← Κύπρος

Πέτρος Χριστοφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή αρ.: 199/2008, 15/5/2013

Πέτρος Χριστοφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή αρ.: 199/2008, 15/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 199/2008 Μεταξύ: Πέτρος Χριστοφίδης Ενάγων -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου 15 Μαΐου, 2013 Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ. Δ. Α. Παυλίδης για τους κ.κ. Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται ο κ. Α. Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, και η κα Δ. Νικολάτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Α π ό φ α σ η Ο ενάγων εγκαλεί τον εναγόμενο για το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Διεκδικεί αποζημιώσεις, γενικές, τιμωρητικές και ειδικές, τόκο και έξοδα. Αιτία της προκείμενης αγωγής αποτελεί η αθώωση και η απαλλαγή του ενάγοντος από την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης (άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Το κατηγορητήριο εναντίον του ενάγοντος κατεχώρισε ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας. Πρόκειται για την υπόθεση αρ. 32067/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πέτρου Χριστοφίδη κ.α., η οποία κατεχωρίστηκε στις 12.12.2006 και η οποία παραθέτει τις ακόλουθες λεπτομέρειες αδικήματος: «.. Οι κατηγορούμενοι την 13η Ιουλίου 2005 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφεραν τον θάνατο του Μαύρου Γαβριηλίδη, 28 ετών, τέως από την Γεωργία, δηλαδή στην προσπάθεια τους να ρίξουν ετοιμόρροπο τοίχο παλαιάς οικίας που βρισκόταν σε χώρο στάθμευσης στην οδό Απόλλωνος και η άκρια του οποίου συνορεύει με εγκαταλειμμένη οικία της οδού Περικλέους αρ. 59, κατέρρευσε κομμάτι από την προαναφερθείσα εγκαταλειμμένη οικία της οδού Περικλέους αρ.59, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί στο κεφάλι ο προαναφερθέντας Μαύρος Γαβριηλίδης, 28 ετών, τέως από την Γεωργία και να επέλθει ο θάνατος του. ...» Ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ο ενάγων αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακρόαση. Διά της απόφασής του ημερ. 17.12.2007 το ποινικό δικαστήριο αθώωσε και απήλλαξε τον ενάγοντα κατά το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το ποινικό δικαστήριο απεφάνθηκε ως εξής: «... Από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπιστώνεται, και εδώ είναι το εκπληκτικό της παρούσας δίωξης, η παντελής απουσία μαρτυρίας για την εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 στη διάπραξη του αδικήματος. Ασφαλώς η κατάθεση του ιδίου...ουδόλως μπορεί να αποτελέσει παραδοχή από μέρους του για τη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος. Το ότι τοποθετείται στο χώρο, ακόμη και με τον τρόπο που περιγράφει, και πάλι δεν ικανοποιεί από μόνο του τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος. Αντιθέτως, και πάλι προς έκπληξη μου, εντοπίζω να υφίσταται μαρτυρία που αναφέρει σαφώς τη μη εμπλοκή του κατηγορουμένου 1 στο ρίξιμο του τοίχου που κατ' ισχυρισμό προκάλεσε το θάνατο του άτυχου προσώπου..Η δε μαρτυρία των υπόλοιπων παρευρισκόμενων..επίσης ουδόλως εμπλέκει τον κατηγορούμενο 1 στις ενέργειες προς ρήξη του τοίχου. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλέπε Λοίζου ν. Αστυνομίας

(1989)2 ΑΑΔ 363). Ελλείψει μαρτυρίας αναφορικά με ενέργειες του κατηγορουμένου 1 που να φανερώνουν εμπλοκή του στο συμβάν με τρόπο που να τον καθιστά υπόλογο για το υπό κρίση αδίκημα, θεωρώ ότι παρέλκει η αναγκαιότητα εξέτασης οποιουδήποτε άλλου θέματος που αφορά την παρούσα, αφού με βάση τα όσα ανέφερα καθίσταται εμφανές ότι το να κληθεί ο κατηγορούμενος 1 να παρουσιάσει την υπεράσπιση του στην προσαρτώμενη κατηγορία, υπό τας περιστάσεις, με μόνο σκοπό την επιβεβαίωση των κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 επαρκώς ώστε να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπιση του στην προσαρτώμενη κατηγορία, η κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή». Η απόφαση ημερ. 17.12.2007 δεν εφεσιβλήθηκε. Κατέστη, έτσι, τελική και ανέκκλητη. Διά των δικογράφων του ο ενάγων ισχυρίζεται πως διώχθηκε ποινικώς χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία και πως η δίωξη του αυτή προσέβαλε την προσωπικότητά του, τον διέσυρε, τον εξέθεσε στον κίνδυνο φυλάκισης και του προεκάλεσε άγχος και άλλες ψυχοσωματικές διαταραχές. Του προεκάλεσε, επίσης, ειδικές ζημίες, ως τα έξοδα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψή του και η απώλεια εισοδημάτων. Ο ενάγων διευκρινίζει, περαιτέρω, πως ενάγει τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 172 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Παρενθετικώς αναφέρεται πως βάσει του Άρθρου 172 του Συντάγματος η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο και άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλληλών ή των αρχών της, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκλησιν της άσκησης αυτών. Βάσει δε του άρθρου 57 του Ν.14/1960 «...αγωγαί εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται από οιουδήποτε νόμου, θα εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως εναγομένου.». Διά της υπεράσπισής του ο εναγόμενος δέχεται το γεγονός πως εναντίον του ενάγοντος κατεχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 32067/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πέτρος Χριστοφίδης κ.α για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου, επί τη βάσει του άρθρου 210 του Κεφ. 154. Δέχεται, επίσης, πως ο ενάγων αθωώθηκε και απηλλάγηκε από την κατηγορία. Όμως, ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως η ποινική δίωξη του ενάγοντος υπήρξε το αποτέλεσμα νόμιμης και καλόπιστης διερεύνησης, εκ μέρους της Αστυνομίας, υπόθεσης πρόκλησης θανάτου και προωθήθηκε δεδομένης της μαρτυρίας η οποία συνελέγη σχετικώς. Προσθέτει πως η αθωωτική απόφαση ημερ. 17.12.2007 υπήρξε το αποτέλεσμα της εκ μέρους του ποινικού δικαστηρίου αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτής και αποτελεί τη δικαστική κρίση επί του ζητήματος. Τέλος, ο εναγόμενος απορρίπτει τις μομφές και τις αιτιάσεις του ενάγοντος καθώς και τα όσα αυτός προβάλλει περί της ζημίας του. Συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης (malicious prosecution), ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 32 του Κεφ. 148, είναι τα εξής: (α) Ξεκίνησε ή συνεχίσθηκε εναντίον του ενάγοντος ποινική ή πτωχευτική διαδικασίας ή διαδικασίας διάλυσης εταιρείας (prosecution), (β) με κακοβουλία (malice) και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία (reasonable and probable cause), (γ) η οποία απέτυχε και αυτός απηλλάγηκε (favourable termination of the prosecution) και (δ) η οποία του προεκάλεσε ζημιά (damage) είτε γιατί έθιξε την φήμη ή και την υπόληψή του είτε γιατί δημιούργησε το ενδεχόμενο απώλειας της ελευθερίας του. Ο ενάγων βαρύνεται να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη συνδρομή καθ' ενός από τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Πρόκειται για βάρος απόδειξης μεγάλο εφ' όσον κατά κανόναν δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα για έναρξη ή συνέχιση δίωξης εξ αμελείας (Elguzouli-Daf v. M.P.C.
(1995)Q. B. 335). Κατά κανόναν ουδείς έντιμος και ειλικρινής κατήγορος παρεμποδίζεται κατά την άσκηση του καθήκοντός του. Μόνη η αποτυχία και η κατάρρευση της διαδικασίας δίωξης που κινήθηκε εναντίον του ενάγοντος δεν αρκεί για την απόδοση αστικής ευθύνης στον κατήγορό του. Η διάγνωση αστικής ευθύνης για κακόβουλη δίωξη διέρχεται τη διαδικασία αξιολόγησης και συνεκτίμησης δύο ανταγωνιστικών αρχών: αφ' ενός της αρχής της ελευθερίας καθ' ενός να θέτει σε κίνηση τον μηχανισμό για την προσαγωγή των αδικοπραγησάντων ενώπιον της δικαιοσύνης και αφ' ετέρου της αρχής της αναγκαιότητας ελέγχου των ψευδών κατηγοριών εναντίον αθώων. Στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Thomson, Sweet and Maxwell, 2002, παρα. 19.1. αναφέρονται τα εξής: «.. Liability for malicious prosecution has always had to steer a path between two competing principles-on the one hand the freedom of action that everyone should have to set the law in motion and to bring criminals to justice and on the other hand the necessity to check lying accusations against innocent people. There is a general no duty of care in negligence in relation to the initiation or conduct of prosecutions and the burden which has to be undertaken by the claimant in a case of malicious prosecution is a heavy one, so heavy that no honest prosecutor is likely to deterred from doing his duty. ..» Εν προκειμένω, δεδομένων των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα τα εξής γεγονότα: Πρώτον, ο ενάγων διώχθηκε ποινικώς από όργανο της Δημοκρατίας (τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας) για αδίκημα τιμωρούμενο και με ποινή φυλάκισης έως και τέσσερα
(4)έτη (άρθρο 210 του Κεφ. 154). Πρόκειται για την ποινική υπόθεση αρ. 32067/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πέτρος Χριστοφίδης κ.α. Δεύτερον, ο ενάγων αρνήθηκε ενοχή και μετά από ακρόαση ενώπιον αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου αθωώθηκε και απηλλάγηκε. Πρόκειται για την αθωωτική απόφαση ημερ. 17.12.2007 η οποία είναι τελική και ανέκκλητη. Τρίτον, ο εναγόμενος ενάγεται σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας. Συνεπώς, παραμένουν να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί πως η επίδικη ποινική δίωξη ξεκίνησε και συνέχισε με κακοβουλία και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία και πως αυτή προεκάλεσε στον ενάγοντα ζημιά, ως την περιγράφει. Ας σημειωθούν τα κάτωθι εν σχέσει με τα εναπομείναντα ως επίδικα ζητήματα: Η κακοβουλία (malice) και η απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας (lack of reasonable and probable cause) για την δίωξη του ενάγοντος αποτελούν διακεκριμένα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης και πρέπει να συντρέχουν. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, 276, η κακόβουλη ποινική δίωξη ορίζεται ως εξής: «Κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.» Κακόβουλη πρόθεση του κατηγόρου υφίσταται όταν το κίνητρό του είναι παράνομο ή ανεπίτρεπτο ή, εν πάση περιπτώσει, είναι άλλο από την έντιμη και γνήσια επιθυμία για την τιμωρία του αδικοπραγήσαντος και την προάσπιση του δικαίου. Ο θυμός ή η αγανάκτηση δεν συνιστούν κακοβουλία. Ούτε η εχθρότητα ούτε το πείσμα ούτε η μοχθηρία, αφ' εαυτών, συνιστούν κακοβουλία. Η κακοβουλία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός απρεπούς, ανάρμοστου κινήτρου («Not only spite or ill-will but also improper motive»: Gibbs v. Rea
(1998)A.C. 797). (Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 105-8 και Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παρα. 19.10). Εύλογη και πιθανή αιτία για την δίωξη συγκεκριμένου προσώπου υφίσταται όταν ο κατήγορος, βασιζόμενος σε συγκεκριμένους λόγους, εντίμως πιστεύει ότι ο ενάγων ευθύνεται για την συγκεκριμένη αδικοπραξία. Δεν απαιτείται από τον κατήγορο να είναι πεπεισμένος για τη βέβαιη καταδίκη του ενάγοντος και ούτε απαιτείται από αυτόν να έχει προβεί σε εξονυχιστική διερεύνηση της υπεράσπισης. Αρκεί η πεποίθηση του κατηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον του ενάγοντος είναι κατάλληλη για να εκδικαστεί (Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παρα. 19.7 έως και 19.9). Στην απόφαση Glinski v. Mclever
(1962)A.C. 726, 766-7 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «(Reasonable and probable cause) means that there must be cause (that is, sufficient grounds.) for thinking that the plaintiff was probably guilty of the crime imputed:.. This does note mean that the prosecutor has to believe in the probability of conviction:.The prosecutor has not got to test the full strength of the defence, he is concerned only with the question of whether there is a case fit to be tried.the prosecutor must believe that the probability of the accused's guilt is such that upon general grounds of justice a charge against him is warranted'.» Τέλος, η κακόβουλη δίωξη προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα όταν αυτή θίγει την καλή φήμη και την υπόληψή του ή θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του ή ζημιώνει την περιουσία του Winfield and Jolowicz on Tort, ανωτέρω, παρα. 19.2. Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία, έγγραφη και προφορική, προσεκόμισε μόνον η πλευρά του ενάγοντος. Η πλευρά του εναγομένου προώθησε τις υπερασπίσεις της διά της αντεξέτασης των μαρτύρων του ενάγοντος. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν ενόρκως ο αρχιπυροσβέστης Α. Γεωργίου (Μ.Ε.1), οι αστυφύλακες 1894 Π. Χατζηλεοντίου (Μ.Ε.3), 1977 Μ. Γεωργίου (Μ.Ε.4) και 4594 Κ. Θεοδώριδης (Μ.Ε.8), ο αρχιλοχίας Θ. Παφίτης (Μ.Ε.6), η Ανώτερη Υπαστυνόμος Καίτη Σοφοκλέους (Μ.Ε.7), οι ιατροί Δρ. Β. Παρτασίδης (Μ.Ε.2) και Δρ. Α. Νικολαΐδου (Μ.Ε.5) καθώς και ο ίδιος ο ενάγων Πέτρος Χριστοφίδης (Μ.Ε.9). Κατετέθηκαν δε, ως τεκμήρια, το κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση αρ. 32067/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πέτρος Χριστοφίδης κ.α. (τεκμήριο 1), η αθωωτική απόφαση ημερ. 17.12.2007 (τεκμήριο 2), μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ακρόαση της προαναφερθείσας ποινικής υπόθεση (τεκμήρια 3 έως και 22), φωτογραφία της σορού του Μαύρου Γαβριηλίδη (τεκμήριο 23) και ιατρική έκθεση η οποία υπογράφεται από Νευρολόγο-Ψυχίατρο και αφορά στον ενάγοντα (τεκμήριο 24). Η έγγραφη μαρτυρία είναι καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας, η δε προφορική είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά αυτού. Διεξήλθα την μαρτυρία και καταλήγω πως παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Αρκεί η απόδοση της μαρτυρίας που αφορά στα προκριματικά ζητήματα της κακοβουλίας (malice) εκ μέρους των διωκτικών αρχών και της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για την επίδικη δίωξη του ενάγοντος (lack of reasonable and probable cause): Η μαρτυρία αυτή έχει ως κεντρικό της σημείο τις γραπτές καταθέσεις του αρχιπυροσβέστη Α. Γεωργίου (Μ.Ε.1) στην Αστυνομία (τεκμήρια 9 και 10), οι οποίες ανεγνωρίσθηκαν και υιοθετήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και τη γραπτή κατάθεση του ίδιου του ενάγοντος Πέτρου Χριστοφίδη (Μ.Ε.9) στην Αστυνομία (τεκμήριο 11) η οποία, επίσης ανεγνωρίσθηκε και υιοθετήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις καταθέσεις του στην Αστυνομία (τεκμήρια 9 και 10) ο αρχιπυροσβέστης Α. Γεωργίου (Μ.Ε.1) αναφέρει περιστάσεις οι οποίες τείνουν να καταδείξουν πως ο θάνατος του Μαύρου Γαβριηλίδη οφείλεται στην πτώση τοίχου. Είναι γεγονός πως ο Α. Γεωργίου (Μ.Ε.1) δεν συνδέει τον ενάγοντα με την πτώση του τοίχου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος κάλεσε τον μάρτυρά του αστυφύλακα 4594 Κ. Θεοδωρίδη (Μ.Ε.8), ο οποίος υπήρξε ο εξεταστής της υπόθεσης του θανάτου του Μαύρου Γαβριηλίδη και ο οποίος εισηγήθηκε την ποινική δίωξη του ενάγοντος, να αντιπαραβάλει την εισήγησή του με τα όσα αναφέρει ο αυτόπτης μάρτυρας αρχιπυροσβέστης Α. Γεωργίου (Μ.Ε.1) στις γραπτές καταθέσεις του (τεκμήρια 9 και 10). Ο αστυφύλακας 4954 Κ. Θεοδωρίδης (Μ.Ε.8) εξήγησε πως μελέτησε τις γραπτές καταθέσεις του αρχιπυροσβέστη Α. Γεωργίου (Μ.Ε.1) (τεκμήριο 9 και 10), πλην όμως, κατέληξε να εισηγηθεί την ποινική δίωξη του ενάγοντος ως υπευθύνου για τον θάνατο του Μαύρου Γαβριηλίδη λόγω αλόγιστης συμπεριφοράς αφού μελέτησε και γραπτή κατάθεση του τελευταίου στην Αστυνομία (τεκμήριο 11). Διά της κατάθεσής του αυτής ο ενάγων πληροφορεί για το γεγονός πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επεχείρησε να κάψει ξύλα και ακαθαρσίες που υπήρχαν σε χώρο στάθμευσης απέναντι από το υποστατικό του και επεχείρησε να γκρεμίσει ετοιμόρροπο παρακείμενο τοίχο. Στα εγχειρήματά του αυτά τον βοήθησαν φίλοι του, του Μαύρου Γαβριηλίδη συμπεριλαμβανομένου. Τέλος, ο αστυφύλακας 4954 Κ. Θεοδωρίδης (Μ.Ε.8), απαντώντας πάντοτε σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος, ανέφερε πως, αφού διερεύνησε την υπόθεση του θανάτου του Μαύρου Γαβριηλίδη και κατέγραψε την εισήγησή του για την ποινική δίωξη του ενάγοντος, διεβίβασε το σχετικό φάκελο στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Από το Τμήμα αυτό ο φάκελος διεβιβάστηκε στον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας και, ακολούθως, στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, η οποία έδωσε οδηγίες για την ποινική δίωξη του ενάγοντος. Το γεγονός πως η επίδικη ποινική δίωξη του ενάγοντος κατεχωρίστηκε κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επιβεβαίωσε και η Καίτη Σοφοκλέους (Μ.Ε.7), Ανώτερη Υπαστυνόμος, Υπεύθυνη της Εισαγγελίας της Αστυνομίας. Εν σχέσει με τα προκριματικά ζητήματα της κακοβουλίας των διωκτικών αρχών και της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για την δίωξη του, ο ενάγων Πέτρος Χριστοφίδης (Μ.Ε.9) εξέφρασε μόνον την πεποίθησή του πως οι διωκτικές αρχές δεν είχαν στοιχεία για την ενοχή του και πως αυτές «μια ζωή (τον) κυνηγούν και (τον) δικάζουν». Ο ενάγων Πέτρος Χριστοφίδης (Μ.Ε.9) πληροφόρησε για το γεγονός πως στο απώτερο παρελθόν διώχθηκε ποινικώς, κατεδικάσθηκε και εξέτισε ποινή φυλάκισης. Η μαρτυρία αυτή είναι ελλειπτική και δεν αρκεί για να θεμελιώσει τα υπό συζήτησιν συστατικά στοιχεία: Από τη μαρτυρία αυτή απουσιάζουν στοιχεία τα οποία να τείνουν να καταδείξουν, πως αποφασίζοντας την καταχώριση και την συνέχιση της επίδικης ποινικής δίωξης, οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας δεν επεδίωκαν εντίμως την τιμωρία του ενάγοντος και την προάσπιση του δικαίου (κακοβουλία) και ούτε είχαν την έντιμη και ειλικρινή πεποίθηση πως ο ενάγων είναι ένοχος (εύλογη και πιθανή αιτία). Η πεποίθηση του ενάγοντος Πέτρου Χριστοφίδη (Μ.Ε.9) πως οι διωκτικές αρχές «μια ζωή (τον) κυνηγούν και (τον) δικάζουν» δεν είναι αρκετή. Απαιτείται η υποστήριξη της πεποίθησης αυτής από γεγονότα και στοιχεία. Απαιτείται η παρουσίαση γεγονότων και άλλων στοιχείων από τα οποία να προκύπτει η αποδιδομένη στις διωκτικές αρχές μεμπτή και αλλότρια ενδιάθετη κατάσταση. Εν πάση περιπτώσει, ο μάρτυρας του ενάγοντος αστυφύλακας 4954 Κ. Θεοδωρίδης (Μ.Ε.8) εξήγησε πως η εισήγησή του για την ποινική δίωξή του βασίστηκε αποκλειστικώς και μόνον στο συνελεγέν μαρτυρικό υλικό. Συναφώς παρατηρώ πως η εκ μέρους των διωκτικών αρχών εσφαλμένη αξιολόγηση του συνελεγέντος μαρτυρικού υλικού και της αποδεικτικής του δύναμης καθώς και η αθώωση και απαλλαγή του ενάγοντος από την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης κ.λ.π. πράξης, δεν θεμελιώνουν αφ' εαυτών κακοβουλία και απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας για την ποινική δίωξη του ενάγοντος. Οι διαπιστώσεις αυτές καθιστούν αχρείαστη τη συζήτηση περί της ζημίας του ενάγοντος. Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντος. (Υπ.) ........... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.