Επί τοις αφορώσι την Αποστόλα Σάββα Κωνσταντίνου, Αρ. Αίτησης: 721/07, 17/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 721/07 Επί τοις αφορώσι την Αποστόλα Σάββα Κωνσταντίνου, τέως από τα Λύμπια Αποβιώσασα Ημερομηνία: 17.5.2013 Αίτηση ημερομηνίας: 2.2.2012 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Α. Ντορζής Για Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Α. Χάσικος Για Κληρονόμο Μιράντα Αδάμου: κ. Ι. Ροκόπος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Απόστολος Ντορζής διαχειριστής της περιουσίας της Αποστόλα Σάββα Κωνσταντίνου ζητά από το Δικαστήριο τα πιο κάτω: «
- Οδηγίες του Δικαστηρίου κατά πόσο η ως άνω αποβιωσάση, Αποστόλα Σάββα Κωνσταντίνου, με τη διαθήκη της, έχει αφήσει στους κληροδόχους ποσοστό περιουσίας πέραν του 50% του συνόλου της περιουσίας που είχε κατά την ημερομηνία του θανάτου της.
- Οδηγίες και/ή ερμηνεία του όρου 2 της διαθήκης της αποβιωσάσης στον οποίο αναφέρεται ότι η αποβιώσασα κληροδοτά στην αδελφότεκνη της Μιράντα Τάσου Αδάμου την οικία της που βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια και του μέρους 3 του όρου 3 στον οποίο αναφέρεται ότι η αποβιώσασα κληροδοτεί στον αδελφότεκνο της Αδάμο Τάσου Αδάμου το κτήμα με αριθμό εγγραφής 11820 Φ/Σχ. XL10, Τμήμα 2/111, Τεμάχιο 61/4 τοποθεσία εντός του χωριού Λύμπια»[1]. Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Νόμο Κεφ. 189, άρθρα 53, 55 και 58 και στους περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμούς και υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του αιτητή. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο αιτητής είναι ο εκτελεστής της διαθήκης της πιο πάνω αποβιωσάσης, η οποία ήταν σύζυγος του Σάββα Κωνσταντίνου. Το ζευγάρι δεν απέκτησε τέκνα. Η αποβιώσασα κατά την ημερομηνία του θανάτου της είχε δύο κληρονόμους το σύζυγο της, Σάββα Κωνσταντίνου και τον αδελφό της, Τάσο Αδάμου. Ο τελευταίος απεβίωσε σε κάποιο χρόνο αργότερα και διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του ο γιος του, Τάσος Αδάμου. Η αποβιώσασα με τη διαθήκη της κληροδότησε στην αδελφότεκνη της Μιράντα Τάσου Αδάμου «την οικία της που βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια» και στον αδελφότεκνο της Αδάμο Τάσου Αδάμου τα κτήματα με αρ. εγγραφής 12325, Φ/Σχ 40/10, τεμ. 963, τοποθεσία Μαυρομμάτης Λύμπια και αρ. εγγραφής 11620, Φ/Σχ XL/10 χωρ. Τμήμα 2/111, Τεμ. 61/4, τοποθεσία εντός του χωρίου Λύμπια. Η αποβιώσασα ήταν κάτοχος και άλλων ακινήτων τα οποία περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά: «
(1)Χωράφι, αρ. εγγρ. 0/12325, Φ/Σχ. 40/10, τμήμα 0, τεμάχιο 963, ½ μερίδιο του όλου, τοποθεσία Μαυρομμάτης, Λύμπια.
(2)Χωράφι, αρ. εγγρ. 0/10787, Φ/Σχ. 40/10, τμήμα 0, τεμάχιο 279, μερίδιο το όλο, τοποθεσία Φτέλια, Λύμπια.
(3)Χωράφι, αρ. εγγρ. 0/12755, Φ/Σχ. 40/17, τμήμα 0, τεμάχιο 428, 20/360 μερίδια του όλου, τοποθεσία Πλατζιά, Λύμπια.
(4)Χωράφι, αρ. εγγρ. 0/12756, Φ/Σχ. 40/09, τμήμα 0, τεμάχιο 692, 20/360 μερίδια του όλου, τοποθεσία Μαυρόμματος και Κολύμπες, Λύμπια.
(5)Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 24, αρ. εγγρ. 1/585, Φ/Σχ. 21/460609, τμήμα 1, τεμάχιο επί 274 μερίδιο όλο, διεύθυνση Ιπποκράτους, Ενορία Αγ. Σάββας, Λευκωσία.
(6)Ισόγεια κατοικία, αρ. εγγρ. 0/8549, Φ/Σχ. 40/11008V01, τμήμα 1, τεμάχιο 461, μερίδιο το όλο, τοποθεσία εντός του χωρίου, Λύμπια.
(7)Ισόγεια κατοικία, αρ. εγγρ. 0/11620, Φ/Σχ. 40/1108V01, τμήμα 1, τεμάχιο 462, μερίδιο το όλο, τοποθεσία εντός του χωρίου, Λύμπια». Η αποβιώσασα ήταν επίσης κάτοχος ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής ύψους €18.
- Στην ένορκη δήλωση γίνεται επίσης αναφορά στα χρέη της ενάγουσας προς τη ΣΠΕ Λυμπιών - Αλάμπρας και στην Τράπεζα Κύπρου. Στο πιο πάνω συνεργατικό ίδρυμα όφειλε τα ποσά των €9.555 και €8.500 πλέον τόκους και στη τράπεζα €7.800 πλέον τόκους. Το ποσό των οφειλομένων τόκων δεν διευκρινίζεται. Ο σύζυγος της αποβιωσάσης, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα κατεχώρησε αγωγή εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αρ. αγωγής 10808/07 με την οποία αμφισβήτησε την εγκυρότητα της διαθήκης της αποβιωσάσης. Ήταν η θέση του ότι η κληροδοσία την οποία είχε αφήσει η αποβιώσασα με τη διαθήκη της υπερέβαινε το 50% της περιουσίας της. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο όρος 2 της διαθήκης στην οποία αναφέρεται ότι «δίδει και κληροδοτεί στην αδελφότεχνη της Μιράντα Τάσου Αδάμου την οικία της που βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια και το μέρος του όρου 3 αυτής στην οποία αναφέρεται ότι δίδει και κληροδοτεί στον αδελφότεκνο της Αδάμο Τάσου Αδάμου το κτήμα με αριθμό εγγραφής 11620, Φ/Σχ. XL 10, Τμήμα 2/111, Τεμάχιο 61/4 και νέο Φ/Σχ. 40/1108V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο 462 τοποθεσία εντός του χωριού Λύμπια» συγκρούονται μεταξύ τους και/ή είναι όροι που δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Η αγωγή αποσύρθηκε την 30/3/2011, ο εκτελεστής δεσμεύτηκε όμως να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για ερμηνεία του όρου 2 και μέρος του όρου 3 της διαθήκης. Η θέση των κληροδόχων είναι ότι η κληροδοσία δεν υπερβαίνει το 50% της περιουσίας της αποβιωσάσης και ότι η αποβιώσασα έχει δύο σπίτια στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια. Το σπίτι που κληροδοτείται στον Αδάμο Τάσου Αδάμου έχει αριθμό εγγραφής 11820 και αυτό που κληροδοτείται στην Μιράντα Αδάμου έχει αριθμό εγγραφής 0/
- Οι δύο εκτιμητές Σταύρος Παπαδόπουλος και Κίκης Αθηνοδώρου υπολόγισαν την αξία της ακινήτου περιουσίας κατά το χρόνο θανάτου της αποβιωσάσης ήτοι τη 18.10.2007 ενώ ο τρίτος εκτιμητής Χαράλαμπος Πετρίδης το Δεκέμβριο του
- Οι αγοραίες αξίες συνοψίζονται σε κάποιο πίνακα τον οποίον θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο: «1 2 3 € € €
(1)Αρ. εγγραφής 1/585, Λευκωσία 70.000 54.000 40.000
(2)Αρ. εγγραφής 0/10787, Λύμπια 435.000 400.000 370.000
(3)Αρ. εγγραφής 0/12325, Λύμπια (1/2) 200.000 113.000 167.000
(4)Αρ. εγγραφής 0/12755, Λύμπια (20/360) 2.000 1.500 1.200
(5)Αρ. εγγραφής 0/12756, Λύμπια 3.000 840 850
(6)Αρ. εγγραφής 0/11620, Λύμπια 300.000 195.000 250.000
(7)Αρ. εγγραφής 0/8549, Λύμπια 70.000 30.000 33.000 _______ _______ _______ 1008.000 794,340 871,050». Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται κάποια βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Λυμπιών, ημερομηνίας 2.11.2010, σύμφωνα με την οποία το τεμάχιο με αρ. 40/1108V01/461 βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3Β και το τεμάχιο με αρ. 40/1108V01/462 βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3Α. Ο κληροδόχος Σάββας Κωνσταντίνου, σύζυγος της αποβιωσάσης, καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στην οποία ισχυρίζεται ότι οι όροι 2 και μέρος του όρου 3 της διαθήκης είναι άκυροι εξ υπαρχής γιατί δεν εκφράζουν συγκεκριμένη πρόθεση της αποβιωσάσης και δεν καθορίζουν σε ποιο από τους αδελφότεκνους της επιθυμούσε να κληροδοτήσει την οικία της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ως άνω όροι συγκρούονται μεταξύ τους, είναι γραμμένοι με τρόπο ασαφή και δεν «επιδέχονται καμίας ερμηνείας και/ή αποκατάστασης και/ή της βούλησης της αποβιωσάσης». Τέλος είναι η θέση του ότι αν οι ως άνω όροι ερμηνευθούν ως έγκυρες κληροδοσίες τότε η αποβιώσασα διέθεσε στους κληροδόχους της με τη διαθήκη της ποσοστό πέραν του 50% του συνόλου της περιουσίας της και έτσι «παραβιάζει τη νόμιμη μοίρα του επιζώντα συζύγου της, ή του ιδίου». Ο Σάββας Κωνσταντίνου με την ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την ένσταση του παραδέχεται τα γεγονότα που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση του εκτελεστή, απορρίπτει όμως το περιεχόμενο της βεβαίωσης του Κοινοτικού Συμβουλίου Λυμπιών. Είναι η θέση του ότι η οικία που κληροδοτήθηκε στη Μιράντα Τάσου Αδάμου και η οικία που κληροδοτήθηκε στον Αδάμο Τάσου Αδάμου «.είναι το ίδιο και το αυτό με την οικία μας στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια». Αναφέρει αναλυτικά τα πιο κάτω: «
- Οι κληροδόχοι είναι δυνατό να ισχυρισθούν και ισχυρίζονται ότι η αποβιώσασα σύζυγος μου κληροδότησε με τον όρο 2 της διαθήκης την οικία της πού ευρίσκεται δίπλα από την οικία πού κατοικούσα με την σύζυγο μου στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια και έχει κτηματολογικά στοιχεία Εγγραφής 0/8549, Φ/Σχ. 40/1108 V01, τμήμα 1, τεμ.461 και ότι με τον όρο 3 (μέρος) κληροδότησε στον Αδάμο Τάσου Αδάμο την οικία πού κατοικούσα με την σύζυγο μου όπως αναφέρεται στην διαθήκη με τα κτηματολογικά στοιχεία της οικίας και ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ακυρότητας και/η ερμηνείας της διαθήκης όμως εγώ διαφωνώ για τους παρακάτω λόγους: α) Ο όρος 3 (μέρος) της διαθήκης είναι σαφής γιατί υπάρχει περιγραφή του ακινήτου με τα κτηματολογικά στοιχεία του κτήματος της οικίας μας πού κατοικούσαμε με την σύζυγο μου μέχρι την ημερομηνία πού αυτή απεβίωσε το οποίο κτήμα κληροδότησε στον αδελφότεχνο της Αδάμο Τάσου Αδάμου. β) Ο όρος 2 της διαθήκης αναφέρει ότι κληροδοτεί την οικία της στην Μιράντα Τάσου Αδάμου χωρίς να αναφέρει την περιγραφή και τα κτηματολογικά στοιχεία της οικίας και ασφαλώς εννοεί την οικία πού κατοικούσα με την αποβιώσασα. γ) Όλοι γνωρίζουν στην Κοινότητα ότι η οικία πού κατοικούσα με την μακαρίτισσα σύζυγο μου είναι μία, και αυτή ευρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3, στα Λύμπια όπως βεβαιώνεται και από το Κοινοτικό Συμβούλιο Λυμπιών και τα κτηματολογικά στοιχεία και ο αριθμός του κτήματος είναι αυτός πού περιγράφεται στην διαθήκη και η αποβιώσασα το κληροδότησε στον αδελφότεχνο της Αδάμο Τάσου Αδάμο. Επισυνάπτεται ως Τεκ.2 βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Λυμπιών. δ) Είναι γεγονός ότι δίπλα από την οικία πού κατοικούσα με την σύζυγο μου ότι υπάρχει ακόμα ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της αποβιωσάσης το οποίο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της ως ισόγεια κατοικία, ανώγειο δωμάτιο, κατάστημα το οποίο εγώ και η σύζυγος μου ουδέποτε χρησιμοποιήσαμε ως την οικία μας. Το σπίτι αυτό είναι ετοιμόρροπο, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οικία, δεν έχει, ούτε και είχε παροχή ηλεκτρισμού, ούτε παροχή νερού από την Υδατοπρομήθεια ούτε τηλεφωνική σύνδεση. Η αποβιώσασα αγόρασε το ανωτέρω ακίνητο με σκοπό να προεκτείνει τον κήπο της οικίας μας και μάλιστα κατεδάφισε μέρος του και φύτεψε γρασίδι το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. ε) Είναι ξεκάθαρο ότι οι όροι 2 και 3 (μέρος) της διαθήκης δεν μπορούν να εφαρμοστούν και/η θεωρηθούν έγκυρες κληροδοσίες και είναι άκυρες εξ υπαρχής γιατί συγκρούονται μεταξύ τους, νομικά και πραγματικά δεν μπορούν να εφαρμοστούν, δεν εκφράζουν με σαφήνεια την δήλωση βουλήσεως της αποβιωσάσης και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα». Αν οι κληροδοσίες θεωρηθούν από το Δικαστήριο ως έγκυρες τότε, σύμφωνα πάντα με τον καθ΄ ου η αίτηση, η αποβιώσασα κληροδότησε ποσοστό πέραν του 50% του συνόλου της περιουσίας της που εδικαιούτο δυνάμει του νόμου να διαθέσει. Η αίτηση, ως αναφέρω και ανωτέρω, στηρίζεται στα άρθρα 53, 55 και 58 του περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 53 του ως άνω νόμου προβλέπει τα πιο κάτω: «53.1
(1)Προσωπικοί αντιπρόσωποι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, πιστωτές, κληροδόχοι ή οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν μέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων με εκχώρηση ή με άλλο τρόπο, δύνανται να ζητήσουν από το Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση (originating summons) την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονομιάς σε Δικαστήριο, οποιουδήποτε από τα πιο κάτω ζητήματα ή θέματα: .............................
(2)Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί που ισχύουν εκάστοτε, οι οποίοι αφορούν εναρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζονται σε κάθε διαδικασία δυνάμει του άρθρου αυτού». Με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου οι θεραπείες που προσφέρει το άρθρο αυτό μπορούν να δοθούν μόνο στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο εν λόγω άρθρο, τόσο στο κείμενο αυτού όσο και στον πλαγιότιτλο[2], γίνεται αναφορά μόνο σε εναρκτήρια κλήση ενώ στην υπό παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου γίνεται ρητή αναφορά ότι σε τέτοιας φύσης διαδικασίες ισχύουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί που αφορούν εναρκτηρίους κλήσεις. Το άρθρο 54
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί ότι: «οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 53 δύναται αντί να προχωρήσει με εναρκτήρια κλήση να εγείρει αγωγή αξιώνοντας όπως η κληρονομιά του αποθανόντος τύχει διαχείρισης σε δικαστήριο». Προκύπτει με βάση την πιο πάνω πρόνοια ότι το μόνο εναλλακτικό μέσο για διεκδίκηση των θεραπειών του άρθρου 53
(1)είναι η καταχώρηση αγωγής και όχι η αίτηση διά κλήσεως. Αναφορά σε πρωτογενή αίτηση γίνεται και στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία διαβάζουμε τα πιο κάτω: «
- Οιονδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενον σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια πρωτογενούς αιτήσεως (Τύπος 50 και 51) για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη και για δήλωση για τα δικαιώματα των εδιαφερομένων προσώπων». Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση
- Wilfrid Wortham κ.α v
- Α. Ντίνας Κώστα Τσιμόν[3] στην οποίαν το Εφετείο ανέφερε ρητά ότι οι θεραπείες που αναφέρονται στο συγκεκριμένο άρθρο, «.μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Και σημειώνουμε πως η Δ.55 θ.2 και 3 περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και τη στήριξη της με μαρτυρία, όπως θα ζητούσε το Δικαστήριο». Σύμφωνα με τη Δ.1 θ.2 των Θεσμών, εναρκτήρια κλήση είναι «οιαδήποτε κλήση εκτός από κλήση σε θέμα ή ζήτημα που εκκρεμεί[4]». Παρέκκλιση από τους θεσμούς δεν συνεπάγεται αφεαυτής ούτε καθιστά άκυρο το διαδικαστικό διάβημα το οποίο λαμβάνεται[5]. Η διάκριση μεταξύ άκυρου (void) και αντικανονικού (irregular) δικονομικού μέτρου οριοθετείται στην Re Prichard[6] (deceased). Δικονομικό μέτρο είναι άκυρο σε τρεις περιπτώσεις: α) Όταν δεν ικανοποιείται στην άλλη πλευρά. β) Όταν η γένεση του είναι ακροσφαλής και γ) Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για έκδοση του[7]. Στην απόφαση Evagorou v Christodoulou and Another[8] τονίστηκε ότι ακυρότητα προκύπτει οποτεδήποτε το σφάλμα είναι κεφαλαιώδες ώστε να πλήττεται το θεμέλιο της διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση ο αιτητής, ως επισημαίνω και πιο πάνω, παρά το γεγονός ότι στηρίζει την αξίωση του στο άρθρο 53 του Κεφ. 189 καταχώρησε αίτηση διά κλήσεως και όχι εναρκτήρια κλήση. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο πρόκειται για άκυρο ή απλώς αντικανονικό δικονομικό μέτρο. Το θέμα αυτό απασχόλησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Hajichambis v. Attorney General
(1986)1 C.L.R. σελίδα
- Το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο η αίτηση διά κλήσεως που προβλέπεται από τη Δ.48 Θ.Θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ήταν η σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για ακύρωση της εκλογής, ως προβλέπεται από το άρθρο 9 του Κεφ.
- Το Εφετείο αποφάσισε ότι εφόσον στο ως άνω άρθρο γίνεται αναφορά σε αίτηση για ακύρωση της εκλογής τότε η μόνη αίτηση η οποία θα μπορούσε να καταχωρηθεί ήταν εναρκτήρια κλήση. «It appears form its definition that an originating summons is a summons other than a summons in a pending cause or matter and it resembles to a writ of summons by which proceedings are commenced before the Court. If the matter is not incidental to pending proceedings already before the Court, then the cause cannot be brought before the Court in any other manner than that which is prescribed by the Rules, that is either by a writ or in exceptional cases by origination summons where provision to that effect exists in the Law or the regulations». Το Εφετείο αποφάσισε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς κατέληξε ότι η διαδικασία είχε αρχίσει με λανθασμένη αίτηση και ουσιαστικά δεν υπήρχε διαδικασία ενώπιον του. Το γεγονός αυτό δεν συνιστούσε μια απλή παρατυπία αλλά μία άκυρη διαδικασία[9]. Το θεμέλιο της υπό κρίση αίτησης είναι ακροσφαλής και ως εκ τούτου η διαδικασία καθίσταται άκυρη. Πέραν τούτου επισημαίνω επίσης ότι τα θέματα που εγείρονται στην υπό κρίση υπόθεση είναι πολλά και περίπλοκα και δεν μπορούν να επιλυθούν στα πλαίσια της αίτησης δια κλήσεως. Η περιπλοκότητα των θεμάτων και η ανεπάρκεια των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνωρίζεται εν μέρει από τον ίδιο τον αιτητή-εκτελεστή της διαθήκης, ο οποίος αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου εδήλωσε ότι η εκτίμηση της περιουσίας θα μπορούσε να ανατεθεί σε εκτιμητή και η κατάληξη του να είναι δεσμευτική για όλους. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το δικονομικό μέτρο που υιοθετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο δεν προβλέπεται από το άρθρο 53 επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση αλλά ούτε και προσφέρεται για επίλυση των θεμάτων που εγείρονται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ενόψει κάποιας δέσμευσης των εμπλεκομένων μερών που έγινε στα πλαίσια της αγωγής 10808/07, προτού η τελευταία αποσυρθεί, το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένσταση, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών ότι ο ορθός αριθμός είναι «11620» και όχι «11820». [2] «Επίλυσις ορισμένων θεμάτων δι΄ εναρκτηρίου κλήσεως (originating summons). [3]
(2001)1 Β Α.Α.Δ.
- [4] Βλέπετε σχετικά Annual Practice του 1959 «Definition of originating summons», σελ.
- [5] Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. [6]
(1963)1 All ER 87. [7] Βλέπετε σχετικά Ειρήνη Κάκουλλου v Χ.Π. Πουχουζούρη και άλλης (Αρ. 2)
(1992)1 Β Α.Δ.Δ. 1503, στην οποία υιοθετούνται οι πιο πάνω αρχές. [8]
(1982)1 CLR 771. [9] Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ¨Σάββα
(1997)1 Β Α.Α.Δ., στην οποία το Εφετείο αποφάσισε ότι η λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας δεν συνιστά παρατυπία η οποία μπορεί να διασωθεί με επίκληση της Δ.64. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο