← Κύπρος

Ηρακλής Ηρακλέους Παναγιώτης Κυριάκου ν. Ισμήνη Παναγίδου κ.α., Έφεση/Αίτηση: 521/07, 28/5/2013

Ηρακλής Ηρακλέους Παναγιώτης Κυριάκου ν. Ισμήνη Παναγίδου κ.α., Έφεση/Αίτηση: 521/07, 28/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση: 521/07 Μεταξύ: Κυριάκου Ηρακλέους Εφεσείων/Αιτητής -και- Μαρίας Κυριάκου Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση ------------------------------ Ως Τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 18.12.2007 Κυριάκου Ηρακλέους Εφεσείων/Αιτητής -και-

  1. Μαρίας Κυριάκου
  2. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ Ως Τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 05.12.2011 Ηρακλής Ηρακλέους & Παναγιώτης Κυριάκου Εφεσείοντες/Αιτητές -και-
  3. Μαρίας Κυριάκου
  4. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ Ως Τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 30.08.2012 Ηρακλής Ηρακλέους & Παναγιώτης Κυριάκου Εφεσείοντες/Αιτητές -και-
  5. Ισμήνη Παναγίδου
  6. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ 28 Μαΐου 2013 Για Αιτητή-Εφεσείοντα: κος Αρ. Βρυωνίδης Για Καθ' ης η Αίτησης 1-Εφεσίβλητη: κος Μιχ. Χάσικος Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι η αίτηση/έφεση ημερομηνίας 19.6.07 (στη συνέχεια η αίτηση). Με την αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος και η απόφασης του δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος η διαταγή και/ή γνωστοποίηση και/ή απόφαση του διευθυντή του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Λευκωσίας που δόθηκε την 10.5.07 στο πλαίσιο της αίτησης ΑΚΔ9/
  7. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 14

(1)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς του 1956, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων, Νόμου Ν.14/60και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας λεχθεί εδώ ότι η αίτηση υποστηρίζεται από δήλωση που ορκίζεται ο Κυριάκος Ηρακλέους, δηλαδή ο εφεσείων. Το περιεχόμενο τούτης της ενόρκου δηλώσεως σχολιάζω πιο κάτω. Ως λόγοι έφεσης αναφέρονται τα ακόλουθα.
  1. Ο Διευθυντής πήρε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κεφ. 224 μετά των τροποποιήσεων του.
  2. Η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη και αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη, ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
  3. Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή μη επαρκούς αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται εις τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης.
  4. Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς τις θέσεις και/ή απόψεις των διαδίκων και/ή τα πραγματικά γεγονότα, με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση.
  5. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως έκαμαν λανθασμένες μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις.
  6. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση.
  7. Ο Διευθυντής λανθασμένη και/ή αυθαίρετα καθόρισε τη θέση του δικαιώματος διάβασης κατά μήκος του βορείου συνόρου του τεμαχίου 1131, παραγνωρίζοντας παντελώς την επί τόπου κατάσταση και ειδικότερα την υφιστάμενη οικοδομή, η οποία ευρίσκεται εντός του τεμαχίου
  8. Οι επιτόπιες εξετάσεις που έγιναν από το Διευθυντή και/ή τον αντιπρόσωπο του έγιναν με τρόπο αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό, χωρίς να ληφθούν υπόψη στοιχεία, τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον τους, ενώ έλαβαν στοιχεία και μαρτυρία τα οποία δεν είχαν ουδεμία σχέση με την υπόθεση.
  9. Κατά τις επιτόπιες εξετάσεις δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή κανονική διαδικασία και/ή πρακτική.
  10. Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ή να εξετάσει αυτή δίκαια.
  11. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή εσφαλμένα νομικά κριτήρια. Η καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητη δεν συναίνεσε στο αίτημα και την 14.9.07 καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Προτού σχολιάσω τη νομική βάση και το περιεχόμενο της ένστασης, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τις τροποποιήσεις που έλαβαν χώρα, εφόσον προσδιόρισαν την πορεία της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί για κάποιο εκ των διαδίκων και να διαφοροποιηθεί για τους υπολοίπους. Την 12.12.07 ο τότε εφεσείων καταχώρισε αίτηση για προσθήκη διαδίκου, ήτοι της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Την 18.12.07 το αίτημα εγκρίθηκε και έτσι η Κυπριακή Δημοκρατία προστέθηκε ως διάδικος. Πλην της τροποποίησης του τίτλου δεν έχει σημασία ό,τι ακολούθησε, δηλαδή πότε η Κυπριακή Δημοκρατία καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης και ποιο ήταν το περιεχόμενο τούτης, εφόσον την 10.4.08 ο εφεσείων απέσυρε την αίτηση/έφεση στην έκταση που αφορούσε την Κυπριακή Δημοκρατία. Ακολούθως, την 5.12.11 εκδόθηκε, εκ συμφώνου, νέο διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου, δηλαδή για αντικατάσταση του εφεσείοντα από τους Ηρακλή Ηρακλέους και Παναγιώτη Κυριάκου, ως διαχειριστές της περιουσίας του εφεσείοντα, εφόσον ο τελευταίος απεβίωσε. Η τελευταία τροποποίηση του τίτλου προέκυψε μετά από αίτηση της εφεσίβλητης 1, η οποία ζήτησε αντικατάσταση της από την Ισμήνη Παναγίδου, εφόσον η τελευταία ήταν πλέον ο νέος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Ως εκ των πιο πάνω, παρ' ότι στον τίτλο αναφέρεται και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι αντιληπτό ότι η υπόθεση δεν αφορά τούτην. Περαιτέρω, από τούδε και στο εξής η αναφορά σε εφεσείων θα εννοεί τους υφιστάμενους αιτητές, και η αναφορά σε εφεσίβλητη θα εννοεί τη νέα εφεσίβλητη
  12. Επανέρχομαι στην ένσταση της εφεσίβλητης, ένσταση ημερομηνίας 14.9.
  13. Ας σημειωθεί εδώ πως οι προαναφερόμενες τροποποιήσεις δεν αλλοίωσαν το περιεχόμενο αίτησης και ένστασης, παρά μόνο στην έκταση που επιβάλλετο για προσδιορισμό των διαδίκων. Η ένσταση λοιπόν εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ.1-9 και Δ.39 κ.2, στα άρθρα 14, 80 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους σχετικούς κανονισμούς του 1956, στη νομολογία και τη γενική πρακτική του δικαστηρίου, στις γενικές αρχές δικαίου και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Και η ένσταση υποστηρίζεται από δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται η Ισμήνη Παναγίδου, δηλαδή η εφεσίβλητη. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης σχολιάζω πιο κάτω. Οι λόγοι ένστασης αναφέρουν ότι.
  14. Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (που στη συνέχεια θα καλείται ο «ο Διευθυντής») ορθά καθόρισε το πλάτος και τη θέση του δικαιώματος διαβάσεως, κατόπιν αλλεπάλληλων επιτόπιων ερευνών και ενδελεχούς μελέτης όλων των στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης.
  15. Ο Διευθυντής κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης του έλαβε υπόψη τα όλα τη μαρτυρία που υπήρχε σχετικά με την αδιαφιλονίκητη, συνεχή και αδιάλειπτη άσκηση του δικαιώματος από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 1130, από το σημείο που έχει καθορίσει με την προσβαλλόμενη απόφαση του ημερ. 10.5.
  16. Η απόφαση του Διευθυντή είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.
  17. Η ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα/Αιτητή, η οποία συνοδεύει την Αίτηση/Έφεση είναι παράτυπη, αντικανονική και εκτός των πλαισίων, τύπων και προϋποθέσεων που προβλέπονται από τον Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.
  18. Ο Εφεσείων/Αιτητής, με παράνομες πράξεις και ενέργειες, που έκαμε πριν αλλά και μετά την καταχώρηση της αίτησης αρ. ΑΚΔ9/02 της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση προς το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου για καθορισμό του πλάτους και της θέσης εγγεγραμμένου δικαιώματος διάβασης, απέκοψε το από 55 και πλέον ετών ασκούμενο δικαίωμα διάβασης προς το δεσπόζον ακίνητο της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση. Όπως έχει νομολογηθεί η εξουσία του δικαστηρίου για έλεγχο απόφασης του διευθυντή του κτηματολογίου προβλέπεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 και διέπεται, δικονομικά, από τους κανονισμούς 5, 6,7 και 10 του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού του
  19. Ο έλεγχος του δικαστηρίου δεν περιορίζεται στο κατά πόσο η απόφαση είναι εύλογη, επεκτείνεται και στην ουσία τούτης, δηλαδή κατά πόσο είναι ορθή ή όχι (βλ. Kafieros a.o v. Theocharous a.o.
(1978)1C.L.R. 619, Μενέλαος Γεωργίου Αθανάση κ.α. ν. Μάμα Βαρνάβα Ζατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312). Όπως έχει λεχθεί, έρεισμα για ακύρωση της απόφασης του διευθυντή μπορεί να αποτελέσει. η παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, και πλάνη περί το νόμο η τα πράγματα (βλ. επί τοις αφορώσι την έφεση του Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου, Πολ. Εφ. 111/08, ημερ. 20.5.11). Σημειώνεται εν τούτοις ότι η όλη διαδικασία δεν προσφέρεται για ικανοποίηση διαδίκου που νιώθει αδικημένος από την απόφαση, εφόσον όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χ''Κυριάκου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100, 109. «Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση». Στην προκείμενη περίπτωση αναφορά οφείλεται και στο άρθρο 14 του Κεφ. 224, εφόσον τούτο είναι το άρθρο είναι που εξουσιοδοτεί το διευθυντή του κτηματολογίου να «καθορίσει ή τροποποιήσει τη θέση ή κατεύθυνση ... διόδου». Στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων (βλ. κ.10
(3)των κανονισμών του 1956) και έτσι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Περάν των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, στο φάκελο του δικαστηρίου βρίσκεται και η έκθεση του διευθυντή του κτηματολογίου, η οποία καταχωρίστηκε δυνάμει του κ. 6
(1)των κανονισμών του 1956, και άλλες δύο ένορκες δηλώσεις. Σε αυτό το στάδιο η προσοχή μου επικεντρώνεται σε αυτές τις δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη, ημερομηνίας 14.5.08, είναι δήλωση που ορκίζεται η Ιωάννα Θεοδώρου, κτηματολόγος επιτόπιων ερευνών. Η άλλη ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 8.7.08, αποδίδεται στον εφεσείοντα Κυριάκο Ηρακλέους, δηλαδή τον αρχικό εφεσείοντα που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τους διαχειριστές του. Παρεμβάλλω εδώ ότι αυτή η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα είναι ημερομηνίας 8.7.08 και είναι η δεύτερη που καταχώρισε, εφόσον η αίτηση συνοδεύετο από ένορκη δήλωση του ιδίου. Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι αιτία καταχώρισης των πιο πάνω δηλώσεων αποτέλεσε η αίτηση της εφεσίβλητης ημερομηνίας 22.10.07, με την οποία ζητείτο άδεια και/ή διάταγμα του δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώριση ένορκης δήλωσης από το διευθυντή του κτηματολογίου και/ή τον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό, δηλαδή την Ιωάννα Θεοδώρου. Αποτέλεσμα της αίτησης ήταν η εκ συμφώνου έκδοση του αιτούμενου διατάγματος την 10.4.08, η καταχώριση ενόρκου δηλώσεως από την κτηματολόγο, και ακολούθως, μετά από άδεια του δικαστηρίου ημερομηνίας 20.6.08, η καταχώριση απαντητικής ενόρκου δηλώσεως από τον εφεσείοντα. Ο λόγος δια τον οποίον ανέφερα όλα τα πιο πάνω είναι γιατί το διάταγμα ημερομηνίας 10.4.08, διάταγμα που εκδόθηκε συνεπεία της αίτησης της εφεσίβλητης, οδήγησε σε εμπλουτισμό του μαρτυρικού υλικού που το δικαστήριο καλείται σήμερα να αξιολογήσει. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού προκύπτει ότι σωρεία γεγονότων δεν αμφισβητούνται, και έτσι υιοθετούνται από το δικαστήριο. Διαπιστώνω λοιπόν ότι ο εφεσείων είναι ιδιοκτήτης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 5723, Φ/Σχ. 37/1400 V07, Tεμάχιο 1131 (πρώην 452, 451/2 και 453/2) στην ενορία Άγιος Αντώνιος στο χωρίο Σπήλια της επαρχίας Λευκωσίας. Από τούδε και στο εξής το εν λόγω ακίνητο θα καλείται το δουλεύον ακίνητο. Στον αντίποδα η εφεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό εγγραφής 5722, Φ/Σχ. 37/1400 V07, Τεμάχιο 1130 (451/1 και 453/1) στην ενορία Άγιος Αντώνιος στο χωρίο Σπήλια της επαρχίας Λευκωσίας. Στη συνέχεια το ακίνητο της εφεσίβλητης θα καλείται το δεσπόζον ακίνητο. Αναμφισβήτητο είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου είναι ημερομηνίας10.5.
  1. Η εν λόγω απόφαση είναι το τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα. Η προσβαλλόμενη απόφαση προέκυψε μετά από αίτηση που υπέβαλε η εφεσίβλητη για καθορισμό του πλάτους και της θέσης υφιστάμενου και εγγεγραμμένου δικαιώματος διάβασης επί του δουλεύοντος προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου. Η αίτηση της εφεσίβλητης που οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι η αίτηση ΑΚΔ9/
  2. Αναμφίβολο είναι ότι το 1952 οι τότε ιδιοκτήτες του δουλεύοντος ακινήτου, Σοφία Χριστοδούλου Νεοφύτου και Μιχαήλ Γιαννή Αντώνη, παραχώρησαν στην τότε ιδιοκτήτρια του δεσπόζοντος ακινήτου, Μαρία Νεοφύτου, δικαίωμα διάβασης, δηλαδή να διέρχεται του δουλεύοντος ακινήτου ώστε να μεταβαίνει εις στο δεσπόζον ακίνητο, και περαιτέρω, δικαίωμα άρδευσης. Το τελευταίο δικαίωμα, δηλαδή άρδευσης, δεν απασχόλησε την έρευνα του διευθυντή του κτηματολογίου και ούτε κατέστη αντικείμενο της απόφασής του, και ως εκ τούτου δεν αφορά την παρούσα απόφαση. Τα δικαιώματα που παραχωρήθηκαν το 1952 από τους τότε ιδιοκτήτες του δουλεύοντος ακινήτου, αποκαλύπτονται από τα τεκμήρια Α και Β στην έκθεση του διευθυντή του κτηματολογίου. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν ευρήματα του δικαστηρίου. Τα επίδικα θέματα εναργώς προσδιορίζονται από το υπόλοιπο μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, πρόσφορη είναι η παράθεση τούτης της μαρτυρίας. Στην ένορκη δήλωση της Ιωάννας Θεοδώρου (στη συνέχεια η κτηματολόγος), αναφέρεται το ιστορικό των επίδικων ακινήτων. Λόγος γίνεται και για το δικαίωμα διάβασης που παραχώρησαν οι ιδιοκτήτες του δουλεύοντος ακινήτου στην ιδιοκτήτρια του δεσπόζοντος ακινήτου [βλ. τεκμήρια Α και Β (αντίγραφα πιστοποιητικών τα οποία αντιστοιχούν σε εκείνα που επισυνάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση)]. Από τα συμφραζόμενα της κτηματολόγου συνάγεται ότι, εφόσον το πλάτος και η τοποθεσία του παραχωρηθέντος δικαιώματος διάβασης δεν προσδιορίζοντο στα σχετικά πιστοποιητικά (τεκμήρια Α και Β), αναζητήθηκε μαρτυρία. Σχετικά είναι τα τεκμήρια Γ και Δ, δηλαδή δύο πιστοποιήσεις του προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Σπηλιών, ημερομηνίας 14.5.03 και 20.2.06, αντίστοιχα (τα εν λόγω έγγραφα επισυνάπτονται και ως τεκμήρια στην απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου, τεκμήρια Ε και Γ, αντίστοιχα). Το τεκμήριο Γ, ημερομηνίας 14.5.03, υπογράφεται από τους Κώστα Ηλιάδη και Νεοκλή Ηλιάδη, ηλικίας 87 και 84 ετών, αντίστοιχα. Το τεκμήριο Δ, ημερομηνίας 20.2.06, υπογράφεται από τον πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Σπηλιών, ονόματι Αντώνη Καρή, και παραπέμπει σε πληροφόρηση που έλαβε από δύο αξιόπιστα πρόσωπα, δηλαδή τον Νεοκλή Ηλιάδη και την Ελένη Μιχαήλ Μπαλιά. Στο μεν τεκμήριο Γ αναφέρεται ότι ο Κώστας Ηλιάδης και ο Νεοκλής Ηλιάδης είναι ιδιοκτήτες τεμαχίου που γειτνιάζει με τα επίδικα και ότι γνωρίζουν την όλη υπόθεση. Είναι η θέση των δύο αυτών προσώπων ότι από το 1952 μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής του τεκμηρίου Γ, το δικαίωμα διαβάσεως ασκείτο από πεζούς και ζώα. Στο δε τεκμήριο Δ προστίθεται ότι η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος εγίνετο κατά μήκος του βορείου συνόρου του δουλεύοντος ακινήτου. Σύμφωνα με την κτηματολόγο, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης ΑΚΔ 9/02 διενεργήθηκαν επιτόπιες εξετάσεις, παρουσία του εφεσείοντα και της εφεσίβλητης. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κτηματολόγου, ο εφεσείων εισηγήθηκε τη δημιουργία διόδου και/ή κατασκευής δρόμου στο νότιο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου. Την 13.11.06 η κτηματολόγος διαβίβασε την εν λόγω εισήγηση στον Έπαρχο Λευκωσίας (βλ. τεκμήριο Ε - επιστολή κτηματολόγου) για να λάβει όμως αρνητική απάντηση την 15.11.06 (βλ. τεκμήριο Στ - επιστολή Επάρχου Λευκωσίας). Από τους ισχυρισμούς της κτηματολόγου, καθώς και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωσή της, συνάγεται ότι στο νότιο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου υπάρχει υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο ακινήτων και του δρόμου, καθώς ότι υφίσταται γεφύρι και ο δρόμος δημιουργεί καμπή. Αυτοί εν προκειμένω οι λόγοι, η υψομετρική διαφορά και η περιορισμένη ορατότητα, είναι ό,τι επικαλέστηκε και ο Έπαρχος Λευκωσίας για απόρριψη του αιτήματος. Έχω παραθέσει ήδη τους λόγους που ο εφεσείων επικαλείται για ακύρωση της απόφασης του διευθυντή. Από αυτούς τους λόγους, καθώς και από τις δύο ένορκες δηλώσεις του εφεσείοντα, συνάγεται πως εκείνο που αιτιάται είναι ότι ο καθορισμός της διόδου κατά μήκος του βορείου συνόρου του δουλεύοντος ακινήτου παραγνώρισε την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή οικοδομή που βρίσκεται πλησίον του συνόρου, και περαιτέρω, παραγνώρισε ότι τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια η εφεσίβλητη δεν εξασκούσε το δικαίωμά της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα τα πιστοποιητικά των δύο προσώπων που βεβαιώνουν αδιάλειπτη άσκηση του δικαιώματος από την εφεσίβλητη, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Πέραν τούτου, ο εφεσείων δέχεται ότι προέβη σε εισήγηση για καθορισμό της διόδου στο νότιο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου, και υποστηρίζει ότι προς υλοποίηση τούτης της εισήγησης προχώρησε σε αναγκαία κατασκευαστικά μέτρα, επωμιζόμενος τα όποια έξοδα. Είναι η θέση του ότι ο ισχυρισμός της κτηματολόγου ότι ο έπαρχος δεν συνέστησε τούτη την εισήγηση, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια καθ' ότι ο έπαρχος και/ή η υπηρεσία του δεν έλαβαν επιτόπια γνώση της προτεινόμενης διόδου. Στον αντίποδα η εφεσίβλητη αναφέρει ότι ο λόγος δια τον οποίο υπέβαλε την αίτηση ΑΚΔ 9/02 οφείλεται σε ενέργειες που έκανε ο εφεσείων, δηλαδή κατασκευή τοίχου αντιστήριξης στη βόρεια πλευρά του δουλεύοντος ακινήτου και ανύψωση τοίχου αντιστήριξης στη δυτική πλευρά τούτου. Τούτες οι ενέργειες, υποστηρίζει η εφεσίβλητη, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση του δικαιώματός της, δικαίωμα που ασκούσε αδιάλειπτα και αδιαφιλονίκητα από το
  3. Είναι δε η θέση της ότι, αυτές οι ενέργειες του εφεσείοντα παραβιάζουν όρο της άδειας οικοδομής, δηλαδή ότι η οικοδομή που θα ανεγείρετο να μην επηρεάσει δικαιώματα τρίτων. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι την 31.3.03 έλαβε χώρα η πρώτη επιτόπια εξέταση του κτηματολογίου, η οποία όμως δεν καρποφόρησε. Είναι η θέση της ότι στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες επιτόπιες εξετάσεις. Δέχεται ότι ο εφεσείων εισηγήθηκε καθορισμό της διόδου στο νότιο σύνορο, υποστηρίζει όμως ότι η εισήγηση απερρίφθη δια το λόγο ότι σε εκείνη την πλευρά υπάρχει γεφύρι και τοίχος υποστήριξης, πράγμα που δημιουργεί μεγάλη υψομετρική διαφορά μεταξύ του δρόμου και του δουλεύοντος ακινήτου. Αυτός, υποστηρίζει, είναι και ο λόγος που ο Έπαρχος Λευκωσίας δεν δέχθηκε την προτεινόμενη εισήγηση. Σύμφωνα με την εφεσίβλητη, η δίοδος που έχει καθοριστεί με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι η συντομότερη και επηρεάζει σε μικρότερο βαθμό το δουλεύον ακίνητο. Έχοντας συνοψίσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, διαπιστώνω ότι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια πως ο Έπαρχος δεν σύστησε την προτεινόμενη από τον εφεσείοντα δίοδο, παρέμεινε ατεκμηρίωτος και ανυπόστατος. Υποδεικνύω εδώ ότι το γεγονός πως η ακροαματική διαδικασία μπορεί να διεξαχθεί μόνο με ένορκες δηλώσεις δεν διαφοροποιεί το βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου, η κάθε πλευρά που εγείρει ένα ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει τούτον, ενώ το γενικό βάρος απόδειξης της αίτησης βαραίνει τον εφεσείοντα, δηλαδή το μέρος που υποβάλλει την αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός του εφεσείοντα καταρρίπτεται τόσο από τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, όσο και από τα λεγόμενα της κτηματολόγου. Τα τεκμήρια Ε και Στ στην ένορκη δήλωση της κτηματολόγου αποτελούν ατράντακτη απόδειξη ότι η κτηματολόγος διαβίβασε την εισήγηση του εφεσείονται στον Έπαρχο και ότι ο τελευταίος απέρριψε τούτη. Από τα ίδια τεκμήρια διαπιστώνεται ότι ο λόγος απόρριψης της προτεινόμενης διόδου, δηλαδή για καθορισμό τούτης στο νότιο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου, είναι το τεχνικά αδύνατο της εισήγησης λόγω υψομετρικής διαφοράς και συνακόλουθης ελλειπούς ορατότητας. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς που αφορούν την ιδιομορφία του εδάφους στο νότιο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου, συνεπώς εκλαμβάνεται ως γεγονός ότι στο σημείο που υπέδειξε για καθορισμό της διόδου υφίσταται υψομετρική διαφορά. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ο διευθυντής του κτηματολογίου έλαβε υπόψη του την εισήγηση του εφεσείοντα, τη διαβίβασε στον Έπαρχο Λευκωσίας, και εν τέλει απέρριψε τούτη καθ' ότι ήταν πρακτικά ανεφάρμοστη και επικίνδυνη λόγω υφιστάμενης υψομετρικής διαφοράς και ελλειπούς ορατότητος, ως ήταν η θέση και του Επάρχου. Διατείνεται ο εφεσείων ότι οι επιτόπιες εξετάσεις έγιναν με τρόπο αντίθετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό, χωρίς να ληφθούν υπόψη στοιχεία τα οποία είχαν τεθεί, ενώ λήφθηκαν υπόψη στοιχεία και μαρτυρία τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με την υπόθεση. Εν πρώτοις παρατηρώ ότι ο εφεσείων δεν εξειδικεύει ποια στοιχεία και/ή μαρτυρία είναι αυτά που αυθαίρετα λήφθηκαν υπόψη, και ποια είναι αυτά που δεν λήφθηκαν υπόψη. Εν τούτοις, από το σύνολο των ισχυρισμών του εφεσείοντα αφήνεται να νοηθεί ότι τα στοιχεία που αγνοήθηκαν είναι (α) η εισήγηση του για καθορισμό της διόδου στο νότιο σύνορο, και (β) η υφιστάμενη οικοδομή. Ως προς τη μαρτυρία και/ή στοιχεία που λανθασμένα λήφθηκαν υπόψη αφήνεται να νοηθεί, από τα συμφραζόμενα και πάλι, ότι αυτά είναι οι πιστοποιήσεις του προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Σπηλιών αναφορικά με την άσκηση του επίδικου δικαιώματος από την εφεσίβλητη. Ως εκ των πιο πάνω σπεύδω να εξετάσω τις σχετικές εισηγήσεις. Αναφορικά με την εισήγηση του εφεσείοντα για καθορισμό της διόδου στο νότιο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου, ενδεικτικά είναι όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται. Από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου αποκαλύπτεται ότι η εισήγηση του όχι μόνο δεν αγνοήθηκε, αλλά εξετάστηκε και εν τέλει απερρίφθη. Η ορθότητα ή μη αυτής της πτυχής της απόφασης του διευθυντή εξετάζεται πιο κάτω. Η άλλη δε αναφορά του εφεσείοντα, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η υφιστάμενη οικοδομή, δεν τεκμηριώνεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Επί του προκειμένου δύο στοιχεία είναι εκείνα που ξεχωρίζουν. Το πρώτο είναι ότι, στην έκθεση του διευθυντή ευθαρσώς αναφέρεται η εν λόγω οικοδομή, η οποία μάλιστα συναρτάται και με τον χρόνο που η εφεσίβλητη έπαψε να ασκεί το δικαίωμά της καθ' ότι εμποδίζετο από την ανέγερση της οικοδομής. Το δεύτερο στοιχείο είναι ο αναντίλεκτος ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι οι ενέργειες που περιβάλλουν την ανέγερση της περί ου ο λόγος οικοδομής συνιστούν παραβίαση συγκεκριμένου όρου στη σχετική άδεια που δόθηκε, δηλαδή να μην επηρεαστούν δικαιώματα τρίτων. Όλα τα πιο πάνω, αναφορές οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης του διευθυντή του κτηματολογίου, συνιστούν απτή απόδειξη ότι ουδόλως αγνοήθηκαν. Το κατά πόσο ορθά έχουν αξιολογηθεί, εξετάζεται πιο κάτω. Αναφορικά με τις πιστοποιήσεις του προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου (βλ. τεκμήρια Γ, Δ και Ε στην έκθεση του διευθυντή) ό,τι προέχει να αποφασιστεί είναι το εύλογο αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο εφεσείων ισχυρίζεται πως η εφεσίβλητη έπαυσε να ασκεί το δικαίωμα διόδου προ εικοσαετίας. Αντίθετη, εν προκειμένω, ήταν η θέση της εφεσίβλητης. Είμαι της γνώμης ότι εκ των πραγμάτων, δηλαδή των αντίθετων θέσεων, ο διευθυντής του κτηματολογίου υποχρεούτο να αποφανθεί για το ζήτημα που τίθετο και συνεπώς ορθά αναζήτησε μαρτυρία. Ως προς το κατά πόσο οι σχετικές πιστοποιήσεις ανταποκρίνονται στα αληθή γεγονότα παρατηρώ ότι, αφ' ενός ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν αμφισβητήθηκε και αφ' ετέρου τα πρόσωπα που προέβησαν στη σχετική δήλωση (βλ. τεκμήριο Ε στην έκθεση του διευθυντή) φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι είχαν ιδίαν γνώση των γεγονότων που αφορούν τη δίοδο και αυτό, όχι μόνο επειδή το επικαλούνται, αλλά και επειδή κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτες γειτνιάζοντος ακινήτου. Περαιτέρω, η ηλικία ενός εκάστου κατά τον χρόνο της πιστοποίησης, 2003, αποκαλύπτει ότι το 1952, χρονολογία εγγραφής της διόδου επί του ακινήτου, ήταν σε ώριμη ηλικία ώστε να γνωρίζουν τις περιβάλλουσες περιστάσεις, ιδιαίτερα εφόσον ήταν και οι ίδιοι ιδιοκτήτες γειτνιάζοντος ακινήτου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι αιτιάσεις του εφεσείοντα περί στοιχείων και/ή μαρτυρίας που είτε αυθαίρετα λήφθηκαν υπόψη είτε λανθασμένα δεν συνυπολογίστηκαν, κρίνονται ατεκμηρίωτες και αδικαιολόγητες και ως τέτοιες απορρίπτονται. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο πρέπει να απασχολήσει είναι η ορθότητα ή μη της απόφασης του διευθυντή. Αυτό βεβαίως υπό το φως των νομολογιακών αρχών, ως πιο πάνω έχουν επεξηγηθεί. Βασικό επιχείρημα του εφεσείοντα είναι ο επηρεασμός της οικοδομής που βρίσκεται πλησίον του βόρειου συνόρου του δουλεύοντος ακινήτου (σχετικό είναι το σχεδιάγραμμα τεκμήριο Ζ στην έκθεση του διευθυντή). Δοθέντος ότι το εν λόγω δικαίωμα παραχωρήθηκε το 1952, ότι από αυτή τη χρονολογία και εντεύθεν ασκείτο από την εφεσίβλητη αδιάλειπτα και αδιαφιλονίκητα, ότι έστω και αν κατά την εγγραφή του δικαιώματος δεν είχε καθορισθεί τοποθεσία διόδου εν τούτοις άτυπα προσδιορίστηκε και στη συνέχεια ασκείτο στο βόρειο σύνορο του δουλεύοντος ακινήτου και τέλος, ότι η μόνη τοποθεσία που υπεδείχθη από τον εφεσείοντα - το μαρτυρικό υλικό δεν αποκαλύπτει άλλη εναλλακτική εισήγηση - ήτο πρακτικά αδύνατο να χρησιμοποιηθεί, καταλήγω ότι κανένας ισχυρός λόγος υφίσταται ώστε το δικαστήριο να επέμβει και διαφοροποιήσει την επίδικη απόφαση. Το γεγονός και μόνο ότι το 2003 ο εφεσείων απεφάσισε να ανεγείρει οικοδομή πλησίον της διόδου, παρεμβαίνοντας με αυτό τον τρόπο στον ρουν της ιστορίας των δύο ακινήτων, δεν παρέχει έρεισμα κατάργησης του δικαιώματος διόδου του δεσπόζοντος ακινήτου. Η τελευταία εισήγηση που πρέπει να εξετασθεί είναι η θέση του εφεσείοντα περί μη αιτιολογημένης απόφασης. Προσεγγίζοντας την απόφαση του διευθυντή με τον ίδιο τρόπο που το Ανώτατο Δικαστήριο ελέγχει τις πρωτόδικες αποφάσεις των δικαστηρίων, σημειώνεται ότι η συγγραφή και επί του προκειμένου η αιτιολόγηση απόφασης, δεν διέπεται από άτεγκτους κανόνες. Η αιτιολόγηση εξαρτάται όχι μόνο από το λεκτικό της απόφασης, αλλά και από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του διευθυντή. Άλλωστε, αυτά τα γεγονότα είναι που αποκαλύπτουν αν η απόφαση είναι αιτιολογημένη ή μη. Στην προκείμενη περίπτωση οι παράγραφοι 5 και 6 της έκθεσης του διευθυντή καθορίζουν την τύχη της σχετικής εισήγησης. Δεν κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο τούτων των παραγράφων. Σημειώνω εν τούτοις ότι σε αυτές μνημονεύονται όλα όσα πιο πάνω εξετάστηκαν. Η υφιστάμενη οικοδομή, η τοποθεσία στην οποία ανέκαθεν ασκείτο το επίδικο δικαίωμα, η σχετική μαρτυρία που οδήγησε σε αυτή τη διαπίστωση, καθώς επίσης οι λόγοι απόρριψης της εναλλακτικής εισήγησης, αποκτούν βαρυσήμαντο ρόλο στην απόφαση του διευθυντή, εξ ου και η ρητή επίκληση τούτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω διαπιστώσεις του δικαστηρίου, δηλαδή ότι η προσέγγιση του μαρτυρικού υλικού από τον διευθυντή του κτηματολογίου ήτο καθ' όλα νόμιμη, επιτρεπτή και αναγκαία, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω, κρίνω ότι η έφεση δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα. [Υπ.] ............................. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. εκ/νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.