← Κύπρος

Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. Κυριάκου Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4817/11, 14/5/2013

Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. Κυριάκου Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4817/11, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4817/11 Μεταξύ: Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα Ενάγουσας και

  1. Κυριάκου Ανδρέου
  2. Χριστίνας Παρασκευαΐδου
  3. Πανίκου Αριστοτέλους
  4. Σπύρου Σπύρου
  5. CK Restaurant System Franchisers Limited
  6. A & P (Andreou & Paraskevaides) Food & Beverages Ltd Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 19 Σεπτεμβρίου, 2012 (για Παροχή Περαιτέρω και Καλύτερων Λεπτομερειών) 14 Μαΐου,
  7. Για τους Αιτητές-εναγόμενους: κκ Κ. Μιχαηλίδης, Π. Σπανός και κα Κατσελλή Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσα: κ. Γ. Μούντης με κα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 5 εταιρείας. Εγείρει, ως μειοψηφούσα μέτοχος, την παρούσα αγωγή εκ μέρους της εναγόμενης 5 ως παράγωγη (derivative action), στοχεύοντας στην προστασία των συμφερόντων της. Η εναγόμενη 5 ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εκμετάλλευση της αλυσίδας εστιατορίων Kentucky Fried Chicken (KFC) σε διάφορες πόλεις της Κύπρου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι επίσης διοικητικοί σύμβουλοι και μέτοχοι της εναγόμενης
  8. Είναι, περαιτέρω, μέτοχοι και/ή οι βασικοί δικαιούχοι της εναγόμενης 6 εταιρείας, η οποία προμήθευε, ανέκαθεν, την εναγόμενη 5 με διάφορα προϊόντα, όπως πατάτες, καλαμπόκι, λάδι κλπ. Ο εναγόμενος 3 είναι εγκεκριμένος λογιστής, γραμματέας της εναγόμενης 5 και οικονομικός διευθυντής ομίλου εταιρειών που ανήκει στους εναγόμενους 1 και
  9. Ο εναγόμενος 4, επίσης εγκεκριμένος λογιστής, ήταν αρχικά βοηθός Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης 5 και, από τον Οκτώβριο του 2008, ο Γενικός Διευθυντής της. Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι, δυνάμει συμφωνίας και/ή στα πλαίσια της συνεργασίας και/ή των εμπορικών συναλλαγών με την εναγόμενη 5, η εναγόμενη 6 την προμήθευε με διάφορα προϊόντα προς το σκοπό κάλυψης των αναγκών των εστιατορίων KFC που διατηρούσε. Προβάλλει περαιτέρω η ενάγουσα ότι οι τιμές για τις οποίες θα χρεωνόταν η εναγόμενη 5 σχετικά με τα εν λόγω προϊόντα θα ήταν ανάλογες της τιμής πώλησής τους σε άλλες εταιρείες στην αγορά και/ή θα ανταποκρίνονταν στην αγοραία αξία και/ή στην ανάλογη τιμή διάθεσης παρόμοιων προϊόντων στην αγορά. Με αυτά ως δεδομένα, επικαλείται η ενάγουσα δόλια συμπεριφορά και/ή συνομωσία μεταξύ των υπολοίπων εναγομένων εις βάρος της εναγόμενης 5 προς το σκοπό εξαπάτησής της. Την εξειδικεύει στην κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας και/ή των καθηκόντων τους, ισχυριζόμενη, πώληση προϊόντων σε τιμές υπερχρεωμένες και/ή υπερβολικές και/ή αδικαιολόγητες, που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών και/ή απώλειας στην εναγόμενη 5, οι οποίες και αξιώνονται. Τέθηκε, συνοπτικά, η ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικη διαφορά, προκειμένου να καταστεί ευκολότερη η παρακολούθηση και η κατανόηση της υπό κρίση Αίτησης. Οι Αιτητές-εναγόμενοι εξαιτούνται διαταγή του Δικαστηρίου διατάσσουσα την ενάγουσα να τους παραδώσει, εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες (further and better particulars) σειράς δικογραφημένων στην έκθεση απαίτησης και στην απάντηση στην υπεράσπιση ισχυρισμών. Εδράζουν το αίτημά τους στη Δ.19, θθ 6, 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στηρίζονται σε δύο επιστολές των συνηγόρων τους ημερ. 25.7.2012, με τις οποίες ζητούσαν, ανεπιτυχώς, από τους συνήγορους της ενάγουσας όπως τους δοθούν οι εν λόγω λεπτομέρειες. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ενίσταται, προβάλλοντας σειρά λόγων ένστασης προκειμένου να καταλήξει ότι η παρούσα Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή συγκρούεται με τις πρόνοιες και προϋποθέσεις των διαδικαστικών κανονισμών και/ή της νομολογίας. Τηλεγραφικά, επικαλούνται ότι στην έκθεση απαίτησης παρέχονται σαφείς και συγκεκριμένοι ισχυρισμοί οι οποίοι δίνουν πλήρη εικόνα της φύσης των επίδικων ζητημάτων, τα οποία δεν χρήζουν διευκρίνισης ή λεπτομερειών. Προβάλλουν ακόμη πως οι αξιούμενες λεπτομέρειες είναι ανακριτικής φύσης, δεν μπορούν να απαντηθούν χωρίς αναφορά σε μαρτυρία και δεν θα ήταν επιτρεπτό να οδηγήσουν σε αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα προσφερθεί προς απόδειξη της απαίτησης. Την υποστηρικτική της ένστασης ένορκη δήλωση ορκίζεται η ίδια η ενάγουσα και σε αυτή παρατίθενται, ουσιαστικά, νομικές προσεγγίσεις και ισχυρισμοί. Προστίθεται, περαιτέρω, πως οι αναζητούμενες λεπτομέρειες είναι, σε μεγάλη έκταση, σε γνώση των εναγομένων, όπως μπορεί να εντοπιστεί από το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης, αλλά και από προηγούμενες ένορκες δηλώσεις τους, οι οποίες καταχωρήθηκαν στα πλαίσια των μεταξύ των μερών δικαστικών διαδικασιών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με εκτεταμένες αγορεύσεις και καλύπτοντας κάθε πτυχή των θέσεών τους, στήριξαν τις εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους. Με σεβασμό στο έργο τους, χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, θα αποφευχθεί επανάληψη των εισηγήσεών τους, με την επιφύλαξη να τεθούν, στο βαθμό που θα κριθεί απαραίτητο, στην εξέταση των επί μέρους επίδικων ζητημάτων. Ένα σχόλιο μόνο: Προβάλλει ως κοινή συνισταμένη ο όγκος των υποθέσεων που κατακλύζει τα δικαστήρια. Είναι βεβαίως αναφαίρετο δικαίωμα η αναζήτηση δικαστικής θεραπείας και η εξάντληση κάθε ένδικου μέσου προς αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, όμως, αναμένεται από τους συνήγορους, ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης, να συμβάλλουν στην όσο το δυνατό γρηγορότερη απονομή της, με τη διευθέτηση ή, τουλάχιστον, την απλούστευση των διαδικαστικών διαβημάτων. Ανάλογα βέβαια με τη φύση τους. Ιδίως επί ζητημάτων προδικασίας, των οποίων η επίλυση καλύπτεται από πληθώρα σχετικής νομολογίας. Η υπό κρίση περίπτωση αφορά μεγάλο αριθμό αξιούμενων περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Τουλάχιστον μέρος της Αίτησης θα μπορούσε να διευθετηθεί με ελάχιστη προσπάθεια και συνεννόηση μεταξύ των ευπαίδευτων συνηγόρων. Λαμβανομένης, μάλιστα, υπόψη της τάσης που κυριαρχεί πλέον για διεξαγωγή των διαδικασιών με «ανοικτά χαρτιά». Συνεπώς, η περιχαράκωση δεν συντείνει, ούτε στη χωρίς εμπόδια επίλυση των επίδικων διαφορών, ούτε στην ουσιαστική και τάχιστη απονομή της δικαιοσύνης. Η παράθεση του γενικού πλαισίου των νομικών αρχών που διέπει το θέμα της παροχής λεπτομερειών θα συντείνει στην ευχερέστερη κατάληξη στην υπό κρίση Αίτηση. Η Δ.19 Θ.4 θέτει τα βασικά όρια του περιεχομένου των δικογράφων, τα οποία, συνοπτικά, θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις απαραίτητες, αναγκαίες, λεπτομέρειες, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση της υπόθεσης. Και αυτό βεβαίως για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όπως είναι γνωστό, αυτό που επιβάλλεται είναι η καταγραφή των γεγονότων τα οποία είναι ουσιώδη και αυτά σε συντομία. Προβάλλει ως βασική αρχή της νομολογίας ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Σε τελική ανάλυση οι λεπτομέρειες δίδονται ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιάσει κατά την ακρόαση η άλλη πλευρά. Κι έτσι βεβαίως να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν ως ουσιαστικό στόχο να διευκρινίσουν και να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα. Χωρίς αμφιβολία, θα συνιστούσε εκτροπή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα, όπως επίσης θα ήταν ανεπίτρεπτη η προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. (Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ.2)

(1992)1(Β) ΑΑΔ 1146, Χριστόδουλος Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) ΑΑΔ, 157). Συνεπώς το πώς αποδεικνύεται ένα γεγονός το οποίο πρέπει να εξειδικευθεί δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των λεπτομερειών. Αναφέρονται, με τη σαφήνεια που η απλότητα εμπεριέχει, τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings and Practice, 21η Έκδ., σελ. 432: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered». Σημαντικό για τα υπό εξέταση ζητήματα είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Williams v. Wilcox 8 A & E331 (per Lord Denman C.J.): «It is an elementary rule in pleading that, when a state of facts is relied on, it is enough to allege it simply without setting out the subordinate facts which are the means of proving it, or the evidence sustaining the allegations». Τονίζονται τα ακόλουθα στο Annual Practice 1962, σελ. 486 και υπό τον υπότιτλο «Particulars»: «In every pleading a certain amount of detail is necessary to ensure clearness, and to prevent 'surprise' at the trial. Each party must state his case with precision, otherwise his opponent will not know for certain what is the real point in dispute, and therefore will not be able to properly prepare his evidence for the trial». Ανάλογα, στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρία Αβραάμ v. Investylia Ltd
(2009)1 AAΔ 892, 896-7, λέχθηκε: «Είναι καλά νομολογημένο ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες, ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίσει πλήρη και καθαρή εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει και τούτο, για να μην βρεθεί προ εκπλήξεων. Σε περίπτωση που ο κανόνας αυτός παραβιάζεται, τότε ο αντίδικος έχει το δικαίωμα να ζητήσει και να επιτύχει την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται η άλλη πλευρά να δώσει τις απαιτούμενες, υπό τις περιστάσεις, λεπτομέρειες». Προβάλλει, επίσης ως γενική αρχή, ότι η αίτηση λεπτομερειών δεν μπορεί να απομονωθεί από το ουσιαστικό δικαίωμα και τη θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή, η οποία και πρέπει να είναι υπόψη του Δικαστηρίου για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Η πλήρης και σαφής εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπιστεί κατά την ακρόαση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αίτησης για λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 AAΔ 649, 652). Ολοκληρώνοντας λοιπόν τη γενική πτυχή της νομικής προσέγγισης, σκόπιμο είναι να επαναληφθεί ότι η παρούσα αγωγή, όπως ρητά αναφέρεται στην καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης, εγέρθηκε με τη μορφή παράγωγης αγωγής. Mε βάση τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αποτελούν την πλειοψηφία και την, συνακόλουθα, συνεπαγόμενη αδυναμία να εγερθεί η αγωγή στο όνομα της εναγόμενης 5 εταιρείας. Έχει δε ως βασικό άξονα ισχυρισμών τις θέσεις περί ύπαρξης συμφωνίας ή πρακτικής για πώληση διάφορων προϊόντων από την εναγόμενη 6 προς την εναγόμενη 5 σε καθορισμένες ή ανάλογες τιμές διάθεσης παρόμοιων προϊόντων στην αγορά και, τελικά, ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις που οδήγησαν στις αξιούμενες αποζημιώσεις. Η παράγωγη αγωγή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και εγείρεται από μέτοχο εταιρείας και προς όφελός της. Η συνύπαρξη δύο καίριων στοιχείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εισαχθεί παράγωγη αγωγή: Του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγούντες κατά τρόπο που να αποτρέπει την ίδια την εταιρεία να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα. Ας σημειωθεί ότι το νοηματικό εύρος του δόλου στην περίπτωση αυτή δεν έχει τη στενή έννοια που καλύπτει το κοινοδίκαιο, αλλά την ευρύτητα που προσδίδει το δίκαιο της επιείκειας (Palmer's Company Law, Second Edition, p.81-86, para. 8.814). Το στοιχείο βέβαια του ελέγχου ικανοποιείται όταν οι λοιποί διευθυντές, είτε με τον έλεγχο που διατηρούν στις μετοχές, είτε με την πλειοψηφία που έχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο, είναι σε θέση να εμποδίσουν την έγερση αγωγής. Έτσι, εάν η εταιρεία, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να είναι ενάγοντας, θα πρέπει να είναι εναγόμενος. Όπως τέθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολύ πρόσφατη απόφαση Yiannis Georgios Mammous a.o. v. Mike Willstrop a.o., Πολιτική Έφεση 363/2008, ημερ. 24.1.2012: «Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 Ε.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.ά. v. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.ά. v. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Προτού το Δικαστήριο υπεισέλθει στην ουσία των αξιούμενων λεπτομερειών, ορθό είναι να εξεταστεί η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση σύμφωνα με την οποία η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις στήριξής της από τη νομοθεσία και/ή τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Είναι η προέκταση της εισήγησης του ευπαίδευτου συνήγορου για την Καθ΄ ης η Αίτηση πως στην παρούσα περίπτωση δεν εκτίθενται γεγονότα στο σώμα της Αίτησης τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τις αξιούμενες θεραπείες. Η πιο πάνω προσέγγιση είναι ξεκάθαρα αβάσιμη. Η Αίτηση δεν απαιτείται να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση, τα δε γεγονότα επί των οποίων εδράζεται εμφαίνονται στο σώμα της και στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στις επιστολές των δικηγόρων των Αιτητών ημερ. 25.7.2012, οι οποίες καταχωρήθηκαν και αντίγραφό τους δόθηκε στους αντίδικους δικηγόρους. Μέσω αυτών ζητήθηκε από την ενάγουσα η παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών, αλλά αυτή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να το πράξει. Οι επιστολές, συνολικά δύο, βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και το περιεχόμενό τους ταυτίζεται με τα όσα περιλαμβάνει η υπό κρίση Αίτηση. Μετά την επίλυση του πιο πάνω ζητήματος, προχωρεί το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Στην παράγρ. 10 της έκθεσης απαίτησης, η ενάγουσα αναφέρεται σε συμφωνία μεταξύ των εναγομένων 5 και 6 σχετική με τις τιμές των επίδικων προϊόντων. Αναζητούνται λεπτομέρειες της συμφωνίας αυτής. Συγκεκριμένα πότε και μεταξύ ποιων έγινε και αν ήταν γραπτή ή προφορική. Εισηγείται η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι οι αιτούμενες πληροφορίες βρίσκονται σε γνώση των εναγομένων και πως σχετικές αναφορές γίνονται σε παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης. Το εξεταζόμενο αίτημα των Αιτητών είναι βάσιμο και δικαιολογημένο. Ορθή δικογράφηση επιβάλλει όπως τα δικόγραφα αναφέρουν το χρόνο συνομολόγησης ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των συμβαλλομένων και το κατά πόσο είναι γραπτή ή προφορική (Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 787, 799). Είναι, βεβαίως, νομολογιακά αποδεκτό (Ευδόκιος Σάββα, ανωτέρω, σελ. 1153) ότι η ύπαρξη γεγονότων τα οποία βρίσκονται στη σφαίρα γνώσης της πλευράς που ζητεί λεπτομέρειες, είναι ένα στοιχείο που δυνατό να αποστερεί την εν λόγω πλευρά να τύχει των λεπτομερειών αυτών. Εντούτοις, κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει, δεσμεύοντας και τον αντίδικό του σε μια συγκεκριμένη καταγραφή ισχυρισμών (Annual Practice 1970, p.273). Ζητούνται λεπτομέρειες και σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγρ. 11 και 14 της έκθεσης απαίτησης. Η παράγρ. 11 είναι μία μακροσκελής παράγραφος, μέσα από την οποία, με συνεχείς υπαλλακτικές αναφορές και κατ΄ επίκληση μεγάλης χρονικής περιόδου, μεταξύ 2000 και 2008, προβάλλονται ισχυρισμοί της ενάγουσας, σύμφωνα με τους οποίους οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4, μετά το διορισμό τους στις εναγόμενες 5 και/ή 6, ενεργώντας δόλια και/ή με σκοπό την εξαπάτηση της ενάγουσας και/ή της εναγόμενης 5, προκάλεσαν και/ή ανέχτηκαν την πώληση εμπορευμάτων από την εναγόμενη 6 στην εναγόμενη 5 σε τιμές υπερχρεωμένες και/ή υπερβολικές. Γίνεται επίσης επίκληση συνεννόησης και/ή συνομωσίας μεταξύ των εναγομένων προς το σκοπό εξαπάτησης της εναγόμενης 5. Η παράγρ. 14 είναι ουσιαστικά συνέχεια της παραγρ. 11, με την προσθήκη ότι παράγονταν λογαριασμοί και/ή ετήσιες εκθέσεις λειτουργίας στις οποίες διαχωρίζονταν τα έσοδα και/ή κέρδος της εναγόμενης 5 εταιρείας πριν και μετά τις υπερχρεώσεις. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι στους εξελεγμένους λογαριασμούς της εν λόγω εταιρείας δεν παρουσιάζετο ο προαναφερόμενος διαχωρισμός αλλά μόνο τα μειωμένα έσοδα μετά τις υπερχρεώσεις και άλλες παράνομες χρεώσεις. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν στην αναζήτηση πληροφοριών ως προς το ποιος εναγόμενος συγκεκριμένα έδωσε οδηγίες υπερχρέωσης, πότε, πώς και σε ποιον δόθηκαν οι εντολές αυτές, το πρόσωπο που προέβαινε στις υπερχρεώσεις ή επιβαρύνσεις εάν υπήρχε συγκεκριμένη καθορισμένη τιμή και ποια ήταν, ποιες άλλες εταιρείες αγόραζαν σε χαμηλότερες τιμές κατά την εν λόγω περίοδο και σε τι τιμές, καθώς επίσης λεπτομέρειες ως προς τα ονόματα εταιρειών οι οποίες δεν επιβαρύνονταν με έξοδα διανομής. Αναζητούνται επίσης λεπτομέρειες ως προς το πρόσωπο που δημιούργησε και/ή παρήγαγε τις καταστάσεις, τους λογαριασμούς και τις ετήσιες εκθέσεις. Προβάλλει η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση πως στην εν λόγω παράγραφο περιέχονται όλες οι απαραίτητες λεπτομέρειες για σκοπούς δικογραφίας. Εισηγούνται επίσης ότι η δικογράφηση διαζευκτικών ισχυρισμών είναι επιτρεπτή και πως το σημαντικό και ουσιώδες γεγονός που δικογραφείται στη εν λόγω παράγραφο είναι κατά πόσο γίνονταν ή όχι οι υπερχρεώσεις. Προσθέτει, τέλος, ότι αυτό το οποίο επιζητείται από τους Αιτητές είναι η αποκάλυψη μαρτυρίας, γεγονός ανεπίτρεπτο. Η προσέγγιση της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι ορθή. Περαιτέρω λεπτομέρειες δίδονται μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα κι όχι σε σχέση με τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί προς απόδειξή τους. Στην παρούσα περίπτωση εισηγούνται οι εναγόμενοι ότι στοχεύουν στη λήψη λεπτομερειών που περιστρέφονται γύρω από γεγονότα επί των οποίων η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τις θέσεις της. Ότι επιδιώκεται δηλαδή, όχι η λήψη αποδεικτικού υλικού, μέσω του οποίου η ενάγουσα θα επιχειρήσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, αλλά η πληροφόρηση των γεγονότων σφαιρικά και επαρκώς ούτως ώστε να γνωρίζουν τι ακριβώς πρόκειται να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση και ανάλογα να προετοιμαστούν. Η εξειδίκευση και διευκρίνιση των ισχυριζόμενων ουσιαστικών γεγονότων είναι παράγοντας άμεσα σχετικός με το δικαίωμα αναζήτησης περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Η αποκάλυψη ονομάτων δεν συνιστά κατ΄ ανάγκη παροχή μαρτυρικού υλικού. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Χριστόδουλος Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157, με αναφορά στην υπόθεση Bishop v. Bishop
(1901)σελ. 925, ο ευρύτερος κανόνας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση λεπτομερειών μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχόμενων μαρτύρων. Στην υπό εξέταση περίπτωση, και παρά τον υπαλλακτικό τρόπο δικογράφησης και τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς, δικαίωμα που έχει η ενάγουσα, οι ισχυρισμοί και οι λεπτομέρειες που παρέχονται στις συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης είναι επαρκείς, προκειμένου να υπερασπιστούν οι εναγόμενοι και να μην εκληφθούν εξ απήνης. Παρέχονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να αποφευχθούν εκπλήξεις κατά την ακρόαση, δεδομένου ότι το σημαντικό και ουσιώδες είναι οι προβαλλόμενες υπερχρεώσεις. Συνεπώς, οι εναγόμενοι γνωρίζουν πολύ καλά τους βασικούς ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, με αποτέλεσμα η παροχή οποιωνδήποτε λεπτομερειών να κινείται εκτός των δικαιωμάτων της και, συνακόλουθα, να ελλοχεύει ο κίνδυνος εκμαίευσης μαρτυρίας. Με βάση τα πιο πάνω, ως προς το εξεταζόμενο αυτό μέρος, η Αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Η παράγρ. 15 της έκθεσης απαίτησης περιστρέφεται γύρω από τις καταστάσεις που αναφέρονται στην παράγρ. 14 και το χρόνο που αυτές δόθηκαν τόσο στους εναγόμενους όσο και στην ενάγουσα. Αναζητούνται λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο και τον ακριβή χρόνο που οι καταστάσεις παραδόθηκαν στους διάδικους. Είναι δικαιολογημένη η παροχή λεπτομερειών μόνο ως προς το χρόνο παράδοσης στην ενάγουσα των εξελεγμένων λογαριασμών της εναγόμενης 5 εταιρείας για τα έτη 1999-
  1. Η αναζήτηση λεπτομερειών ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής των εν λόγω καταστάσεων στους εναγόμενους δεν είναι επιτρεπτή, δεδομένου ότι αφορά ένα γεγονός που εμπίπτει στην απόλυτη σφαίρα γνώσης τους. Στην παράγρ. 31 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά σε «λογιστικό τέχνασμα» με βάση το οποίο οι εναγόμενοι αποσπούσαν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που θα έπρεπε να πληρωνόταν από την εναγόμενη 5 για την προμήθεια των επίδικων αγαθών. Ζητούνται λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου αυτού λογιστικού τεχνάσματος. Η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση θέτει ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες συνιστούν απλά και μόνο ψάρεμα μαρτυρίας, αφού το λογιστικό τέχνασμα και ο δόλος δικογραφούνται επαρκώς σε σειρά παραγράφων της έκθεσης απαίτησης. Καταγράφονται διάφορα στην έκθεση απαίτησης. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, με υπαλλακτικό και αόριστο τρόπο. Ορθό είναι να εξειδικευτεί, με την απαραίτητη διαύγεια, η συγκεκριμένη αναφορά «λογιστικό τέχνασμα». Ιδίως, με δεδομένη τη σημασία που προσδίδει σε αυτή τη συμπεριφορά η πλευρά της ενάγουσας και την ουσιαστική σύνδεσή του με τις βάσεις αγωγής. Είναι απόλυτο δικαίωμα της αντίδικης πλευράς να γνωρίζει επαρκώς και ανάλογα να προετοιμαστεί προς υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς, είναι επιβεβλημένη η διευκρίνιση του εν λόγω όρου. Το πώς βεβαίως θα αποδειχθεί είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Στην παράγρ. 35 της έκθεσης απαίτησης προβάλλονται ισχυρισμοί περί πρόκλησης περιττών και/ή αδικαιολόγητων εξόδων διαχείρισης και/ή διαφήμισης και/ή προώθησης εις βάρος της εναγόμενης
  2. Ζητούνται λεπτομέρειες ως προς τα περιττά και αδικαιολόγητα αυτά έξοδα. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Καθ΄ ης η Αίτηση ότι επιχειρείται εκμαίευση μαρτυρίας και θέτει πως υπάρχει επαρκής και δέουσα δικογράφηση. Η αναζήτηση λεπτομερειών σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα είναι απόλυτα επιτρεπτή και δικαιολογημένη. Δικογραφείται γενικός ισχυρισμός και επιβάλλεται, με βάση τις βασικές αρχές παροχής λεπτομερειών, όπως έχουν ήδη εκτεθεί, η διασαφήνιση και επαρκής πληροφόρηση της πλευράς των Αιτητών, ούτως ώστε ανάλογα και να προετοιμαστούν κατά την ακρόαση. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας προς διάπραξη απάτης. Οι Αιτητές εξαιτούνται περαιτέρω λεπτομερειών αναφορικά με το δόλο και την απάτη. Είναι αβάσιμο το αίτημά τους, δεδομένου ότι οι απαραίτητες λεπτομέρειες έχουν δεόντως και επαρκώς δικογραφηθεί σε βαθμό που δεν κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε περαιτέρω επέκταση. Άλλωστε, η αποδοχή σε προηγούμενο στάδιο από το Δικαστήριο παροχής περαιτέρω λεπτομερειών ως προς το «λογιστικό τέχνασμα», διασαφηνίζει πλήρως τις ουσιαστικές θέσεις της ενάγουσας και δεν αφήνει περιθώρια εκπλήξεων εις βάρος των εναγομένων κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται σε σχέση με την παράγρ. 41 της έκθεσης απαίτησης, και οι οποίες αφορούν την περαιτέρω πληροφόρηση σχετικά με την ανάγκη μεγαλύτερης χρηματοδότησης και δανείων της εναγόμενης 5, ως αποτέλεσμα των υπερχρεώσεων, σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα των αξιούμενων ζημιών και/ή απώλειας της εναγόμενης 5, όπως δικογραφείται στην παράγρ. 43.iii της έκθεσης απαίτησης. Είναι θέμα για το οποίο επίσης αξιώνονται λεπτομέρειες και θα αποφασιστεί αμέσως πιο κάτω. Οι λεπτομέρειες ζημιάς και/ή απώλειας δικογραφούνται στην παράγρ. 43 της έκθεσης απαίτησης. Χωρίζονται σε τρία μέρη: Την οικονομική ζημιά, τα έξοδα διανομής και το κόστος χρηματοδότησης, το οποίο και αναφέρεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Αξιώνονται λεπτομέρειες για το σύνολο των ζημιών αυτών. Εισηγείται η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι οι οικονομική ζημιά και οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι δεόντως δικογραφημένες και επαρκείς και πως η αξίωση περαιτέρω λεπτομερειών εμπίπτει στα πλαίσια αναζήτησης μαρτυρίας. Και ως προς το εξεταζόμενο αυτό ζήτημα θα πρέπει να πετύχει η Αίτηση. Η έκδοση ανάλογου διατάγματος λεπτομερειών, και επιβεβλημένη και αναπόφευκτη είναι, δεδομένης της παντελούς έλλειψης λεπτομερειών ως προς το είδος των ζημιών - από τη φύση τους ειδικές - που αξιώνονται. Είναι καλά νομολογημένο ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και, κατά την ακρόαση, να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία. Είναι επιτακτική η λεπτομερής καταγραφή και δικογράφηση ειδικών ζημιών και αν αυτό δεν λάβει χώρα επιβάλλεται η παροχή σχετικών λεπτομερειών. Το δεύτερο μέρος της υπό κρίση Αίτησης αφορά αίτημα για παροχή λεπτομερειών σε σχέση με συγκεκριμένες παραγράφους της απάντησης στην έκθεση υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, τις παραγράφους 15, 16 και
  3. Στην παράγρ. 15 η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπεύθυνος για τις τιμές αγοράς προϊόντων από την εναγόμενη 5 ήταν ο εκάστοτε γενικός διευθυντής και μεταξύ αυτών κάποιος Άλκης Χρυσοστόμου, ο οποίος κατείχε για συγκεκριμένο διάστημα και διευθυντική θέση στην εναγόμενη
  4. Γίνεται ισχυρισμός ότι λάμβανε οδηγίες ή εντολές από τον εναγόμενο 1 και διευθετούσε όπως η εναγόμενη 6 πωλήσει τα επίδικα προϊόντα στην εναγόμενη 5 σε υπερχρεωμένες τιμές και να επιβαρύνεται με έξοδα διανομής για προϊόντα που αγόραζε από την εναγόμενη
  5. Οι Αιτητές αναζητούν εκτεταμένες λεπτομέρειες της παραγράφου αυτής. Συνοπτικά, το χρονικό διάστημα που ο Άλκης Χρυσοστόμου κατείχε διευθυντική θέση στην εναγόμενη 5, το χρόνο λήψης εντολών, την ιδιότητα υπό την οποία τις λάμβανε, το περιεχόμενο των υπό αναφορά οδηγιών, τον τρόπο εκτέλεσής τους, κατ΄ εντολή ποιου η εναγόμενη 6 εξέδιδε τιμολόγια, την πραγματική αγοραία αξία των επίδικων προϊόντων, την εξειδίκευση των όμοιων προϊόντων και τις τιμές πώλησής τους και το είδος και το ύψος των εξόδων διανομής ανά προϊόν με τα οποία επιβαρυνόταν η εναγόμενη
  6. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές ότι η παροχή των πιο πάνω λεπτομερειών είναι αναγκαία καθότι οι δικογραφημένοι αυτοί ισχυρισμοί αποτελούν κατ΄ ουσία τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και αν δεν δοθούν όλες οι λεπτομέρειες που αξιώνονται, οι εναγόμενοι δεν θα έχουν γνώση την υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσουν, με αποτέλεσμα να καθίστανται έρμαιο των οποιωνδήποτε ισχυρισμών πιθανό να προβάλουν οι μάρτυρες της ενάγουσας κατά την ακρόαση. Προκύπτει ως βασικός κανόνας από το σύνολο της σχετικής νομολογίας πως οι διάδικοι πρέπει να δεσμεύονται με μια συγκεκριμένη εκδοχή ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους, ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει επακριβώς τι πρόκειται να αντιμετωπίσει. Του παρέχεται έτσι η ευχέρεια να προετοιμάσει την υπεράσπισή του και να παρουσιάσει τη μαρτυρία που η πλευρά του κρίνει σκόπιμο προς αντίκρουση των θέσεων της άλλης πλευράς. Το δικαίωμα αυτό των Αιτητών διασφαλίζεται στην υπό κρίση περίπτωση. Οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί των αντιδίκων τους είναι επαρκώς δικογραφημένοι και εμπεριέχουν τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Ως αποτέλεσμα, είναι επιτρεπτή, και ανάλογα επιτυγχάνει στο σημείο αυτό η Αίτηση για παροχή λεπτομερειών, μόνο ως προς το χρονικό διάστημα που είχε διευθυντική θέση στις εναγόμενες 5 και 6 ο Άλκης Χρυσοστόμου. Ανάλογο διάταγμα και εκδίδεται. Ούτε το αίτημα για παροχή λεπτομερειών σε σχέση με την παράγρ. 16 της απάντησης γίνεται αποδεκτό. Στην εν λόγω παράγραφο η ενάγουσα, υιοθετώντας σειρά δικογραφημένων θέσεων της έκθεσης απαίτησης και απαντώντας σε αναφορά των εναγομένων στην παράγρ. 24 της υπεράσπισής τους σχετικά με την ιδιότητα κάποιου Σπυρίδη, ισχυρίζεται ότι δεν παρουσιάζονταν ενώπιον του πιο πάνω προσώπου οι ισχυριζόμενοι «διπλοί λογαριασμοί και/ή ετήσιες εκθέσεις λειτουργίας». Οι Αιτητές ζητούν λεπτομέρειες ως προς το ποιος ετοίμαζε τους πιο πάνω λογαριασμούς, καθώς και αντίγραφά τους. Η ύπαρξη διπλών λογαριασμών συναρτάται άμεσα με τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις, οι οποίες και αποτελούν την ουσία των θέσεων της ενάγουσας. Όπως έχει ήδη καταγραφεί, τα σχετικά ουσιαστικά γεγονότα έχουν δικογραφηθεί επαρκώς. Συνεπώς, η αναζήτηση λεπτομερειών ως προς το ποιος ετοίμαζε τους εν λόγω λογαριασμούς, τίποτα δεν προσθέτει για σκοπούς της εξεταζόμενης διαδικασίας. Το ουσιαστικό είναι η τυχόν ύπαρξη τέτοιων λογαριασμών και η απόδειξη του γεγονότος αυτού. Η παρουσίαση δε ανάλογης μαρτυρίας κινείται, όπως κατ΄ επανάληψη αναφέρθηκε, εκτός των ορίων της υπό κρίση Αίτησης. Τέλος, στην παράγρ. 21 της απάντησης, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ζητούσε περαιτέρω πληροφορίες και έγγραφα σε σχέση με τις υπερχρεώσεις και τις άλλες, κατ΄ ισχυρισμό, παράνομες χρεώσεις της εναγόμενης 5 από τους εναγόμενους. Οι Αιτητές ζητούν λεπτομέρειες σχετικά με το χρόνο, τον τρόπο και τα πρόσωπα από τα οποία η ενάγουσα αναζήτησε τα υπό αναφορά έγγραφα. Είναι δικαιολογημένο το αίτημα, δεδομένων των γενικών αναφορών της ενάγουσας και της ανάγκης που προκύπτει για εξειδίκευση και επακριβή καθορισμό των θέσεών της, προκειμένου ανάλογα να ετοιμαστεί και η υπεράσπιση. Συνεπώς, ως προς αυτή την παράγραφο η Αίτηση επιτυγχάνει. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω στη μακροσκελή, υπό τις συνθήκες, ενδιάμεση αυτή απόφαση, το αίτημα για παροχή λεπτομερειών πετυχαίνει, στην έκταση που έχει ήδη εκτεθεί. Εκδίδεται, συνεπώς, διάταγμα όπως η ενάγουσα καταθέσει και παραδώσει στους εναγόμενους περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί των παραγράφων 10, 15, 31, 35 και 43 της έκθεσης απαίτησης και επί των παραγράφων 15 και 21 της απάντησης στην υπεράσπιση, στην έκταση και ως εξειδικεύεται στα αντίστοιχα μέρη του σκεπτικού της απόφασης. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες να κατατεθούν και παραδοθούν εντός 20 ημερών από σήμερα. Το υπόλοιπο μέρος του αιτήματος για λεπτομέρειες απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, έχοντας κατά νου το τελικό αποτέλεσμά της, την επιτυχία της δηλαδή κατά ένα μέρος και την αποτυχία της ως προς το υπόλοιπο, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως αυτά επιδικαστούν ως έξοδα στο αποτέλεσμα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.