← Κύπρος

Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τηλέμαχου Βλάχου κ.α., Αρ. Αγωγής : 3488/07, 29/5/2013

Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τηλέμαχου Βλάχου κ.α., Αρ. Αγωγής : 3488/07, 29/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 3488/07 Μεταξύ : Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Τηλέμαχου Βλάχου
  2. Αντώνη Μακρίδη Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 29 Mαίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χριστοφόρου. Για Εναγόμενους: κ. Γ. Γεωργίου. --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία (στο εξής «η ενάγουσα»), δια της παρούσας αγωγής απαιτεί από τους εναγομένους 1 και 2 το ποσό των €9.940,30 (ΛΚ5.817,80). Ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, ως τούτη εν τέλει διαμορφώθηκε μετά από τροποποίηση της στις 26.10.12, η ενάγουσα απαιτεί από τον εναγόμενο 1 την καταβολή του πιο πάνω αναφερομένου ποσού (στο εξής «το αξιούμενο ποσό»), καθότι θεωρεί τούτον και τον εναγόμενο 2 υπεύθυνους για την δημιουργία νομικής υποχρέωσης η οποία υποχρέωνε την ενάγουσα να καταβάλει το εν λόγω ποσό στον ιδιοκτήτη και οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΗΡ053 (στο εξής «το τρίτο πρόσωπο». Την ευθύνη του εναγομένου 1 την προσδιορίζει ως παράβαση εκ μέρους του, όρου και /ή όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που η ενάγουσα είχε εκδώσει αναφορικά με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΕ
  4. Κατά την έκθεση απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η ενάγουσα είχε εκδώσει και βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο παρέχετο κάλυψη στον ασφαλισμένο (και δη στον εναγόμενο 1) και σε δύο άλλους οδηγούς, οι οποίοι αναφέρονται ρητά επί του εν λόγω συμβολαίου ως εξουσιοδοτημένοι οδηγοί, αναφορικά με οποιεσδήποτε απώλειες τυχόν προκληθούν σε τρίτο πρόσωπο κατόπιν δυστυχήματος στο οποίο θα εμπλακή το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΕ664 (στο εξής «το όχημα του εναγομένου 1»). Περί την 20.7.02 ο εναγόμενος 2, ο οποίος δεν ήταν ένας εκ των εξουσιοδοτημένων προσώπων για σκοπούς κάλυψης δυνάμει του ασφαλιστηρίου εγγράφου, οδήγησε το όχημα του εναγομένου 1 και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Συνεπεία του εν λόγω δυστυχήματος ήταν το τρίτο πρόσωπο να υποστεί ειδικές και γενικές ζημιές ύψους ίσον με το αξιούμενο ποσό. Για το δυστύχημα, αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος
  5. Το τρίτο πρόσωπο απαίτησε από την ενάγουσα αποζημιώσεις, και η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 1 δύο επιστολές, τις οποίες αν και τις παρέλαβε, εντούτοις δεν απάντησε σε αυτές, ούτε και αντέδρασε καθοιονδήποτε τρόπο. Η ενάγουσα θεωρώντας ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνεπεία του ότι το όχημα του οδηγήθηκε από τον εναγόμενο 2, έκρινε ότι επείχε υποχρέωσης από τον νόμο 96

(1)/2000 (στο εξής «ο νόμος»), να αποζημιώσει το τρίτο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, κατέβαλε σ' αυτόν το αξιούμενο ποσό. Συνεπεία των ανωτέρω, απαιτεί το αξιούμενο ποσό από τον εναγόμενο 1 και τον εναγόμενο
  1. Ο λόγος που παραλείπεται ανωτέρω η παράθεση των αναφορών της έκθεσης απαίτησης, σχετικά με την ευθύνη που αποδίδει η ενάγουσα στον εναγόμενο 2, είναι γιατί η αγωγή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί σ' αυτόν, με αποτέλεσμα να εκπνεύσει το κλητήριο ένταλμα και πλέον η αγωγή να προωθείται μόνο εναντίον του εναγόμενου
  2. Ο εναγόμενος 1 με την Υπεράσπιση του, μεταξύ άλλων αρνείται ότι παρέβη οποιανδήποτε συμβατική του υποχρέωση ή ότι παραβίασε οποιονδήποτε όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε επέτρεψε η συγκατατέθηκε, είτε ρητά, είτε σιωπηρά στο να οδηγηθεί το όχημα του από τον εναγόμενο
  3. Ισχυρίζεται ακόμα ότι το όχημα του βρισκόταν στην κατοχή και υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της αδελφής του, η οποία είναι μία από τα εξουσιοδοτημένα δυνάμει του ασφαλιστήριου συμβολαίου πρόσωπα για να οδηγούν το όχημα του. Συνεπεία τούτου, ήταν αδύνατο για τον ίδιο να μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ώστε το όχημα του να μην οδηγηθεί από τον εναγόμενο
  4. Αποτελεί δε επιπρόσθετη θέση του εναγομένου 1, ως τούτη προκύπτει από την υπεράσπιση του, ότι η ενάγουσα δεν είχε καμία υποχρέωση, είτε από το νόμο, είτε άλλως πώς, να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο και ότι η ενάγουσα ενήργησε ως ενήργησε με δική της πρωτοβουλία και χωρίς τη συγκατάθεση ή ενημέρωση του. Αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν παραδεκτά γεγονότα υπό μορφή γραπτής δήλωσης την οποία δήλωση συνόδευσαν με έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα. Πρόκειται για την πρόταση που υπέβαλε ο εναγόμενος 1 για να εκδοθεί αρχικά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το πιστοποιητικό ασφάλισης, την ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 5.7.02 μέχρι και την 5.7.03, πολυσέλιδο έντυπο που τιτλοφορείται με την φράση «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» το οποίο σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα εμπεριέχει τους όρους που διέπουν τόσο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο όσο και την πρόταση ασφάλισης, και τις δύο επιστολές που απέστειλε η ενάγουσα προς τον εναγόμενο
  5. Καμία πλευρά δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα και προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους αποκλειστικά επί των παραδεκτών γεγονότων. Για σκοπούς καλύτερης και ευκολότερης παρακολούθησης του σκεπτικού της παρούσας, κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης των παραδεκτών γεγονότων, καθώς επίσης και το ουσιαστικό περιεχόμενο των επισυναπτομένων στα παραδεκτά γεγονότα εγγράφων. Η γραπτή δήλωση των παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: «Παραδεκτά
  6. Η ενάγουσα είναι ασφαλιστική εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στη Κύπρο και κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον εναγόμενο 1 ιδιοκτήτη του οχήματος ΕΗΕ664 δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
  7. Ο εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος ΕΗΕ664 και με βάση ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αρ.3701-4031055 ανανέωσε την ασφάλιση του οχήματος ΕΗΕ664 για την περίοδο 05.07.02-05.07.
  8. Οι ενάγοντες παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα ΕΗΕ664 στο οποίο ιδιοκτήτης ήταν ο εναγόμενος 1 δυνάμει της βεβαίωσης ανανέωσης ασφαλιστηρίου υποχρεωτικής κάλυψης με αρ.3701-4031055 στην οποία συμπεριλαμβάνεται η πρόταση ασφάλισης ημερομηνίας 08.12.98 μαζί με το πιστοποιητικό ασφάλισης με αρ.3701-4031055/Α
  9. Το ως άνω στην π.3 εν ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο και η πρόταση ασφάλισης μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1 διέπεται από τους όρους ασφάλισης ως εμφαίνονται στο έγγραφο με τίτλο Ασφαλιστήριο Μηχανοκίνητων Οχημάτων).
  10. Ο εναγόμενος 2 ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνετο στους οδηγούς που μπορούσαν να οδηγούν το όχημα με αρ.ΕΗΕ664 ως αυτοί φαίνονται στο πιστοποιητικό ασφάλισης και ενώ δεν εκαλύπτετο από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στις 20.07.02 ο εναγόμενος 2 οδήγησε το όχημα με αρ.ΕΗΕ664 και συγκρούστηκε με το όχημα ΕΗΡ053 προκαλώντας ζημιές και έξοδα ύψους ΛΚ5,817,
  11. Ο εναγόμενος 2 φέρει αποκλειστική ευθύνη για την σύγκρουση των οχημάτων με αρ. ΕΗΕ664 και ΕΗΡ
  12. Οι ενάγοντες στις 20.07.02 παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα ΕΗΕ664 στο οποίο ιδιοκτήτης ήταν ο εναγόμενος
  13. Οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο 1 επιστολές ημερ.26.09.02 και 30.08.02 τις οποίες παρέλαβε στις 10.09.02 και 26.11.02 αντίστοιχα.
  14. Οι ζημιές και τα έξοδα που κατέβαλαν οι ενάγοντες στον οδηγό και ιδιοκτήτη του οχήματος ΕΗΡ053 ήταν ΛΚ5,817,80 ήτοι €9940,30.» Το ουσιαστικό περιεχόμενο της επιστολής της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ημερ.30.8.02 είναι το ακόλουθο: «. ΔΙΠΛΟΣΥΣΤΗΜΕΝΗ ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ Αγαπητέ κύριε, Θέμα: Δυστύχημα ημερομηνίας 20.07.2002 Ενεχόμενα οχήματα: ΕΗΕ664 και ΕΗΡ053 Αριθμός ασφαλιστηρίου συμβολαίου: 3701-4031055 Αναφερόμαστε στο πιο πάνω θέμα και επιθυμούμε να σας πληροφορήσουμε τα ακόλουθα:
  15. Σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας αριθμός 3701-4031055, η εταιρεία μας παρέχει κάλυψη για οποιεσδήποτε απώλειες προκληθούν σε δυστύχημα μεταξύ άλλων εάν κατά τον χρόνο του δυστυχήματος το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΗΕ664 οδηγείται από εσάς ή από οποιοδήποτε από τους εξουσιοδοτημένους οδηγούς οι οποίοι αναγράφονται στον πίνακα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας.
  16. Στις 20.07.02, κατά παράβαση του πιο πάνω συμβολαίου, το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΗΕ664 ενεπλάκη σε δυστυχήμα ενώ οδηγείτο από τον κ. Αντώνη Μακρίδη, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα εξουσιοδοτημένων οδηγών του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας.
  17. Επειδή σύμφωνα με τον Νόμο και βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Λαϊκής Ασφαλιστικής και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Motor Insurers' Fund) εμείς σαν ασφαλιστές υποχρεούμαστε να αποζημιώσουμε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει υποστεί ζημιά λόγω αμέλειας του ασφαλισμένου, σας πληροφορούμε ότι θα πράξουμε τούτο με επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας να απαιτήσουμε και θα απαιτήσουμε από εσάς κάθε και/ή οποιοδήποτε ποσό πληρώσουμε βάσει των προνοιών του Νόμου και των όρων του ασφαλιστηρίου.
  18. Παρακαλούμε σημειώστε ότι έχουμε ήδη στείλει εκτιμητή, ο οποίος μας είπε ότι το αυτοκίνητο ΕΗΡ053 έχει υποστεί Ολική Καταστροφή. Η αξία του πριν το δυστύχημα ήταν £4500 και μετά το δυστύχημα £
  19. Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες, αναμένουμε τα ιατρικά πιστοποιητικά του οδηγού του αυτοκινήτου ΕΗΡ
  20. Μόλις έχουμε την ολοκληρωμένη απαίτηση του ιδιοκτήτη και οδηγού του ΕΗΡ053, θα επανέλθουμε για να σας ενημερώσουμε για το συνολικό ύψος των ζημιών χωρίς ανάληψη ευθύνης ώστε να προβείτε στις ανάλογες διευθετήσεις για πληρωμή τους. Παρακαλούμε σημειώστε ότι η παρούσα σας αποστέλλεται με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας. Με εκτίμηση .» Το ουσιαστικό περιεχόμενο της επιστολής της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 ημερ.26.9.02 είναι το ακόλουθο: . «. ΔΙΠΛΟΣΥΣΤΗΜΕΝΗ ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ Αγαπητέ κύριε, Θέμα: Δυστύχημα ημερομηνίας 20.07.2002 Ενεχόμενα οχήματα: ΕΗΕ664 και ΕΗΡ053 Αριθμός ασφαλιστηρίου συμβολαίου: 3701-4031055 Αναφερόμαστε στο πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια προηγούμενης επιστολής μας ημερομηνίας 7 Δεκεμβρίου 2000, την οποία και σας επισυνάπτουμε προς υπενθύμιση σας, σας πληροφορούμε ότι έχουμε καταλήξει σε συμφωνία καταβολής αποζημιώσεων στον ιδιοκτήτη και οδηγό του ΕΗΡ53 στο συνολικό ποσό των £6250 (έξι χιλιάδες διακόσιες πενήντα λίρες) και προτιθέμεθα να προχωρήσουμε στην πληρωμή για πλήρη και τελική διευθέτηση της απαίτησης. Παρακαλούμε σημειώστε ότι η παρούσα σας αποστέλλεται με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας. Με εκτίμηση.» Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η ενάγουσα στην επιστολή της ημερ. 26.9.02, αναφέρεται σε προγενέστερη της επιστολή ημερ.7.12.
  21. Προφανώς η εν λόγω αναφορά καταγράφη εκ τυπογραφικού λάθους και δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο. Αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών και παραδεκτό ενώπιον μου γεγονός ότι η ενάγουσα απέστειλε δύο επιστολές προς τον εναγόμενο 1 και αυτές είναι οι πιο πάνω αναφερόμενες. Εξάλλου θα ήταν αδύνατο η ενάγουσα να απέστελλε επιστολή ημερ. 7.12.00 αναφορικά με ατύχημα που επεσυνέβη 20.7.
  22. Το άρθρο 4 των «Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο» το οποίο και αποτελεί μέρος του εντύπου που τιτλοφορείται ως «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» προνοεί τα ακόλουθα: «Διαδικασία Απαιτήσεων Ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) δεν θα προβαίνει σε παραδοχή, προσφορά, υπόσχεση ή πληρωμή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας. Η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους τους Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) την υπεράσπιση ή το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις (indemnity or damages) ή άλλως πως. Η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως κρίνει ορθό κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας και για τον διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης, ο δε Ασφαλισμένος και οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα παρέχει όλες τις πληροφορίες και βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί ή ορίσει. Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο, ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο από το Ασφαλιστήριο ποσό.» Στο κάτω μέρος της δεύτερης και τελευταίας σελίδας της «Πρότασης για Ασφάλιση», το περιεχόμενο της οποίας, αποτελεί μέρος των όρων του Ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αναγράφονται τα ακόλουθα: «Σημείωση: Με εξαίρεση οποιαδήποτε καλυπτική σημείωση (Cover Note) που τυχόν θα εκδοθεί, η ευθύνη της Εταιρείας αρχίζει από την αποδοχή αυτής της Πρότασης και την έκδοση Ασφαλιστηρίου. Προσοχή: Επισύρεται ιδιαίτερα η προσοχή του Προτείνοντος ότι:
  23. Σε περίπτωση μεταβίβασης ή συμφωνίας για μεταβίβαση του οχήματος, η ασφάλιση σας παύει να ισχύει.
  24. Απαγορεύεται η μεταφορά παρανόμων επιβατών και ότι αν μεταφέρονται τέτοιοι επιβάτες θα είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί σε σχέση με το θάνατο ή σωματικές βλάβες τους.
  25. Σε περίπτωση που το όχημα οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό ή υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή φαρμάκων ή ναρκωτικών, είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί.» Εντός του εντύπου που τιτλοφορείται «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» και κάτω από τον τίτλο «Εξαιρέσεις που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη
  26. .................................
  27. Όταν το Μηχανοκίνητο Όχημα α. δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους περιορισμούς ως προς την χρήση ή β. δεν οδηγείται από εξουσιοδοτημένο οδηγό ή γ. βρίσκεται στην κατοχή μη Εξουσιοδοτημένου Οδηγού με σκοπό να οδηγηθεί από αυτόν.
  28. .................................» Διεξήλθα τόσο το περιεχόμενο των δικογράφων όσο και την ενώπιον μου κατατεθείσα μαρτυρία, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα κατέβαλε το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο αφού έκρινε ότι ήταν υποχρεωμένη από το νόμο να πράξει τούτο. Είναι δε θέση της ενάγουσας ότι η εν λόγω νομική υποχρέωση, προέκυψε συνεπεία της ισχυριζόμενης παραβίασης των όρων ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον εναγόμενο
  29. Ως προς δε την ισχυριζόμενη παραβίαση, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης. Εντούτοις όμως ο συνήγορος της ενάγουσας στην ικανή αγόρευση του, αν και επιμένει στην δικογραφιμένη θέση της ενάγουσας περί ύπαρξης νομικής υποχρέωσης της τελευταίας να αποζημιώσει το τρίτο πρόσωπο, επικαλείται για σκοπούς προώθησης της αγωγής, τις πρόνοιες του άρθρου 4 των «Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο» (το οποίο άρθρο αποτελεί μέρος του εντύπου με τίτλο Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων), το οποίο ως αναφέρθη ανωτέρω, και αποτελεί και παραδεκτό γεγονός, διέπει τους όρους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και της Πρότασης Ασφάλισης. Είναι εν ολίγοις η προωθούμενη θέση της ενάγουσας, ως τούτη προκύπτει αβίαστα από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της, ότι η ενάγουσα αποφάσισε να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο, ασκώντας σχετικό δικαίωμα της που της παρέχουν οι πρόνοιες του πιο πάνω αναφερομένου άρθρου 4 αλλά και γιατί κανένας νόμος δεν της απαγορεύει να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Είναι επιπρόσθετη θέση της ενάγουσας ότι η ενέργεια της να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο, έγινε στα πλαίσια της προσπάθειας της να ενεργήσει με τρόπο που να προστατεύει τα συμφέροντα της, μιας και ως υποστηρίζει, εάν δεν κατέβαλλε το εν λόγω ποσό θα αναγκαζόταν μελλοντικά, δυνάμει των προνοιών του νόμου, να το καταβάλει στο τρίτο πρόσωπο. Επομένως, ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, ασκώντας τις εξουσίες, που το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο 4 της παρέχει, η ενάγουσα προέβη σε εξώδικο διακανονισμό της απαίτησης του τρίτου προσώπου καταβάλλοντας σ΄αυτόν το αξιούμενο ποσο. Επειδή, ως εισηγείται ο συνήγορος της ενάγουσας, το αξιούμενο ποσό αποτελούσε ποσό που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω αναφερομένου άρθρου 4, η ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και απαιτεί από τον εναγόμενο 1 την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Είναι δε η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι το δικαίωμα που παρέχεται σε αυτήν από το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο, είναι αναφέρετο και για σκοπούς ενάσκησης του, δεν είναι αναγκαία η προγενέστερη συγκατάθεση ή η σύμφωνη γνώμη του εναγομένου
  30. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας, η θέση του ότι η ενάγουσα δικαιούται στο αξιούμενο ποσοστό δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο θα μπορούσε να αποτελέσει επίδικο θέμα στην παρούσα διαδικασία αν αυτή δικογραφείτο. Δεν δικογραφείται όμως. Είναι αρκετό να διεξέλθει ένας την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης και ιδιαίτερα τις παραγράφους 5, 7 και 9 για να διαπιστώσει του λόγου το ασφαλές της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου. Εξάλλου, επ΄ αυτού στην ουσία δεν προέκυψε διαφωνία. Στην σελίδα 13 της αγόρευσης του συνηγόρου της ενάγουσας, γίνεται ακριβώς αναφορά στις παραγράφους 5, 7 και 9 της έκθεσης απαίτησης στις οποίες η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία. Όπως και αν διαβαστεί όλο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα, ότι η μοναδική βάση αγωγής είναι η ισχυριζόμενη παράβαση από τον εναγόμενο 1 των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και όχι η απαίτηση από την ενάγουσα του αξιούμενου ποσού δυνάμει σχετικού δικαιώματος και/ή εξουσίας που της παρέχουν οι πρόνοιες του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, ανεξάρτητα της οποιασδήποτε προγενέστερης συμπεριφοράς του εναγομένου
  31. Είναι προφανώς για αυτό το λόγο, που ο συνήγορος της ενάγουσας στην ίδια σελίδα της αγόρευσης του και δη στην σελίδα 13, ακριβώς μετά την αναφορά του στις παραγράφους 5, 7 και 9 της έκθεσης απαίτησης, παραπέμπει σε αυτούσιο μέρος του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση για να εισηγηθεί ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί την πλέον προωθούμενη θέση της, ότι ο λόγος που κατέβαλε το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο και ο λόγος που το απαιτεί από τον εναγόμενο 1 είναι γιατί εξασκεί δικαίωμα της που πηγάζει από τους όρους του συμβολαίου. Με την εν λόγω εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας, δεν συμφωνώ. Πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το λεκτικό της συγκεκριμένης αναφοράς στην Απαίτηση ουδώλως τοποθετεί την συγκεκριμένη θέση και τους περί αυτής ισχυρισμούς της ενάγουσας εντός της εμβέλειας της, η αναφορά εγείρεται στα πλαίσια του δικογράφου της Απάντησης, πράγμα το οποίο από μόνο του ενεργεί ανασταλτικά στο οποιοδήποτε εγχείρημα όπως η συγκεκριμένη θέση περιληφθεί στα επίδικα θέματα (βλ. Annual Practice 1956 p.414 όπου αναφέρεται «He must not however put forward in his reply a new cause of action which is not raised either on the writ or in the S of C (Statement of Claim) (O.19 r.16; Williamson v. L. & N. W. Ry. 12 Ch.D. p.794) that would be what is called a "departure".»). Επομένως, μένει να εξεταστεί κατά πόσο, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ο εναγόμενος 1 παραβίασε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιά του ύψους του αξιούμενου ποσού ή εν πάση περιπτώσει οποιουδήποτε άλλου ύψους ζημιά. Σημειώνεται εδώ, ότι μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της ενάγουσας αναλώθηκε στο να υποδειχθεί στο δικαστήριο η λογική της θέσης της ενάγουσας ότι με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, η ενάγουσα επείχε νομικής υποχρέωσης να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο. Τόσο στην αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας, όσο και στην έκθεση απαίτησης, ο ισχυρισμός περί νομικής υποχρέωσης της ενάγουσας προωθείται σε συνάρτηση με και εξάρτηση από την βασική θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ασφάλισης. Η παράγραφος 9 της έκθεσης απαίτησης είναι αρκούντως διαφωτιστική επί τούτο. Κατ΄ ακολουθία, η κρίση του δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 παραβίασε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου θα κρίνει και την τύχη της παρούσας αγωγής. Όπως και αν διαβαστούν και κατ΄ ακολουθία εξεταστούν οι σχετικές, με την οδήγηση του οχήματος του εναγομένου 1 από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, πιο πάνω παρατεθείσες αναφορές, τόσο της Πρότασης Ασφάλισης όσο και του όρου 2 του Ασφαλιστηρίου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κάτω από τον τίτλο Εξαιρέσεις που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο, εκείνο που προκύπτει είναι ότι καμία εξ αυτών των αναφορών (όρων) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν επέβαλλε οποιαδήποτε υποχρέωση στον εναγόμενο αναφορικά με το πώς θα έπρεπε ο ίδιος να ενεργήσει ώστε το όχημα του να μην οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Ούτε απαγόρευε σε αυτόν, να επιτρέψει σε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να οδηγήσει τούτο, ούτε επέβαλλε σ΄ αυτόν να λάβει δέοντα μέτρα ώστε τούτο να μην οδηγηθεί από ένα τέτοιο πρόσωπο. Αυτό που προκύπτει από τις πρόνοιες των εν λόγω όρων, είναι ότι στην περίπτωση που το όχημα του εναγομένου 1 οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και εμπλακή σε δυστύχημα για το οποίο ευθύνεται αποκλειστικά το μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και συνεπεία του οποίου προκληθούν οποιεσδήποτε απώλειες σε τρίτο, τότε η ενάγουσα απαλλάσσεται της ευθύνης που ανέλαβε με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και υπόχρεος να καλύψει την οποιαδήποτε απαίτηση του τρίτου, καθίσταται ο εναγόμενος
  32. Επομένως, οι εν λόγω όροι δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση για επιχειρηματολογία ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είτε γιατί επέτρεψε στον εναγόμενο 2 να οδηγήσει το όχημα του, είτε γιατί δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα ώστε τούτο να μην οδηγηθεί από αυτόν. Ως εκ των ανωτέρω, το γεγονός ότι το όχημα του εναγομένου 1 οδηγήθηκε από τον εναγόμενο 2 και ενεπλάκη σε δυστύχημα για το οποίο αποκλειστική ευθύνη υπέχει ο εναγόμενος 2, ουδόλως αποτελεί παράβαση οποιουδήποτε όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Το γεγονός αυτό, απλά αποτελούσε λόγο για να αρνηθεί η ενάγουσα να καλύψει την οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση σχετικά με το δυστύχημα (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Χαράλαμπου Γιώρκουρου
(2000)1Γ ΑΑΔ 1488). Ως έχω ήδη καταλήξει ανωτέρω, η θέση της ενάγουσας περί καταβολής του αξιούμενου ποσού στο τρίτο πρόσωπο στα πλαίσια ενάσκησης δικαιώματος της που πηγάζει από τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν δικογραφείται. Επομένως η αγωγή προωθείται μόνο επί της ισχυριζόμενης νομικής βάσης περί παράβασης συμφωνίας από τον εναγόμενο
  1. Η κατάληξη μου ότι η οδήγηση του οχήματος του εναγομένου 1 από τον εναγόμενο 2 και η εμπλοκή του σε δυστύχημα, την αποκλειστική ευθύνη του οποίου φέρει ο ίδιος, δεν αποτελεί παράβαση από τον εναγόμενο 1 οποιωνδήποτε από τους υποδεικνυόμενους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της αγωγής η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Έστω όμως και αν δικογραφείτο η συγκεκριμένη θέση της ενάγουσας, δηλαδή ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαιούται στο αξιούμενο ποσό στη βάση των προνοιών του άρθρου 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο και πάλι θα απέρριπτα την αγωγή για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω. Ουσιαστικές για την κρίση μου είναι οι πιο κάτω πρόνοιες του άρθρου
  2. «Η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί . να υποβάλει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) για δικό της όφελος οποιανδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις (indemnity or damages) ή άλλως πώς . Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο, ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί θα καταβάλλει[1] στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο από το Ασφαλιστήριο ποσό.». Είμαι της γνώμης ότι η υπογραμμισμένη πιο πάνω φράση αν το επιθυμεί, δεν θα πρέπει να διαβαστεί ασυνάρτητα με τις υπόλοιπες πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Θεωρώ ότι πριν η ενάγουσα έχει δυνατότητα δυνάμει του εν λόγω άρθρου να εκδηλώσει την επιθυμία της για να διευθετήσει και/ή καλύψει μια απαίτηση, θα πρέπει είτε ο ασφαλισμένος είτε κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο που δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου έχει συγκεκριμένο δικαίωμα να καλυφθεί, να απαιτήσει από την ενάγουσα να καλύψει εκ μέρους του την απαίτηση του οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. Δεν είναι δυνατόν το άρθρο 4 να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε η ενάγουσα να έχει το δικαίωμα να αποζημιώνει τρίτα πρόσωπα χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απαίτηση κάλυψης από τον ασφαλισμένο της ή άλλο δικαιούχο, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, πρόσωπο, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου. Και τούτο γιατί αν δινόταν μια τέτοια ερμηνεία, θα οδηγούμασταν στο παράλογο αποτέλεσμα να δικαιούται η ασφαλιστική εταιρεία να αποζημιώσει κάποιο πρόσωπο που ενδεχομένως ευθύνεται αποκλειστικά για ένα δυστύχημα και έπειτα να στρέφεται εναντίον του ασφαλισμένου της και να απαιτεί την καταβολή του ποσού που πλήρωσε στο τρίτο αυτό πρόσωπο. Η ορθή κατά την γνώμη μου ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 4, είναι ότι το δικαίωμα που δίδεται στην ενάγουσα να αποζημιώσει και/ή να καλύψει κάποια απαίτηση τρίτου, είναι δυνατόν να ασκηθεί, νοουμένου ότι ο ασφαλισμένος της ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο που έχει δικαίωμα να καλυφθεί, υπέβαλε σχετική απαίτηση κάλυψης προς την ενάγουσα. Προς αυτή την ερμηνεία συνηγορούν και οι πιο πάνω άλλες υπογραμμισμένες πρόνοιες του άρθρου
  3. Επομένως, προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ουσιαστικής σημασίας υπέχει το περιεχόμενο των δύο επιστολών που απέστειλε η ενάγουσα προς τον εναγόμενο 1, σε συνδυασμό και με την οποιαδήποτε αντίδραση και/ή παράλειψη αντίδρασης από αυτόν, ώστε να διαφανεί κατά πόσο κατά την ημέρα που η ενάγουσα αποφάσισε να καλύψει την απαίτηση του τρίτου προσώπου, έπραττε τούτο, πιστεύοντας ότι ο εναγόμενος 1, με την συμπεριφορά του απαίτησε να καλυφθεί η απαίτηση του τρίτου προσώπου από την ενάγουσα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενάγουσα με την επιστολή της ημερ. 30.8.2002 γνωστοποιεί στον εναγόμενο 1 ότι το τρίτο πρόσωπο απαίτησε από την πρώτη να αποζημιωθεί δια τις σωματικές βλάβες αλλά και για ειδικές ζημιές που υπέστη το όχημα του, συνεπεία συγκεκριμένου δυστυχήματος, στο οποίο ένα από τα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το όχημα για το οποίο εκδόθηκε η ασφαλιστική κάλυψη από την ενάγουσα με ασφαλισμένο τον εναγόμενο
  4. Με την εν λόγω επιστολή της, η ενάγουσα ενημέρωνε τον εναγόμενο 1 ότι επειδή το εν λόγω όχημα οδηγείτο από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό, υπείχε (η ενάγουσα) εκ του νόμου υποχρέωσης να καλύψει την απαίτηση του εν λόγω τρίτου προσώπου και ότι θα έπραττε τούτο. Παρά την πιο πάνω θέση της, η ενάγουσα στην τέταρτη παράγραφο της εν λόγω επιστολής της, αναφέρει ρητά στον εναγόμενο, ότι, όταν εν τέλει θα είναι δυνατόν να εκτιμηθεί και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται το τρίτο μέρος, τότε θα επικοινωνήσει εκ νέου η ενάγουσα με τον εναγόμενο, για να τον ενημερώσει αναφορικά με το συνολικό ποσό που θα πρέπει ο ίδιος να καταβάλει. Με την επιστολή της ημερ.26.9.2002, η οποία αποτελεί την δεύτερη και τελευταία σχετική της επιστολή προς τον εναγόμενο 1, η ενάγουσα αντί να τον ενημερώσει σχετικά με το τελικό ύψος των ζημιών που υπέστη το τρίτο πρόσωπο, ώστε ο εναγόμενος 1 να μεριμνήσει να αποζημιώσει τούτο, ως ήταν και η πρόθεση της να πράξει δυνάμει των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 4 της επιστολής της ημερ. 30.8.2002, πληροφορεί τούτον ότι η ενάγουσα έχει ήδη αποφασίσει να αποζημιώσει το εν λόγω πρόσωπο για συγκεκριμένο ποσό, καθώς επίσης και ότι έχει ήδη καταλήξει με το εν λόγω πρόσωπο σε σχετική συμφωνία για την καταβολή του αξιούμενου ποσού, το οποίο, ως πληροφορεί τον εναγόμενο 1 προτίθετο να καταβάλει προς πλήρη και τελική διευθέτηση της απαίτησης. Προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής της ενάγουσας ημερ. 26.9.2002, ότι με την εν λόγω επιστολή όχι μόνο δεν ζητείτο από τον εναγόμενο 1 να καταβάλει ο ίδιος οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς το τρίτο πρόσωπο ή έστω προς την ενάγουσα, αλλά ούτε ζητείτο από αυτόν καθοιονδήποτε τρόπο, είτε η γνώμη του είτε η συγκατάθεση του αναφορικά με το κατά πόσο η ενάγουσα θα έπρεπε να καλύψει την εν λόγω απαίτηση. Τουναντίον, με την εν λόγω επιστολή της, η ενάγουσα έφερε τον εναγόμενο 1 προ τετελεσμένων γεγονότων, μιας και πληροφορούσε τούτον ότι ήδη έχει συμφωνήσει με το τρίτο πρόσωπο να του καταβληθούν αποζημιώσεις και ότι η πρόθεση της ενάγουσας είναι να προχωρήσει στην πληρωμή του εν λόγω ποσού. Είμαι της γνώμης, και ως εκ τούτου κρίνω ότι, ούτε το περιεχόμενο της πρώτης επιστολής, ούτε το περιεχόμενο της δεύτερης επιστολής, είναι τέτοιο που, είτε από μόνο του έκαστο εξ αυτών, είτε και οι δύο επιστολές ιδωμένες σε συνάρτηση, να οδηγούσαν τον εναγόμενο στη σκέψη ότι ζητείτο από αυτόν η συγκατάθεση του ώστε εκ μέρους του και για λογαριασμό του η ενάγουσα να καλύψει την απαίτηση του τρίτου προσώπου. Υπενθυμίζω ότι με την πρώτη της επιστολή, η ενάγουσα στην ουσία ζητούσε από τον ίδιο τον εναγόμενο να αποζημιώσει το τρίτο πρόσωπο, ενώ με την δεύτερη επιστολή της, απλά τον ενημέρωνε ότι είχε ήδη αποφασίσει και είχε ήδη καταλήξει και σε συμφωνία με το τρίτο πρόσωπο, να του καλύψει την απαίτηση του. Θα ήταν τουλάχιστο αναμενόμενο, αν όχι στην πρώτη, τουλάχιστον στην δεύτερη επιστολή της, η ενάγουσα να προέβαινε σε αναφορά προς τον εναγόμενο 1 όπως π.χ. ότι αν δεν ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση του στην επιστολή της, θα εκληφθεί από την ενάγουσα ότι ο ίδιος επιθυμεί όπως η ενάγουσα καλύψει για λογαριασμό του την απαίτηση του τρίτου προσώπου, ή εν πάση περιπτώσει μια τέτοιου είδους και περιεχομένου αναφορά, ώστε ακριβώς να δώσει στον εναγόμενο 1 την εντύπωση ότι με την εν λόγω επιστολή της, ζητεί από αυτόν την συγκατάθεση του ή την σύμφωνη γνώμη του, στο να προχωρήσει στην ικανοποίηση της απαίτησης του τρίτου προσώπου. Η καταληκτική της, στην εν λόγω επιστολή, αναφορά περί «Παρακαλούμε σημειώστε ότι η παρούσα σας αποστέλλεται με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας», δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κρίση μου, ούτε προσδίδει καθοιονδήποτε τρόπο στην εν λόγω επιστολή χαρακτήρα προειδοποιητικής επιστολής με την οποία ζητείται η συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αποστέλλεται για να ενεργήσει ο αποστολέας με συγκεκριμένο τρόπο. Επομένως, η μη απάντηση των εν λόγω επιστολών και/ή καλύτερα η μη αντίδραση σε σχέση με αυτές από τον εναγόμενο 1, ουδόλως μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι με την εν λόγω συμπεριφορά του ο εναγόμενος 1 απαίτησε να καλυφθεί από την ενάγουσα αναφορικά με την απαίτηση του τρίτου προσώπου. Κατ΄ ακολουθία η ενέργεια της ενάγουσας να αποφασίσει να καλύψει την απαίτηση του τρίτου προσώπου χωρίς την προγενέστερη υποβολή απαίτησης του εναγομένου 1 προς αυτήν, καθιστά τις πρόνοιες του άρθρου 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο, μη εφαρμοστέες. Ένας άλλος λόγος που θα απέρριπτα την αγωγή, πάντα σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο, είναι και γιατί τούτη καταχωρήθηκε πρόωρα. Οι πρόνοιες του άρθρου 4 επιτρέπουν στην ενάγουσα, αν είχε προηγουμένως υποβάλει ο εναγόμενος 1 την αναγκαία απαίτηση κάλυψης, να καταβάλει κάποιο ποσό, και αν τούτο δεν καλύπτεται από το συμβόλαιο, να απαιτήσει τούτο από τον εναγόμενο 1 (τον ασφαλισμένο). Η ακριβής αναφορά του άρθρου 4 επί τούτου είναι «. τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο, ο Ασφαλισμένος . θα καταβάλλει στην ενάγουσα το μη καλυπτόμενο από το Ασφαλιστήριο ποσό.». Ουδέποτε όμως ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1 η πληρωμή προς την ενάγουσα του ποσού που αυτή κατέβαλε προς το τρίτο πρόσωπο. Ούτε καν πληροφόρησε τούτον ότι όντως κατέβαλε το εν λόγω ποσό και/ή οιονδήποτε άλλο ποσό. Στην τελευταία επικοινωνία τους (επιστολή της ημερ.26.9.2002), η ενάγουσα πληροφορεί τον εναγόμενο 1 ότι προτίθεται να καταβάλει το αξιούμενο ποσό και όχι ότι το έχει ήδη καταβάλει. Μετά την επιστολή αυτή και χωρίς να επικοινωνήσει εκ νέου καθοιονδήποτε τρόπο με τον εναγόμενο 1, η ενάγουσα καταχωρεί την παρούσα αγωγή. Ουδέποτε απαίτησε από τον εναγόμενο 1 την καταβολή του αξιούμενου ποσού ώστε στην περίπτωση που ο τελευταίος αρνείτο να καταβάλει προς την ενάγουσα τούτο, να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο, λόγω άρνησης του να εκπληρώσει υποχρέωση που του επιβάλλει το εν λόγω άρθρο. Αν έπραττε έτσι ο εναγόμενος 1 και δη δεν κατέβαλλε προς την ενάγουσα, μετά από σχετική απαίτηση της, το αξιούμενο ποσό, τότε η ενάγουσα θα δικαιούτο να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του, με προωθούμενη νομική βάση την παράβαση της, μεταξύ της και του εναγομένου 1, συμφωνίας, από τον τελευταίο. Τονίζεται, ότι η υποχρέωση του εναγομένου 1 για καταβολή προς την ενάγουσα του ποσού που η τελευταία κατέβαλε στο τρίτο πρόσωπο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4, προκύπτει μετά την καταβολή από την ενάγουσα του εν λόγω ποσού και προφανώς μετά που ο εναγόμενος 1 θα πληροφορηθεί ότι καταβλήθηκε το εν λόγω ποσό υπό συγκεκριμένες περιστάσεις που τον καθιστούν υπεύθυνο να καταβάλει στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό. Αρχικά παρατηρώ ότι τα παραδεκτά γεγονότα δεν είναι διαφωτιστικά αναφορικά με το πότε η ενάγουσα κατάβαλε στο τρίτο πρόσωπο το αξιούμενο ποσό. Ούτε ο εναγόμενος 1, στην υπεράσπιση του φαίνεται να αποδέχεται τον ισχυρισμό της έκθεσης απαίτησης ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής καταβλήθηκε προς το τρίτο πρόσωπο το αξιούμενο ποσό. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο εναγόμενος 1 ουδέποτε, πριν την καταχώρηση της αγωγής, ενημερώθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε στο τρίτο πρόσωπο το αξιούμενο ποσό και επομένως ουδέποτε του δόθηκε η ευκαιρία να εκπληρώσει την υποχρέωση που του επιβάλλει το άρθρο 4 των Όρων που ισχύουν για όλο το Ασφαλιστήριο. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον της ενάγουσας, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] ......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.