Global Powersystems Incorporated ν. Rosevelt Limited (HE 278326) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2915/12, 7/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2915/12 Μεταξύ: Global Powersystems Incorporated, εκ Hong Kong Εναγόντων - Αιτητών Και
- Rosevelt Limited (HE 278326), εκ Λευκωσίας
- Potamos Services Limited (HE 138243), εκ Λευκωσίας
- Μαρίας Σκλαβάκη, εξ Ελλάδος
- Παναγιώτη Ποταμού
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (HE1), εκ Λευκωσίας Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση ----------------------- Ημερομηνία: 7 Μαίου,
- Αίτηση ημερ. 15.01.2013 για διατήρηση σε ισχύ του Διατάγματος ημερ. 3.5.12 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές/Ενάγοντες: κ. Δ. Παπαδόπουλος και Χ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους 1: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους και Ν. Παπανδρέου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει τη διατήρηση σε ισχύ των Διαταγμάτων ημερ. 3.5.12 - τα οποία επισυνάπτονται ως Παράρτημα Α στην Αίτηση - και/ή την επανέκδοση των ιδίων Διαταγμάτων και/ή την αναστολή της απόφασης ημερ. 11.1.13 μέχρι την τέλεια εκδίκαση της Έφεσης που καταχωρήθηκε στις 15.1.13 κατά της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 11.1.
- Ας σημειωθεί ότι στη συνέχεια η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών περιόρισε το αίτημα της σε σχέση με την παράγρ. (Α) της Αίτησης ημερ. 2.5.12 και το Διάταγμα που φαίνεται στην πρώτη διατακτική παράγραφο του συνταγμένου Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 3.5.
- ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.35,θ.18, Δ.40,θ.1, Δ.48,θ.θ.1-3,7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 31,32 και 43 του Ν.14/60, στις αρχές των Mareva Injunctions, στις αρχές των Erinford Injunctions και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Άννας Χαραλάμπους, δικηγόρου στο γραφείο των Δικηγόρων των Εναγόντων/Αιτητών στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Þ Με μονομερή αίτηση ημερ. 2.5.12 εκδόθηκαν στις 3.5.12 τα διατάγματα τύπου Mareva τα οποία επισυνάπτονται ως Παράρτημα Α στην Αίτηση. Þ Στις 11.1.13 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση αναφορικά με τα Διατάγματα ημερ. 3.5.12 με την οποία το Δικαστήριο ακύρωσε το ενδιάμεσο διάταγμα για τους λόγους που εκτίθενται σ΄ αυτή. Þ Το επίδικο ζήτημα της αγωγής είναι η καταδολίευση και οικειοποίηση μεγάλου ποσού ύψους περίπου €4.900.000 δια απάτης που διεξήχθη κατά των Εναγόντων/Αιτητών. Όπως προκύπτει από την Αίτηση και τη μαρτυρία που δόθηκε, στόχος των επίδικων Διαταγμάτων ήταν να αποτραπεί η αποξένωση των εν λόγω ποσών η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ανάκτηση του ποσού σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων. Þ Στις 15.1.13 καταχωρήθηκε έφεση η οποία στρέφεται εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 11.1.13 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Þ Η έφεση έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας αφού αφορά αντικειμενικές ουσιαστικές παραλείψεις και/ή λανθασμένα ευρήματα του Δικαστηρίου. Þ Ο λόγος καταχώρησης της παρούσας Αίτησης είναι το γεγονός ότι είναι καταφανής ο κίνδυνος οι Ενάγοντες να προβούν στο διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Έφεσης σε αποξένωση και διασκορπισμό των επίδικων ποσών σε αμφιβόλου αξιοπιστίας δικαιοδοσίες και/ή σε μη εντοπίσιμες δικαιοδοσίες με αποτέλεσμα η ανάκτηση τους να είναι αδύνατη. Þ Αν το αιτούμενο Διάταγμα δεν εκδοθεί η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού στην περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης δεν θα υπάρχει περιουσία εντός της δικαιοδοσίας για να δεσμευτεί από τα αναβιώσαντα διατάγματα. Þ Συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και είναι κατεπείγον, δίκαιο και πρόσφορο προς το καλύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν αιτούμενα Διατάγματα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.48,θ.θ.18,19, Δ.48,θθ.1-4,8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Άρθρα 1,2,4,5,7 και 9 του ΚΕΦ. 6, στα Άρθρα 21
(1), 31, 32 και 47 του Ν.14/60, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στα Άρθρα 15, 17 και 34 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Η Αίτηση είναι αστήρικτη, λανθασμένη, πάσχει και δεν συνάδει με τους Θεσμούς. ü Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/
- ü Δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά στους Ενάγοντες με τη μη έκδοση του Διατάγματος. ü Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, και δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα. ü Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. ü Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και ελλιπής και τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτών δεν δικαιολογούν τη στέρηση από τους Εναγόμενους των καρπών της επιτυχίας τους. ü Οι λόγοι που προβάλλονται ως λόγοι Έφεσης δεν περιέχουν οτιδήποτε πέραν της ύπαρξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης. ü Απόδοση της αιτούμενης θεραπείας συνεπάγεται αναβίωση ανύπαρκτου διατάγματος και ουσιαστικά το Πρωτόδικο Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο. ü Η εγγύηση που καταχωρήθη από τους Ενάγοντες είναι καταφανώς ανεπαρκής και αφήνει τους Εναγόμενους εκτεθειμένους να διεκδικήσουν και λάβουν αποζημίωση στην περίπτωση που στο τέλος αποδειχθεί ότι λανθασμένα εξεδόθη το Διάταγμα. ü Δεν καταδεικνύεται και δεν έχει μεσολαβήσει τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας. ü Το αιτούμενο Διάταγμα δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να υφίσταται διότι προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση ένεκα του ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους είναι δεσμευμένοι με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τις εργασίες τους. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Αλέξη Αναστασίου, δικηγόρου στο γραφείο των Δικηγόρων των Εναγομένων 1 στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, εν συνόψει και τα εξής: Ø Τέτοιας φύσεως διατάγματα εκδίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εκεί όπου έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και ύπαρξης σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας. Ø Απλή ανάγνωση των λόγων έφεσης οδηγεί στη διαπίστωση ότι αυτοί ως επί τω πλείστω στρέφονται εναντίον της ορθότητας των ευρημάτων του Πρωτόδικου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων και το Ανώτατο Δικαστήριο επεμβαίνει σπανίως σε τέτοιες περιπτώσεις. Ø Η συνέχιση του διατάγματος θα καθιστούσε τις αποφάσεις των Δικαστηρίων με τις οποίες ακυρώνονται προσωρινά διατάγματα άνευ αποτελέσματος. Ø Η αναβίωση ενός ανύπαρκτου πλέον διατάγματος στερεί από τους Εναγόμενους τους καρπούς της επιτυχίας τους στη διαδικασία που τερματίστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 11.1.
- ΑΚΡΟΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Το ερώτημα που εγείρεται προς εξέταση στην παρούσα Αίτηση είναι η δυνατότητα έκδοσης από το Δικαστήριο Διατάγματος με το οποίο να παραμένει σε ισχύ προσωρινό απαγορευτικό Διάταγμα, η ισχύς του οποίου τερματίστηκε κατόπιν ακρόασης, μέχρι την εκδίκαση έφεσης με την οποία προσβάλλεται η απόφαση για τον τερματισμό της ισχύος του Διατάγματος. Αναφορικά με το ερώτημα αυτό σχετική είναι η νομική αρχή η οποία αναπτύχθηκε στην αγγλική υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης είχε απορριφθεί από το High Court στις 14/3/1974 αίτημα των Εναγόντων για προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη τοπική αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις των Εναγόντων για έκδοση πολεοδομικής άδειας, εκτός εάν αυτή εξετάζετο με μία άλλη εκκρεμούσα αίτηση για πολεοδομική άδεια άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι Ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως με μονομερή αίτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο ζητώντας Διάταγμα με τους ίδιους όρους ως η αρχική αίτηση εκκρεμούσης της έφεσης που επρόκειτο να καταχωρήσουν. Το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή αποφάσισε ότι είχε την εξουσία να εκδώσει το σχετικό Διάταγμα ούτως ώστε η έφεση των Εναγόντων να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Τελικά οι ίδιοι οι Ενάγοντες διαφοροποίησαν την αίτηση τους κατά τρόπο ώστε το εν λόγω Διάταγμα να ισχύει μέχρι τις 20/3/1974 - δηλαδή για 6 μέρες - ούτως ώστε να δοθεί χρόνος σ' αυτούς να καταχωρήσουν την έφεση τους και να επιδώσουν ειδοποίηση για επέκταση του Διατάγματος. Επομένως, όπως προκύπτει, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω) ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, δηλαδή μέχρι να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους Αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Η αγγλική υπόθεση Erinford (ανωτέρω) σχολιάστηκε και στην Κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Ocean Corporation Ltd v. Novorossijskrybprom Company Ltd (No. 2)
(1996)1 A.A.Δ. 11521 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου, χωρίς να αναφέρεται σε προηγούμενη νομολογία, φαίνεται να αποφασίζει ότι υφίσταται δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων, ανασταλτικής φύσης διαταγμάτων, χωρίς να αποφαίνεται επ΄ αυτής οριστικά. Τονίζεται ιδιαίτερα η αρχή ότι η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου της αποτελεί μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Παράλληλα, ωστόσο, τονίζεται και η αρχή ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως είναι επιθυμητό οι αποφάσεις σε ενδιάμεσες διαδικασίες να μην αποτελούν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης. Από την εν λόγω απόφαση φαίνεται, ακόμη, ότι η έκδοση τέτοιας φύσεως διατάγματος δεν πρέπει, ασφαλώς, να θεωρείται ζήτημα ρουτίνας, χωρίς, ωστόσο, να καθορίζονται οι παράγοντες ή οι ειδικοί λόγοι που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του προτού αποφασίσει την έκδοση ή μη τέτοιου διατάγματος. Παραθέτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Ο συνήγορος των εναγόντων με παρέπεμψε στην απόφαση του δικαστή Megarry στην υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 All ER 448 αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης τέτοιων ανασταλτικής φύσης διαταγμάτων. Η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου αποτελεί βέβαια μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Με εκλαμβανόμενη ως δεδομένη τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων την οποία υποστηρίζει η εν λόγω απόφαση, χωρίς όμως να αποφαίνομαι επ' αυτής οριστικά, το Δικαστήριο οφείλει ακολούθως να εξετάσει το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι και είναι δίκαιο να εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα. Το που κλίνει η πλάστιγγα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι πάντοτε εύκολο να το διακρίνει κανείς. Στην εν λόγω απόφασή του ο δικαστής Megarry φαίνεται να θεωρεί πως η έκδοση τέτοιου Διατάγματος δικαιολογείται ως σχεδόν ζήτημα ρουτίνας με εξαίρεση μόνο όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Κατονομάζει δύο. Ο ένας είναι όπου η αίτηση δεν ενέχει σοβαρότητα και ο άλλος είναι όπου το ισοζύγιο ευκολίας δεν θα καθιστούσε σκόπιμη την έκδοση. Αυτή η τόσο ευρεία προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο». (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Η πιο πάνω επιφύλαξη του διατυπώθηκε από τον Δικαστή Γ. Νικολάου στην πιο πάνω υπόθεση, είναι πιστεύω, ενδεικτική του βάρους που οι αιτητές έχουν να αποσείσουν σε τέτοιου είδους αιτήσεις, βάρους που δεν σχετίζεται τόσο με τη βασιμότητα της έφεσης που έχει ασκηθεί όσο με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων. Χρήσιμη θεωρώ στο σημείο αυτό σχετική αναφορά που έγινε στην αγγλική υπόθεση Sturla v. Freccia
(1879)12 Ch. D. 438 η οποία αναφέρεται στην Erinford (ανωτέρω) όπου ο Δικαστής James LJ αναγνώρισε τον κίνδυνο κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με την έκδοση προσωρινού ανασταλτικής φύσεως διατάγματος εκκρεμούσης της έφεσης. Ανάφερε σχετικά τα εξής: "I had when the case was before us on the former occasion some misgiving which has led to this further argument to-day, and I am not yet entirely free from misgiving, not so much as to whether it is right or wrong to make an order in the present case, but as to whether the making such an order may not be a dangerous precedent and likely to lead to great mischief. What I have been afraid of is that it may be said to be a precedent for holding that if any one applies for an injunction and obtains it the injunction ought to be kept up as long as he can keep the litigation alive. If, however, it is distinctly understood that, as stated by the Master of the Rolls, the granting such an injunction pending an appeal is a thing to be done only under very special and exceptional circumstances, then probably the danger that I have been afraid of will not exist». (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Η πιο πάνω αναφορά είναι, πιστεύω, ενδεικτική του τρόπου που πρέπει να αντιμετωπίζονται αιτήματα αυτού του είδους και της αναγκαιότητας ύπαρξης εξαιρετικών συνθηκών πριν το Δικαστήριο προχωρήσει να εκδώσει τέτοιου είδους Διάταγμα. Χωρίς αμφιβολία μια διαφορετική προσέγγιση ενδεχομένως να καθιστούσε κανόνα την επαναφορά ακυρωθέντων διαταγμάτων ενώ κάτι τέτοιο πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση. Επιπλέον μια τέτοια εξέλιξη θα καθιστούσε τις αποφάσεις των Δικαστηρίων με τις οποίες ακυρώνονται προσωρινά διατάγματα κατ' ουσίαν άνευ αποτελέσματος εφόσον θα'ταν εύκολο να αναβιώσουν μέσω της έκδοσης τέτοιας φύσεως ανασταλτικών διαταγμάτων. Η υπόθεση Erinford ανωτέρω και οι προεκτάσεις της αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd v. Λεονώρας άλλως γνωστή Νόρα Σιακατίδου, Π.Ε αρ. 146/10, ημερ. 20/10/11 στην οποία έγινε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1523 όπου στη σελίδα 1534 έγιναν οι ακόλουθες επισημάνσεις σε σχέση με την υπόθεση Erinford (ανωτέρω). To παραθέτουμε: «Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco v. Ship "Lambros L" (Νο.2)
(1977)1 C.L.R. 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd v. Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijskrybprom Co Ltd (Αρ.2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για Διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το άρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925 και ήταν ακριβώς για να δοθεί αυτή η ευκαιρία που ζητείτο το Διάταγμα. Ο συνήγορος των εκεί εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο Διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού Διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο». Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd (ανωτέρω) το θέμα το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford (ανωτέρω) ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι
(6)ημερών μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ιδίου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρότερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσης της έφεσης. Επισημάνθηκε δε ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Δικαστή Megarry J στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω) ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές είχαν περιορίσει τη χρονική έκταση του αιτούμενου Διατάγματος σε περίοδο μερικών, μόνο, ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Έγινε δε στην υπόθεση Αspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd (ανωτέρω) παραπομπή στην ακόλουθη περικοπή της απόφασης του Δικαστή Megarry J όπου λέχθηκαν τα εξής: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form..." Στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd (ανωτέρω) τονίστηκε εμφαντικά ότι η εξουσία του Δικαστηρίου το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος να παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος. Σύμφωνα, λοιπόν, με την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι, απλώς, ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας. Παρά το γεγονός ότι η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση αναγνώρισε με αναφορά και στην πρόσφατη νομολογία τη δυνατότητα έκδοσης Διατάγματος με το οποίο να παραμένει σε ισχύ προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, η ισχύς του οποίου τερματίστηκε κατόπιν ακρόασης, μέχρι την εκδίκαση έφεσης με την οποία προσβάλλεται η απόφαση για τον τερματισμό της ισχύος του Διατάγματος, σε συμπληρωματική αγόρευση τους ήγειραν θέμα σε σχέση με τη δικαιοδοτική δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης. Πιο συγκεκριμένα διατυπώθηκε η θέση ότι η παρούσα Αίτηση δύναται να υποβληθεί μόνο προτού τελειωθεί η ενδιάμεση απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου ("before it is perfected") και μόνο ενώπιον Δικαστού ο οποίος εξέδωσε την ακυρωτική του προσωρινού Διατάγματος απόφαση. Το θέμα κατά πόσο αίτημα της φύσης που εξετάζουμε στην παρούσα υπόθεση για να μπορεί να τύχει εξέτασης θα πρέπει να υποβάλλεται προτού τελειωθεί μια δικαστική απόφαση εγείρεται, προφανώς, λόγω της σχετικής αναφοράς που υπάρχει στην απόφαση του Meggary J. Στην Αγγλική υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R 448 και η οποία έχει ως εξής: "Again, in the case before me, no order dismissing the motion has yet been perfected, and until it has been it is open to this court to modify or even revoke the decision, as may be considered proper: see Re Harrison's Share under a Settlement...." Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Re Harrison's Share under a Settlement
(1955)1 All E.R. 185 είχε επιβεβαιωθεί ότι ένα διάταγμα το οποίο απαγγέλλεται από Δικαστή μπορεί πάντοτε να ανακληθεί ή να μεταβληθεί ή να τροποποιηθεί από τον ίδιο προτού συνταχθεί, διαβιβασθεί και καταχωρηθεί. Στο μεταξύ τελεί προσωρινά σε ισχύ. Παραθέτω τη σχετική αναφορά που έγινε στην πιο πάνω υπόθεση και η οποία έχει ως εξής: "We think that an order pronounced by the judge can always be withdrawn, or altered or modified by him until it is drawn up, passed and entered. In the meantime it is provisionally effective...." Το εν λόγω ζήτημα εξετάστηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ASPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD (ανωτέρω) στην οποία, αφού έγινε αναφορά σε σχετική νομολογία, λέχθηκε ότι το γεγονός ότι κατά την απαγγελία της ενδιάμεσης απόφασης υπήρχε δακτυλογραφημένο κείμενο το οποίο δόθηκε ή θα δίδετο στους διάδικους ή τους δικηγόρους τους, δεν συνιστούσε αφ΄ εαυτού πρόβλημα στην εξέταση του ενδεχομένου εφαρμογής των αρχών της υπόθεσης Erinford (ανωτέρω). Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Aspis (ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι οι αρχές της Erinford (ανωτέρω) δεν θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν εφόσον η ενδιάμεση απόφαση είχε τελειωθεί με τη διάθεση έτοιμου γραπτού κειμένου. Πέραν τούτου, η υπόθεση Aspis (ανωτέρω) ξεκαθάρισε ότι δεν αποτελεί κώλυμα για σκοπούς υποβολής αιτήματος στη βάση των αρχών της Erinford (ανωτέρω) το γεγονός ότι μεσολάβησε η έκδοση της αρχικής απόφασης επισημαίνοντας ότι σε αριθμό Κυπριακών αποφάσεων στις οποίες έγινε δεκτή η γενική αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω), οι αιτήσεις με τις οποίες εζητείτο η αναστολή εκτέλεσης διατάγματος ή η έκδοση νέου διατάγματος εκκρεμούσας έφεσης είχαν γίνει μεταγενέστερα της έκδοσης της αρχικής απόφασης χωρίς αυτό το στοιχείο να θεωρηθεί ως κώλυμα. Κατ΄ ακολουθίαν των πιο πάνω, η θέση των συνήγορων των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η υπό εξέταση Αίτηση θα μπορούσε να υποβληθεί μόνο προτού τελειωθεί η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τη θέση ότι αίτημα της φύσης που εξετάζουμε θα πρέπει να υποβάλλεται μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την ακυρωτική του προσωρινού Διατάγματος απόφαση αυτή στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και νομολογιακής υποστήριξης. Οι δε αναφορές που έγιναν στα πλαίσια της αγόρευσης των συνηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση σε αποφάσεις δεν υποστηρίζουν, ούτε προωθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο μια τέτοια θέση. Για να το θέσω πιο ξεκάθαρα η αναφορά στην υπόθεση Erinford (πιο πάνω)[1] όπου αναγνωρίζεται ότι ο Δικαστής, ο οποίος ακυρώνει ένα Διάταγμα μπορεί κάλλιστα να αναστείλει την ακύρωση του ή να το επανεκδώσει μέχρι την ολοκλήρωση της έφεσης που ασκήθηκε, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τέτοιας φύσεως αίτημα όπως το υπό εξέταση πρέπει να υποβάλλεται στον ίδιο Δικαστή, δηλ. αυτόν που εξέδωσε την ακυρωτική του προσωρινού διατάγματος απόφαση. Προχωρώ, επομένως, να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των Ενόρκων Δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν καθοδηγούμενη από την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που επεξήγησε με σαφήνεια το εύρος εφαρμογής της εξουσίας του Δικαστηρίου να επαναφέρει σε ισχύ διάταγμα του οποίου η ισχύς είχε τερματισθεί μέχρι την εκδίκαση και ολοκλήρωση έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της ακυρωτικής απόφασης. Στην υπό εξέταση υπόθεση οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται ως λόγοι Έφεσης που καθάπτονται της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης δεν φαίνεται να περιέχουν οτιδήποτε πέραν την ύπαρξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης ως προς το αν Δικαστήριο δικαιολογείτο να ακυρώσει το εκδοθέν μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα. Από μια εκ πρώτης όψεως ανάγνωση των λόγων έφεσης που διατυπώθηκαν στο εφετήριο που επισυνάπτεται στην υπό κρίση Αίτηση, φαίνεται αυτοί να στρέφονται και να αφορούν κατά κύριο λόγο την ορθότητα των ευρημάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιοπιστία της προσαχθείσας μαρτυρίας. Δεν θεωρώ, ωστόσο, ορθό να υπεισέλθω σε λεπτομερή ανάλυση των προοπτικών επιτυχίας της Έφεσης. Εξάλλου, όπως έχει αναφερθεί σε περιπτώσεις αναστολής με βάση τη Δ.35,θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης στις πλείστες περιπτώσεις είναι οριακής σημασίας και δύσκολο να αποτιμηθούν. Η τύχη της Έφεσης θα κριθεί κατά την ακρόαση της ενώπιον του Εφετείου. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει σ΄ εκείνη την περίπτωση όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, όπως προκύπτει από την υπόθεση Aspis (ανωτέρω), το Δικαστήριο κατά την άσκηση της κρίσης του για το κατά πόσο θα παράσχει θεραπεία στη βάση των αρχών της Erinford (ανωτέρω) δεν θα πρέπει να εφαρμόζει κατ' αναλογία κριτήρια παρόμοια μ΄ εκείνα που εφαρμόζει όταν καλείται να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης λόγω εκκρεμότητας της έφεσης με βάση τις πρόνοιες της Δ.35,θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Aspis (ανωτέρω) είναι σχετικό και το παραθέτουμε: «Κατά την άποψη μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα δικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας.» (η υπογράμμιση είναι δική μου για σκοπούς έμφασης) Τούτου δοθέντος η παροχή θεραπείας στη βάση των αρχών της Erinford (ανωτέρω) προϋποθέτει την ύπαρξη «σοβαρού ενδεχομένου ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης» και όχι, απλώς, μια πιθανότητα ανατροπής της. Αναφορικά δεν με τις επαπειλούμενες επιπτώσεις από τη μη απόδοση της ζητούμενης θεραπείας μετά την ακυρωτική απόφαση, η πλευρά των Αιτητών έχει, βασικά, επικαλεσθεί τον κίνδυνο να εξαφανισθούν τα χρήματα τα οποία είχαν δεσμευτεί από το απαγορευτικό διάταγμα που είχε εκδοθεί για πάντα σε άλλες δικαιοδοσίες όπου θα είναι αδύνατος είτε ο εντοπισμός τους, είτε η εκτέλεση της απόφασης των Εναγόντων ώστε να καθίσταται άνευ αντικειμένου η Έφεση. Με άλλα λόγια, αυτό που επικαλούνται είναι ότι η μη παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων 1 στην Κύπρο αξίας μέχρι €5.000.000 οδηγεί στον κίνδυνο της μη ικανοποίησης της απαίτησης των Αιτητών/Εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή τους και η ασκηθείσα έφεση δυνατόν να καταστεί άνευ αντικειμένου. Από την άλλη, η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση στην αγόρευση τους παρέπεμψαν στο περιεχόμενο της παραγρ. 10(Γ) της Ένορκης Δήλωσης της κ. Μαρίας Σκλαβάκη, ενόρκως δηλούσας στην Ένσταση που είχε καταχωρηθεί στην Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 15.1.13, για να υποστηρίξουν ότι η παράταση της δέσμευσης των κεφαλαίων της Εναγομένης 1 μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της Έφεσης θα κατέστρεφε οικονομικά, τελειωτικά και πλήρως της Εναγομένη 1. Επισημαίνεται ότι στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση της Μ. Σκλαβάκη στην παράγρ. 10(Γ) αυτής τονίζεται ότι τα κεφάλαια της Εναγομένης 1 κρίνονται απολύτως απαραίτητα για τη χρηματοδότηση διαφόρων έργων που εμπίπτουν στον τομέα δραστηριοποίησης της εταιρείας και ότι η δέσμευση, έστω και προσωρινά, του λογαριασμού της - που παγοποιήθηκε με το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα - θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη την Εναγομένη 1 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά την εργασία της και/ή άλλες δραστηριότητες. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Aspis (ανωτέρω), αποτελεί μια συνήθη περίπτωση η πρόταξη της θέσης ότι η μη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων με απαγορευτικό διάταγμα δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντα και στο να καταστήσει άνευ αντικειμένου την έφεση που έχει ασκηθεί. Κάτι τέτοιο δεν κρίθηκε στην Aspis (ανωτέρω) ότι εμπίπτει στην περίπτωση της ύπαρξης σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας. Ήδη έχουμε επισημάνει πιο πάνω τους λόγους που υπαγορεύουν την αναγκαιότητα ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων πριν το Δικαστήριο προχωρήσει να εκδώσει τέτοιου είδους Διάταγμα όπως αυτό που επιδιώκεται στην υπό εξέταση Αίτηση. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω δεν έχω πεισθεί ότι στην παρούσα υπόθεση υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες ή ειδικοί λόγοι που αφορούν και αναφέρονται σε σοβαρές επιπτώσεις στους Ενάγοντες/Αιτητές από τη μη απόδοση της αιτούμενης θεραπείας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω και αφού έχω συνεκτιμήσει όλους τους σχετικούς παράγοντες, θεωρώ ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν συνιστά περίπτωση για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της παρούσας Αίτησης. Κατά συνέπεια η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και, επομένως, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, δηλαδή επιδικάζονται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι 1/Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται και στα έξοδα τους. Οι Ενάγοντες/Αιτητές να καταβάλουν, επομένως, τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο με το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA /interim decisions [1] "...where the application is for an injunction pending an appeal, the question is whether the judgment that has been given is one upon which the successful party ought to be free to act despite the pendency of an appeal. One of the important factors in making such a decision, of course, is the possibility that the judgment may be reversed or varied. Judges must decide cases even if they are hesitant in their conclusions; and at the other extreme a judge may be very clear in his conclusions and yet on appeal be held to be wrong. No human being is infallible, and for none are there more public and authoritative explanations of their errors than for judges. A judge who feels no doubt in dismissing a claim to an interlocutory injunction may, perfectly consistently with his decision, recognise that his decision might be reversed, and that the comparative effects of granting or refusing an injunction pending an appeal are such that it would be right to preserve the status quo pending the appeal." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο