09 αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 9 στην ένορκη δήλωση του Pilagov. Επί του προκειμένου δεν αποδέχομαι τη θέση της ALPIX ότι η LINKHOLD αποδέχθηκε ότι οι σχέσεις των δύο πλευρών εισήλθαν σε κατάσταση αδιεξόδου, ότι συναίνεσε σε σχέδιο απεμπλοκής μέσω διαχωρισμού της ακίνητης περιουσίας και ότι στη συνέχεια υπαναχώρησε. Όπως φαίνεται από το τεκμήριο 21 στην ένορκη δήλωση του Sokolov, ηλεκτρονικό μήνυμα του Pilagov σε αντιπρόσωπο της LINKHOLD, η ALPIX είναι εκείνη που αναζητούσε διαχωρισμό της ακίνητης ιδιοκτησίας στη βάση των προνοιών της δεύτερης συμφωνίας. Η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δεν υποστηρίζει ότι η LINKHOLD αποδέχθηκε την δεύτερη επιστολή αδιεξόδου ή ότι συμφώνησε σε διαμοιρασμό της περιουσίας. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της ALPIX ότι η εταιρεία όφειλε να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις και να καταβάλει φορολογίες, ζητήματα που δεν υλοποιήθηκαν γιατί η LINKHOLD απαγόρευσε των διευθυντών της εταιρείας να συμμορφωθούν, απορρίπτονται από τους ισχυρισμούς του Sokolov. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το τεκμήριο 26 στην ένορκη δήλωση του Sokolov - κατάσταση λογαριασμών των δαπανών της εταιρείας - και οι επεξηγήσεις του ιδίου στις παραγράφους 60(
  2. v)έως (vii) στην ένορκη δήλωση του. Ό,τι συνάγεται από το τεκμήριο 26 είναι ότι το ποσό που παρέμενε διαθέσιμο στο ταμείο της εταιρείας την 2.7.08, ποσό που ελέγχετο από τον Pilagov, ανέρχετο σε USD 126.768. Αυτή η διαπίστωση σε συνδυασμό με τις επεξηγήσεις του Sokolov αποκαλύπτουν ότι κατά τον επίδικο χρόνο η εταιρεία είχε τα κεφάλαια να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις που επικαλείται η ALPIX (βλ. τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του Pilagov) και το πληρεξούσιο που χορηγήθηκε στον Pilagov (βλ. τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Pilagov), επέτρεπε στον τελευταίο να προχωρήσει σε ικανοποίηση των αναφερόμενων εκκρεμοτήτων. Περαιτέρω, πλην του αμφισβητούμενου ισχυρισμού του Pilagov καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αφήνει να νοηθεί ότι η LINKHOLD απαγόρευσε των διευθυντών της LINKCRAFT να υπογράψουν οιονδήποτε έγγραφο. Συνεπώς και αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν σύνοψη όσων αναφέρονται στην αίτηση της ALPIX και στην ένορκη δήλωση του Pilagov που την υποστηρίζει, καθώς επίσης των ισχυρισμών που εγείρονται στην ένορκη δήλωση του Sokolov, ισχυρισμοί οι οποίοι παρέμειναν αναμφισβήτητοι. Κατ' επέκταση όλα τα πιο πάνω αποτελούν διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Δεν παραλείπω εδώ ότι οι ισχυρισμοί του Sokolov δεν περιορίζονται μόνο στις ενέργειες των δύο εταιρειών, ALPIX και LINKHOLD, αλλά επεκτείνονται και σε λεπτομέρειες για τις προσωπικές σχέσεις του ιδίου με τον Nikolay Pilagov. Με περισσή λεπτομέρεια εξιστορεί απειλές που δέχθηκε από τον Nikolay Pilagov και απεσταλμένους του. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του ομνύοντος αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου τα ακόλουθα συνιστούν πρόσθετες διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Τον Απρίλιο του 2008, δηλαδή πριν την αποστολή της πρώτης ειδοποίησης αδιεξόδου από την ALPIX, ο Sokolov είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Nikolay Pilagov κατά την οποία ο τελευταίος του ανέφερε ότι η ιδέα του έργου - project concept- πρέπει να τύχει δραστικής διαφοροποίησης. Όπως αντιλήφθηκε, ο Nikolay Pilagov δεν προσπάθησε να τον μεταπείσει αλλά να του επιβάλει τη σχετική θέση. Στη συνέχεια, τον Μάιο του 2008, δηλαδή λίγο πριν την αποστολή του πρόχειρου δείγματος επιστολής αδιεξόδου, δηλαδή της επιστολής ημερομηνίας 28.5.08 (τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Sokolov), ο Nikolay Pilagov επικοινώνησε εκ νέου με τον Sokolov και του ανέφερε ότι έχει διασυνδέσεις με εγκληματικά στοιχεία, έκανε αναφορά και σε συγκεκριμένα ονόματα, ότι δεν τον χρειάζονται για την υλοποίηση της συμφωνίας και ότι μπορούν να εξαγοράσουν το μερίδιο του έναντι USD4.000.000 διαφορετικά να εξαγοράσει ο ίδιος το μερίδιο της ALPIX έναντι USD15.000.000. Μετά την πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου-18.6.08- και μετά την πρώτη έκτακτη γενική συνέλευση-17.11.08- εγκληματικά στοιχεία και διεφθαρμένοι αστυνομικοί επιτέθηκαν κατά της ακίνητης ιδιοκτησίας της εταιρείας και προσώπου που φρουρούσε τούτη. Η εν λόγω παρενόχληση έλαβε χώρα σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 14.10.08 και 28.12.08. Ακολούθως, την 24.3.09 πρόσωπο ονόματι Vor-V-Zakone Slava Sliva επικοινώνησε με τον Sokolov και τον πρόσταξε να ακολουθήσει τις οδηγίες του Nikolay Pilagov. Την ίδια ημέρα τρίτο πρόσωπο ονόματι Evgeniy Antimony, φίλος του Sokolov και γνωστός του Nikolay Pilagov, ανέφερε στον πρώτο ότι συναντήθηκε με τον τελευταίο ο οποίος του ανέφερε ότι η εν λόγω υπόθεση βρίσκετο πλέον στα χέρια εγκληματικών στοιχείων. Σε άλλες δύο περιπτώσεις, 26.3.09 και 1.4.09, ο Sokolov δέχθηκε τηλεφώνημα και επίσκεψη, αντίστοιχα, από συγκεκριμένα πρόσωπα που παρουσιάζονταν ως μέλη οργανωμένου εγκλήματος. Μάλιστα, η επίσκεψη που δέχθηκε την 1.4.09 ήταν σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στο κέντρο υγείας Banya, παρουσία και άλλων προσώπων, μεταξύ αυτών του Evgeniy Antimony και του Mazaev Sergey. Τα δύο αυτά πρόσωπα επιμαρτυρούν τη συνάντηση σε κατάθεση που έδωσαν σε αντιπρόσωπο του Sokolov (βλ. τεκμήρια 23 και 24 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Η πιο πάνω στάση του Nikolay Pilagov και των αντιπροσώπων του δημιούργησε στο Sokolov ανασφάλεια για τη ζωή του ιδίου και της οικογένειας του και τον ανάγκασε να διαφύγει στην Αγγλία, όπου πλέον διαμένει μόνιμα. Παρά την αντιμετώπιση που έτυχε ο Sokolov διαπιστώνω ότι τόσο ο ίδιος όσο και η LINKHOLD κατέβαλαν προσπάθειες για απεμπλοκή από την όλη κατάσταση. Επί του προκειμένου σχετικά είναι τα τεκμήρια 27 και 28 στην ένορκη δήλωση του Sokolov. Διαπιστώνω ότι την 23.2.11 οι συνήγοροι του Sokolov στο Ηνωμένο Βασίλειο απέστειλαν επιστολή στον Nikolay Pilagov και στον Buchel, διευθυντή της ALPIX, με την οποία τους καλούσαν να προσέλθουν, μέσω των συνηγόρων τους, σε διαπραγματεύσεις. Οι σχετικές επιστολές δεν απαντήθηκαν. Επιπλέον, επιστολή ημερομηνίας 12.4.11 απεστάλη από τους συνηγόρους της LINKHOLD στον συνήγορο της ALPIX στην Κύπρο, με απώτερο στόχο να επιδιωχθεί συμβιβασμός, στην οποία η ALPIX απάντησε, μέσω του συνηγόρου της, ότι the matter should be very simple to settle as the agreement specifically stipulates how the plot should be separated in situations of deadlock and we do not see anything else to be an issue. (βλ. τεκμήριο 28). Εν κατακλείδι, αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι την 22.9.08 η εταιρεία MUSSINA GROUP LIMITED προσφέρθηκε να αγοράσει το μερίδιο της ALPIX στην LINKCRAFT έναντι του ποσού USD 4.000.000 (βλ. τεκμήριο 29). Η ALPIX δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω προσφορά. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Αναφέρθηκε ήδη ότι η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113. Όπως αναφέρεται στο σχετικό άρθρο το δικαστήριο δύναται να εκκαθαρίσει εταιρεία αν «έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας». Εφόσον διαπιστώνεται ότι το λεκτικό τούτου συμπίπτει με εκείνο του άρθρου 222(
  3. f)του αγγλικού Companies Act του 1948, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την αγγλική νομολογία που ερμηνεύει τούτο. Παρ' ότι η έκδοση του ζητούμενου διατάγματος είναι εξαιρετικό μέτρο, λόγω των συνεπειών που προκαλεί η εφαρμογή του, όπως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί η διάλυση φερέγγυας εταιρείας είναι δρακόντειο μέτρο, εν τούτοις δεν είναι ελεύθερο νομολογίας. Απόφαση σταθμός είναι η υπόθεση Ebrahimi v Westbourne Galleries Ltd and others
(1972)2 All ER 492, η οποία υιοθετήθηκε στην κυπριακή υπόθεση Bedros Karaoglanian & Sons Ltd and Others v. Hagop Karaoglanian and Another
(1976)12 J.S.C 1875. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, έκδοση 1993, σελ. 15073-4, η νομολογία αποκαλύπτει ότι διάταγμα διάλυσης εταιρείας, επί τω ότι ήτο δίκαιο και εύλογο, εκδόθηκε σε περιπτώσεις εξαφάνισης του λόγου δια τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το καταστατικό ίδρυσης της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για τη διάλυση τούτης σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου μέτοχος ο οποίος κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μέρισμα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα της εταιρείας, και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε τελματώδη κατάσταση (that there was a complete deadlock). Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση η ALPIX εδράζει την αίτηση της σε ένα μόνο λόγο, ήτοι αδιέξοδο, δηλαδή complete deadlock, αυτό είναι το ζητούμενο και συνεπώς οι άλλοι λόγοι που είναι ικανοί να οδηγήσουν σε έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα απασχολήσουν την παρούσα απόφαση. Παρεμβάλλω εδώ ότι έχει πλέον αποσαφηνιστεί ότι η σχετική νομοθετική πρόνοια ερμηνεύεται αυτοτελώς και όχι ejusdem generis των προηγούμενων διατάξεων. Κατ' επέκταση δεν επιβάλλεται διαπίστωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα εδάφια που προηγούνται. Η πεμπτουσία του άρθρου, συμπυκνωμένη μέσα στη φράση ορθό και δίκαιο -just and equitable, επεξηγείται στη διανθισμένη ομιλία του Λόρδου Wilberforce στην υπόθεση Ebrahimi πιο πάνω, όπου ανέφερε ότι. «The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way». Σχετική είναι και η αναφορά του πρωτόδικου, τότε, δικαστή Πική, στην υπόθεση Karaoglanian, πιο πάνω, στην οποία ανέφερε. «The modern judicial trend of which Ebrahimi's case is an instance is that the courts are more than ready, where justice so requires, to remove the corporal veil of the company, go to its roots and if the substratum of the company has gone, demolish the company because in such circumstances so to do is both just and equitable». Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι σε αίτημα ως το υπό κρίση το δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις οιεσδήποτε συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, είτε αυτές προκύπτουν από σύμβαση είτε από το καταστατικό της εταιρείας, εν τούτοις δύναται να παραμερίσει το εταιρικό πέπλο που καλύπτει την εταιρεία, να διεισδύσει στα άδυτα των ενεργειών των μετόχων, να εξετάσει τυχόν ρήξη στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, και αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο υφίσταται και έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της ίδιας της εταιρείας, δηλαδή την επιχειρηματική δραστηριότητά και/ή τη διοίκησή της, να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, γιατί τούτο είναι δίκαιο και εύλογο. Η επιτυχία της αίτησης εξαρτάται από απόδειξη, αφενός του ιδιαίτερου εταιρικού σχήματος, δηλαδή ότι η εταιρεία λειτουργεί σε συνεταιρική βάση, και αφετέρου της πτώσης του συνεταιρικού βαθμού συνεπεία απώλειας αυτής της εμπιστοσύνης (βλ. Karaoglanian, πιο πάνω). Είναι πλέον σαφές ότι ο αιτητής δεν υποχρεούται σε απόδειξη κακής πίστης -mala fides- από μέρους του καθ' ου η αίτηση. Προτού προχωρήσω σε εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στις διαπιστώσεις του δικαστηρίου, παρατηρώ ότι στη δοσμένη περίπτωση αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων ότι η LINKCRAFT συνιστά ιδιόμορφο εταιρικό σχήμα, δηλαδή εταιρεία που ομοιάζει με συνεταιρισμό. Το ουσιώδες της σχετικής διαπίστωσης εδράζεται σε ό,τι αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 22 edition, σελ. 889 δηλαδή ότι «It is now clear that, in deciding whether a particular company falls within this description, it is necessary to consider the total relationship of regard to any agreement, express or implied, between the parties, and also to any settled and accepted course between them, whether or not cast in the mould of a contract». Κατ' επέκταση, το πρώτο που εξετάζει το δικαστήριο είναι κατά πόσο η εταιρεία έχει συνεταιρικό σχήμα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η σύμπτωση στη σχετική θέση των δύο πλευρών είναι απολύτως ορθή και επιβεβαιώνεται από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Δια του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου προκύπτει πως το σύνολο των εκδοθέντων μετοχών κατέχεται από δύο μόνο μετόχους και ότι το πακέτο μετοχών που έκαστος των μετόχων κατέχει είναι ίσο με του έτερου μετόχου. Περαιτέρω, οι δύο συμφωνίες των μετόχων, πρώτη και δεύτερη συμφωνία, τεκμήριο 5 και 7 στην ένορκη δήλωση του Pilagov, αποδεικνύουν ότι πλείστες των αποφάσεων που αφορούν τη διοίκηση της εταιρείας πρέπει να λαμβάνονται από κοινού. Ως εκ των πιο πάνω ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι η εταιρεία LINKCRAFT εδράζεται σε συνεταιρική βάση και ότι οι συνέταιροι πίσω από την εταιρεία είναι οι εταιρείες ALPIX και LINKHOLD. Μπορεί να λεχθεί εδώ πως και για το άλλο συστατικό στοιχείο, δηλαδή τη πτώση του συνεταιρικού βαθμού συνεπεία απώλειας της εμπιστοσύνης, οι θέσεις των δύο πλευρών ταυτίζονται. Και επί τούτου η στάση των δύο πλευρών κρίνεται ορθή εφόσον ο αριθμός των επιστολών που αντάλλαξαν τα μέρη, το περιεχόμενο τούτων, ενίοτε έντονο και προσβλητικό, το γεγονός ότι από την συνομολόγηση της δεύτερης συμφωνίας, 15.2.08, μέχρι και σήμερα, δεν έγινε κατορθωτό να ληφθεί οιαδήποτε ουσιαστική απόφαση για προώθηση του απώτερου στόχου, δηλαδή της ανέγερσης του έργου, καθώς επίσης των διαπιστώσεων του δικαστηρίου περί απειλών που εις εκ των συνεταίρων εκτόξευσε εναντίον του άλλου με αποτέλεσμα να διαφύγει σε τρίτη χώρα, δεν αφήνουν περιθώριο για οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα παρά μόνο ότι οι σχέσεις των συνεταίρων έχουν διαρρηχθεί σε τέτοιο βαθμό που η συνύπαρξή τους καθίσταται αδύνατη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του δικαστηρίου δεν αποκαλύπτουν απλώς την πτώση του συνεταιρισμού αλλά, κυρίως, ότι τούτη οφείλεται στο γεγονός ότι οι συνέταιροι απώλεσαν την εμπιστοσύνη που έτρεφαν ο ένας στον άλλο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι σήμερα η εταιρεία βρίσκεται σε τελματώδη κατάσταση εφόσον οι ισότιμοι μέτοχοι τούτης αδυνατούν να λάβουν οιανδήποτε απόφαση για τη δράση της εταιρείας και ο λόγος έγκειται στο ότι δεν υφίσταται πλέον η αναγκαία εμπιστοσύνη που επιβάλλεται να έχουν οι μέτοχοι σε ένα υγιή και καλώς νοούμενο συνεταιρισμό. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν ολοκληρώνουν τη διερεύνηση του δικαστηρίου. Σε αυτό το στάδιο αντικείμενο εξέτασης είναι οι αιτιάσεις των ABACUS και LINKHOLD. Άλλωστε, εκεί όπου οι θέσεις των μερών διαφέρουν δεν είναι στις αρχές δικαίου αλλά στα συμπεράσματα που προκύπτουν από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Σε μείζων ανάγεται η απάντηση του ερωτήματος. ποιος ήρξατο χειρών αδίκων. Αν και οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι εκτεταμένοι και πολυδιάστατοι κρίνω εν τούτοις ότι διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη εισήγηση των δύο αυτών εταιρειών, ABACUS και LINKHOLD, εδράζεται στο ότι η ALPIX δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, 22 edition, σελ. 889 όπου αναφέρεται ότι «A petitioner who relies on the "just and equitable" clause must come to court with clean hands, and if the breakdown in confidence between him and the other parties to the dispute appears to have been due to his misconduct he cannot insist on the company being wound up if they wish to continue». Η σχετική αναφορά παραπέμπει στην ομιλία του Λόρδου Cross στην υπόθεση Ebrahimi, πιο πάνω. Από την ομιλία του ευπαιδεύτου δικαστή σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα «The reason why the petitioner succeeded was that the court thought it right to make the order which it would have made had Mr Rothman and Mr Weinberg been carrying on business under articles of partnership which contained no provision for dissolution at the instance of either of them. People do not become partners unless they have confidence in one another and it is of the essence of the relationship that mutual confidence is maintained. If neither has any longer confidence in the other so that they cannot work together in the way originally contemplated then the relationship should be ended—unless indeed, the party who wishes to end it has been solely responsible for the situation which has arisen........... A petitioner who relies on the "just and equitable" clause must come to court with clean hands, and if the breakdown in confidence between him and the other parties to the dispute appears to have been due to his misconduct he cannot insist on the company being wound up if they wish it to continue» Αναφορά επιβάλλεται και στην υπόθεση Vujnovich and another v. Vujnovich
(1990)BCLC 227, 231, την οποία επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση, στην οποία ο Λόρδος Oliver επεξήγησε το ratio του επίμαχου μέρους της ομιλίας του Λόρδου Cross. Ό,τι αναφέρθηκε σε αυτή την τελευταία απόφαση είναι πως "it is quite clear that Lord Cross was considering the position in which the petitioner's misconduct (and thus the relative uncleanliness of his hands) was causative of the breakdown in confidence on which the petition was based". Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι εκεί όπου διαπιστώνεται πως η απώλεια εμπιστοσύνης προέκυψε και/ή οφείλεται σε ενέργειες του αιτητή, ο τελευταίος δεν δικαιολογείται να απαιτεί διάλυση της εταιρείας, και συνεπώς αίτηση που εδράζεται σε τέτοια γεγονότα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Έχω την αίσθηση ότι η δοσμένη περίπτωση είναι κλασικό παράδειγμα υπόθεσης που εμπίπτει στο γράμμα και πνεύμα της προαναφερόμενης νομολογίας. Έχω αναφέρει ήδη ότι η ALPIX δεν επεξηγεί και δεν παραπέμπει στα γεγονότα που προηγήθηκαν του αδιεξόδου που επικαλείται. Η παράλειψη αφ' εαυτή δεν είναι βεβαίως το κυρίαρχο στοιχείο. Το ουσιώδες των γεγονότων που δεν αναφέρθηκαν είναι εκείνο που ανάγεται σε μείζον. Όπως αποκαλύπτεται από τις δύο συμφωνίες που υπέγραψαν οι εταιρείες ALPIX και LINKHOLD, και ιδιαίτερα τη δεύτερη συμφωνία, τα μέρη συμφώνησαν να συστήσουν και/ή επιλέξουν operating company η οποία θα εμπλέκετο σε σύναψη συμφωνιών για την ανέγερση του έργου, καθ' ον χρόνο η ιδιοκτησία της ακίνητης περιουσίας θα παρέμενε στην κατοχή της εταιρείας (βλ. παραγράφους c και d στο προοίμιο της δεύτερης συμφωνίας, 15.2.08 - τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Pilagov). Όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου αυτό το σκέλος της συμφωνίας ημερομηνίας 15.2.08 ήταν υψίστης σημασίας καθ' ότι με αυτό τον τρόπο ανακόπτετο τυχόν απόπειρα οικονομικών επιδρομέων να καταλάβουν την ακίνητη περιουσία, λόγω του ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία, δηλαδή η LINKCRAFT, θα παρέμενε κυπριακή εταιρεία. Πέραν τούτου υψίστης σημασίας ήταν και η ανάπτυξη του έργου (project concept), η οποία επίσης συμφωνήθηκε με τη δεύτερη συμφωνία. Από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται η θέση της LINKHOLD ότι από την πρώτη στιγμή, ή τουλάχιστον πολύ νωρίς μετά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, πρόθεση της ALPIX ήταν η απόκτηση μέρους της ακίνητης περιουσίας που προβλέπετο ότι δικαιούτο σε περίπτωση αδιεξόδου, και περαιτέρω, επιτηδευμένα εξώθησε τα πράγματα και συνακόλουθα τη σχέση των μερών, σε αδιέξοδο. Η επιβεβαίωση προκύπτει από το γεγονός ότι αμέσως μετά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, δηλαδή την 18.6.08, η ALPIX απέστειλε στην LINKHOLD την πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου, η οποία μάλιστα εδράζετο σε αναληθής ισχυρισμούς. Η αναλήθεια των ισχυρισμών που περιέχοντο στην πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου (τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Sokolov) προκύπτει από το ότι οι δύο μέτοχοι, ALPIX και LINKHOLD, ουδέποτε επέλεξαν την εταιρεία Sundrio ως operating company, δεν της ανέθεσαν, από κοινού, καθήκοντα υλοποίησης του σχεδίου, και ούτε συμφώνησαν σε διαφοροποίηση του αρχιτεκτονικού σχεδίου του έργου, δηλαδή μετατροπή του συμφωνηθέντος να ανεγερθεί οικοδομήματος από δυο κτήρια σε ένα. Καμία εν προκειμένω πτυχή του μαρτυρικού υλικού αφήνει να νοηθεί ότι τα μέρη συμφώνησαν στις ενέργειες που η ALPIX επικαλείται με την πρώτη επιστολή αδιεξόδου. Ο σχετικός ισχυρισμός της ALPIX στην πρώτη επιστολή αδιεξόδου είναι παντελώς ανυπόστατος και ψευδής. Ας μην λησμονείται ακόμη πως παρ' ότι την 25.6.08 η LINKHOLD απάντησε στην πρώτη επιστολή αδιεξόδου και έθεσε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα στην ALPIX (βλ. τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του Sokolov), η τελευταία δεν παρέλειψε απλώς να απαντήσει την επιστολή, κατά τον ίδιο χρόνο απευθύνθηκε στην PricewaterhouseCoopers και της ζήτησε επίμονα να επιβεβαιώσει ότι οι σχέσεις των μερών βρίσκοντο σε κατάσταση αδιεξόδου (βλ. τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του Sokolov). Αν και οι ενδόμυχες σκέψεις του καθ' ενός δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, οι περιβάλλουσες ενέργειες μπορούν να οδηγήσουν στο πλέον ασφαλές συμπέρασμα. Στην υπό κρίση περίπτωση οι ενέργειες της ALPIX φανερώνουν μεγάλη προθυμία και ευκολία στο να αποστείλει την πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, θρασύτητα και κακοπιστία εφόσον στήριξε την επιστολή σε ψευδείς ισχυρισμούς, και παντελή αδιαφορία ή γνήσιο ενδιαφέρον για συμπόρευση εφόσον αγνόησε τις αντιδράσεις της LINKHOLD που ακολούθησαν την επιστολή αδιεξόδου. Αδύνατο είναι να διαπιστώσει κανείς ότι κατά τον ίδιο χρόνο πρόθεση της ALPIX ήταν άλλη από διάρρηξη της σχέσης των μερών, σχέση η οποία οδήγησε στο συνεταιρικό σχήμα της LINKCRAFT. Τόσο τα articles of association της εταιρείας (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Pilagov) όσο και η δεύτερη συμφωνία καθιστούν σαφές ότι οι αποφάσεις που επικαλείται στην πρώτη επιστολή αδιεξόδου έπρεπε να ήταν προϊόν κοινής και όχι μονομερούς απόφασης. Αυτή λοιπόν η αναλήθεια στους ισχυρισμούς της ALPIX αποκαλύπτει και την επιτήδευση της και επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της LINKHOLD ότι πρόθεση της ήταν να καρπωθεί μέρος της ακίνητης περιουσίας δυνάμει των προνοιών αδιεξόδου της συμφωνίας, στην οποία, ακίνητη περιουσία, κατέστη μέτοχος με μειωμένο αντάλλαγμα, δηλαδή το ποσό που κατέβαλε στην LINKHOLD με σημαντική έκπτωση για το ήμισυ των μετοχών της στην εταιρεία. Όλα τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τη συμπεριφορά της ALPIX στην εταιρική και νομική διάσταση του θέματος. Συνυπολογιζόμενη τούτη η συμπεριφορά με τις απειλές που όπως έχει διαπιστωθεί εκτόξευσε ο Nikolay Pilagov κατά του Sokolov, εξανεμίζεται κάθε αμφιβολία ότι η διάρρηξη στις σχέσεις των μερών, τόσο μεταξύ Nikolay Pilagov και Sokolov όσο και ALPIX και LINKHOLD, οφείλεται σε αυτή την επιτηδευμένη και άκαμπτη στάση που τήρησε η ALPIX και ο βασικός μέτοχος τούτης. Σημειώνεται ότι πλείστες των απειλών προηγούντο ή ακολουθούσαν εταιρικά ζητήματα όπως την επιστολή αδιεξόδου ή την έκτακτη γενική συνέλευση. Παραδοξότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί συνιστά και το γεγονός ότι παρά την αποστολή της πρώτης επιστολής αδιεξόδου η ALPIX επανήλθε με απαίτηση για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης (βλ. τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση του Sokolov) εκφράζοντας συν τω χρόνω βούληση να συζητήσει με την LINKHOLD. Η παραδοξότητα έγκειται στο ότι ουδέποτε απάντησε ευθέως τις επιστολές της LINKHOLD (βλ. τεκμήρια 9, 13 και 15 στην ένορκη δήλωση του Sokolov) που αφορούσαν την πρώτη ειδοποίηση αδιεξόδου, αποσιώπησε τους ισχυρισμούς αυτής της τελευταίας επιστολής της, και ωσάν να μην συνέβαινε οτιδήποτε παρουσιάστηκε πρόθυμη για συζήτηση και συμπόρευση στην επίτευξη του απώτερου στόχου, δηλαδή την ανέγερση του οικοδομικού έργου. Είναι απορίας άξιον πως θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Sokolov είχε ήδη απειληθεί από τον Nikolay Pilagov, βανδαλισμοί έλαβαν χώρα κατά της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, και ούτως ή άλλως η πρώτη επιστολή αδιεξόδου ουδέποτε αποσύρθηκε. Αναλήθεια και επιτήδευση όμως καλύπτει και τη συμπεριφορά που επέδειξε η ALPIX στη συνέχεια. Οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου καθιστούν σαφές ότι η δεδηλωμένη βούληση της ALPIX για συζήτηση με τη LINKHOLD, δεν ήταν τίποτα άλλο από έπεα πτερόεντα. Αυτό γιατί, αφενός οι απειλές του Nikolay Pilagov και των απεσταλμένων του κλιμακώθηκαν, και αφετέρου γιατί οι θέσεις της ALPIX στις δύο έκτακτες γενικές συνελεύσεις δεν συνιστούσαν τίποτε άλλο από καταστρατήγηση των συμφωνηθέντων από τα μέρη, στοιχείο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προωθήθηκαν τεχνηέντως ώστε να οδηγήσουν τη διαδικασία σε τέλμα. Όπως έχει διαπιστωθεί, η LINKHOLD ουδέποτε απαγόρευσε των διευθυντών της εταιρείας να υπογράψουν οιονδήποτε έγγραφο, έγγραφο που ούτως ή άλλως μπορούσε να συμπληρωθεί από τον Pilagov δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου που του δόθηκε, και το ταμείο της εταιρείας είχε αρκετά χρήματα για να αποπληρωθούν οι όποιες φορολογίες χρειάζετο. Οι όποιες άλλες θέσεις της ALPIX στις έκτακτες γενικές συνελεύσεις εκφεύγουν των συμφωνηθέντων από τα μέρη, συνιστούν πισωγύρισμα στις θέσεις της πρώτης επιστολής αδιεξόδου και μεθόδευση που οδήγησε, τεχνηέντως, στην δεύτερη επιστολή αδιεξόδου. Όλα τα πιο πάνω δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η γενεσιουργός αιτία της ρήξης στη σχέση των μερών, επινοήθηκε και εφαρμόστηκε από την ALPIX. Εν ολίγοις, η απώλεια εμπιστοσύνης οφείλετε στην επιτήδεια στάση της ALPIX και την εγκληματική συμπεριφορά του βασικού μετόχου της. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω καμία αμφιβολία πως παρά το αδιέξοδο στις σχέσεις των μερών, έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνιστούσε καταστρατήγηση του όρου δίκαιο και εύλογο, και επιβράβευση της ανάρμοστης συμπεριφοράς που τήρησε η ALPIX και της ασύγγνωστης και εγκληματικής στάσης του μετόχου της. Είναι γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα ότι τα γεγονότα της παρούσας ταιριάζουν απόλυτα στο σκεπτικό της ομιλίας του Λόρδου Cross. Στην προκείμενη περίπτωση η στάση της αιτήτριας πόρρω απέχει από ορθολογική και δίκαιη συμπεριφορά. Ως εκ των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Ο έτερος πυλώνας στον οποίο εδράζονται οι καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της αίτησης είναι ότι η αιτήτρια έχει εναλλακτική θεραπεία. Επί του προκειμένου, επικαλούνται το άρθρο 214
(2)(β) του Κεφ. 113 και υποστηρίζουν ότι, αφενός οι δύο συμφωνίες που υπόγραψαν τα μέρη προβλέπουν για διαιτησία και αφετέρου ότι η ALPIX μπορούσε, αν επιθυμούσε, να πωλήσει τις μετοχές της. Πριν οτιδήποτε άλλο νιώθω υποχρεωμένος να αναφέρω εδώ ότι οι διατάξεις του άρθρου 214
(2)(β) δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται συνεπεία διαπίστωσης ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι δίκαιη και εύλογη. Χαρακτηριστικό είναι εν προκειμένω το λεκτικό του άρθρου ότι αν το δικαστήριο έχει τη γνώμη πως είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, «εκδίδει διάταγμα για εκκαθάριση, εκτός αν έχει επίσης τη γνώμη συγχρόνως ότι υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές και ότι αυτοί ενεργούν αδικαιολόγητα με το να ζητούν τη διάλυση της εταιρείας αντί την αναζήτηση της άλλης θεραπείας». Αναφέρω τούτο για να υποδείξω ότι εφόσον στη δοσμένη περίπτωση η έκδοση του διατάγματος δεν κρίθηκε δικαιολογημένη, συνάγεται ότι δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης του σχετικού άρθρου. Παρ' όλα αυτά, εφόσον η υπόθεση μπορεί να προχωρήσει και σε δεύτερο βαθμό κρίνω ορθό να παραθέσω την άποψη μου, έστω εν συντομία, και για αυτή την πτυχή της ένστασης. Πέραν του άρθρου 214 του Κεφ. 113 σχετική είναι και η ακόλουθη νομολογία. Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1963)2 All ER 940 λέχθηκε ότι «In my judgment, the decision of Simonds J in the Cuthbert Cooper case was a sound decision, one that should be followed, and one which, as I think, governs this case to the extent of saying that here, as there, the winding-up petition in misconceived even if the allegations contained in it could be substantiated, having regard to the existence of an alternative and more suitable remedy ... (και πιο κάτω) ... for it must follow from that I have already said that in the present case not only would there be an alternative remedy open to the defendant, but also that if the defendant has a good case hi is acting unreasonably in seeking to pursue his remedy by way of a winding-up petition instead of the alternative remedy.» Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, και συγκεκριμένα στην ενδιάμεση απόφαση που αφορούσε αίτηση για διαγραφή του υπομνήματος και των αιτούμενων θεραπειών, είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τις σχετικές εισηγήσεις των καθ' ων η αίτηση. Ό,τι εκεί αναφέρθηκε είναι πως «Επί του προκειμένου η βασική αρχή συμπυκνώνεται στα συγγράμματα Buckley και Palmer, πιο πάνω. Στον Buckley, σελίδα 477, αναφέρεται ότι∙ 'The existence of an alternative remedy, however, is not to be a bar to a winding up, if in the absence of that remedy it would be just and equitable to wind up the company, unless the petitioners are acting unreasonably in seeking a winding-up instead of pursuing the alternative remedy'. Στον Palmer, σελίδα 15077, αναφέρεται ότι∙ 'This defect was met by section 125
(2)of the Insolvency Act (formerly s.225
(2)of the C.A.1948), which provides that in the case of a petition by a contributory, if the court considers that the petitioner has some other remedy, but that otherwise it would be just and equitable to order a winding up, the court "shall" make the order unless it considers that the petitioner is acting unreasonably in asking for a winding up instead of pursuing his other remedy'. Αυτό το τελευταίο σύγγραμμα παραπέμπει στην υπόθεση In re A Company (No 002567 of 1982)
(1983)1 W.L.R. 927, 933 όπου λέχθηκε ότι∙ 'First, I do not think that it is necessary for the respondent to a petition to show that the petitioner has some other statutory remedy available to him; that is, that he has a remedy under section 210, or now section 75. What section 225
(2)of the Companies Act 1948 contemplates is, I think, a situation in which the continuance of the company would be unjust to the petitioner and where that injustice cannot be remedied by any step reasonably open to the petitioner. If an offer is made to purchase his shares he is thereby provided with an alternative course; the question is whether he is acting unreasonably in rejecting it. The second is that the jurisdiction of the court under section 225 is discretionary. The court would be at least entitled to refuse to make an order if satisfied that the petitioner is persisting in asking for a winding up order and that it would be unfair to the other shareholders to make that order, having regard to any offer they have made to the petitioner to meet his grievance in another way. If that is right, then the question I have to consider is whether the petitioner is acting unreasonably in refusing to accept the respondents' offer to purchase his shares at a valuation. I should add in this connection that it is common ground that in answering this question I have to look at the situation as it is today and not merely the situation as it was when the petition was presented. It is as much an abuse of the process of the court to persist in a petition which, because of a subsequent offer, is bound to fail as it would be to present a petition which, on the facts existing at the time of the petition, is bound to fail: see Bryanston Finance Ltd v. de Vries (No.2) [1976] Ch. 63, 77, per Buckley L.J. In answering this question I must, of course, assume that all the averments in the petition will be established at the hearing. I must also have regard to the terms of the offer that has now been made'.» Επιλαμβανόμενος της εισηγήσεως των καθ' ων η αίτηση ότι η ALPIX μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές της, υπενθυμίζω ότι αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου πως την 22.9.08 η εταιρεία MUSSINA GROUP LIMITED πρότεινε στην ALPIX USD4.000.000 ώστε να εξαγοράσει το μερίδιο της στην LINKCRAFT. Εν τούτοις, από το τεκμήριο 29, δηλαδή τη σχετική επιστολή, διαπιστώνεται ότι η πρόταση της εταιρείας MUSSINA GROUP LIMITED παρέμεινε ανοικτή μέχρι την 1.11.08. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε πολύ αργότερα, δηλαδή την 12.7.11. Έχοντας κατά νου τη βασική αρχή της νομολογίας ότι σε αίτηση διάλυσης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα γεγονότα που υφίστανται κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης (σχετική είναι η απόφαση Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 W.L.R. 592) είμαι της γνώμης ότι η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή μετά την υποβολή της επίδικης αίτησης και ιδιαίτερα κατά την ακρόαση τούτης, τέτοια δυνατότητα, δηλαδή πώληση των μετοχών της ALPIX, δεν υφίστατο. Ως εκ τούτου η σχετική θέση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Διαφορετική είναι η κατάληξη μου για την άλλη εισήγηση των καθ' ων η αίτηση. Εν πρώτοις, αναμφισβήτητο είναι ότι και οι δύο συμφωνίες που υπέγραψαν τα μέρη εμπεριέχουν πρόνοια για διαιτησία. Επί του προκειμένου υποδεικνύεται η παράγραφος 13.5 της δεύτερης συμφωνίας, ημερομηνίας 15.2.08, όπου αναφέρεται πως κάθε διαφορά που αναφύεται από ή σε σχέση με την αναφερόμενη συμφωνία, τη συνέχιση, την εγκυρότητα ή τον τερματισμό τούτης, θα παραπέμπεται σε διαιτησία στο London Court of International Arbitration. Παρεμβάλλω εδώ πως τα σημαντικότερα των ζητημάτων που χρησιμοποίησε η ALPIX ώστε να επικαλεστεί τις πρόνοιες της δεύτερης συμφωνίας για έκδοση ειδοποίησης αδιεξόδου, τυγχάνουν διαπραγμάτευσης σε αυτή τη συμφωνία και ως εκ τούτου διαπιστώνεται πως η ALPIX μπορούσε να αναζητήσει επίλυση αυτών των διαφορών μέσα από την προβλεπόμενη στη συμφωνία διαδικασία, δηλαδή να αποταθεί στο διαιτητικό δικαστήριο. Θέματα όπως η σύσταση της operating company και η διαμόρφωση του πλάνου του οικοδομικού έργου (project concept) αποτελούν τον πυρήνα της συμφωνίας και αυτά είναι που εννοεί η συμφωνία όταν αναφέρεται σε ζητήματα που μπορούν και πρέπει να επιλυθούν από το διαιτητικό δικαστήριο. Σημειώνω εδώ ότι αυτά τα θέμα που επικαλέστηκε η ALPIX δεν είναι θέματα που αφορούν την ημερήσια διαχείριση της εταιρείας αλλά βασικές παράμετροι του συνεταιρισμού, η επίλυση των οποίων επιβάλλεται ώστε να μπορέσει η εταιρεία να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, δηλαδή υλοποίηση του απώτερου στόχου της. Συνεπώς η επίλυση αυτών των ζητημάτων δεν ομοιάζει με τα ζητήματα που απασχόλησαν στην υπόθεση Re Yenidje Tobacco Co. Ltd (1916-17) All ER 1050 όπου ο Λόρδος Cozens-Hardy εύστοχα ανέφερε «There is a provision that in the event of a dispute between the directors the matter in dispute shall be referred to arbitration, but there is no provision whatever in the articles, and I cannot imagine such a provision, that in the general management of the company all disputes between the directors shall go to arbitration». Εν ολίγοις, στην επίδικη υπόθεση οι όποιες διαφορές των μερών είναι θεμελιώδους σημασίας και η συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας προϋποθέτει την επίλυση τούτων άπαξ και δια παντός, αφήνοντας όμως περιθώριο συνέχισης της κοινής πορείας των μερών. Αυτό όμως επιτυγχάνεται με τη διαιτησία και όχι τη δικαστική διαμάχη. Κατ' επέκταση, είμαι της γνώμης ότι πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης ήτο υποχρέωση της ALPIX να αναζητήσει επίλυση των όποιων διαφορών με αυτό τον ηπιότερο τρόπο και όχι με την επίδικη αίτηση, στόχος της οποίας είναι η εκκαθάριση και εξαφάνιση της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω, από το σύνολο των ισχυρισμών της ALPIX καθίσταται ηλίου φαεινότερον ότι πρόθεση και επιθυμία τούτης δεν είναι η εκκαθάριση της εταιρείας αφ' εαυτή, αλλά ο διαμοιρασμός της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, μέρος της οποίας δικαιούται δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας που υπέγραψαν τα μέρη. Ορώμενο το εν λόγω ζήτημα από αυτή τη σκοπιά ενισχύει τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι κανένας λόγος υφίσταται για εκκαθάριση της εταιρείας και ότι η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως κατάχρηση διαδικασίας εφόσον η αίτηση προωθείται ως μέσο άσκησης πίεσης τη στιγμή που υφίσταται εναλλακτική, και μάλιστα ανώδυνη, λύση, δηλαδή αυτή της διαιτησίας. Ως εκ των πιο πάνω, ακόμη και αν διαπιστώνετο ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει λόγω αυτής ακριβώς της καταχρηστικής χροιάς της. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. [Υπ.] ............................. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.