DEXXORIN ENTERPRISES LTD ν. Πέτρου Στυλιανίδη, Αρ. Αγωγής: 4604/07, 17/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4604/07 Μεταξύ: DEXXORIN ENTERPRISES LTD Εναγόντων -και- Πέτρου Στυλιανίδη Εναγομένου Ημερομηνία: 17.5.2013 Αίτηση ημερομηνίας 29.10.2012 για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Πασχαλίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Για τον Εναγόμενο: κ. Λ. Δικωμίτου για Παπαφιλίππου, Παπαδόπουλος & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των Δολαρίων Αμερικής 213.978 δυνάμει δανείου που έγινε το 1999 και ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους και ή γραμματίου και ή χρεωστικού ομολόγου και η συναλλαγματικής και ή γραπτής και ή προφορικής σύμβασης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, κατά ή περί το 1999, η ενάγουσα δάνεισε και ή διέθεσε στον εναγόμενο χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων ανερχόταν την 16.12.1999, σε Δολάρια Αμερικής 213.
- Η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών προέβλεπε την εξόφληση του πιο πάνω ποσού μέχρι τη 3.12.2000, με τόκο 15% ετησίως. Ο εναγόμενος κατεχώρησε υπεράσπιση η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην τροποποιηθείσα υπεράσπιση προβάλει τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: «
- Η αγωγή και/ή αξίωση ως έχει δεν ευσταθεί (It is not maintenable) γιατί το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο και/ή κατ΄ ισχυρισμό δανειοδότηση και/ή η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία δανείου και/ή κατ΄ ισχυρισμό συναλλαγή και/ή η οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό συναλλαγή με αντικείμενο μετοχές και/ή μετρητά και/ή ξένο συνάλλαγμα και/ή άλλως πως αντιβαίνει και/ή αντίκειται προς τις πρόνοιες του κατά τον ουσιώδη χρόνο εν ισχύει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα προς τις πρόνοιες του τότε εν ισχύει Περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου Κεφ. 199 και συνεπώς το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο και/ή κατ΄ ισχυρισμό δανειοδότηση και/ή κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία δανείου είναι παράνομη και/ή εξ΄ υπαρχής άκυρη (ab initio).
- Το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο και/ή κατ΄ ισχυρισμό δανειοδότηση και/ή η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία δανείου και/ή η κατ΄ ισχυρισμό συναλλαγή και/ή η οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό συναλλαγή με αντικείμενο μετοχές και/ή μετρητά και/ή ξένο συνάλλαγμα και/ή άλλως πως, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έγινε, αποτελεί παράβαση του καταστατικού της ενάγουσας και/ή αντιβαίνει και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του καταστατικού της ενάγουσας και/ή είναι έξω και πέραν από τις πρόνοιες του καταστατικού της ενάγουσας κατά παράβαση του καταστατικού της ενάγουσας (Ultra Vires) καθότι η ενάγουσα ήταν κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και εξακολουθεί να είναι υπεράκτια εταιρεία (Offshore Company) που δεν δικαιούτο και/ή δεν δικαιούται να διεξάγει εργασίες εντός Κύπρου όπως μεταξύ άλλων την κατ΄ ισχυρισμό επίδικη συναλλαγή χωρίς την απαιτούμενη έγκριση από τις αρμόδιες Κυπριακές Αρχές και/ή χωρίς την οποιαδήποτε προηγούμενη σχετική τροποποίηση του καταστατικού τους. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων ο εναγόμενος εγείρει την πιο κάτω υπεράσπιση». Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση της «τότε» συζύγου του Λούπας Μιχαήλοβας και του πατέρα της Αλεξάντερ Μιχαήλοβ. Το 1999 ο Αλεξάντερ Μιχαήλοβ αποφάσισε όπως επενδύσει στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, αγοράζοντας και πωλώντας μετοχές μέσω δύο κυπριακών εταιρειών που ανήκαν στον ίδιο και την οικογένεια του, μια εκ των οποίων ήταν η Stafleet Ltd. Ο εναγόμενος καμία εξουσία και ή εξουσιοδότηση είχε να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και ή χαρτοφυλάκια των πιο πάνω εταιρειών. Ως αναφέρει χαρακτηριστικά στην υπεράσπιση του, «.ο ρόλος του περιορίζετο αποκλειστικά στην διεκπεραίωση της διαδικασίας στο Χ.Α.Κ.». Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι έλαβε προσωπικά οποιαδήποτε ποσά από την ενάγουσα αυτά τα έλαβε ως αντιπρόσωπος της τελευταίας για αγορά μετοχών εκ μέρους και/ή προς επίτευξη διαφόρων σκοπών που του υποδείχθηκαν από αυτήν ή τους αντιπροσώπους της και ή ως δώρο. Η ενάγουσα στην Απάντηση που κατεχώρησε απορρίπτει τα πιο πάνω και επαναλαμβάνει τις θέσεις της ως αυτές διατυπώνονται στην Έκθεση Απαίτησης δίδοντας όμως περαιτέρω διευκρινήσεις. Με την υπό κρίση αίτηση ο εναγόμενος ζητά όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης εκδικαστούν προδικαστικά. Η αίτηση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Αντρέα Ρήγα. Ο κ. Ρήγας αναφέρει ότι το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο έλαβε χώρα στην Κύπρο και αφορούσε ξένο συνάλλαγμα. Κατά το χρόνο που έγινε το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο βρισκόταν σε ισχύ ο περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμος ΚΕΦ.199 ο οποίος απαγόρευε και ποινικοποιούσε, οποιαδήποτε συναλλαγή, συμπεριλαμβανομένης και της παροχής δανείου ή αγοράς αξιών εντός της Δημοκρατίας σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα χωρίς την άδεια του Δημοσιονομικού Γραμματέα. Σύμφωνα με τα δημόσια αρχεία του Εφόρου Εταιρειών η ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως υπεράκτια εταιρεία και το καταστατικό της προέβλεπε ότι όλες οι επιχειρήσεις της θα έπρεπε να διεξάγονται εκτός Κύπρου. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Είναι η θέση τους ότι με βάση τη δικογραφία δεν υπάρχουν παραδεκτά γεγονότα επί των οποίων θα μπορούσε να στηριχθεί το Δικαστήριο για να αποφασίσει τις προδικαστικές ενστάσεις. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν έχει δικαιολογηθεί. Η αίτησης βασίζεται στη Δ.27 θθ1, 2 και 3 και Δ.29, 30,48, 59 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.
- Η Δ.27 προβλέπει τα πιο κάτω: «
- Οποιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό». Η Δ.29 προβλέπει ότι οι διάδικοι σε οιονδήποτε ζήτημα μπορούν να υποβάλλουν τα νομικά ερωτήματα που προκύπτουν σ΄ αυτό υπό τύπον ειδικής υπόθεσης για γνωμοδότηση από το Δικαστήριο. Η ειδική υπόθεση θα διαιρείται σε αριθμημένες παραγράφους και θα αναφέρει περιληπτικά τα τοιαύτα γεγονότα και έγγραφα που θα είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει τα ερωτήματα που εγείρονται. Η επίλυση θεμάτων προδικαστικά αποτελεί εξαιρετικό μέτρο προσφυγής το οποίο δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται τα προδικαστικά θέματα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό σημείο[1]. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση
- Cybarco PLC κ.α και Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών[2]: «.Είναι σαφώς νομολογημένο ότι για να είναι κατάλληλη μια υπόθεση για να ακουστεί πρώτα το εγειρόμενο προδικαστικό νομικό σημείο, θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία τούτο θα αποφασιστεί, να μην είναι υπό αμφισβήτηση. Επίσης το εγειρόμενο σημείο να είναι καθαρά νομικό, κι΄ ότι απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά περατώνει την αγωγή.». Τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές υποθέσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα είτε λόγω ασάφειας του νόμου είτε των γεγονότων, είναι προτιμότερο να αποφασίζονται κατά την ακρόαση.[3] Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι προδικαστικές ενστάσεις κάθε άλλο παρά παραδεκτά είναι. Αμφισβητείται από την υπεράσπιση ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί χορήγησης δανείου στη συνέχεια όμως προβάλλεται η εισήγηση ότι «το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο» ήταν παράνομο και εξ υπαρχής άκυρο καθ΄ ότι αντίκειται στις πρόνοιες του περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου, Κεφ.
- Η αναφορά στον πιο πάνω νόμο γίνεται γενικά και αόριστα χωρίς να διευκρινίζεται ποιες απ΄ όλες τις πολυάριθμες πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου έχουν παραβιασθεί. Περαιτέρω, προβάλλεται η εισήγηση ότι το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο και η κατ΄ ισχυρισμό συναλλαγή αντίκεινται στις πρόνοιες του καταστατικού της ενάγουσας καθότι η ενάγουσα είναι υπεράκτια εταιρεία και δεν δικαιούται να διεξάγει εργασίες στην Κύπρο. Από τη δικογραφία όμως δεν προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι όντως υπεράκτια ή ότι οι επίδικες ενέργειες της, που υπενθυμίζω ότι αμφισβητούνται από την υπεράσπιση, αποτελούν «εργασίες». Αντίθετα, η ενάγουσα, στην Απάντηση που κατεχώρησε αρνείται όλα τα πιο πάνω, τόσο το περιεχόμενο της παραγράφου 1 όσο και το περιεχόμενο της παραγράφου 2 και «θέτει τον εναγόμενο σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών αυτών». Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α
(1991)1 Α.Δ.Δ.
- [2] Προσφυγή 93/09, ημερομηνίας 18.1.
- [3] Χ¨Οικονόμου v Ελληνική Τράπεζα
(1992)1 Α.Δ.Δ. 949. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο