Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πέτρου Στρατή, Αρ. Αγωγής : 5530/09, 27/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 5530/09 Μεταξύ : Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Πέτρου Στρατή Εναγομένου ---------------- Αίτηση ημερ. 15.1.13 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 27 Μαϊου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Ξ. Ξενοφόντως. Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Ναθαναήλ. --------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.4.2010 εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης του τελευταίου. Στις 21.9.2012, ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης (στο εξής «η αίτηση παραμερισμού»). Στην εν λόγω αίτηση, οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στις 12.10.
- Στις 15.11.12 ο εναγόμενος καταχώρησε νέα αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει και να διατάττει την αντεξέταση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την πιο πάνω αναφερόμενη ένσταση των εναγόντων. Επίσης, ο εναγόμενος καταχώρισε στις 15.1.13, αίτηση δια της οποίας ζητά την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 27.4.10 (στο εξής «η υπό εξέταση αίτηση») μέχρι την έκδοση της απόφασης στην αρχική του αίτηση παραμερισμού. Και στις δύο πιο πάνω αιτήσεις του εναγομένου, οι ενάγοντες καταχώρησαν ενστάσεις στις 4.3.
- Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος στις 9.4.13 καταχώρησε και άλλη αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διαταγμάτων (προφανώς εννοεί να δοθεί σχετική άδεια) με τα οποία να επιτρέπεται η καταχώριση απαντητικών και/ή συμπληρωματικών, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, ένορκων δηλώσεων. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, με την υπό εξέταση αίτηση, ο εναγόμενος-αιτητής (στο εξής «ο αιτητής») αιτείται από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ.27.4.2010 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοσης απόφασης στην αίτηση παραμερισμού. Η αίτηση βασίζεται επί του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17 θ.10, Δ.39, Δ.40 θ.θ.1, 7(β), 11 και 13, Δ.44 θ.11, Δ.48 θ.θ.2-7, 8
(1)(ee), (ll), (ss), 9(h) και 11, Δ.35 θ.θ.8, 18 και 19, Δ.59 θ.θ.20 και 36, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, Άρθρα 9, 14
(1)και 15, επί του περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρο 47, και στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και στην Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Μαρίας-Άννας Στυλιανού η οποία αρχικά, αναφέρει την ιδιότητα της ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή, την πηγή της γνώσης της αναφορικά με τους διάφορους ισχυρισμούς της, καθώς επίσης και ότι είναι για λογαριασμό του αιτητή που προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Έπειτα, αναφέρεται στο γεγονός της έκδοσης της απόφασης ημερ.27.4.10 και της καταχώρισης από τον αιτητή της αίτησης παραμερισμού. Αποτελεί ισχυρισμό της ομνύουσας ότι η αίτηση παραμερισμού έχει πολύ καλές πιθανότητες να επιτύχει και επί του εν λόγω ισχυρισμού της προωθεί την θέση της ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό της ομνύουσας, ότι τυχόν άρνηση του δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα θα οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα και/ή θα καταστήσει άνευ αντικειμένου και χωρίς κανένα αντίκρισμα και/ή νόημα, την αίτηση παραμερισμού. Σε άλλο σημείο της ένορκής της δήλωσης, αναφέρεται σε κάποια άλλη αγωγή, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του αιτητή, καθώς επίσης και απορριπτική απόφαση, σε αίτηση του τελευταίου για παραμερισμό της εκεί εκδοθείσας απόφασης. Αναφέρει ακόμα ότι εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης καταχωρήθηκε έφεση η οποία και εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ομνύουσας, ότι ο αιτητής κατήγγειλε στις αρμόδιες αρχές του κράτους τον δικαστικό επιδότη ο οποίος διενήργησε τις επιδόσεις των κλητηρίων ενταλμάτων, τόσο της άλλης αυτής αγωγής, όσο και της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και ότι ο σχετικός φάκελλος προωθήθηκε στον κλάδο εισαγγελίας Λευκωσίας για καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον του εν λόγω επιδότη. Επιπρόσθετα, η ομνύουσα αναφέρεται γενικά στις νομικές και νομολογιακές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου όταν εξετάζει αιτήσεις ως η υπό εξέταση και εισηγείται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητής δεν στοχεύει στο να αποστερήσει τους ενάγοντες (στο εξής «καθ΄ ων η αίτηση») από το να εισπράξουν το λαβείν τους ή από το να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας της εκδοθείσας απόφασης, αλλά ότι η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί μια γνήσια καλόπιστη προσπάθεια διαφύλαξης και διεκδίκησης των δικαιωμάτων του αιτητή. Αναφέρεται επίσης σε ισχυριζόμενο οικονομικό εκτόπισμα των καθ΄ ων η αίτηση, εισηγούμενη ότι συνεπεία τούτου, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα απολήξει στο να προκαλέσει οποιεσδήποτε αρνητικές επιπτώσεις στους καθ΄ ων η αίτηση. Είναι ο ισχυρισμός της ομνύουσας ότι τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση, αποτελούν ειδικές περιστάσεις και επομένως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις σε βαθμό που θα ήταν άδικο να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως της ομνύουσας γίνεται αναφορά στο ότι στο παρόν στάδιο δεν εκκρεμούν και/ή καλύτερα οι καθ΄ων η αίτηση δεν προωθούν μέτρα εκτέλεσης, τα οποία όμως, κατά την ομνύουσα αναμένεται να προωθηθούν από τους καθ΄ ων η αίτηση, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της ή έστω να δίδεται οποιαδήποτε επεξήγηση για την εκφρασθείσα θέση της. Στα πλαίσια των όσων αναφέρει η ομνύουσα στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της, γίνεται αναφορά και περί καταχώρησης από τους καθ΄ ων η αίτηση, παράκλησης για έκδοση πτωχευτικής ειδοποίησης εναντίον του αιτητή. Για οποιονδήποτε δικονομικό μέτρο και/ή διαδικασία στην οποία γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση της ομνύουσας, αλλά και αναφορικά με την καταγγελία του δικαστικού επιδότη, επισυνάπτονται στην ένορκη της δήλωσης σχετικά έγγραφα τεκμήρια, το περιεχόμενο, μερικών εκ των οποίων, υιοθετεί και επαναλαμβάνει στα πλαίσια της ένορκης της δήλωσης. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση, ως λόγοι ένστασης, αναφέρονται οι ακόλουθοι: «(α) Η παρούσα αίτηση ως καταχωρήθηκε είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή πρόωρη τόσο στην καταχώρηση καθώς και στην προώθηση της. (β) Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Ο αιτητής δεν έδωσε κανένα λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. (δ) Ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει και να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες και/ή λόγους που να δικαιολογούν την αιτούμενη αναστολή. (ε) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου/αιτητή ημερ.15.1.13, δεν γίνεται από τον ίδιο τον εναγόμενο, αλλά από δικηγόρο, και κανένας λόγος ή επαρκής εξήγηση δίδεται για την παράλειψη όπως προβεί ο ίδιος ο αιτητής σε ένορκη δήλωση. (στ) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν συντρέχουν ειδικές και/ή εξαιρετικές περιστάσεις. (ζ) Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και αντικανονική και ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της είναι η πρόκληση καθυστέρησης, ταλαιπωρίας, δημιουργίας εντυπώσεων και εξόδων. (η) Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι ενάγοντες/καθ΄ ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα αποστερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους εντός εύλογου χρόνου. (θ) Η παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει περιέχει ισχυρισμούς παντελώς άσχετους και παραπλανητικούς τόσο με το αιτητικό της παρούσας αιτήσεως καθώς με την παρούσα υπόθεση γενικότερα. (ι) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και το αιτούμενο διάταγμα δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στην παρούσα υπόθεση.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρο 9, 14
(1)και 15, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.17 θ.10, Δ.39, Δ.40 θ.1,7(β), 11 και 13, Δ.44, Δ.48 θ.2-7, 8 και 11, Δ.59 θ.20 και 36, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρο 47 ως και επί των συμφυών εξουσιών και το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Νικόλα Κουρσάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ΄ ων η αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνει, με επιπρόσθετα επιχειρήματα και με παραπομπή σε διάφορες νομικές πρόνοιες και/ή αρχές, τους λόγους ένστασης. Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στον δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 27.3.13 στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί τους οποίους έκαστη πλευρά βασίζει τη θέση της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης. Στις 10.4.13 όταν η αίτηση ήταν ορισμένη για διευκρινήσεις, αμφότερες οι πλευρές υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων τους και έκαστη επιχειρηματολόγησε περαιτέρω αναφορικά με συγκεκριμένα ζητήματα στα οποία, το δικαστήριο έστρεψε την προσοχή τους. Διεξήλθα τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν αλλά και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, όταν εξετάζει αιτήσεις οι οποίες βασίζονται ουσιαστικά επί των προνοιών της Δ.40 θ.7, διέπεται, κατ΄ αναλογία, από τις αρχές που, ως καθιερώθηκαν νομολογιακά, διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν εξετάζει αιτήσεις για αναστολή εκτέλεση απόφασης συνεπεία εκκρεμούσας εφέσεως δυναμεί της Δ.35 θ.18. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (Αρ.1)
(1997)1 ΑΑΔ 1384, 1386 και 1387 «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις (Fotiou and Anotherv. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119" (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35, θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Επομένως, εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία, είναι ότι η έφεση (στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση παραμερισμού), δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία παραμένει τελεσίδικη και ισχυρή μέχρι την οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της από το εφετείο (στην προκειμένη περίπτωση από το δικαστήριο που θα εκδικάσει την αίτηση παραμερισμού). Κατ΄ ακολουθία, προκύπτει ότι δεν θα πρέπει ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδόθηκε μία απόφαση να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του απλά γιατί εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (στην προκειμένη περίπτωση η εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού). Από την άλλη όμως, αποτελεί πάγια, βασική και κύρια προϋπόθεση για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης, ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ενός προσώπου να ασκήσει έφεση και θα πρέπει να εκδίδονται διατάγματα αναστολής εκτέλεσης μίας απόφασης όταν, εν απουσία ενός τέτοιου διατάγματος, δημιουργείται πιθανότητα εξανέμισης της αξίας της έφεσης (στην προκειμένη περίπτωση της αίτησης παραμερισμού). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια.». Προκύπτει ακόμα από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι για να ασκήσει το δικαστήριο την διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης μιας απόφασης, θα πρέπει ο αιτητής, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που καθιστούν επιβεβλημένη την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Αναφορικά δε με το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις, αναφέρθηκε ότι οι περιστάσεις πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες της εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε πρωτόδικα και να είναι δυνατό να υποδειχθούν οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που θα προκύψουν στον αιτητή, στην περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και σε μεταγενέστερο χρόνο επιτύχει η έφεση. Εκεί δε που η πρωτόδικη απόφαση, την αναστολή της εκτέλεσης της οποίας επιδιώκει ο αποτυχόν διάδικος, αφορά σε απόφαση δια της οποίας διατάσσεται ο αιτητής να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό, ο αιτητής για να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων θα πρέπει να υποδείξει, είτε ότι ο επιτυχόν διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού ή ότι είναι αφερέγγυος ή ότι αν τυχόν καταβάλει τα χρήματα που διατάχθηκε δια της απόφασης να καταβάλει, και σε μεταγενέστερο στάδιο επιτύχει η έφεση του (στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση παραμερισμού), ότι δεν θα μπορέσει ο επιτυχόν διάδικος να του επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε (Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη, πολ. έφεση 294/2010, απόφ. ημερ.31.3.11). Ως προς δε την προοπτική επιτυχίας της έφεσης (στην προκειμένη περίπτωση της αίτησης παραμερισμού), αν και αποτελεί σχετικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, εντούτοις τούτος υπέχει οριακής σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων, μιας και η διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων στην εκκρεμούσα διαδικασία (στην προκειμένη περίπτωση στην αίτηση παραμερισμού) θα αποτιμηθεί στην ακρόαση της εν λόγω διαδικασίας. Είναι μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί με βεβαιότητα να γίνει από αυτό το στάδιο πρόγνωση αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της έφεσης (στην προκειμένη περίπτωση της αίτησης παραμερισμού), χωρίς αναγκαία επιπρόσθετη συζήτηση, που ο εν λόγω παράγοντας καθίσταται ουσιαστικός στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1982)JSC 544, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1, Μέγας Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ. 172, Α.Β.Ρ. Holdings Ltd & Άλλου ν. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέας
(1997)1Β Α.Α.Δ. 591, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 797, Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάϊγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018, THANOS Club Hotels Limited v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 312, 314-5, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd
(2008)1 (A) A.A.Δ. 764, 767-8, Πολιτική Έφεση αρ. 294/2010 Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη (ανωτέρω)). Πρέπει από την αρχή να παρατηρηθεί, ότι ανεξάρτητα του γεγονότος ότι οι καθ΄ ων η αίτηση προωθούν δέκα λόγους ένστασης, στην ουσία αυτοί θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: πρώτον, ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς. Βασίζουν δε την εν λόγω θέση τους και στον ισχυρισμό τους, ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Δεύτερο, ότι ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, είναι δικηγόρος η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Τρίτο, ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι πρόωρη καθότι επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ενώ κανένα μέτρο εκτέλεσης εκκρεμεί και/ή προωθείται από τους καθ΄ ων η αίτηση. Τέταρτο, ότι γενικά τα όσα γεγονότα έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι λοιποί λόγοι ένστασης αφορούν σε θέματα που το δικαστήριο καθηκόντως θα πρέπει να εξετάσει στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Κρίνω ορθότερο, να ασχοληθώ αρχικά με τον λόγο ένστασης που αφορά στη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε πρόωρα. Βασικό επιχείρημα της εν λόγω θέσης, αποτελεί το γεγονός ότι κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν εκκρεμεί και ούτε προωθείται από τους καθ΄ων η αίτηση, καθώς επίσης και ότι η ειδοποίηση πτώχευσης που καταχωρήθηκε εναντίον του αιτητή δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Επομένως, εισηγούνται οι καθ΄ ων η αίτηση, ότι δεν είναι δυνατό να επιδιώκεται η αναστολή της εκτέλεσης μιας απόφασης όταν ο ίδιος ο επιτυχόν διάδικος δεν προωθεί καθοιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης. Επί του προκειμένου, ουσιαστικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, τις οποίες θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτούσιες: «47. Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι΄ όλους τους διαδίκους ευθύς ως αύτη εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ΄ αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ΄ έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής,[1] να διατάξη όπως ανασταλή η εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως, διά τοσούτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.». Να σημειωθεί ότι η υπό εξέταση αίτηση, εδράζεται μεταξύ άλλων και επί των προνοιών του πιο πάνω άρθρου. Επομένως προκύπτει αβίαστα από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου και ειδικότερα του υπογραμμισμένου μέρους τούτων, ότι το γεγονός ότι δεν προωθείται η εκτέλεση μιας απόφασης, δεν μπορεί άνευ άλλου λόγου να αποτελέσει την βάση για απόρριψη αιτήματος αναστολής μιας απόφασης. Κατ΄ ακολουθία, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης, σημειώνω τα εξής. Το ουσιαστικό στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα, είναι αυτό που διέρρευσε από την ημέρα που ο αιτητής καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού, μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης. Τούτο γιατί αν το δικαστήριο προχωρούσε να εξετάσει το λογικό και/ή δικαιολογημένο της οποιασδήποτε καθυστέρησης, από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της αίτησης παραμερισμού, στην ουσία θα εξέταζε, στα πλαίσια της υπό εξέτασης αίτησης, θέμα που άπτεται και σχετίζεται άμεσα με την τύχη της αίτησης παραμερισμού. Θεωρώ ότι θα ήταν μέγα σφάλμα για το δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, να αποφανθεί επί ενός τόσο ουσιαστικού θέματος που αφορά πρωτίστως άλλη εκκρεμούσα ενώπιον του αίτηση. Επιπρόσθετα, σημειώνω και το γεγονός ότι η καταχώριση της αίτησης παραμερισμού αποτελούσε προϋπόθεση για να είναι δυνατή η καταχώριση και προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, μιας και η αναστολή που ζητείται με την υπό εξέταση αίτηση, αφορά σε αναστολή εκτέλεσης της συγκεκριμένης απόφασης μέχρι πλήρους εκδικάσεως και εκδόσεως σχετικής απόφασης στην αίτηση παραμερισμού. Με γνώμονα τα πιο πάνω και πάντοτε εξετάζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση, είμαι της άποψης ότι το χρονικό διάστημα των 4 περίπου μηνών που μεσολάβησε από την ημέρα καταχώρισης της αίτησης παραμερισμού, μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης, δεν αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση του υπό εξέταση αιτήματος. Πόσο μάλλον όταν ο αιτητής στο εν λόγω χρονικό διάστημα δεν παρέμεινε απαθής. Προώθησε και έτερη αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα του δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή να διατάσσει την αντεξέταση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παραμερισμού. Επιπρόσθετα, ως και οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται, δεν εκκρεμούσε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης, ώστε ο αιτητής να έπρεπε και/ή να αναμενόταν να ανατρέξει άμεσα στο δικαστήριο για να αναστείλει τούτο. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς, είμαι της γνώμης ότι, ούτε επί του προκειμένου έχουν δίκαιο οι καθ΄ ων η αίτηση. Η σχετική με το θέμα καθυστέρηση, δεν μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο στην κρίση ότι τούτος προωθεί την υπό εξέταση αίτηση καταχρηστικά. Το σίγουρο είναι, και τούτο προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αλλά πολύ περισσότερο και από τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του προώθησε με την ικανή αγόρευση του, ότι η υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της σχετικής απόφασης ώστε να καταστεί αδύνατη η περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον του αιτητή αναφορικά με την ειδοποίηση πτώχευσης που καταχώρησαν οι καθ΄ ων η αίτηση, αλλά και γενικά για να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της καθοιονδήποτε τρόπο πριν την έκδοση απόφασης στην αίτηση παραμερισμού. Το κατά πόσο είναι δυνατό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για το σκοπό που επιδιώκεται, είναι θέμα που θα απασχολήσει το δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας απόφασης. Το δεδομένο όμως είναι, ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται για συγκεκριμένο λόγο (το επαρκές ή όχι του οποίου θα διαφανεί κατωτέρω) και όχι με σκοπό να καταχραστεί ο αιτητής των διαδικασιών του δικαστηρίου. Ούτε το γεγονός ότι ο αιτητής προωθεί στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, άλλες ένδικες διαδικασίες μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι τούτος επιθυμεί δια της υπό εξέταση αίτησης και/ή σε συνδυασμό και με τις άλλες εν λόγω διαδικασίες ή ακόμα και την καθυστέρηση που προκύπτει συνεπεία τούτων, να καταχραστεί την διαδικασία του δικαστηρίου. Δεν είναι δυνατόν τα δικαστήρια άνευ υπαρχόντων εξαιρετικών περιστάσεων, να αποστερούν σε ένα διάδικο το κατοχυρωμένο του δικαίωμα για απρόσκοπτη πρόσβαση στην δικαιοσύνη. Αν μη τι άλλο, η προώθηση αίτησης αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης μετά την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της εν λόγω απόφασης, αποτελεί τουλάχιστον ένα μέτρο που είναι αναμενόμενο να ληφθεί από τον διάδικο εναντίον του οποίου εκδόθηκε μία απόφαση. Εκείνο που τελικά προκύπτει (τόσο από το περιεχόμενο των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου όσο και από τα αναφερόμενα στην αγόρευση του συνηγόρου του) είναι ότι ο αιτητής προωθεί την υπό εξέταση αίτηση ειλικρινώς πιστεύοντας (αφού δεν έχει καταδειχθεί κάτι το διαφορετικό) ότι δικαιούται να πράξει τούτο και ότι η προώθηση της διαδικασίας της ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα σχετικά γεγονότα, αποτελούν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επανατονίζεται ότι, το κατά πόσο το δικαστήριο συμμερίζεται την άποψη του αιτητή θα διαφανεί κατωτέρω. Τίποτα όμως δεν έχει τεθεί, ενώπιον του δικαστηρίου, από τους καθ΄ ων η αίτηση, που να υποστηρίζει την θέση τους ότι η υπό εξέταση αίτηση προωθείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο καταχρηστικά. Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Ένα άλλο επιχείρημα των καθ΄ ων η αίτηση, επί του οποίου βασίζουν και την θέση τους ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, είναι το γεγονός ότι ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείου που εκπροσωπεί τον αιτητή. Το επιχείρημα των αιτητών βασίζεται στις διάφορες κατά καιρούς αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου περί του ανεπιθύμητου οι δικηγόροι των διαδίκων να ορκίζονται στα πλαίσια υποστήριξης αίτησης των πελατών τους. Επί του προκειμένου στα πλαίσια της αγόρευσής τους, οι καθ΄ων η αίτηση προβαίνουν σε ειδική αναφορά στα όσα σχετικά αναφέρθησαν στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1ΑΑΔ 1036. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι είναι ανεπιθύμητο, αιτήσεις διαδίκων να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων τους, πόσο μάλλον όταν στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις δεν δίνεται καμία απολύτως εξήγηση και/ή δικαιολογία αναφορικά με τον λόγο που δεν ορκίστηκαν οι ίδιοι οι διάδικοι. Εισηγούνται ακόμα ότι, με τον τρόπο που είναι συνταγμένη η ένορκη δήλωση και συνεπεία και της ιδιότητας της ομνύουσας, δεν πληρούνται οι πρόνοιες της Δ.39 των θεσμών πολιτικής δικονομίας. Αποτελεί στην ουσία θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η ομνύουσα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι πρόσωπο ικανό να αποδείξει από δική της γνώση τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται καθώς επίσης και τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με τον πιο πάνω αναφερόμενο λόγο ένστασης, χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρθησαν στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 AAΔ 82, τα οποία παραθέτω αυτούσια κατωτέρω: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.» Έχοντας κατά νου τα μόλις πιο πάνω, είμαι της άποψης ότι το γεγονός ότι η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του αιτητή, ουδώλως αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν παραγνωρίζω ότι στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ελλείπει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τον λόγο που ο αιτητής δεν προέβηκε σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Εντούτοις όμως, προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι, ως επί το πλείστον, οι προωθούμενοι ισχυρισμοί είναι αμιγώς νομικοί ισχυρισμοί. Επομένως, είμαι της άποψης και ως εκ τούτου κρίνω, ότι υπό τις περιστάσεις προκύπτει εμφανής καλός λόγος για τον οποίο ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι δικηγόρος, η οποία να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της ενόρκου δηλώσεως της, δηλώνει ρητά ότι πράττει τούτο εκ μέρους και δια λογαριασμό του αιτητή και ότι γνωρίζει τα γεγονότα κατόπιν μελέτης όλων των σχετικών εγγράφων και αλληλογραφίας αλλά και από πληροφορίες που έλαβε τόσο από τον αιτητή όσο και από τον δρ. Χρίστο Κληρίδη, δικηγόρο του αιτητή. Η τελευταία πιο πάνω αναφορά και διαπίστωση του δικαστηρίου αναφορικά με την πηγή γνώσης της ομνύουσας, δεικνύει και το αβάσιμο της θέσης των καθ΄ ων η αίτηση, περί παράβασης των προνοιών της Δ.
- Οι λοιποί λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η υπό εξέταση αίτηση ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και δη σε συνάρτηση με το κατά πόσο ο αιτητής κατάφερε να αποδείξει, στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο, την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων οι οποίες να δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω τίτλο και αγωγή στις 27.4.
- Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει την αναγκαία ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων. Πρώτο, σημειώνεται ότι κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν προωθείται από τους καθ΄ ων η αίτηση. Μπορεί πιο πάνω, να αποτέλεσε κρίση του δικαστηρίου ότι το γεγονός τούτο, άνευ άλλου, δεν μπορούσε να αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο για την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, πλην όμως είναι κατά τη γνώμη μου ουσιαστικός παράγοντας που θα πρέπει να συνυπολογιστεί από το δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας όταν αποφασίζει αναφορικά με το κατά πόσο έχουν ή όχι καταδειχθεί εξαιρετικές περιστάσεις. Δεύτερο, η ειδοποίηση πτώχευσης, αποτελεί μια αυτοτελή διαδικασία η οποία διέπεται από συγκεκριμένη πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία, άσχετη με την νομοθεσία και γενικά τις νομικές αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση αλλά και γενικά την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Εν πάση περιπτώσει η τυχόν περάτωση της διαδικασίας της ειδοποίησης πτώχευσης υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση, δεν επιφέρει οποιαδήποτε δραστικά αποτελέσματα στον αιτητή, παρά μόνο δίδει το δικαίωμα στους πρώτους να καταχωρήσουν νέα αίτηση και δη αίτηση πτώχευσης. Δεν εξετάζω στα πλαίσια της παρούσας απόφασης κατά πόσο τυχόν εκκρεμούσα διαδικασία αίτησης πτωχεύσεως θα αποτελούσε ή όχι εξαιρετικές περιστάσεις. Περιορίζομαι όμως να σημειώσω ότι τυχόν έγκριση μιας αίτησης πτώχευσης, επιφέρει δραστικά αποτελέσματα στην περιουσία του εκεί καθ΄ ου η αίτηση. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος, που όπως έχει υποδειχθεί και από την αδελφή Δικαστή κα Λυκούργου, στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης της αναφορικά με ενδιάμεσο αίτημα του αιτητή, στην διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης που εκκρεμεί εναντίον του (η οποία απόφαση δόθηκε στο δικαστήριο από τον συνήγορο του αιτητή στα πλαίσια της αγόρευσης του), ο νομοθέτης προνόησε ώστε να δοθεί στο δικαστήριο ειδική εξουσία, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, και πάντα στα πλαίσια μιας αίτησης πτώχευσης, να διατάσσει την αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας. Τρίτον, πέραν της διαδικασίας της ειδοποίησης πτώχευσης και του γεγονότος ότι έχει καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερ.27.4.10, (σε συνάρτηση φυσικά και με τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω αίτηση αλλά και στα έγγραφα που συνοδεύουν τούτη), δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο γεγονός που είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με τα πιο πάνω να μπορούσε να αποτελέσει εξαιρετική περίσταση. Σημειώνω επί τούτου, ότι λόγου χάρη απουσιάζει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας των καθ΄ ων η αίτηση, η περί αδυναμίας τους σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης παραμερισμού, να επιστρέψουν στον αιτητή το ποσό που διατάχθηκε με την πρωτόδικη απόφαση να καταβάλει σε αυτούς. Τέταρτο, ως προς την πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης παραμερισμού, κρίνω ότι τούτη δεν μπορεί να προβλεφτεί με βεβαιότητα, από το παρόν στάδιο, καθιστώντας έτσι τον εν λόγω παράγοντα μη αποφασιστικής σημασίας. Είμαι της άποψης ότι οι μόλις πιο πάνω παρατηρήσεις μου, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου αναφορικά με το κατά πόσο ο αιτητής έχει αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων. Επομένως, προκύπτει ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και κατ΄ ακολουθία, η αίτηση απορρίπτεται. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης μου και εν απουσία λόγου για να διαφοροποιηθώ από την πάγια αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου-αιτητή. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο