Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Asfalistikos Aetos Agents Consultants Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής : 5147/08, 9/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 5147/08 Μεταξύ : Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Asfalistikos Aetos Agents & Consultants Co Ltd Ανδρέας Κωνσταντίνου Άντρη Θεοφάνους Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 12.10.12 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 9 Μαίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Κοζάκου. Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αιίτηση: κ. Κκαίλης. --------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ημερ. 12.10.12, οι ενάγοντες-αιτητές (στο εξής «οι αιτητές») αιτούνται: «(α) Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να προστίθεται μετά την παράγραφο 16 (προφανώς της Έκθεσης Απαίτησης) νέα παράγραφος 16Α ως εξής: 16Α «Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας της, η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να εισπράττει ασφάλιστρα από ασφαλισμένους πελάτες, χωρίς να το γνωρίζει η Ενάγουσα, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέλθει σε €37.336,
- Την είσπραξη των ασφαλίστρων η Ενάγουσα την πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από τους ίδιους τους ασφαλισμένους της». (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αντικαθίστανται στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης το ποσό «€25.485,36 σεντ» με το ποσό των «37.336,72 σέντ». (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αντικαθίστανται στην παράγραφο 18(α) της Έκθεσης Απαίτησης το ποσό «€25.485,36 σέντ» με το ποσό των «€37.336,72 σέντ». (δ) Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. (ε) Τα έξοδα της αίτησης. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, Δ.9, θ.1,2,3,10, Δ.48, θ.1,2,4,8,
- Την αίτηση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Πανίκου Γιάγκου, υπαλλήλου του λογιστηρίου της αιτήτριας, ο οποίος αφού αναφέρει την ιδιότητα του, το γεγονός ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση και την πηγή των γνώσεων του, ισχυρίζεται ότι, όταν σε κάποιο στάδιο η αιτήτρια επικοινώνησε με διάφορους πελάτες της (ασφαλισμένους) για να εισπράξει τα ασφάλιστρα, τούτοι ανάφεραν ότι συνέχισαν, τόσο μετά την διακοπή της συνεργασίας της αιτήτριας με την καθ΄ ης η αίτηση 1, όσο και μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, να καταβάλλουν χρήματα για τα ασφάλιστρα στην καθ΄ ης η αίτηση
- Συνεπεία του εν λόγω γεγονότος, ο ομνύοντας των αιτητών ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση ώστε να τεθεί ο εν λόγω ισχυρισμός ενώπιον του δικαστηρίου και να είναι δυνατή η διεκδίκηση των εν λόγω χρημάτων που οφείλονται, ως ισχυρίζεται, από την καθ΄ ης η αίτηση στην αιτήτρια. Στις 7.1.2013 οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης επί της οποίας ως λόγους ένστασης αναφέρουν τους ακόλουθους: «
- Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Η Αίτηση Τροποποίησης των Εναγόντων είναι καταχρηστική, κακόπιστη και/ή ανεπίτρεπτη στο παρών στάδιο.
- Η Αίτηση Τροποποίησης είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπής και αντικανονική.
- Υπήρξε αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, χωρίς η Αιτήτρια να δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου την καθυστέρηση αυτή.
- Η σκοπούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση τους και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Η ένσταση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θ.1, Δ.48 θθ1, 2, 3 και 4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη συναφή νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κωνσταντίνου, ο οποίος δηλώνει ότι ως εκ της ιδιότητας του ως εναγόμενος 2, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, αποτελούν προσωπική του γνώση. Είναι, ως ισχυρίζεται, εξουσιοδοτημένος από τους εναγομένους 1 και 3 να προβεί και για λογαριασμό τους στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Αποτελεί θέση του, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι έχει καταχωρήθει πολύ καθυστερημένα χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία αναφορικά με την εν λόγω καθυστέρηση αλλά ούτε αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η αναγκαιότητα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Εισηγείται ακόμα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και γιατί με αυτή επιχειρείται η πρόσθεση ανεπίτρεπτης νέας βάσης αγωγής, με αποτέλεσμα, τυχόν έγκριση της αίτησης, να απολήξει στο δυσμενή και άδικο επηρεασμό της υπόθεσης των εναγομένων. Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στον δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 4.3.2013 στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί τους οποίους έκαστη πλευρά βασίζει τη θέση της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης. Στις 27.3.2013 όταν η αίτηση ήταν ορισμένη για διευκρινήσεις, αμφότερες οι πλευρές υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων τους, χωρίς να προσθέσουν οτιδήποτε. Διεξήλθα τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφων έχουν κατ' επανάλειψη απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφου, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για τον εναγόμενο όπως απώλεια υπεράσπισης για παραγραφή (βλεπε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) AAΔ 33, Δ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Γρ. Τρίνζι Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, και Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β ΑΑΔ 1005). Αναφορικά δε με αίτηση τροποποίησης με την οποία επιχειρείται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δια της προσθήκης αιτίας αγωγής ή περαιτέρω θεραπείας, η θεμελίωση των οποίων βασίζεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταγενέστερα της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος, ο Δικαστής Στυλιανίδης, στην Gaber Alian Alia Al Somrani Alias Gaber Elelyan v. The Cyprus Ship "Poseidonia" Ex "Al Kahera" Ex "Med Sea" Ex "Ulset Queen" και άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 990, υιοθετώντας και τα όσα αναφέρθησαν σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις, παρατήρησε τα ακόλουθα: «Η τροποποίηση και το τροποποιημένο κλητήριο αναφέρονται στην ημερομηνία έκδοσης του αρχικού κλητηρίου και η αγωγή συνεχίζεται ως εάν η τροποποίηση περιλαμβανόταν από την αρχή. Στην υπόθεση Sneade v. Wotherton Barytes and Lead Mining Company [1904] 1 K.B. 295, στη σελ. 297, ο Collins M.R. είπε:- "It appears to me that the writ as amended becomes for this purpose the original commencement of the action, notwithstanding the fact that the writ originally claimed a larger sum. The reason why the judges have always held that the question on what terms such an amendment should be allowed requires very careful consideration, is that, except in so far as such terms may provide to the contrary, the leave to amend involves that the claim as amended may be treated as if it were the original claim in the action." Στην υπόθεση Eshelby v. Federated European Bank, Limited [1932] 1 K.B. 254, ο ενάγων με το αρχικό κλητήριο ζητούσε πληρωμή μίας δόσης χρημάτων δυνάμει ενός εγγράφου. Μετά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος ο εναγόμενος παράλειψε την πληρωμή άλλης δόσης. Ο ενάγων ζήτησε άδεια τροποποίησης για να περιλάβει στην ίδια αγωγή τη δεύτερη δόση. Ο επίσημος Διαιτητής, στον οποίο η αγωγή είχε παραπεμφεί, έδωσε άδεια τροποποίησης με την προσθήκη του ποσού της δεύτερης δόσης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να το πράξει. Η παράλειψη πληρωμής της δεύτερης δόσης ήταν ξεχωριστή αιτία αγωγής, η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο έκδοσης του κλητηρίου, και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να δοθεί η άδεια για τροποποίηση. Ο Δικαστής Swift στη σελ. 259 είπε:- "He has allowed the plaintiff to bring into this action an entirely fresh cause of action, arising after this action had been started, and he has done that without the consent of the defendants." Αφού έκαμε αναφορά στη γνώμη του Bowen L.J. στην υπόθεση In Tottenham Local Board of Health v. Lea Conservancy Board, 2 Times L.R. 410, ότι τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί όταν αναφέρεται σε αίτια αγωγής η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο της έκδοσης του κλητηρίου, παράθεσε την Ιρλανδική υπόθεση Creed v. Creed
(1913)1 I.R. 48, 50, και κατέληξε στις σελ. 262-263:- "I do not think the Court could possibly alter the writ in that way. It could not make an amendment to say that the writ had not been issued until some date after January 15,
- It seems to me, therefore, that this amendment never ought to have been made and that this judgment, so far as it is for more than the
- 6s. which was originally claimed, is bad and must be set aside." Στην πρόσφατη απόφαση Tilcon Ltd. v. Land Investments Ltd. [1987] 1 All E.R. 615 το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε την απόφαση στην υπόθεση Eshelby (ανωτέρω). Αποφασίστηκε ότι: - "It had long been accepted that because an amendment related back to the date of the original pleading no new cause of action accruing since the original pleading would be allowed by amendment."» Επίσης, στην υπόθεση International Marine Services Company Limited v. MTR Metals (Overseas) Ltd,
(1995)1 AAΔ 77, ο Δικαστής Κωνσταντινίδης, ανάφερε τα ακόλουθα: «Διαπιστώνεται προσθήκη αξιώσεων που δεν περιλαμβάνονταν στο κλητήριο ένταλμα και, κυρίως, θεμελίωση τους πάνω σε γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος. Σε σειρά υποθέσεων δεν επετράπη η εισαγωγή αιτίας αγωγής που ήταν ανύπαρκτη κατά το χρόνο της καταχώρισης της αγωγής. (Βλ. Eshelby v. Federated European Bank Ltd [1931] All E.R. Rep. σελ. 840, Tilcon Ltd v. Land Investments Ltd [1987] 1 All E.R. 615, Gaber Alian Ali v. The Cyprus Ship Poseidonia και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 990).» Πρέπει από την αρχή να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι επί του κυρίως σώματος της ένστασης αναφέρονται έξι λόγοι ένστασης, εντούτοις τόσο από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, όσο και από την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων, προκύπτει ότι η ένσταση στην ουσία βασίζεται σε δύο λόγους ένστασης. Συγκεκριμένα, αποτελεί θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές επέδειξαν υπέρμετρη, αδικαιολόγητη και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος τους η οποία είτε από μόνη της, συνεπεία του αναιτιολόγητου, είτε σε συνάρτηση με άλλα γεγονότα (π.χ. προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας) αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Είναι, επί του ιδίου θέματος, η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι γενικά η συμπεριφορά που επέδειξαν οι αιτητές καθ΄ολη τη διάρκεια που εκκρεμεί η παρούσα αγωγή, σε συνάρτηση με την καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση του υπό εξέταση αιτήματος, αποτελεί κατάχρηση της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας. Ως δεύτερο λόγο ένστασης οι καθ΄ ων η αίτηση προωθούν την θέση ότι αυτό που στην πραγματικότητα οι αιτητές επιδιώκουν να προσθέσουν δια της τροποποίησης στο δικόγραφο τους, αποτελεί νέα βάση αγωγής ή περαιτέρω θεραπεία, η οποία βασίζεται ή είναι δυνατό να θεμελιωθεί, επί γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της αγωγής και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση. Οι λοιποί λόγοι ένστασης ως αναπτύχθηκαν στην αγόρευση, αποτελούν θέματα τα οποία το δικαστήριο καθηκόντως θα πρέπει να εξετάζει κάθε φορά που αποφασίζει πώς να ασκήσει την διακριτική του εξουσία στα πλαίσια της εκδίκασης μιας αίτησης με την οποία επιχειρείται τροποποίηση δικογράφου. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης, η οποία όντως αποτελεί ένα από τους βασικούς παράγοντες που συνυπολογίζεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας όταν αποφασίζει επί αιτήσεων ως η υπό εξέταση, σημειώνω τα εξής. Είναι γεγονός ότι ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με τον χρόνο που τα επικαλούμενα, για σκοπούς τροποποίησης, γεγονότα έγιναν γνωστά στους αιτητές. Δεν παραγνωρίζω ότι στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών, γίνεται σχετική με τα πιο πάνω αναφορά, διαφωτιστική ίσως των όσων αναζητούνται στα πλαίσια εξέτασης της υπό εκδίκαση αίτησης. Εντούτοις όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι τα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις συνηγόρων δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία επί της οποίας το δικαστήριο να μπορεί να βασίσει οποιονδήποτε εύρημα σχετικό με το ενώπιον του υπό εξέταση θέμα. Επομένως, στο βαθμό που το δικαστήριο εξετάζει το χρόνο τον οποίο έλαβαν γνώση οι αιτητές των γεγονότων επί των οποίων βασίζουν την αίτηση τους, θα πρέπει να αντλήσει πληροφόρηση μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και/ή τεκμηρίων που συνοδεύουν την αίτηση τους. Δεν παραγνωρίζω ότι στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι «η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.». Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ελλείπει κάθε είδος αναφοράς του χρόνου κατά τον οποίον οι αιτητές έλαβαν γνώση των γεγονότων επί των οποίων βασίζουν την αίτηση τους. Τούτο καθιστά το έργο του Δικαστηρίου αδύνατο, μιας και δεν δίδονται στο δικαστήριο εκείνες οι πληροφορίες που θα του επέτρεπαν να εξετάσει την διάρκεια της καθυστέρησης και το τυχόν αιτιολογημένο τούτης ή μη, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η συνεργασία της αιτήτριας με τους καθ΄ ων η αίτηση έχει τερματιστεί από το 2008, έτος κατά το οποίο καταχωρήθηκε και η παρούσα αγωγή. Σημειώνεται ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε περί τα τέλη του 2012. Επομένως, η παράλειψη αυτή των αιτητών δεν μπορεί παρά να αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για σκοπούς επιτυχίας της υπό εξέτασης αίτησης. Είμαι της γνώμης ότι και ο δεύτερος λόγος ένστασης ευσταθεί και ότι και για αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Το λεκτικό της παραγράφου 3 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσιο, υπέχει καταλυτικής σημασίας ως προς το ζητούμενο: «3. Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας με την εναγόμενη 1 και σε πολλές περιπτώσεις και μετά την έγερση της αγωγής η εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να εισπράττει ασφάλιστρα από ασφαλισμένους πελάτες ή είχε ήδη εισπράξει χωρίς να το γνωρίζουμε...». Προκύπτει αβίαστα από το μόλις πιο πάνω ισχυρισμό του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ότι τουλάχιστον μέρος της θεραπείας που επιζητείται να προστεθεί δια της τροποποίησης του δικογράφου, θεμελιώνεται επί γεγονότων που προέκυψαν και/ή καλύτερα έλαβαν χώρα μετά την έγερση της αγωγής. Κάτι τέτοιο ως αναφέρθηκε ανωτέρω (βλ Gaber Alian Alia Al Somrani Alias Gaber Elelyan v. The Cyprus Ship "Poseidonia" Ex "Al Kahera" Ex "Med Sea" Ex "Ulset Queen" και άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 990 και International Marine Services Company Limited v. MTR Metals (Overseas) Ltd,
(1995)1 AAΔ 77), είναι ανεπίτρεπτο. Από τη στιγμή δε που η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι κατατοπιστική ως προς το πιο μέρος της περαιτέρω απαίτησης (που επιζητείται να προστεθεί δια της τροποποίησης) βασίζεται και/ή θεμελιώνεται επί γεγονότων που έλαβαν χώρα πριν την καταχώριση της αγωγής, είναι αδύνατο για το δικαστήριο να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση ως ζητείται. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου και εν απουσία λόγου για να διαφοροποιηθώ από την συνήθη πρακτική αναφορικά με τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Αυτά δε, να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο