← Κύπρος

CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD ν. Ι. Π. Χ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8059/10, 31/5/2013

CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD ν. Ι. Π. Χ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8059/10, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8059/10 Μεταξύ: CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD Εναγόντων -και- Ι. Π. Χ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 31.5.2013 Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 12.4.2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-αιτητή: κ. Μ. Ι. Μούρος Για Ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: κ. Κ. Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι-αιτητές ζητούν την τροποποίηση της υπεράσπισης τους. Προτού αναφερθώ στην ουσία της αίτησης κρίνω επιβεβλημένο να αναφερθώ με συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 22.9.2010 και με αυτή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους €238.791,65 που αφορά την πώληση κάποιων αγαθών, πλέον το ποσό των €56.627,30 δυνάμει επιταγών. Είναι η θέση των εναγόντων ότι επώλησαν στους εναγομένους, κατά το έτος 2010, διάφορα προϊόντα συνολικής αξίας €464.625,

  1. Oι τελευταίοι επλήρωσαν έναντι το ποσό των €225.834,15 και παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €238.791,
  2. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι είχαν συνεργασία με τους ενάγοντες αρνούνται όμως ότι οι τελευταίοι τους παρέδωσαν εμπορεύματα συνολικής αξίας €464.625,
  3. Ισχυρίζονται ότι είχαν «παραπλανηθεί από τους ενάγοντες για τα ισχυριζόμενα τιμολόγια, καθ΄ ότι το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων έχει παραδοθεί σε τρίτα άτομα που συνεργάζονται και χρεώθηκε η εναγομένη». Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές παραδέχονται την έκδοση τους αρνούνται όμως ότι οφείλουν το αντίτιμο τους καθότι αυτές έχουν ανακληθεί. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 22.1.
  4. Την ημέρα εκείνη κατέθεσε ο Ανδρέας Πρωτοπαπάς διευθυντής των εναγόντων, ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Η υπόθεση αναβλήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να δοθεί ο χρόνος στον εκπρόσωπο της υπεράσπισης να ελέγξει τα επίδικα τιμολόγια, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου. Την 22.2.2013, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, κατατέθηκαν διάφορα τεκμήρια, ζητήθηκε όμως αναβολή από τον κ. Μούρο για να τα μελετήσει. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Στο παρόν στάδιο θα ζητήσω αναβολή της υπόθεσης για σήμερα. Ο λόγος που ζητώ αναβολή είναι ότι μόλις σήμερα μου έχει παραδώσει ο συνάδελφος αντίγραφα των τιμολογίων και των τεκμηρίων της υπόθεσης αυτής. Είναι όγκος εγγράφων και υπάρχουν πάρα πολλές, κατ΄ ισχυρισμό δικό μας, παραποιημένες παραγγελίες και αποδείξεις. Εν πάση περιπτώσει είναι εμφανές ότι υπάρχουν διορθώσεις και απλώς θέλω να διερευνήσω το κάθε τιμολόγιο μαζί με τις σχετικές παραγγελίες, να ταυτίσω τα τιμολόγια μαζί με τις παραγγελίες και τα ποσά και αυτή είναι δουλειά του λογιστή η οποία χρειάζεται πάρα πολύ χρόνο για να διερευνήσει όλα αυτά τα ποσά. Και υπάρχουν κατ΄ ισχυρισμό του πελάτη μου ποσά τα οποία αμφισβητεί και πρέπει να υποβάλω μια ξεκάθαρη εικόνα ώστε να μπορέσω να αντεξετάσω το μάρτυρα και να δώσω συγκεκριμένα στοιχεία στο Δικαστήριο για τα ποσά που αμφισβητούμε». Το αίτημα έγινε δεκτό και η υπόθεση αναβλήθηκε, είκοσι περίπου μέρες αργότερα στις 13.3.2013 για να δοθεί επαρκής χρόνος στο συνήγορο υπεράσπισης να μελετήσει τα έγγραφα και να λάβει γνώμη και από λογιστή. Την 13.3.2013, ως επίσης και την επομένη, 14.3.2013 αντεξετάσθηκε ο ΜΕ1 και η μαρτυρία του ολοκληρώθηκε. Ο ΜΕ1 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας των εναγόντων. Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε τη 12.4.2013, οι εναγόμενοι-αιτητές ζητούν όπως προστεθούν τα πιο κάτω, σε αντικατάσταση της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης: «α. Κατά ή περί τις αρχές Μαΐου 2010, οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους εναγομένους όπως πωλούν και παραδίδουν εμπορεύματα τους επί πιστώσει μέχρι του ποσού των €20.000.- ευρώ στον Ιωάννη Καρβέλλη και χρεώνουν τους εναγομένους. β. Στην αρχή της συμφωνίας οι παραγγελίες δίδονταν από τον διευθυντή της εναγομένης μέσω τηλεφώνου. γ. Κατά ή περί τα μέσα Μαΐου 2010 το ποσό της πίστωσης πέρασε το συμφωνηθέν ποσό πίστωσης των €20.000.- και όταν οι εναγόμενοι αρνήθησαν στον Ιωάννη Καρβέλλη την παραχώρηση περαιτέρω πίστωσης, αυτός μετέβηκε στους ενάγοντες και συμφώνησε με τον διευθυντή της ενάγουσας για να του παραχωρηθεί περαιτέρω πίστωση. δ. Μετά τη συμφωνία του Ιωάννη Καρβέλλη με τον διευθυντή της ενάγουσας για παραχώρηση περαιτέρω πίστωσης, οι ενάγοντες αξίωσαν από τους εναγομένους όπως για κάθε νέα παραγγελία έχουν γραπτές οδηγίες από τους εναγομένους. ε. Οι ενάγοντες και/ή ο Ιωάννης Καρβέλλης με την ανοχή των εναγόντων κατά παράβαση των γραπτών οδηγιών των εναγομένων για παράδοση συγκεκριμένων αριθμό εμπορευμάτων, παραποίησαν όλες τις γραπτές οδηγίες των εναγομένων από τις 04.06.2010 μέχρι τις 28.06.2010 και παράδωσαν στον Ιωάννη Καρβέλλη μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων χωρίς αυτά να αναγράφονται στις γραπτές οδηγίες των εναγομένων. ζ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημιές ίσες με την αξία των παραδοθέντων εμπορευμάτων χωρίς την συγκατάθεση τους. η. Πέραν των ως άνω ατασθαλιών εις βάρος των εναγομένων οι ενάγοντες παράδωσαν σε τρίτα πρόσωπα εμπορεύματα και χρέωσαν τους εναγομένους χωρίς τη συγκατάθεση τους. θ. Είναι ισχυρισμός των εναγομένων ότι υπέγραψαν τα επίδικα τιμολόγια κατόπιν απειλών από τον Ιωάννη Καρβέλλη και ή μέρος των τιμολογίων υπεγράφη από τον διευθυντή των εναγομένων χωρίς έλεγχο, λόγω της εμπιστοσύνης του προς τους ενάγοντες». Ζητούν επίσης όπως προστεθεί η πιο κάτω ανταπαίτηση: «Α. Αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν για παράδοση εμπορευμάτων χωρίς την συγκατάθεση τους και ή πλάνης και ή αμέλειας των εναγόντων εις βάρος των συμφερόντων των εναγομένων». Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας, Παναγιώτη Κάττου. Ο κ. Κάττου τονίζει τη σπουδαιότητα και αναγκαιότητα της αιτουμένης τροποποίησης. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά ότι αν δεν επιτραπεί η αιτουμένη τροποποίηση «.δεν θα είναι δυνατή η εξυπηρέτηση της αρχής της οριστικότητας (Finality) της δικαστικής διαδικασίας». Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός τα πιο κάτω: «Τα έγγραφα τα οποία ισχυρίζεται η πλευρά των αιτητών ότι προέκυψαν μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης είναι οι γραπτές οδηγίες των αιτητών προς τους ενάγοντες, τεκμήριο 1 στη διαδικασία». Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής[1]. Η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε κάποια αμέλεια ή καθυστέρηση στην προώθηση της νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα[2]. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ως αναφέρω και ανωτέρω δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού αποτελεί ευθύνη του Δικαστηρίου[3]. Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη «γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[4]». Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει ν΄ αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος για την τροποποίηση[5]. Κατά την εξέταση του παράγοντα αυτού, ήτοι της καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη μεταξύ άλλων η συμπεριφορά των μερών. Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι ζητούν την τροποποίηση της υπεράσπισης και την προσθήκη ανταπαίτησης. Τα γεγονότα τα οποία προσπαθούν να εισάξουν δεν προέκυψαν εκ των υστέρων αλλά πρόκειται για γεγονότα που ήταν σε γνώση των εναγομένων πολύ πριν καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Πρόκειται για το έγγραφο τεκμήριο 1 στη διαδικασία το οποίο σύμφωνα με τη δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης, που έγινε παραδεκτό γεγονός, «προέκυψε μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης». Ως αναφέρω και ανωτέρω όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση τόσο μεγαλύτερο είναι και το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει ο αιτητής. Στην παρούσα υπόθεση το βάρος είναι πολύ μεγάλο λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πριν τρία περίπου έτη, η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει και η μαρτυρία των εναγόντων έχει ολοκληρωθεί. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνω ότι η υπόθεση αναβλήθηκε σε δύο περιπτώσεις για να δοθεί χρόνος στην υπεράσπιση να ετοιμασθεί και να μελετήσει τα έγγραφα συμπεριλαμβανομένου και του τεκμηρίου
  5. Η αίτηση τροποποίησης θα μπορούσε να καταχωρηθεί και την υστάτη προτού αρχίσει η αντεξέταση του μοναδικού μάρτυρα των εναγόντων. Αντ΄ αυτού ο τελευταίος αντεξετάσθηκε για δύο μέρες αφού προηγουμένως είχε δοθεί κάθε δυνατή ευκαιρία στο συνήγορο υπεράσπισης να προετοιμασθεί και όταν η μαρτυρία του ολοκληρώθηκε, η υπεράσπιση έκρινε σκόπιμο να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, να προβάλει κάποιους νέους ισχυρισμούς και να ανταπαιτήσει από τους ενάγοντες κάποια ποσά. Καταλήγω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για την οποία δεν δόθηκε καμία ικανοποιητική εξήγηση. Στην ουσία εκείνο που ζητείται από τους εναγομένους είναι να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να προωθήσουν μια υπεράσπιση βασισμένη σε διαφορετικά γεγονότα από εκείνα που προωθούσαν μέχρι τώρα. Η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα

(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [2] Βλέπετε σχετικά Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 394, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 621. [3] Χρίστου v. Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [4] Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223, 228 και SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1984)1 ΑΑΔ 426. [5] Απόσπασμα από τη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 E AAΔ. Βλέπετε επίσης Γραμμές Στρίντζη v Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.