Arzumanyan Rudolf ν. Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd κ.α., Αγωγή Αρ.: 3153/2013, 3/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 3153/2013 Arzumanyan Rudolf, από την Ουκρανία Ενάγοντας και
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Άντρη Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητά της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd.
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα και του Υπουργού Οικονομικών
- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, και υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. Εναγόμενοι ____________________ Ημερομηνία: 3.6.2013 Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 20.5.2013 Εμφανίσεις Κος Ν. Κληρίδης, για τον Ενάγοντα/Αιτητή. ____________________ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore - από έδρας) Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση μονομερώς διαφόρων διαταγμάτων εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με το πρόσφατο κούρεμα των καταθέσεων στην Λαϊκή Τράπεζα. Να σημειωθεί ότι η αίτηση καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο στις 20.5.2013 και ορίστηκε ενώπιον μου από το Πρωτοκολλητείο στις 31.5.13, προφανώς γιατί δεν συνέτρεχε το επείγον. Στις 31.5.13 η αίτηση αναβλήθηκε για σήμερα 3.6.13 ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο συνήγορο του Αιτητή να αγορεύσει. Η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή είναι ότι τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν μονομερώς γιατί τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε πλείστες πανομοιότυπες υποθέσεις με την παρούσα και έγιναν αποδεκτά για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων εξακολουθούν να υφίστανται και να επενεργούν σε βάρος των συμφερόντων του Αιτητή. Ανέφερε επίσης ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα στοιχεία που το Δικαστήριο, σε εκείνες τις υποθέσεις, αποδέκτηκε και έκρινε ότι ήσαν κατεπείγοντα, εξαιρετικά και επαρκή για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων θα αποτελούσε άνιση μεταχείριση για τον Αιτητή αν το Δικαστήριο έκρινε σήμερα ότι δεν ισχύουν για τον Αιτητή. Έχω εξετάσει με κάθε δυνατή προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου όπως επίσης και τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή. Όπως εξηγείται γενικά από τη νομολογία, τα προσωρινά διατάγματα και μάλιστα επί μονομερούς βάσεως, δεν πρέπει να εκδίδονται παρά με εξαιρετική φειδώ και όταν υπάρχει πραγματική επείγουσα ανάγκη να παρακαμφθεί το σύνηθες μέτρο, που είναι η ακρόαση αμφοτέρων των διαδίκων. Εύστοχα είναι τα σχετικά σχόλια του Χατζηχαμπή, Δ., στη Θεοφάνους
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 234, και στη μεταγενέστερη Γαβριέλα Μιχαήλ ν. Κυριάκου Μιχαήλ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 88/12, ημερομηνίας 15.6.12. Παραθέτω πιο κάτω το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση του Κληρίδη, Δ., στην Brookemil Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 16.5.12, το οποίο είναι σχετικό επί του προκειμένου: «Όπως προβλέπεται στο άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Η κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. [Βλ. π.χ. In re B.P. (Cyprus Ltd)
(1996)1(B) ΑΑΔ 861]. Όπως τονίστηκε και στη Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, στη σελίδα 1462, η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την απόδοση θεραπείας, χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Αλλά και με τη στοιχειοθέτηση ακόμα του επείγοντος, το θέμα και πάλι επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 48 κ.8
(3), το Δικαστήριο ή ο Δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης που έγινε μονομερώς δύναται να δώσει οδηγίες όπως αυτή γίνει διά κλήσεως με ειδοποίηση σ΄ εκείνα τα πρόσωπα που θα έκρινε σκόπιμο. Όπως έχει δε ερμηνευθεί αυτή η διαταγή, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.ά. v. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 1051, στη σελίδα 1066, και μετά την απόδειξη του κατεπείγοντος, το Δικαστήριο δεν έχει τότε υποχρέωση να προχωρήσει μονομερώς στην εξέταση της ουσίας και να διαγνώσει εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το Δικαστήριο διατηρεί και τότε τη διακριτική ευχέρεια να προχωρήσει με τη μονομερή αίτηση ή αντίθετα να δώσει οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην υπό εξέταση περίπτωση, διαπιστώνεται ότι, κατόπιν μελέτης του ογκώδους υλικού που τέθηκε ενώπιον του, ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου έκρινε ότι δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου έτσι ώστε να επιληφθεί της αίτησης χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, και έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης, η οποία και ορίστηκε σε σύντομη ημερομηνία. Το ακριβές κείμενο του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, έχει ως ακολούθως: "9.-
(1)Κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο." Από το κείμενο του πιο πάνω εδαφίου του άρθρου 9 επισημαίνονται οι λέξεις "δύναται......να εκδοθεί......με αίτηση χωρίς ειδοποίηση". Το όλο λεκτικό της πρόνοιας τούτης είναι καθαρό και έχει καταστεί ακόμα πιο ξεκάθαρο από τη νομολογία επί του θέματος. Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι η προϋπόθεση για κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων, είναι δικαιοδοτικός όρος. Το Δικαστήριο δηλαδή αποκτά δικαιοδοσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα μονομερώς, μόνο εάν καταδειχθούν τα δύο αυτά στοιχεία ή ένα από αυτά. [In re B.P. (Cyprus Ltd) (ανωτέρω), Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598]. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που υπάρχει πλούσια διαθέσιμη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία το Δικαστήριο ασχολήθηκε με αιτήματα για έκδοση ή για παροχή άδειας για καταχώρηση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, επειδή Επαρχιακό Δικαστήριο είχε προβεί στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ενώ δε συνέτρεχε, κατά τους αιτητές, το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων. Σε όλες αυτές τις υποθέσεις το βασικό θέμα που εξεταζόταν ήταν το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή όχι, δεδομένου ότι το κατεπείγον και/ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις είναι τα στοιχεία που δίδουν δικαιοδοσία στο εκδίδον Δικαστήριο. Ενώ όμως τυγχάνει επιτακτικός δικαιοδοτικός όρος η ύπαρξη των δύο ή ενός από τα δύο αυτά στοιχεία, από την άλλη, η στοιχειοθέτησή τους και η συνακόλουθη απόδοση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο, δε δεσμεύει το Δικαστήριο όπως προχωρήσει και εξετάσει την αίτηση μονομερώς. Η διαπίστωση της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων δίδει απλά στο Δικαστήριο τη δυνητική εξουσία, τη διακριτική ευχέρεια όπως προχωρήσει μονομερώς, αν κρίνει τούτο σκόπιμο. Πέραν του ίδιου του λεκτικού του άρθρου 9
(1), του Κεφ. 6, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στις επίσης προαναφερθείσες πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα της Διαταγής 48 κ.8
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το κείμενο της οποίας έχει ως εξής: "
(3)The Court or Judge dealing with an application made ex parte may direct that it be made by summons with notice to such persons as the Court or Judge may think hit." Είναι επομένως και από το κείμενο αυτής της δευτερογενούς νομοθετικής πρόνοιας καθαρό ότι, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης η οποία υποβάλλεται μονομερώς, δύναται να δώσει οδηγίες όπως δοθεί ειδοποίηση προς οποιαδήποτε πρόσωπα ήθελε κρίνει πρέπον. Στη γνωστή υπόθεση Cyprus Sulphur and Copper Co. Ltd κ.ά. ν. ΠΑΡΑΡΛΑΜΑ ΛΤΔ
(1990)1 ΑΑΔ 1051, το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε ως Εφετείο του θέματος κατά πόσο, εάν ικανοποιείται η προϋπόθεση περί κατάδειξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, τότε το Δικαστήριο υποχρεούται να προχωρήσει και εξετάσει την ουσία της αίτησης, μονομερώς. Το Εφετείο απάντησε αρνητικά αυτό το ερώτημα, τονίζοντας τα ακόλουθα, στη σελίδα 1066 του Τόμου Αποφάσεων: "Τόσον η παράγραφος
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όσο και η παράγραφος
(3)του θ.8 της Δ.48, μιλούν με γλώσσα διάφορη και δεικνύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο πρωτόδικος Δικαστής διατηρεί την ευχέρεια να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία εάν θα προχωρήσει με τη μονομερή αίτηση, ή εάν θα δώσει οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το θέμα που εγείρεται είναι: Με βάση τις αρχές ελέγχου της άσκησης διακριτικής εξουσίας από πρωτόδικα Δικαστήρια, πρέπει να επέμβουμε; ..." » Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (βλ. παρα. 21) ο Αιτητής γνώριζε ότι στις 22.3.13 η Βουλή προέβη στην ψήφιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν. 17(Ι) 2013, σύμφωνα με τον οποίο η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου είχε αποκτήσει εξουσία να αποφασίζει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών τη λήψη μέτρων εξυγίανσης οποιουδήποτε τραπεζικού Ιδρύματος. Επίσης γνώριζε ότι, μέσα στα πλαίσια της εν λόγω νομοθεσίας, στις 29.3.13 εξεδόθη διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013) με το οποίο στην ουσία διαγράφονται όλες οι καταθέσεις του πέραν των €100.000.-. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι ο Αιτητής γνώριζε για το νόμο και τα μέτρα που είχαν ληφθεί για τους λογαριασμούς του με τη Λαϊκή Τράπεζα από τις 22.3.13 και 29.3.13 και δεν αποτάθηκε έγκαιρα στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία. Η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι εφόσον σε πανομοιότυπες υποθέσεις εκδόθηκαν ενδιάμεσα διατάγματα, θα πρέπει να εκδοθούν και στην παρούσα, διαφορετικά θα υπήρχε άνιση μεταχείριση, δεν με βρίσκει σύμφωνο, καθότι η κάθε υπόθεση εκδικάζεται στη βάση των ιδιαίτερων της περιστατικών. Εδώ ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στη βάση αυτών των δεδομένων δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογεί την εξέταση της ουσίας της αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς. Κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η εξέταση της αίτησης πρέπει να γίνει στην παρουσία της άλλης πλευράς. Προς αποφυγή όμως περαιτέρω εξόδων και ταλαιπωρίας του Ενάγοντα-Αιτητή, που θα δημιουργούντο με την απόρριψη της παρούσας αιτήσεως και την καταχώριση νέας δια κλήσεως, δίδω οδηγίες όπως αντίγραφο της παρούσας Αίτησης, της συνοδεύουσας αυτής ενόρκου δηλώσεως, καθώς και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτή, επιδοθεί στους Εναγομένους 1-4. Η Αίτηση ορίζεται για επίδοση σε όλους τους εναγόμενους στις 10.6.13 και ώρα 09:00 π.μ. (Υπ.) ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ.. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο