Χρίστου Α. Λάμπη κ.α. ν. Χρυστούλλας Παλαιομυλίτου, υπό την ιδιότητα της ως προτεινόμενης Εκτελέστριας της Διαθήκης της αποβιώσασας Άννας Ττοφή Λαμπή, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές: 9945/07 6623/06, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές: 9945/07 & 6623/06 Αγωγή Αρ.: 9945/07 Μεταξύ: Χρίστου Α. Λάμπη, Ερμού 5, Στρόβολος Άγγελου Α. Λάμπη, ευρίσκεται στην Αμερική Σοφίας Α. Λάμπη, Ερμού 5, Στρόβολος Εναγόντων και Χρυστούλλας Παλαιομυλίτου, υπό την ιδιότητα της ως προτεινόμενης Εκτελέστριας της Διαθήκης της αποβιώσασας Άννας Ττοφή Λαμπή, τέως από τον Στρόβολο Εναγομένης ___________________________________ Αγωγή Αρ.: 6623/06 Μεταξύ: Χρίστου Α. Λάμπη, Ερμού 5, Στρόβολος Άγγελου Α. Λάμπη, ευρίσκεται στην Αμερική Σοφίας Α. Λάμπη, Ερμού 5, Στρόβολος Εναγόντων και Χρυστούλλας Παλαιομυλίτου, Άγγελου Τερζάκη 5, Στρόβολος, υπό την ιδιότητα της ως προτεινόμενης Εκτελέστριας της Διαθήκης της αποβιώσασας Άννας Ττοφή Λαμπή, τέως από τον Στρόβολο Εναγομένης ___________________________________ 31 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Ευσταθίου. Για Εναγόμενη: κ. Π. Αγγελίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Άννα Ττοφή Λαμπή, τέως από τον Στρόβολο, Επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής η αποβιώσασα), απεβίωσε την 1.5.06 σε ηλικία 86 ετών και κατέλειπε έγγραφο ημερ. 19.7.05 με τίτλο «Διαθήκη», κατονομάζοντας την Εναγόμενη ως εκτελέστρια της διαθήκης της, η οποία υπέβαλε στις 28.3.07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση με αρ. 215/07 (τεκμ. 1) για έκδοση παραχωρητηρίου επικυρώσεως της διαθήκης (τεκμ. 2), η οποία είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο στις 23.10.06 με αρ. 135/
- Οι Ενάγοντες, τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της αποβιώσασας, Ανδρέα Λαμπή, ως νόμιμοι κληρονόμοι της καταχώρησαν Ειδοποίηση Ανακοπής (Caveat) στις 9.8.07 [τεκμ. 3(Α)]. Για το ίδιο έγγραφο Διαθήκης ημερ. 19.7.05 (τεκμ. 5) η Εναγόμενη, ως κατονομαζόμενη εκτελέστρια, είχε υποβάλει προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 5.6.06 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση με αρ. 374/06 (τεκμ. 4) για έκδοση παραχωρητηρίου επικυρώσεως της διαθήκης (τεκμ. 5), η οποία είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο στις 22.5.06 με αρ. 50/
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 14.7.06 Ειδοποίηση Ανακοπής (Caveat) (τεκμ. 6). Είναι δικογραφικός ισχυρισμός των Εναγόντων ότι το φερόμενο έγγραφο ως διαθήκη, δεν συντάχθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195 και είναι άκυρο και χωρίς νόμιμο αποτέλεσμα. Και τούτο γιατί η αποβιώσασα, κατά τον ουσιώδη χρόνο: α) Δεν είχε σώας τας φρένας. β) Δεν είχε το μνημονικό και/ή το λογικό και/ή την αντίληψη και/ή ενεργούσε χωρίς την ελεύθερη βούληση της. γ) Έπασχε από πνευματική και/ή σωματική νόσο, συνεπεία της οποίας ήταν ανίκανη να συνάψει δικαιοπραξία και να δώσει τη συγκατάθεση της και/ή να διαμορφώσει λογικό συμπέρασμα ως προς την επίδραση των πράξεων της και/ή ήταν αδύνατο να αντιληφθεί τι έπραττε. δ) Ήταν υπερήλικη και έπασχε από αρτηριοσκλήρωση. ε) Είχε κατά καιρούς έμμονες ιδέες υπέρ ή εναντίον συγγενών και επηρεαζόταν εύκολα από τρίτα πρόσωπα. στ) Επιτεθόταν φραστικά και με έργα εναντίον γειτόνων και συγγενικών προσώπων κατά περιόδους. ζ) Ήταν ευάλωτη σε ανεπίτρεπτη επιρροή και παραστάσεις τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα ήταν επιρρεπής σε απρεπή και ανεπίτρεπτη επίδραση και/ή ανοίκειο επηρεασμό. η) Δεν είχε συναίσθηση των πραττομένων. θ) Η κατάσταση της υγείας της ήταν αδύνατη και πτωχή. ι) Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. κ) Ήταν εύπιστη και δύσπιστη έναντι των ιδίων προσώπων κατά περιόδους. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των Εναγόντων, ότι συνεπεία των ανωτέρω, η αποβιώσασα σύνταξε το φερόμενο έγγραφο ως διαθήκη, υπό καθεστώς απρεπούς επίδρασης και ανεπίτρεπτης επιρροής και/ή ανοικείου επηρεασμού εκ μέρους της Εναγόμενης και κατόπιν πίεσης. Ειδικώτερα, α) η αποβιώσασα πείστηκε παράνομα να συντάξει διαθήκη προς όφελος της Εναγόμενης, κατόπιν εκμετάλλευσης της πνευματικής κατάστασης της, ως και της κατάστασης της υγείας και/ή της ηλικίας της και β) υπέγραψε τη φερόμενη διαθήκη ενώ δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι έπραττε, ούτε γνώριζε το περιεχόμενο της και δεν ήταν σε θέση να το εγκρίνει, έστω και αν κάποιος της το εξηγούσε, διότι ήταν μειωμένης αντίληψης. Ισχυρίζονται επίσης, ότι το έγγραφο διαθήκης (τεκμ. 2) που αφορά η αίτηση 215/07 (τεκμ. 1), είναι το ίδιο με το έγγραφο διαθήκης (τεκμ. 5), το οποίο αφορά η αίτηση 374/06 (τεκμ. 4). Ως εκ τούτου η Εναγόμενη κωλύεται να προωθήσει την αίτηση αρ. 215/07 ως και να υποστηρίζει ότι το έγγραφο αποτελεί νόμιμη διαθήκη της αποβιώσασας. Είναι τέλος, ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι το έγγραφο φερόμενο ως διαθήκη, συντάχθηκε κατά παράβαση του Κεφ. 195 και ως εκ τούτου είναι άκυρο εφόσον: (α) δεν υπάρχουν σ' αυτό υπογραφές και/ή μονογραφές της αποβιώσασας, (β) δεν υπάρχουν υπογραφές και/ή μονογραφές των μαρτύρων σε όλα τα φύλλα του, (γ) στο έγγραφο τέθηκαν οι μονογραφές της αποβιώσασας και/ή των εμφανιζόμενων ως μαρτύρων, μεταγενέστερα και (δ) το έγγραφο διαθήκης (τεκμ. 2) της αίτησης 215/07 έγινε μεταγενέστερα του εγγράφου (τεκμ. 5), για το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση 374/06 (τεκμ. 4). Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο η αποβιώσασα είχε άριστη εγκεφαλική λειτουργία, ήταν σε πλήρη και νόμιμη θέση να συντάξει τη διαθήκη της και καμία ανεπίτρεπτη επιρροή ασκήθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο για τη σύνταξη της διαθήκης της. Η διαθήκη και η αίτηση 215/07 συντάχθηκαν σύμφωνα με τον Νόμο και τέθηκαν σ' αυτήν όλες οι υπογραφές που απαιτούνται από τον Νόμο. Η ίδια απολάμβανε της εκτίμησης της αποβιωσάσης και της συμπάθειας της, διότι ήταν το μόνο συγγενικό της πρόσωπο που τη φρόντιζε και συμβιούσε ουσιαστικά μαζί της, οι δε Ενάγοντες δεν είχαν καμία σχέση με την αποβιώσασα. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που οι Ενάγοντες προβάλουν στην Έκθεση Απαίτησης τους και ζητά την απόρριψη των δύο αγωγών. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) και για την πλευρά της Εναγόμενης, ο Περικλής Παλαιομυλίτης (Μ.Υ.1). Ο Μ.Ε.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι αδέλφια του και ο πατέρας τους ήταν αδελφός της αποβιώσασας. Ισχυρίστηκε ότι οι σχέσεις του ιδίου και της οικογένειας του με την αποβιώσασα πριν τον θάνατο της αδελφής της, Ελένης Χ''Βασίλη, ήταν καλές. Αυτές διαταράχθηκαν όταν, μετά τον θάνατο της Ελένης Χ''Βασίλη το 1991, άρχισαν οι δικαστικές διαμάχες μεταξύ τους για την κληρονομιά της. Ειδικώτερα, η αποβιώσασα δεν ήθελε να τον βλέπει μπροστά της γιατί είχε την πεποίθηση ότι ήθελε να της «φάει» την περιουσία της. Η αποβιώσασα, ενόσω ήταν εν ζωή η Ελένη, διέμενε στην οδό Άγγελου Τερζάκη και κάποιες φορές στην οδό Ζακύνθου. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο του θανάτου της η αποβιώσασα, δεν βρισκόταν σε καλή πνευματική κατάσταση. Συγκεκριμένα, κατηγορούσε τον ίδιο ότι την ενοχλούσε, ότι πήγαινε τα βράδια στο σπίτι της και κτυπούσε τις πόρτες και τα παράθυρα της, τηλεφωνούσε στη μητέρα του και στον πενθερό του και ισχυριζόταν ότι ο ίδιος την έβριζε και την ενοχλούσε. Μάλιστα, η αποβιώσασα τον κατάγγειλε στην αστυνομία ότι πήδησε τον τοίχο του σπιτιού της και «πείραξε» ανήθικα τα ζώα της, ως και ότι ήρθε σε συνουσία με τη γαλήνα της. Ενόσω οι δικαστικές διαμάχες συνεχίζοντο σε σχέση με την κληρονομιά της Ελένης, οι σχέσεις του ιδίου και της οικογένειας του με την αποβιώσασα χειροτέρευαν λόγω του ότι δεχόταν πιέσεις από άλλους συγγενείς και κυρίως από την Εναγόμενη. Όταν πέθανε η αποβιώσασα, δεν πληροφορήθηκε τον θάνατο της παρά μόνο μερικές μέρες μετά, γι' αυτό και δεν πήγε στην κηδεία της. Μετά από μερικούς μήνες πληροφορήθηκε την ύπαρξη της διαθήκης, κατόπιν συστημένης επιστολής των δικηγόρων της Εναγόμενης και καταχώρησε Caveat. Μετά πάροδο λίγων μηνών, παρέλαβε δεύτερη συστημένη επιστολή από τους δικηγόρους της Εναγόμενης, με αντίγραφο της διαθήκης, η οποία σε σύγκριση με το πρώτο αντίγραφο διαθήκης που είχε εφοδιαστεί, είχε κάποιες διαφοροποιήσεις. Καταχώρησε δεύτερο Caveat και τις παρούσες αγωγές. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, η τελευταία φορά που είχε δει την αποβιώσασα ήταν το 2003 ή 2004 στον χώρο του Δικαστηρίου, στα πλαίσια των δικαστικών διαμάχων που είχαν για την κληρονομιά της Ελένης, η οποία δεν του μίλησε. Ισχυρίστηκε ότι το 2002-2003 η αστυνομία του είχε απαγορεύσει να πλησιάζει το σπίτι της αποβιώσασας και έκτοτε δεν μίλησε μαζί της. Για να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις, δεν πλησίαζε την οδό όπου διέμενε η αποβιώσασα, όπως τον παρότρυνε και η αστυνομία. Η τελευταία φορά που συνομίλησε με την αποβιώσασα, ήταν το 2001-
- Από το 2002 μέχρι το 2005 που καταρτίστηκε η διαθήκη (19.7.05), δεν είχε ίδια γνώση για την κατάσταση της αποβιώσασας, αλλά γνώριζε από άλλους συγγενείς και τη μητέρα του ότι «δεν ήταν καλά». Οι σχέσεις του με την αποβιώσασα διαταράχθηκαν μετά τον θάνατο της Ελένης το 1991 και η αποβιώσασα συμπεριφερόταν εχθρικά απέναντι του, λόγω πιέσεων που δεχόταν από τους κληρονόμους της Ελένης και ειδικώτερα από την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη δεν άσκησε στην παρουσία του πίεση στην αποβιώσασα, όμως είχε πληροφορηθεί από τους Νίκο και Ειρηνιά Λαμπίδη - οι οποίοι απεβίωσαν το 2000 και 2001 - ότι η αποβιώσασα επηρεαζόταν από την Εναγόμενη για να είναι εχθρική απέναντι του. Ενόσω οι δικαστικές διαμάχες για την κληρονομιά της Ελένης συνεχίζοντο, οι σχέσεις τους διασαλεύοντο περισσότερο. Είχε αρκετές συζητήσεις με την Εναγόμενη στο Δικαστήριο, η οποία «του γύρισε και το χέρι της» στην αυλή του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι η αποβιώσασα είχε δύο σπίτια, τα οποία μεταβίβασε πριν τον θάνατο της στην Εναγόμενη και δεν διεκδίκησε την ακύρωση της μεταβίβασης σύμφωνα με νομική συμβουλή των δικηγόρων του. Η Εναγόμενη διέμενε ακριβώς απέναντι από το σπίτι της αποβιώσασας, δεν γνωρίζει όμως αν την φρόντιζε. Δεν γνωρίζει αν η διαθήκη υπογράφτηκε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, ούτε γνωρίζει τους μάρτυρες της διαθήκης. Δεν γνωρίζει αν η αποβιώσασα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε διανοητικό πρόβλημα, ούτε συνάντησε τον γιατρό που την παρακολουθούσε για να διαπιστώσει κάτι τέτοιο και ο ίδιος δεν είναι ψυχίατρος ή ψυχολόγος. Το μόνο που γνωρίζει από άλλους συγγενείς ήταν ότι η αποβιώσασα «δεν ήταν καλά» και του έλεγαν διάφορες ασθένειες. Ισχυρίστηκε ότι είχε προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία ότι η διαθήκη είχε πλαστογραφηθεί και ζήτησε διερεύνηση της υπόθεσης, διότι του είχαν ταχυδρομηθεί δύο διαφορετικές διαθήκες. Ο Μ.Υ.1 είναι γενικός χειρούργος με εξειδίκευση στην λαπαροσκοπική και ρομποτική Ιατρική, υπεύθυνος της χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου. Τέλειωσε την Ιατρική Σχολή το 1999 και την ειδικότητα του στη χειρουργική το 2006, ως και το μεταπτυχιακό του το
- Η αποβιώσασα ήταν αδελφή της γιαγιάς του και η Εναγόμενη είναι μητέρα του. Το σπίτι της αποβιώσασας βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το δικό τους σπίτι, με κοινή αυλή. Ουσιαστικά η αποβιώσασα τον μεγάλωσε και μερικές φορές διέμενε στο σπίτι των γονιών του. Ενόσω σπούδαζε στην Ελλάδα ως και κατά τη διάρκεια της ειδικότητας του, επισκεπτόταν πολύ συχνά την Κύπρο στις αργίες και διακοπές. Περνούσε πολλές ώρες με την αποβιώσασα και παρακολουθούσε την υγεία της ως γιατρός. Μετρούσε την πίεση της, το σάκχαρο της και την έπαιρνε στα εξωτερικά ιατρεία για τα φάρμακα της, ως και στην εκκλησία. Από το 1999 μέχρι και τον θάνατο της (1.5.06), γνωρίζει, από παθολογικής πλευράς, την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας. Αυτή είχε αρτηριακή υπέρταση (ψηλή πίεση) και σακχαρώδη διαβήτη, για τα οποία έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή. Ισχυρίστηκε ότι η αποβιώσασα είχε πλήρη διαύγεια, δεν αντιμετώπιζε κανένα ψυχολογικό ή ψυχιατρικό πρόβλημα και το μόνο που την απασχολούσε ήταν οι δικαστικές υποθέσεις που αφορούσαν την κληρονομιά της αδελφής της Ελένης Χ''Βασίλη που είχε πεθάνει το
- Το 2005 (έτος κατάρτισης της διαθήκης) επισκέφθηκε την Κύπρο πολύ περισσότερες φορές από τις άλλες χρονιές και το καλοκαίρι (Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο του 2009) βρισκόταν στην Κύπρο για τις προετοιμασίες του γάμου του, που έγινε στις 30.10.
- Πέρασε πολλές ώρες με την αποβιώσασα, την οποία εξέταζε, και πέραν της υψηλής πίεσης και του διαβήτη, δεν αντιμετώπιζε άλλη παθολογία. Περαιτέρω, ως γενικός γιατρός, δεν είχε παρατηρήσει οποιαδήποτε ψυχολογική πάθηση της αποβιώσασας, η οποία είχε πλήρη διαύγεια και δεν την παρακολουθούσε κανένας ψυχολόγος ή ψυχίατρος. Από το 1999 μέχρι το 2005, ουδέποτε παρατήρησε οποιαδήποτε αφύσικη συμπεριφορά της αποβιώσασας. Ισχυρίστηκε ότι, εκτός από τους γονείς του, τα αδέλφια του και τον ίδιο, κανένας από τους συγγενείς τους δεν επισκεπτόταν την αποβιώσασα, η οποία αγαπούσε τη μητέρα του και τα παιδιά της. Ο Ενάγοντας και τα αδέλφια του ουδέποτε την επισκέφθηκαν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παρακολουθούσε την πορεία της υγείας της αποβιώσασας και ρύθμιζε τα φάρμακα της κατά τις συχνές επισκέψεις του στην Κύπρο, αλλά είχε και τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί της, ενόσω ήταν στην Ελλάδα. Δεν ήταν ο θεράπων γιατρός της, αλλά την παρακολουθούσε όταν ερχόταν Κύπρο και την μετέφερε στα εξωτερικά ιατρεία, όπου με συναδέλφους του, ρύθμιζαν την αγωγή της. Η αποβιώσασα, είχε αγωνία για την κληρονομιά της Ελένης, την οποία επίσης είχε ως γιαγιά του. Η αποβιώσασα θεωρούσε απαράδεκτο το γεγονός ότι συγγενείς που δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ την Ελένη, ελάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον των κληρονόμων της και αγωνιούσε για τις δικαστικές υποθέσεις, οι οποίες δεν γνωρίζει πότε τέλειωσαν. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Στις 22.8.91 απεβίωσε η Ελένη Χατζηβασίλη εκ Στροβόλου, η οποία κατέλειπε διαθήκης ημερ. 22.4.
- Καταχωρήθηκε η αγωγή 11813/91 εναντίον του κύρους της διαθήκης από αριθμό κληρονόμων μεταξύ των οποίων οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Η αγωγή 11813/91 απερρίφθη στις 4.2.
- Στις 11.5.98, στα πλαίσια της αγωγής 11813/91 εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 11.5.98, η οποία αφορούσε αίτημα για διόρθωση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 4.2.
- Στις 19.12.01καταχωρήθηκε εναρκτήρια αίτηση 845/01 από τον εκτελεστή της διαθήκης της Ελένης Χατζηβασίλη. Στις 18.11.02 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αίτηση 845/
- Το 2001 καταχωρήθηκε η αγωγή 3326/01 από τη Χρυστούλλα Παλαιομυλίτου εναντίον του εκτελεστή της διαθήκης της αποβιωσάσης Ελένης Χατζηβασίλη στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 16.5.
- Εναντίον της απόφασης ημερ. 16.5.03 καταχωρήθηκαν οι πολιτικές εφέσεις 11707 και 11725, για τις οποίες εκδόθηκε απόφαση στις 27.3.
- Στα πλαίσια της διαχείρισης (αίτηση 282/11) που αφορούσε την αποβιώσασα Ελένη Χατζηβασίλη, εδηλώθη συμβιβασμός των απαιτήσεων ορισμένων κληρονόμων, μεταξύ των οποίων και η Χρυστούλλα Παλαιομυλίτη, στις 14.12.
- Στις 12.3.96 και μεσούσης της εκκρεμοδικίας στην αγωγή 11813/91 απεβίωσε η Ειρήνη Τ. Λαμπή άλλως Πετρίδη, αδελφή της αποβιώσασας Άννας Τοφή Λαμπή. Καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση η αγωγή 556/98 εναντίον του εκτελεστού της διαθήκης και του Νίκου Λαμπίδη, μοναδικού κληρονόμου της αποβιωσάσης. Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 8.7.
- Στις 27.7.01 και μεσούσης της εκκρεμοδικίας στην αγωγή 556/98 απεβίωσε ο Νίκος Τοφή Λαμπή, αδελφός των Ελένης Χατζηβασίλη, Ειρήνης Λαμπή και Άννας Τοφή Λαμπή. Καταχωρήθηκε η αγωγή 8835/03 υπό Ανθούλλας Ανδρέου Μελαΐση, η οποία και απορρίφθηκε την 1.11.
- [Σχετικά είναι τα τεκμήρια 7(1-7).] Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο τον Ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1), όσο και τον Μ.Υ.1 να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Η παρουσία του Ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1) στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνεται από το Δικαστήριο ως πολύ πτωχή και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Πέραν όμως από την πτωχή εικόνα του Ενάγοντα 1 ως μάρτυρα, αυτός περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του και προέβαλε ανακριβείς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς σε σχέση με ουσιώδη επίδικα ζητήματα, που τον έχουν καταστήσει παντελώς αναξιόπιστο και εξηγώ:
- Αποτέλεσε ισχυρισμό του Ενάγοντα 1 ότι η αποβιώσασα, κατά τον χρόνο του θανάτου της (1.5.06), ως και κατά τον χρόνο κατάρτισης της διαθήκης της (19.7.05), δεν βρισκόταν σε καλή πνευματική κατάσταση. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ανέφερε ότι η αποβιώσασα κατηγορούσε τον ίδιο - και προς τούτο τηλεφωνούσε στη μητέρα και στον πενθερό του - ότι την ενοχλούσε, ότι τα βράδια πήγαινε στο σπίτι της και κτυπούσε τις πόρτες και τα παράθυρα της και την έβριζε. Μάλιστα, η αποβιώσασα τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία ότι είχε πηδήσει τον τοίχο του σπιτιού της και είχε «πειράξει» ανήθικα τα ζώα της. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν γίνονται αποδεκτοί και απορρίπτονται. Και τούτο γιατί, καμιά μαρτυρία γιατρού-ειδικού εμπειρογνώμονα και συγκεκριμένα ψυχίατρου ή ψυχολόγου παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγόντων που να τεκμηριώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς και κατ' επέκταση να παρουσιάζει και αποσαφηνίζει επιστημονικά την πνευματική και/ή ψυχολογική κατάσταση της αποβιώσασας κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της διαθήκης (19.7.05). Επιπρόσθετα, η πλευρά των Εναγόντων παρέλειψε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εκ μέρους της μητέρας και πενθερού του Ενάγοντα 1 που να τεκμηριώνει ότι, πράγματι η αποβιώσασα τηλεφωνούσε σε αυτούς και κατηγορούσε τον Ενάγοντα 1, για όσα πολύ σοβαρά και αναμφίβολα κατακριτέα, αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο ότι του καταλόγιζε η αποβιώσασα. Πολύ περισσότερο, η πλευρά των Εναγόντων καμιά μαρτυρία παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου από την αστυνομία, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του Ενάγοντα 1 ότι η αποβιώσασα τον είχε καταγγείλει και στην αστυνομία πως αυτός ενοχλούσε ανήθικα τα ζώα της. Ακόμα, καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε εκ μέρους των Εναγόντων από την Αστυνομία που να τεκμηριώνει ότι η αστυνομία - όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας 1 κατά την αντεξέταση του - του είχε απαγορεύσει να πλησιάζει το σπίτι της αποβιώσασας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι ο Ενάγοντας 1, κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι η τελευταία φορά που είχε συνομιλήσει με την αποβιώσασα ήταν το 2001-2002, η τελευταία φορά που την είχε δει ήταν το 2003-2004 και ο ίδιος δεν είχε ιδία γνώση για την κατάσταση της αποβιώσασας. Το μόνο που γνώριζε από άλλους συγγενείς και τη μητέρα του, ήταν ότι η αποβιώσασα «δεν ήταν καλά». Αναμφίβολα πρόκειται για μαρτυρία εκ μέρους του Ενάγοντα 1 που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να τεκμηριώσει τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων για την πνευματική, διανοητική και ψυχολογική κατάσταση της αποβιώσασας, ως ανωτέρω. Επιπρόσθετα, τονίζεται ότι κανένας συγγενής, ούτε και η μητέρα του Ενάγοντα 1, παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση των πιο πάνω. Καταλυτική σημασία για τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1, είναι η δική του θέση κατά την αντεξέταση, ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει αν η αποβιώσασα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε διανοητικό πρόβλημα, ουδέποτε συνάντησε οποιοδήποτε γιατρό που την παρακολουθούσε για να διαπιστώσει κάτι τέτοιο και ο ίδιος δεν είναι ψυχίατρος ούτε ψυχολόγος.
- Ο Ενάγοντας 1, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η αποβιώσασα δεχόταν πιέσεις από άλλους συγγενείς και κυρίως από την Εναγόμενη και αυτός ήταν ο λόγος που η αποβιώσασα συμπεριφερόταν εχθρικά απέναντι του. Ωστόσο, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι η Εναγόμενη ουδέποτε άσκησε στην παρουσία του πίεση στην αποβιώσασα και αυτό που γνώριζε ήταν από πληροφορίες που είχε πάρει από τους Νίκο και Ειρηνιά Λαμπίδη (οι οποίοι απεβίωσαν το 2000 και 2001), ότι δηλ. η αποβιώσασα επηρεαζόταν από την Εναγόμενη για να είναι εχθρική απέναντι του. Ούτε και αυτοί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα 1, γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί, καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε από την πλευρά των Εναγόντων προς τεκμηρίωση τέτοιων ισχυρισμών, έχοντας κατά νου ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση και κανένας άλλος από τους συγγενείς κατέθεσε σχετικά στο Δικαστήριο. Περαιτέρω τονίζεται ότι, η εν λόγω πληροφόρηση του Ενάγοντα 1 από τους Νίκο και Ειρηνία Λαμπίδη, οι οποίοι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα απεβίωσαν το 2001 και 1996 αντίστοιχα, απέχει χρονικά κατά πολύ από τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης της επίδικης διαθήκης που ήταν 19.7.
- Επομένως το Δικαστήριο καμιά βαρύτητα προσδίδει στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Αντίθετα, ο Μ.Υ.1 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι πεπεισμένη ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με σαφήνεια, θετικότητα, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Έγινε προσπάθεια από την πλευρά των Εναγόντων να κλονίσει την αξιοπιστία του Μ.Υ.1, αμφισβητώντας τη μαρτυρία του σε σχέση με τον χρόνο που αυτός αφιέρωνε υπό την ιδιότητα του ως γιατρός σ' ότι αφορά την παθολογική και ψυχολογική κατάσταση της αποβιώσασας. Η μαρτυρία του σ' ότι αφορά τη διαπίστωση του ότι η αποβιώσασα από το 1999 και μέχρι τον θάνατο της έπασχε από αρτηριακή υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο εφόσον αυτός, όπως ανέφερε, την παρακολουθούσε ως γιατρός συχνά, όταν επισκεπτόταν την Κύπρο στις αργίες και διακοπές. Εξ άλλου είναι σημαντικό ότι η πλευρά των Εναγόντων καμιά ιατρική μαρτυρία παρουσίασε στο Δικαστήριο που να τεκμηριώνει ότι η αποβιώσασα έπασχε, παθολογικά, από οποιαδήποτε άλλη ασθένεια. Σ' ότι αφορά την ψυχολογική κατάσταση της αποβιώσασας, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι αυτή είχε πλήρη διαύγεια, δεν είχε παρατηρήσει σ' αυτήν οποιαδήποτε ψυχολογική πάθηση, ούτε παρατήρησε ποτέ οποιαδήποτε αφύσικη συμπεριφορά της και δεν την παρακολουθούσε κανένας ψυχολόγος ή ψυχίατρος. Η θέση αυτή του Μ.Υ.1 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, όχι ως μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα-ψυχιάτρου, εφόσον ο Μ.Υ.1 δεν είναι ψυχίατρος, αλλά ως μαρτυρία στενού συγγενικού προσώπου της αποβιώσασας που ήταν σε θέση, επί προσωπικής βάσεως, να αναφέρει στο Δικαστήριο την προσωπική του αντίληψη. Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι η πλευρά των Εναγόντων - που είχε και το βάρος απόδειξης - καμιά μαρτυρία ειδικού ψυχιάτρου παρουσίασε στο Δικαστήριο που να τεκμηριώνει οποιαδήποτε ψυχιατρική ή ψυχολογική ασθένεια της αποβιώσασας, η οποία θα κατέρριπτε και θα διέψευδε τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Μ.Υ.
- Η θέση του Μ.Υ.1 ότι η αποβιώσασα αγωνιούσε για τις δικαστικές διαμάχες που υπήρχαν για την κληρονομιά της Ελένης Χ'' Βασίλη, με κανένα τρόπο τεκμηριώνουν τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων για την ψυχολογική κατάσταση της αποβιώσασας κατά τον χρόνο κατάρτισης της διαθήκης. Για όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Το Κεφ. 195 δημιουργεί τεκμήριο εχεφροσύνης και κατά συνέπεια δεν απαιτείται οποιαδήποτε απόδειξη της εχεφροσύνης του διαθέτη, εκτός αν αυτή κλονιστεί. Όταν υπάρχει αμφισβήτηση ή αμφιβολία ως προς την ικανότητα του διαθέτη, τότε οι εκτελεστές ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στηρίζεται στη διαθήκη, οφείλει να αποδείξει θετικά την εχεφροσύνη του διαθέτη [βλ. Zoe Antoniades v. Ivis Solomonidou
(1980)1 CLR, 441)]. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο διαθέτης έπασχε από διανοητική ασθένεια ή ψυχική διαταραχή ή άλλη εγκεφαλική βλάβη, το τεκμήριο αντιστρέφεται, κατά τρόπο ώστε να πρέπει να αποδειχθεί ότι η διαθήκη υπήρξε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη [βλ. Banks v. Goodfellow
(1870)LR5QB 549]. Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει επομένως να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία ότι ο διαθέτης είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τη φύση και τις συνέπειες της πράξης του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να τεκμηριώσουν με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τους λόγους που επικαλέστηκαν με τα δικόγραφα τους για ανικανότητα της αποβιώσασας, οι οποίοι αφορούν την ψυχολογική, πνευματική και σωματική κατάσταση της, ως και ότι η διαθήκη ήταν αποτέλεσμα απρεπούς επίδρασης, επηρεασμού, πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής της Εναγόμενης επ' αυτής. Απέτυχαν δηλαδή με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία να κλονίσουν και θέσουν υπό αμφισβήτηση και αμφιβολία την ικανότητα της αποβιώσασας και έτσι να αντιστρέψουν το τεκμήριο εχεφροσύνης της, ώστε η Εναγόμενη ως εκτελέστρια της διαθήκης της, να είχε την υποχρέωση να αποδείξει θετικά την εχεφροσύνη της αποβιώσασας ως και ότι η διαθήκη υπήρξε προϊόν της ελεύθερης βούλησης της. Παρά ταύτα και παρά το ότι εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση το τεκμήριο εχεφροσύνης της αποβιώσασας, η πλευρά της Εναγόμενης παρουσίασε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και επομένως έχω πεισθεί ότι η αποβιώσασα κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης της διαθήκης της ήταν ικανή. Ό,τι παρέμεινε προς εξέταση από το Δικαστήριο, είναι ο δικογραφικός ισχυρισμός των Εναγόντων ότι το έγγραφο της διαθήκης συντάχθηκε κατά παράβαση του Κεφ. 195 και ως εκ τούτου είναι άκυρο, εφόσον: (α) δεν υπάρχουν σ' αυτό υπογραφές και/ή μονογραφές της αποβιώσασας, (β) δεν υπάρχουν υπογραφές και/ή μονογραφές των μαρτύρων σε όλα τα φύλλα του, (γ) στο έγγραφο τέθηκαν οι μονογραφές της αποβιώσασας και/ή των εμφανιζόμενων ως μαρτύρων μεταγενέστερα και, (δ) το έγγραφο διαθήκης (τεκμ. 2) για το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση 215/07, (τεκμ. 1), έγινε μεταγενέστερα του εγγράφου διαθήκης (τεκμ. 5) για το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση 374/06 (τεκμ. 4). Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγόμενη στις 5.6.06 υπέβαλε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση με αρ. 374/06 (τεκμ. 4) για έκδοση παραχωρητηρίου επικυρώσεως της διαθήκης ημερ. 19.7.05 (τεκμ. 5), η οποία είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο στις 22.5.06 με αρ. 50/
- Για το ίδιο έγγραφο διαθήκης ημερ. 19.7.05, η Εναγόμενη υπέβαλε στις 28.3.07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση με αρ. 215/07 (τεκμ. 1) για έκδοση παραχωρητηρίου επικυρώσεως της διαθήκης (τεκμ. 2), η οποία είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο στις 23.10.06 με αρ. 135/
- Σύμφωνα με τον Κανονισμό 42 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955, σε αγωγή με την οποία προσβάλλεται μια διαθήκη, ο διάδικος μπορεί να εγείρει τα θέματα που περιοριστικά παρατίθενται στις παρ. 1-5 του Κανονισμού, ο οποίος ορίζει ως εξής: «The party or parties pleading to a declaration propounding a will or testamentary script shall be allowed to plead only the pleas hereunder set forth, unless by leave of the Court, to be obtained on summons:-
- That the paper writing bearing date, etc., and alleged by the plaintiff (or defendant) to be the last will and testament (or codicil to the last will and testament) of A.B., late of, etc., deceased, was not duly executed according to the provisions of the Wills and Succession Law in manner and form as alleged.
- That A.B., the deceased in this cause, at the time his alleged will (or codicil) bears date, to wit, on the, etc., was not of sound mind, memory, and understanding.
- That the execution of the said alleged will (or codicil) was obtained by the undue influence of C.D., and others acting with him.
- That the execution of the said alleged will (or codicil) was obtained by the fraud of C.D. and others acting with him.
- That the deceased at the time of the execution of the said alleged will (or codicil) did not know and approve of the contents thereof. Any party pleading the last of the above pleas shall therewith (unless otherwise ordered by the Court) deliver to the adverse parties and file in the registry particulars in writing, stating shortly the substance of the case he intends to set up thereunder; and no defence shall be available thereunder which might have been raised under any other of the said pleas, unless such other plea be pleaded therewith.» Το αρ. 23 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ.195, ορίζει ως εξής: «
- Καμιά διαθήκη δεv είvαι έγκυρη, εκτός αv είvαι γραπτή και εκτελεστεί σύμφωvα με τov πιo κάτω τρόπo, δηλαδή- (α) υπoγράφεται στo κάτω μέρoς ή στo τέλoς της από τo διαθέτη, ή από άλλo πoυ εvεργεί για τo διαθέτη, στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και με εvτoλή τoυ και (β) η υπoγραφή αυτή τίθεται ή αvαγvωρίζεται από τo διαθέτη στηv παρoυσία δύo ή περισσoτέρωv μαρτύρωv πoυ παρίσταvται ταυτόχρovα και (γ) oι μάρτυρες αυτoί επιβεβαιώvoυv και πρoσυπoγράφoυv τη διαθήκη στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και στηv παρoυσία αλλήλωv, αλλά καvέvας τύπoς επιβεβαίωσης δεv είvαι αvαγκαίoς και (δ) αv η διαθήκη απoτελείται από περισσότερα από έvα φύλλo χαρτιoύ, κάθε φύλλo υπoγράφεται ή μovoγράφεται από ή για λoγαριασμό τoυ διαθέτη και τωv μαρτύρωv.» Έχω εξετάσει με προσοχή τους λόγους ακυρότητας της διαθήκης που οι Ενάγοντες επικαλούνται, ως αναφέρθηκαν πιο πάνω. Σημειώνεται ότι και οι δύο πλευρές, σε σχέση με το θέμα αυτό, περιορίστηκαν μόνο στην παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφης μαρτυρίας και ειδικώτερα στην κατάθεση των τεκμηρίων 1-
- Σημειώνεται επίσης, ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 5 είναι πανομοιότυπο και αποτελούν το έγγραφο διαθήκης της αποβιώσασας ημερ. 19.7.05, το οποίο κατατέθηκε δύο φορές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και συγκεκριμένα στις 22.5.06 με αρ. 50/06 (τεκμ. 5) και στις 23.10.06 με αρ. 135/06 (τεκμ. 2). Από τη θεώρηση των τεκμ. 2 και 5 προκύπτει ότι στο έγγραφο της διαθήκης ημερ. 19.7.05 υπάρχει η υπογραφή της διαθέτριας, ως και οι υπογραφές δύο μαρτύρων και πάνω από αυτές η ακόλουθη καταχώρηση: «Υπεγράφη υπό της πιο πάνω διαθέτιδας Άννας Ττοφή Λαμπή εν όψει και παρουσία ημών πάντων παρισταμένων ταυτοχρόνως οίτινες, εν όψει και παρουσία αυτής, τη παρακλήσει της και επί παρουσία αλλήλων υπογράφομεν τα ονόματά μας ως επιβεβαιωταί μάρτυρες.» Υπάρχει περαιτέρω, η πιστοποίηση της υπογραφής της διαθέτριας από Πιστοποιούντα υπάλληλο. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω επισημάνσεις, προκύπτει ότι η διαθήκη (τεκμ. 2 και 5) ανταποκρίνεται στις αυστηρές πρόνοιες του αρ. 23 (α) (β) (γ) του Κεφ.195 (ανωτέρω). Ωστόσο, συγκρίνοντας τα τεκμ. 2 και 5 παρουσιάζεται μία διαφορά στην όψη του πρώτου φύλλου και ειδικώτερα στο τεκμ. 2, πέραν της μονογραφής της διαθέτριας, παρουσιάζονται και δύο μονογραφές που προφανώς είναι οι μονογραφές των δύο μαρτύρων, ενώ στο τεκμ. 5 απουσιάζουν οι εν λόγω δύο μονογραφές. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι το τεκμ. 2 ανταποκρίνεται στις ρητές πρόνοιες και της παρ. (δ) του αρ. 23 του Κεφ. 195, ενώ το τεκμ. 5 δεν ανταποκρίνεται. Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το τεκμ. 5, μη ανταποκρινόμενο στην παρ. (δ) του αρ. 23 του Κεφ. 195, δεν συνιστά έγκυρη διαθήκη και επομένως είναι άκυρη. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η κρίση του Δικαστηρίου περί ακυρότητας της διαθήκης (τεκμ. 5), επηρεάζει την εγκυρότητα της πανομοιότυπης διαθήκης (τεκμ. 2). Η απάντηση είναι καταφανώς αρνητική. Και τούτο γιατί, η διαθήκη (τεκμ. 2) όπως ανέφερα πιο πάνω, ανταποκρίνεται πλήρως στις ρητές πρόνοιες του άρθρου 23 (α, β, γ, δ) του Κεφ.
- Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ορθή και νομότυπη εκτέλεση της διαθήκης, βαραίνει το πρόσωπο που ζητά την επικύρωση της διαθήκης, αλλά αν αποδειχθεί ότι υπήρξε ικανότητα για διάθεση και ορθή εκτέλεση της διαθήκης, τότε το βάρος απόδειξης θα αντιστραφεί. Όπως ανάφερα πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα κατά τον χρόνο κατάρτισης της διαθήκης της, ήταν ικανή. Επομένως, το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρξε ορθή και νομότυπη εκτέλεση της διαθήκης, βαραίνει τους Ενάγοντες, οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να προσκομίσουν μαρτυρία προς τεκμηρίωση των λόγων ακυρότητας που επικαλούνται (βλ.Panayiota Constantinou Mosaikos v. Zehra Eren
(1958)23 CLR, 286). Η συμπερίληψη τύπου επιβεβαιώσεως που να υποδεικνύει ότι έχουν ακολουθηθεί όλες οι διατυπώσεις του αρ. 23 του Κεφ. 195, δημιουργεί ισχυρό τεκμήριο ότι όλες οι νομοθετικές απαιτήσεις του Κεφ. 195 έχουν ικανοποιηθεί στη βάση της αρχής omnia praesumuntur rite esse acta (όλα έχουν γίνει ορθά και νομότυπα) (βλ. Georghiades v. Pittakas
(1980)2 JSC 320). Το τεκμήριο ορθής εκτέλεσης της διαθήκης που δημιουργείται στην περίπτωση ύπαρξης τύπου επιβεβαιώσεως είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί εφόσον υπάρξει αξιόπιστη μαρτυρία ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση προς τις προϋποθέσεις του αρ. 23 του Κεφ. 195 (βλ. Owen v. Williams
(1863)4 Sw & Tr 202). Οι Ενάγοντες, οι οποίοι, με βάση τα πιο πάνω φέρουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις του αρ. 23 του Κεφ. 195 σε σχέση με το έγγραφο διαθήκης τεκμ. 2. Σημειώνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε που να επεξηγεί την ύπαρξη των δύο πανομοιότυπων διαθηκών (τεκμ. 2, 5), τη μοναδική διαφορά που εμφαίνεται σ' αυτές σε σχέση με τις μονογραφές των μαρτύρων που ελλείπουν στο πρώτο φύλλο του τεκμ. 5 και την καταχώρηση των δύο αιτήσεων με αρ. 215/07 και 374/06 για έκδοση παραχωρητηρίου επικυρώσεως της διαθήκης. Επομένως, το Δικαστήριο μόνο με εικασίες θα μπορούσε να επεξηγήσει τα πιο πάνω, ανεπίτρεπτες βεβαίως για το Δικαστήριο, στις οποίες και δεν θα προχωρήσει. Όμως, ελλείψει μαρτυρίας που να τεκμηριώνει τους λόγους ακυρότητας της διαθήκης που οι Ενάγοντες επικαλούνται, οι οποίοι επαναλαμβάνω φέρουν και το βάρος απόδειξης τους, παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι η διαθήκη τεκμ. 2 είναι καθ' όλα έγκυρη, ανταποκρινόμενη πλήρως στις πρόνοιες του αρ. 23 του Κεφ. 195, η δε άκυρη διαθήκη (τεκμ. 5), ελλείψει μαρτυρίας που να τεκμηριώνει ανάλογο συμπέρασμα, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαθήκης (τεκμ. 2). Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου κρίνει και την τύχη των δύο αγωγών, που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη τους. Για όλα τα πιο πάνω, οι αγωγές απορρίπτονται με έξοδα προς όφελος της Εναγόμενης και σε βάρος των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο